ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
WALTER VAN GERVEN
της 8ης Νοεμβρίου 1989 ( *1 )
Περίληψη
Ι — Εισαγωγή
II — Το παραδεκτό
Α — Το παραδεκτό των προσφυγών κατά του προσωρινού κανονισμού
Β — Το παραδεκτό των προσφυγών που άσκησαν οι εισαγωγείς κατά του οριστικού κανονισμού
Γ — Το παραδεκτό των προσφυγών που ασκήθηκαν κατά του οριστικού κανονισμού στο σύνολο του
III — Επί της ουσίας
Γενικότητες
Α — Η κανονική αξία
— Εφαρμοστέες διατάξεις
— Σύνοψη των λόγων που προβάλλουν οι προσφεύγουσες
— Εκτίμηση
— Αποτελούν οι γιουγκοσλαβικοί ηλεκτρικοί κινητήρες ομοειδές προϊόν;
— Η επιλογή της Γιουγκοσλαβίας ως χώρας αναφοράς είναι εσφαλμένη;
α) Επί της αιτιολογίας
β) Η Γιουγκοσλαβία είναι χώρα με οικονομία της αγοράς;
γ) Οι γιουγκοσλαβικές τιμές αποτελούν κατάλληλη και λογική βάση συγκρίσεως;
— Η κανονική αξία υπολογίσθηκε ορθώς;
α) Η τιμή του γιουγκοσλαβικού διναρίου
β) Ο γιουγκοσλαβικός πληθωρισμός
γ) Ο υπολογισμός της βάσεως της κατασκευασμένης αξίας
Β — Σύγκριση της κανονικής αξίας με την τιμή εξαγωγής
— Εφαρμοστέες διατάξεις
— Σύνοψη των επιχειρημάτων των προσφευγουσών
— Εκτίμηση
Γ— Η ζημία
— Εφαρμοστέες διατάξεις
— Σύνοψη των λόγων που προβάλλουν οι προσφεύγουσες
— Εκτίμηση
— Είναι εσφαλμένο να υπογογίζεται η ζημία σωρευτικώς;
— Έπρεπε η ζημία να υπολογιστεί βάσει των πραγματικών πωλήσεων εντός της Κοινότητας;
— Ήταν δυνατό να διαπιστωθεί η ύπαρξη ζημίας ενόψει της εξελίξεως των μεγεθών παραγωγής και πωλήσεως ηλεκτρικών κινητήρων στην Κοινότητα;
— Η ζημία οφείλεται σε άλλους παράγοντες εκτός από τις εισαγωγές από χώρες κρατικού εμπορίου;
Δ — Ο καθορισμός του δασμού αντιντάμπινγκ
— Εφαρμοστέες διατάξεις
— Σύνοψη των λόγων που προβάλλει η Neotype
— Εκτίμηση
Ε — Η εφαρμογή του δασμού αντιντάμπινγκ στα εξαρτήματα
ΣΤ — Η έναρξη ισχύος του οριστικού κανονισμού
IV — Γενικά συμπεράσματα
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι όικαστές,
Ι — Εισαγωγή
1.
Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3019/86, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, η Επιτροπή θέσπισε προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ για τις εισαγωγές τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίς της Γερμανίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής Ενώσεως ( 1 ). Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 864/87, της 23ης Μαρτίου 1987, το Συμβούλιο θέσπισε οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ για τις εισαγωγές των προαναφερόμενων ηλεκτρικών κινητήρων που κατάγονται από τις χώρες κρατικού εμπορίου, με εξαίρεση τη Ρουμανία ( 2 ) Οι δύο αυτοί κανονισμοί θεσπίστηκαν κατ' εφαρμογή του τότε ισχύοντος κανονισμού, δηλαδή του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2176/84 του Συμβουλίου για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( 3 ).
2.
Τρεις κοινοτικοί εισαγωγείς ηλεκτρικών κινητήρων (ήτοι η ιταλική εταιρία Enital, η γερμανική εταιρία Neotype Techmashexport (εφεξής: Neotype) και η γαλλική εταιρία Stanko France (εφεξής: Stanko), που συνδέονται με τον σοβιετικόεξαγωγέα Energomachexport, βάλλουν κατά του κύρους τόσο του προσωρινού όσο και του οριστικού κανονισμού ( συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-304/86 και C-185/87, C-305/86 και C-160/87 και C-320/86 και C-188/87, Συλλογή 1990, σα I-2939, I-2945 και I-3013). Η βουλγαρική εταιρία εξαγωγών ηλεκτρικών κινητήρων Electroimpex καθώς και τρεις κοινοτικοί εισαγωγείς αυτών των εμπορευμάτων ( ήτοι η γαλλική εταιρία Sofbim, η γερμανική εταιρία Elprom-Verkaufs-GmbH, που συνδέονται με την Electroimpex, καθώς και η ιταλική εταιρία Elprom-Paima, που συνήψε συμφωνία αποκλειστικής πωλήσεως με την Electroimpex, αλλά δεν είναι συνδεδεμένη μαζί της) αμφισβητούν το κύρος μόνο του οριστικού κανονισμού (υπόθεση C-157/87). Η επαγγελματική ένωση Groupement des industries de materieles d'équipement électrique et de l'électronique industrielle associée (εφεξής: Gimelec ) άσκησε παρέμβαση σε όλες αυτές τις υποθέσεις υπέρ της Επιτροπής και του Συμβουλίου.
Δεδομένου ότι οι προαναφερθείσες υποθέσεις αφορούν τους ίδιους κανονισμούς και δεδομένου ότι οι λόγοι και τα επιχειρήματα που προβάλλουν τόσο οι προσφεύγουσες όσο και οι καθών στις διάφορες υποθέσεις συμπίπτουν σε μεγάλη έκταση, οι παρούσες προτάσεις ισχύουν για όλες αυτές τις υποθέσεις.
Στις διάφορες εκθέσεις για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας επαναλαμβάνονται στα ακόλουθα κεφάλαια των προτάσεων μου μόνο καθόσον αυτό απαιτείται για τη λογική θεμελίωση.
II — Το παραδεκτό
A — To παραδεκτό των προσφνγών κατά τον προσωρινού κανονισμού
3.
Καταρχάς, πρέπει να εξετασθεί αν, ενόψει του ότι το Συμβούλιο θέσπισε στη συνέχεια οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ, η προσφυγή που άσκησαν η Enital, η Neotype και η Stanko κατά του κανονισμού της Επιτροπής περί θεσπίσεως προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ είναι παραδεκτή.
Στην υπόθεση C-305/86, η Επιτροπή τονίζει ότι ο προσωρινός κανονισμός δεν παράγει πλέον έννομα αποτελέσματα, εφόσον με τον οριστικό κανονισμό επιβλήθηκε η οριστική είσπραξη των ποσών που έχουν κατατεθεί ως εγγύηση μέσω του προσωρινού δασμού, αυτό δε κατ' αναλογία προς τα ποσά που υπολογίσθηκαν με τον συντελεστή των δασμών που θεσπίστηκαν οριστικά ( 4 ). Ο Gimelec υποστηρίζει το ίδιο πράγμα αλλά με διαφορετική αιτιολογία. Κατά τον παρεμβαίνοντα, η επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ συνιστά προσωρινό μέτρο κατά του οποίου δεν μπορεί να ασκηθεί προσφυγή βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης. Η Neotype είναι η μόνη από τις προσφεύγουσες η οποία προέβαλε επιχειρήματα κατά της ενστάσεως απαραδέκτου. Ισχυρίζεται ότι ο προσωρινός κανονισμός εξακολουθεί να παράγει έννομα αποτελέσματα, ακόμη και μετά τη θέσπιση του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ.
4.
Οι παρατηρήσεις των διαδίκων κατατέθηκαν πριν το Δικαστήριο αποφανθεί επί των υποθέσεων Technointorg ( 5 ) και Brother Industries ( 6 ). Το ζήτημα που ετίθετο ειδικότερα και στις δύο αυτές υποθέσεις ήταν αν μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού περί θεσπίσεως οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ οι προσφεύγουσες εξακολουθούσαν να έχουν συμφέρον για να προσβάλουν τον κανονισμό περί θεσπίσεως προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ. Στις δύο αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ενόψει του γεγονότος ότι τα ποσά που είχαν κατατεθεί ως εγγύηση μέσω του προσωρινού δασμού είχαν εισπραχθεί σύμφωνα με τον συντελεστή του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ κατ' εφαρμογή του οριστικού κανονισμού, οι προσφεύγουσες δεν μπορούσαν πλέον να επικαλεσθούν κανένα έννομο αποτέλεσμα του προσωρινού κανονισμού.
Όπως ο οριστικός κανονισμός για τον οποίο επρόκειτο στις προαναφερθείσες υποθέσεις, ο κανονισμός 864/87 αφορά επίσης την είσπραξη των ποσών που έχουν κατατεθεί ως εγγύηση μέσω του προσωρινού δασμού βάσει των κανόνων που εφαρμόζονται για την είσπραξη του οριστικού δασμού. Κατά την προαναφερθείσα νομολογία του Δικαστηρίου, η προσφυγή που άσκησαν η Enital, η Neotype και η Stanko κατά του προσωρινού κανονισμού είναι εφεξής άνευ αντικειμένου και, επομένως, παρέλκει εν προκειμένω η έκδοση αποφάσεως. Κατά συνέπεια, η εξέταση μου θα περιορισθεί στους λόγους που προβάλλονται κατά του οριστικού κανονισμού.
Β — Το παραδεκτό των προσφνγών πον άσκησαν οι εισαγωγείς κατά τον οριστικού κανονισμού
5.
Ο Gimelec ζητεί από το Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή που άσκησαν κατά του οριστικού κανονισμού οι προσφεύγουσες οι οποίες είναι εισαγωγείς εγκατεστημένοι στην Κοινότητα (ήτοι η Enital, Neotype, Stanko, Sofbim, Elprom-Verkaufs-GmbH και Elprom-Parma. Τονίζει δε ότι το ντάμπινγκ που διαπιστώθηκε με τον κανονισμό 864/87 προέκυψε κατόπιν συγκρίσεως της κανονικής αξίας των ηλεκτρικών κινητήρων με την τιμή εξαγωγής προς την Κοινότητα και όχι με την τιμή στην οποία το εισαχθέν προϊόν μεταπωλήθηκε από τον εισαγωγέα σε ανεξάρτητο αγοραστή. Κατά τον Gimelec, οι οικείοι εισαγωγείς βρίσκονται, επομένως, στην ίδια κατάσταση όπως ο εισαγωγέας Demufert, η προσφυγή του οποίου κηρύχθηκε απαράδεκτη με την απόφαση που εκδόθησε την 21η Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση Allied Corporation ( 7 ).
6.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν συμμερίζονται αυτή την άποψη. Ο συλλογισμός τους είναι ο ακόλουθος. Καίτοι το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη, εν προκειμένω, τις τιμές πωλήσεως που εφαρμόζουν οι συνδεδεμένοι εισαγωγείς για να προσδιορίσει το περιθώριο ντάμπινγκ, τις έλαβε εντούτοις υπόψη για να καθορίσει τον δασμό αντιντάμπινγκ. Όταν οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι υφίσταται μεταξύ του εισαγωγέα και του εξαγωγέα ή ενός τρίτου σύνδεσμος ή συμψηφιστικός διακανονισμός κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 8, στοιχείο β), του κανονισμού 2176/84 (βλέπε άρθρο 1, παράγραφος 4, του οριστικού κανονισμού), είναι πράγματι δύσκολο να γίνει παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα του καθορισμού του δασμού αντιντάμπινγκ, όπως ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, του οριστικού κανονισμού. Στον κανόνα αυτό υποκαθίσταται ένας άλλος κανόνας κατά τον οποίο η τιμή ακριβώς προς τον πρώτο αγοραστή που δεν είναι συνδεδεμένος με έναν εξαγωγέα χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς για τον υπολογισμό του δασμού αντιντάμπινγκ. Κατά το Συμβούλιο και την Επιτροπή, το σημαντικό στοιχείο ως προς το παραδεκτό έγκειται στο ότι το Συμβούλιο δεν περιορίστηκε να επιβάλει αυτόν τον κατά παρέκκλιση κανόνα έναντι όλων των συνδεδεμένων εισαγωγέων, αλλά δήλωσε ρητά ότι επιβάλλεται σε επτά εισαγωγείς που αναφέρονται ονομαστικά στον κανονισμό, μεταξύ των οποίων οι Enital, Neotype, Stanko, Sofbim και Elprom-Verkaufs-GmbH. Κατά το Συμβούλιο και την Επιτροπή, οι εισαγωγείς αυτοί εξατομικεύονται, επομένως, από τον οριστικό κανονισμό κατά την έννοια της νομολογίας του Δικαστηρίου.
Οι Enital, Neotype και Stanko αντικρούουν επίσης την ένσταση περί απαραδέκτου που προέβαλε ο Gimelec. Αναφέρομαι στις διάφορες εκθέσεις για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όσον αφορά τα επιχειρήματα τους ( 8 ).
7.
Δεδομένου ότι το Δικαστήριο μπορεί να θέσει αυτεπαγγέλτως ζήτημα απαραδέκτου μιας προσφυγής, δεν είναι απαραίτητο να εξετάσω εδώ το ζήτημα αν ο παρεμβαίνων διάδικος μπορεί να προβάλει ο ίδιος ένσταση απαραδέκτου, την οποία δεν έχει προβάλει ένας από τους διαδίκους υπέρ του οποίου ή των οποίων παρεμβαίνει.
Θεωρώ ότι η ένσταση απαραδέκτου που προβλήθηκε δεν είναι βάσιμη, τουλάχιστον όσον αφορά τους συνδεδεμένους εισαγωγείς. Στην απόφαση που εξέδωσε την 8η Ιουλίου 1987 στην υπόθεση Sermes ( 9 ), το Δικαστήριο συνόψισε τη νομολογία του επί του θέματος του παραδεκτού των προσφυγών κατά των κανονισμών που θεσπίζουν δασμό αντιντάμπινγκ. Παρόλο που το Δικαστήριο εκκινεί από την αρχή ότι οι κανονισμοί αυτοί αποτελούν από τη φύση τους και το περιεχόμενο τους μέτρα κανονιστικού χαρακτήρα, δέχθηκε εντούτοις ότι οι κανονισμοί αυτοί μπορούν να αφορούν άμεσα και ατομικά εισαγωγείς, όταν η ύπαρξη πρακτικής ντάμπινγκ διαπιστώνεται βάσει των τιμών τους μεταπωλήσεως, όπως αυτό προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 8, στοιχείο β), του κανονισμού 2176/84 για την περίπτωση κατά την οποία υπάρχει σύνδεσμος μεταξύ του εξαγωγέα και του εισαγωγέα ( σκέψη 16 ).
Σε μία πρόσφατη απόφαση που εξέδωσε την 5η Οκτωβρίου 1988 στην υπόθεση Canon ( 10 ), το Δικαστήριο άφησε να εννοηθεί, στη σκέψη 8, ότι η προαναφερθείσα περίπτωση χρησιμεύει ως παράδειγμα και ότι οι εν λόγω κανονισμοί μπορούν επίσης να αφορούν τους εισαγωγείς άμεσα και ατομικά με άλλες διατάξεις από αυτές που αναφέρονται στη διαπίστωση της υπάρξεως ντάμπινγκ. Αυτό συμβαίνει στις υποθέσεις για τις οποίες πρόκειται εδώ, εφόσον, για τον υπολογισμό τον όασμού αντιντάμπινγκ και πάντοτε όταν υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ εξαγωγέα και εισαγωγέα, λαμβάνεται υπόψη [βλέπε άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο α ), του οριστικού κανονισμού] η δασμολογητέα αξία, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1224/80 ( 11 ), δηλαδή μία δασμολογητέα αξία που στηρίζεται στην τιμή στην οποία πωλούνται τα εισαγόμενα εμπορεύματα σε πρόσωπα που δεν είναι συνδεδεμένα με τον πωλητή ( 12 ).
Από αυτό συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι ο κανονισμός αφορά άμεσα και ατομικά όλους του συνδεδεμένους εισαγωγείς για τους οποίους εφαρμόζεται αυτός ο ειδικός τρόπος υπολογισμού, αυτό δε ανεξάρτητα από το ζήτημα αν προσδιορίζονται ή όχι ονομαστικά στον κανονισμό.
8.
Οι προηγούμενες παρατηρήσεις δεν ισχύουν για την Elprom-Parma. Ο ιταλός αυτός εισαγωγέας βουλγαρικών ηλεκτρικών κινητήρων δεν συνδέεται με κανένα βούλγαρο εξαγωγέα ή παραγωγό. Στην περίπτωση του ο δασμός αντιντάμπινγκ δεν υπολογίστηκε βάσει των τιμών μεταπωλήσεως που εφαρμόζει, αλλά σε συνάρτηση με την καθαρή τιμή μονάδας, με το προϊόν ελεύθερο στα σύνορα και μη εκτελωνισμένο (βλέπε άρθρο 1, παράγραφος 3, του οριστικού κανονισμού). Το γεγονός ότι η Elprom-Parma συνήψε συμφωνία αποκλειστικής πωλήσεως με τον εξαγωγέα των βουλγαρικών ηλεκτρικών κινητήρων δεν επηρεάζει κατά κανένα τρόπο την υπόθεση. Στην υπόθεση Sermes, προαναφερθείσα, επρόκειτο επίσης για έναν αποκλειστικό εισαγωγέα ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής, αυτή τη φορά, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το Δικαστήριο δεν θεώρησε ότι το στοιχείο αυτό αποτελούσε αποφασιστικό παράγοντα (σκέψη 18).
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή της Elprom-Parma, κατά τα λοιπά, όμως, να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου την οποία μόλις προηγουμένως ανέλυσα.
Γ — Το παραδεκτό των προσ ρνγών που ασκήθηκαν κατά τον οριστικού κανονισμού στο σύνολο τον
9.
Η Neotype και η Stanko ζητούν την ακύρωση του οριστικού κανονισμού, καθόσον αφορά την εισαγωγή ηλεκτρικών κινητήρων προελεύσεως Σοβιετικής Ενώσεως. Η προσφυγή που άσκησε η Electroimpex και η Enital έχει ευρύτερο αντικείμενο. Οι εν λόγω προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση του οριστικού κανονισμού στο σύνολο του.
Σε τέσσερις αποφάσεις που εξέδωσε στις 7 Μαΐου 1987 το Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή ακυρώσεως που ασκείται κατά του κανονισμού αντιντάμπινγκ είναι παραδεκτή μόνο, εφόσον στρέφεται κατά των διατάξεων του κανονισμού αυτού που αφορούν τις προσφεύγουσες ατομικώς ( 13 ). Το βάσιμο της προσφυγής της Electroimpex και της Enital δεν πρέπει επομένως να εξετασθεί παρά μόνο καθόσον η προσφυγή αφορά την ακύρωση των διατάξεων του οριστικού κανονισμού που αφορούν την εισαγωγή ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής αντιστοίχως Βουλγαρίας και Σοβιετικής Ενώσεως.
III — Επί της ουσίας
Γενικότητες
10.
Στα κεφάλαια που ακολουθούν θα εξετάσω διαδοχικά τους λόγους που προβάλλουν οι προσφεύγουσες κατά του οριστικού κανονισμού, όσον αφορά τον καθορισμό της κανονικής αξίας ( Α ), τη σύγκριση της κανονικής αξίας και της τιμής εξαγωγής ( Β ), την αποτίμηση της ζημίας (Γ), τον καθορισμό του δασμού αντιντάμπινγκ ( Δ ), την εφαρμογή του δασμού στα ανταλλακτικά ( Ε ) και τη θέση σε ισχύ του οριστικού κανονισμού ( ΣΤ ).
Επιθυμώ εξαρχής να επισημάνω ότι κανένας απ' αυτούς τους λόγους δεν μπόρεσε να με πείσει. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ορισμένοι από αυτούς είναι βάσιμοι, αυτό δεν θα συνεπή-γετο αυτομάτως την ακυρότητα του οριστικού κανονισμού. Αυτό ισχύει ιδίως για τους λόγους κατά τους οποίους το Συμβούλιο υπερεκτίμησε το περιθώριο ντάμπινγκ. Πράγματι, οι προσφεύγουσες δεν καταδεικνύουν ότι, αν το Συμβούλιο είχε κάνει ορθότερους υπολογισμούς, δεν θα υπήρχε περιθώριο ντάμπινγκ ή, τουλάχιστον, ότι το περιθώριο αυτό ντάμπινγκ θα ήταν κατώτερου επιπέδου από αυτό του δασμού αντιντάμπινγκ που θεσπίστηκε. Η απόδειξη αυτή θα ήταν, εξάλλου, δύσκολο να παρασχεθεί, εφόσον το Συμβούλιο διαπίστωσε σημαντικά περιθώρια ντάμπινγκ που ποικίλλουν μεταξύ 121 και 146 ο/ο ( 14 ) και, παρόλα αυτά, θέσπισε έναν μέτριο δασμό αντιντάμπινγκ σε σχέση με αυτά τα περιθώρια, δηλαδή έναν μεταβλητό δασμό ίσο προς τη διαφορά μεταξύ της τιμής προς τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή και μιας ελάχιστης τιμής που υπολογίζεται βάσει της τιμής κόστους των κοινοτικών παραγωγών με το μεγαλύτερο εύρος δραστηριοτήτων στην οποία προστίθεται ένα περιθώριο κέρδους μόλις 4 ο/ο. Ο δασμός αντιντάμπινγκ που καθορίστηκε κατ' αυτόν τον τρόπο σημαίνει αύξηση κατά 25 Ψο περίπου σε σχέση με τις τιμές εισαγωγής που εφαρμόζονταν κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Ο δασμός αντιντάμπινγκ βρίσκεται, επομένως, σε σημαντικά κατώτερο επίπεδο από ό,τι τα περιθώρια ντάμπινγκ που διαπιστώθηκαν ( 15 ).
Α — Η κανονική αξία
Εφαρμοστέες όιατάξεις
11.
Η έννοια του ντάμπινγκ συνεπάγεται σύγκριση μεταξύ δύο στοιχείων. Πρόκειται, καταρχήν, για την τιμή εξαγωγής του οικείου προϊόντος και της κανονικής αξίας ενός ομοειδούς προϊόντος. Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), του κανονισμού 2176/84, ως κανονική αξία νοείται
« η συγκρίσιμη τιμή, η πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα κατά τις συνήθεις εμπορικές πράξεις για το ομοειδές προϊόν που προορίζεται για κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής ».
Όταν το προϊόν εισάγεται από χώρα που δεν έχει οικονομία της αγοράς, τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να στηριχθούν στην τιμή του προϊόντος αυτού στην εσωτερική αγορά, επειδή η τιμή αυτή δεν αποτελεί το αποτέλεσμα « συνήθων εμπορικών πράξεων ». Για τον λόγο αυτό, το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 2176/84 ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή η κανονική αξία καθορίζεται « με τρόπο κατάλληλο και μη στερούμενο λογικής » βάσει ενός από τα ακόλουθα κριτήρια: την τιμή στην οποία πράγματι πωλείται ένα ομοειδές προϊόν μιας τρίτης χώρας με οικονομία της αγοράς για την κατανάλωση στην εσωτερική αγορά αυτής της χώρας ή σε άλλες χώρες ή την κατασκευασμένη αξία του ομοειδούς προϊόντος σε μία τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς ή, όταν ούτε το πρώτο ούτε το δεύτερο κριτήριο δεν αποτελούν κατάλληλη βάση, την πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα τιμή εντός της Κοινότητας για το ομοειδές προϊόν.
Το άρθρο 2, παράγραφος 12, του κανονισμού 2176/84 ορίζει τι νοείται ως «ομοειδές προϊόν »: πρόκειται για ένα
« πανομοιότυπο προϊόν, δηλαδή όμοιο από κάθε άποψη με το εξεταζόμενο προϊόν ή, ελλείψει τούτου, ένα άλλο προϊόν του οποίου τα χαρακτηριστικά παρουσιάζουν στενή ομοιότητα προς εκείνα του υπό εξέταση προϊόντος ».
Σύνοψη των λόγων που προβάΜονν οι προσφεύγουσες
12.
Στο πλαίσιο της έρευνας που κατέληξε στη θέσπιση οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ η Επιτροπή επέλεξε — και το Συμβούλιο συντάχθηκε με την επιλογή αυτή — τη Γιουγκοσλαβία ως « τρίτη χώρα με οικονομία της αγοράς ». Επομένως, για τον οριστικό καθορισμό της κανονικής αξίας των προϊόντων που κατάγονται από τις οικείες χώρες κρατικού εμπορίου ελήφθη ως βάση ο μέσος σταθμισμένος όρος των εγχωρίων τιμών πώλησης των γιουγκοσλάβων παραγωγών ηλεκτρικών κινητήρων ( κανονισμός 864/87, όγδοη αιτιολογική σκέψη ).
Η Enital ( 16 ), η Neotype ( 17 ), η Stanko ( 18 ) και η Electroimpex ( 19 ) προβάλλουν ότι το Συμβούλιο διέπραξε σοβαρά σφάλματα εκτιμήσεως κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας των ηλεκτρικών κινητήρων. Νομίζω ότι οι (πολυάριθμοι ) λόγοι τους μπορούν να ταξινομηθούν σε τρεις κατηγορίες. Ο πρώτος λόγος συνίσταται στο ότι οι ηλεκτρικοί κινητήρες που κατασκευάζονται στη Γιουγκοσλαβία δεν είναι « ομοειδείς » προς τους ηλεκτρικούς κινητήρες που εξάγονται από τη Σοβιετική Ένωση ( Enital ). Με μία δεύτερη κατηγορία λόγων βάλλεται η επιλογή της Γιουγκοσλαβίας ως χώρας αναφοράς: 1 ) η απόφαση περί επιλογής της Γιουγκοσλαβίας ως χώρας αναφοράς αντί μιας από τις χώρες που είχαν προταθεί κατά τη διάρκεια των φάσεων που προηγήθηκαν της εκδόσεως του οριστικού κανονισμού είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη ( Neotype και Stanko)· 2) η Γιουγκοσλαβία δεν μπορεί να θεωρηθεί ως χώρα με οικονομία της αγοράς ( Neotype, Stanko και Electroimpex)^) ακόμη και αν η Γιουγκοσλαβία έχει οικονομία της αγοράς, η επιλογή αυτής της χώρας δεν είναι ούτε κατάλληλη ούτε λογική ενόψει του τρόπου με τον οποίο καθορίζονται οι εσωτερικές τιμές των ηλεκτρικών κινητήρων στην χώρα αυτή ( Neotype και Stanko ). Η τρίτη κατηγορία λόγων αφορά τη μέθοδο υπολογισμού της κανονικής αξίας: 1 ) και 2 ) το Συμβούλιο και η Επιτροπή διέπραξαν σφάλμα κατά τον υπολογισμό της κανονικής αξίας στηριζόμενοι κακώς στην επίσημη τιμή του διναρίου ( Neotype και Stanko ) και μη λαμβάνοντας υπόψη τον υψηλό συντελεστή πληθωρισμού στη Γιουγκοσλαβία ( Neotype, Stanko και Electroimpex )· 3 ) η κανονική αξία έπρεπε να καθορισθεί βάσει της κατασκευασμένης αξίας κατά το άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχείο β), του κανονισμού 2176/84 ( Stanko ).
Εκνίμηση
— Αποτελούν οι γιουγκοσλαβικοί ηλεκτρικοί κινητήρες ομοειδές προϊόν;
13.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μου φαίνεται απλή. Τα προϊόντα στα οποία αναφέρεται ο οριστικός κανονισμός είναι τυποποιημένοι πολυφασικοί ηλεκτρικοί κινητήρες, δηλαδή ηλεκτρικοί κινητήρες για τους οποίους υφίσταται πολύ προωθημένη τυποποίηση επί διεθνούς επιπέδου. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι κινητήρες που κατασκευάζονται σύμφωνα με αυτούς τους κανόνες τυποποιήσεως εμφανίζουν μεγάλες ομοιότητες ως προς τα φυσικά χαρακτηριστικά και, επιπλέον, αποτελούν υποκατάστατο προϊόν για τους χρήστες. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι οι γιουγκοσλαβικοί ηλεκτρικοί κινητήρες, που επιλέ-γησαν ως σημείο αναφοράς, κατασκευάστηκαν σύμφωνα με τους εν λόγω κανόνες τυποποιήσεως. Επομένως, πρόκειται για « ομοειδή προϊόντα » κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 12, του κανονισμού 2176/84.
— Η επιλογή της Γιουγκοσλαβίας ως χώρας αναφοράς είναι εσφαλμένη;
α) Επί της αιτιολογίας
14.
Η Neotype και η Stanko θεωρούν ότι ο οριστικός κανονισμός δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένος, όσον αφορά την επιλογή της χώρας αναφοράς. Τονίζουν ειδικότερα ότι στον κανονισμό δεν διευκρινίζεται γιατί χώρες που είχαν ήδη προταθεί ως χώρες αναφοράς σε προηγούμενες φάσεις πριν από τη θέσπιση του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ [πρόκειται για τη Βραζιλία στο πλαίσιο του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 724/82 της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 1982 ( 20 ), και τη Σουηδία στο πλαίσιο του προσωρινού κανονισμού ] δεν επιλέγησαν στη συνέχεια ως χώρες αναφοράς.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( 21 ), από την αιτιολογία που απαιτείται βάσει του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αναμφισβήτητο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που οδήγησαν στη λήψη του μέτρου για να είναι σε θέση να υπερασπίσουν τα δικαιώματα τους και στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο του. Αν εφαρμοσθεί αυτή η νομολογία στην περίπτωση που μας απασχολεί σήμερα, νομίζω ότι, γνωστοποιώντας τους κύριους λόγους για τους οποίους θεωρούν τις τιμές που εφαρμόζονται στην τελικώς επιλεγείσα χώρα αναφοράς ως « κατάλληλη και όχι παράλογη » βάση για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας, τα θεσμικά όργανα δεν παρέβησαν την υποχρέωση τους αιτιολογίας. Θεωρώ εν προκειμένω ότι το Συμβούλιο αιτιολόγησε επαρκώς την επιλογή των γιουγκοσλαβικών τιμών στην έκτη, την έβδομη και την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 864/87.
β) Η Γιουγκοσλαβία είναι χώρα με οικονομία της αγοράς;
15.
Η Neotype, η Stanko και η Electroimpex αμφισβητούν το ότι η Γιουγκοσλαβία μπορεί να θεωρηθεί ως χώρα με οικονομία της αγοράς.
Θα ήθελα καταρχάς να τονίσω επ' αυτού του σημείου ότι αποτελεί σταθερή πρακτική του Συμβουλίου και της Επιτροπής να θεωρείται η Γιουγκοσλαβία ως χώρα με οικονομία της αγοράς για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας των εμπορευμάτων που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ που προέρχεται από αυτή την ίδια τη Γιουγκοσλαβία. Ομοίως, το Συμβούλιο και η Επιτροπή λαμβάνουν κατά κανόνα τις τιμές που εφαρμόζονται στη γιουγκοσλαβική αγορά ως βάση αναφοράς για τον καθορισμό της κανονικής αξίας των εμπορευμάτων που κατάγονται από χώρες χωρίς οικονομία της αγοράς ( 22 ). Η πρακτική αυτή στηρίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 2176/84. Η διάταξη αυτή δεν περιέχει κανέναν ορισμό της έννοιας « χώρες που δεν έχουν οικονομία της αγοράς », παραπέμπει όμως στους κανονισμούς (ΕΟΚ.) 1765/82 ( 23 ) και 1766/82 ( 24 ), οι οποίοι καθορίζουν τις χώρες που πρέπει εν πάση περιπτώσει να θεωρούνται ως χώρες που δεν έχουν οικονομία της αγοράς. Η Γιουγκοσλαβία δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των χωρών που αναφέρονται στους κανονισμούς αυτούς.
Οι λέξεις « και ιδιαίτερα » που χρησιμοποιούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 2176/84 δείχνουν ότι τα όργανα μπορούν επίσης να θεωρούν ως χώρα που δεν έχει οικονομία της αγοράς μία χώρα που δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των χωρών που αναφέρονται στους προαναφερθέντες κανονισμούς. Όσον αφορά τις χώρες που αποτελούν μέρη της συμφωνίας GATT ( 25 ), τα όργανα μπορούν πάντως να λαμβάνουν υπόψη τη σημείωση του άρθρου VI της GATT. Κατά τη σημείωση αυτή, παρέκκλιση από την κανονική μέθοδο συγκρίσεως των τιμών αναγνωρίζεται μόνο στην περίπτωση χώρας εξαγωγής, όπου το εμπόριο αποτελεί το αντικείμενο μονοπωλίου και όπου οι τιμές καθορίζονται από το κράτος ( 26 ). Είναι προφανές ότι αυτό δεν συμβαίνει με τη Γιουγκοσλαβία, όπως συνάγεται ιδίως από τα έγγραφα του φακέλου που η Neotype έχει επισυνάψει στην προσφυγή της ( 27 ).
Επιπλέον, στην προαναφερθείσα απόφαση Technointorg, το Δικαστήριο θεώρησε, αν όχι ρητώς τουλάχιστον εμμέσως, τη Γιουγκοσλαβία ως χώρα με οικονομία της αγοράς. Στην υπόθεση αυτή επρόκειτο ειδικότερα για έναν κανονισμό αντιντάμπινγκ με τον οποίο η Γιουγκοσλαβία είχε επιλεγεί ως χώρα αναφοράς για τον καθορισμό της κανονικής αξίας υπερκαταψυκτών καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως. Η Technointorg είχε υποστηρίξει, στην υπόθεση αυτή, ότι ως κριτήριο για τον καθορισμό της κανονικής αξίας έπρεπε να ληφθούν υπόψη όχι οι τιμές που ίσχυαν στη γιουγκοσλαβική αγορά, αλλά αντιθέτως η κατασκευασμένη αξία του εν λόγω προϊόντος στη Γιουγκοσλαβία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η Technointorg δεν είχε αποδείξει ότι τα κοινοτικά όργανα εσφαλμένως καθόρισαν την κανονική αξία βάσει των τιμών που ίσχυαν στη γιουγκοσλαβική αγορά.
Οι ανωτέρω παρατηρήσεις δεν αναιρούν το να παρουσιάζει η γιουγκοσλαβική οικονομία ορισμένα σημεία ομοιότητας με την οικονομία των χωρών κρατικού εμπορίου. Έτσι, νομίζω ότι ιδίως η στενότητα συναλλάγματος αποτελεί ένα σημαντικό κοινό χαρακτηριστικό. Ο παράγων αυτός δεν αρκεί πάντως αφεαυτοό για να θεωρηθεί η Γιουγκοσλαβία ως χώρα που δεν έχει οικονομία της αγοράς για την εφαρμογή της ρυθμίσεως αντιντάμπινγκ. Αντιθέτως, τα κοινά σημεία καθιστούν τη Γιουγκοσλαβία μία χώρα που είναι ιδιαιτέρως κατάλληλη για να θεωρηθεί ως χώρα αναφοράς για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας ενός προϊόντος καταγωγής χώρας κρατικού εμπορίου.
γ) Οι γιουγκοσλαβικές τιμές αποτελούν κατάλληλη και λογική βάση συγκρίσεως;
16.
Καθόσον η Γιουγκοσλαβία θα πρέπει να θεωρηθεί ως χώρα με οικονομία της αγοράς, η Neotype, η Stanko και η Electroimpex αμφισβητούν ότι η επιλογή των γιουγκοσλαβικών τιμών συνιστά κατάλληλη και λογική βάση συγκρίσεως.
17.
Όταν τα κοινοτικά όργανα επιλέγουν μία χώρα αναφοράς, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να προσπαθούν να βρουν μία χώρα στην οποία οι τιμές του ομοειδούς προϊόντος σχηματίζονται υπό συνθήκες κατά το δυνατόν παρόμοιες με αυτές της χώρας εξαγωγής, αρκεί να πρόκειται για χώρα με οικονομία της αγοράς. Η κανονική αξία που καθορίζεται βάσει των δεδομένων της χώρας αναφοράς δεν αποτελεί εντούτοις ποτέ μία τέλεια βάση συγκρίσεως. Κάθε χώρα αναφοράς εμφανίζει ιδιαίτερα προβλήματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 2176/84 περιορίζεται να ορίσει ότι η επιλογή της χώρας αναφοράς πρέπει να γίνεται κατά τρόπο « κατάλληλο... και μη στερούμενο λογικής ».
Κατά συνέπεια, τα θεσμικά όργανα διαθέτουν ευρύ πεδίο εκτιμήσεως ως προς το σημείο αυτό, ο δε έλεγχος του Δικαστηρίου πρέπει να περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν διαπράχθηκαν παρατυπίες στην άσκηση αυτής της εξουσίας εκτιμήσεως. Αυτό σημαίνει ότι το Δικαστήριο οφείλει να ελέγχει αν συντρέχουν οι νομικές προϋποθέσεις ασκήσεως της διακριτικής αυτής εξουσίας και αν έχουν τηρηθεί οι διαδικαστικές εγγυήσεις, αν οι πραγματικές περιστάσεις βάσει των οποίων ελήφθησαν οι βαλλόμενες αποφάσεις έχουν αποδειχθεί και έχουν ορθώς χαρακτηρισθεί και αν αυτή καθεαυτή η άσκηση της διακριτικής εξουσίας έγινε με τήρηση των αρχών της χρηστής διοικήσεως ( 28 ). Για να διαπιστωθεί αν αυτό συμβαίνει εν προκειμένω, είναι χρήσιμο να υπομνησθούν οι λόγοι που ώθησαν την Επιτροπή και το Συμβούλιο να επιλέξει τη Γιουγκοσλαβία ως χώρα αναφοράς ( 29 ).
18.
Αφού η Επιτροπή είχε θεσπίσει έναν προσωρινό δασμό αντιντάμπινγκ με τον κανονισμό 3019/86 — μέτρο με το οποίο η Επιτροπή είχε επιλέξει τη Σουηδία ως χώρα αναφοράς — έλαβε καταγγελία κατά την οποία η εισαγωγή ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής Γιουγκοσλαβίας συνιστούσε ντάμπινγκ. Η Επιτροπή τότε άρχισε έρευνα η οποία της έδωσε την ευκαιρία να μελετήσει τη γιουγκοσλαβική αγορά και να διενεργήσει στη χώρα αυτή επιτόπιους ελέγχους σε τρεις γιουγκοσλάβους παραγωγούς/εξαγωγείς ηλεκτρικών κινητήρων. Καίτοι η διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές από τη Γιουγκοσλαβία — διαδικασία χάριν της οποίας καθορίστηκε η κανονική αξία βάσει των τιμών που ίσχυαν στη γιουγκοσλαβική αγορά — ήταν διαφορετική από τη διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση του κανονισμού 864/87, κατά του οποίου έχει ασκηθεί προσφυγή στις παρούσες υποθέσεις, αφορούσε εντούτοις ομοειδή προϊόντα. Προκειμένου να θέσει επί ίσης βάσεως όλες τις χώρες που εξήγαγαν προς την Κοινότητα και τις οποίες αφορούσαν οι δύο διαδικασίες, τα θεσμικά όργανα δεν προέκριναν πλέον τη Σουηδία, η οποία είχε επιλεγεί ως χώρα αναφοράς στο πλαίσιο του προσωρινού κανονισμού, αλλά επέλεξαν, με τον οριστικό κανονισμό, τις τιμές που ίσχυαν στη γιουγκοσλαβική αγορά ως βάση συγκρίσεως για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.
Υπό τις συνθήκες αυτές νομίζω ότι η επιλογή της Γιουγκοσλαβίας ως χώρας αναφοράς δεν είναι κατά κανένα τρόπο αυθαίρετη, αλλά προκρίθηκε για λόγους χρηστής διοικήσεως. Διέπραξαν τα ίδια τα όργανα παρατυπίες ή σφάλματα εκτιμήσεως, όταν προέβησαν σ' αυτή την επιλογή; Δεν νομίζω ότι αυτό συμβαίνει, όπως συνάγεται από την ανάλυση των επιχειρημάτων που προέβαλαν εν προκειμένω οι προσφεύγουσες και ειδικότερα η Neotype.
19.
Η Neotype προβάλλει ότι η γιουγκοσλαβική αγορά των ηλεκτρικών κινητήρων είναι σχετικώς περιορισμένη και ότι δεν πωλείται πράγματι σ' αυτή κανένας εισαγόμενος κινητήρας. Η Neotype θεωρεί επίσης ότι οι τιμές των ηλεκτρικών κινητήρων που πωλούνται στη γιουγκοσλαβική αγορά δεν καθορίζονται μέσω της προσφοράς και της ζητήσεως και δεν παρέχουν, επομένως, κατάλληλη βάση συγκρίσεως.
Το Συμβούλιο και η Επιτροπή εκθέτουν, αντιθέτως, ότι η γιουγκοσλαβική αγορά είναι πρόσφορη αγορά στην οποία πωλούνται κάθε έτος περίπου 250000ηλεκτρικοί κινητήρες που κατασκευάζονται από τρεις γιουγκοσλάβους παραγωγούς. Υπογραμμίζουν επίσης ότι οι παραγωγοί αυτοί βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους, όσον αφορά, βεβαίως, την παραγωγή του ίδιου τύπου κινητήρων. Απαντώντας στις ερωτήσεις του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο και η Επιτροπή διευκρίνισαν ότι οι γιουγκοσλάβοι παραγωγοί μπορούν να καθορίζουν ελεύθερα τις τιμές τους τόσο για την εισαγωγή όσο και για την εξαγωγή ( βλέπε επίσης ανωτέρω, σημείο 15, υποσημείωση 27 ) και ότι υφίσταντο στη γιουγκοσλαβική αγορά, κατά το χρονικό σημείο της έρευνας, όχι αμελητέες διαφορές τιμών, αν όχι όσον αφορά την ακαθάριστη τιμή, τουλάχιστον όσον αφορά την καθαρή τιμή που χρεωνόταν στους πελάτες. Πράγματι, υπήρχαν αισθητές διαφορές, όσον αφορά τους όρους πληρωμής, πράγμα που είναι εξαιρετικά σημαντικό σε μία χώρα με υψηλό ποσοστό πληθωρισμού. Οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν ακριβή στοιχεία προς αντίκρουση αυτών των διαπιστώσεων.
Υπό τις συνθήκες αυτές νομίζω ότι η επιλογή των γιουγκοσλαβικών τιμών ως βάση συγκρίσεως δεν είναι αντικανονική, αλλά, αντιθέτως, παραμένει εντός των ορίων του πεδίου εκτιμήσεως που διαθέτουν το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Αυτό νομίζω ότι ισχύει ακόμη περισσότερο καθόσον η επιλογή των γιουγκοσλαβικών τιμών είχε ως συνέπεια τη διαπίστωση περιθωρίου ντάμπινγκ αισθητά μικρότερου — και επομένως πλέον επωφελούς για τις προσφεύγουσες — ( κυμαίνεται μεταξύ 121 και 146 % ) παρά αν είχε επιλεγεί η Σουηδία ως χώρα αναφοράς ( το περιθώριο αυτό θα κυμαινόταν τότε μεταξύ 192 και 283 ο/ο ). Επιπλέον, καμία από τις προσφεύγουσες δεν κατέδειξε ότι από τη σύγκριση με τις τιμές που ισχύουν σε μία τρίτη χώρα θα διαπιστωνόταν περιθώριο ντάμπινγκ ακόμη στενότερο.
— Η κανονική αξία υπολογίσθηκε ορθώς;
α) Η τιμή του γιουγκοσλαβικού διναρίου
20.
Η Neotype ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί η επίσημη τιμή του διναρίου για τη μετατροπή των γιουγκοσλαβικών τιμών, αλλά η τιμή αγοραστού όπως προσδιορίζεται από τις δυτικές τράπεζες. Ο λόγος αυτός δεν με πείθει.
Για να γίνει καλύτερα αντιληπτό το πρόβλημα πρέπει να θεωρηθεί σε ένα γενικό πλαίσιο, δηλαδή το πλαίσιο των διατάξεων περί καθορισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 13, στοιχείο α ), του κανονισμού 2176/84, το περιθώριο ντάμπινγκ καθορίζεται μέσω συγκρίσεως της κανονικής τιμής και της τιμής εξαγωγής ( 30 ). 'Οσον αφορά τα εξαγόμενα προϊόντα που προέρχονται από χώρα με οικονομία της αγοράς, η κανονική αξία καθορίζεται καταρχήν βάσει της τιμής που πρέπει να καταβληθεί για ομοειδές προϊόν που προορίζεται για την κατανάλωση στη χώρα εξαγωγής ή καταγωγής [ βλέπε άρθρο 2, παράγραφος 3, στοιχείο α), του κανονισμού 2176/84]. Στην περίπτωση αυτή, η εξακρίβωση του περιθωρίου ντάμπινγκ συνεπάγεται δύο ποσά, δηλαδή την τιμή εξαγωγής και την τιμή καταναλώσεως στην εσωτερική αγορά. Και τα δύο αυτά ποσά είναι το αποτέλεσμα πραγματικών συναλλαγών, αλλά εκφράζονται στις περισσότερες των περιπτώσεων σε διαφορετικά νομίσματα. Για να μπορούν επομένως να συγκριθούν μεταξύ τους πρέπει τα δύο αυτά ποσά να μετατραπούν σε μία ενιαία λογιστική μονάδα.
Όπως έκρινε το Δικαστήριο στην υπόθεση που εξέδωσε στην υπόθεση Nachi Fujikoshi ( σκέψη 53 ), η μετατροπή αυτή γίνεται
« αν ληφθεί υπόψη η επίσημη συναλλαγματική ισοτιμία βάσει της οποίας πραγματοποιούνται οι συναλλαγές στο διεθνές εμπόριο ».
Όμως, η τιμή συναλλάγματος του διναρίου που καθορίζεται από τις γιουγκοσλαβικές αρχές είναι η μόνη επίσημη τιμή συναλλάγματος που αναγνωρίζεται από το διεθνές νομισματικό ταμείο ( 31 ). Όλες οι εμπορικές συναλλαγές με το εξωτερικό, είτε για εισαγωγές είτε για εξαγωγές, πρέπει να διενεργούνται μέσω των τραπεζών που είναι ειδικά εξουσιοδοτημένες για τον σκοπό αυτό και εφαρμόζουν την επίσημη τιμή συναλλάγματος για τη μετατροπή του διναρίου σε αλλοδαπό νόμισμα ή αντιθέτως. Η τραπεζική τιμή που προτείνει η Neotype δεν είναι επίσημη τιμή. Πρόκειται, επιπλέον, για τιμή χαρτονομίσματος που καθορίζεται σε μία αγορά που δεν αφορά σχεδόν καθόλου τις εμπορικές συναλλαγές και είναι ελάχιστα αντιπροσωπευτική, επειδή αφορά έναν πολύ μικρό όγκο συναλλαγών και λειτουργεί σποραδικά. Πράγματι, η αγορά αυτή τροφοδοτείται κυρίως από τις συναλλαγές των ιδιωτών που επιθυμούν να αποκτήσουν δινάρια σε χαρτονόμισμα για παραμονή στη Γιουγκοσλαβία. Αυτό χαρακτηρίζεται ιδίως από το γεγονός ότι οι τιμές χαρτονομίσματος ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό από κατάστημα πωλήσεως σε κατάστημα πωλήσεως. Στο ίδιο μάλιστα κατάστημα υπάρχουν επιπλέον τιμές χαρτονομίσματος αγοραστού ή πωλητού που παρουσιάζουν πολύ μεγάλες διαφορές. Η τιμή που προτείνει η Neotype δεν αποτελεί μέση τιμή ανά τιμή αγοραστού. Στο πλαίσιο του καθορισμού του περιθωρίου ντάμπινγκ, κατά τον οποίο πρέπει να συγκριθούν δύο ποσά που εκφράζονται σε διαφορετικά νομίσματα, η χρησιμοποίηση αυτής της τιμής αγοραστού νομίζω ότι για τον λόγο αυτό είναι επίσης εσφαλμένη.
21.
Η Neotype δεν αντιτίθεται στη χρησιμοποίηση της επίσημης τιμής του διναρίου, όταν πρόκειται για διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με την εισαγωγή ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής Γιουγκοσλαβίας. Αντιθέτως, θεωρεί ότι στο πλαίσιο διαδικασίας αντιντάμπινγκ, στην οποία η Γιουγκοσλαβία δεν είναι η χώρα εξαγωγής, αλλά η χώρα αναφοράς που επελέγη για τον υπολογισμό της κανονικής αξίας των προϊόντων καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως, δεν πρέπει πλέον να χρησιμοποιείται η επίσημη τιμή, αλλά η τραπεζική τιμή που μόλις προανέφερα.
Δεν μπορώ να συμμεριστώ αυτή την άποψη. Δεν βλέπω γιατί μία τιμή διναρίου που δεν αναγνωρίζεται επίσημα και δεν είναι αντιπροσωπευτική για τις εμπορικές συναλλαγές πρέπει να χρησιμοποιείται για τον καθορισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ των εμπορευμάτων καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως, ενώ τα χαρακτηριστικά αυτής της ίδιας τιμής έχουν ως συνέπεια ότι δεν μπορεί να χρησιμοποείται για τον καθορισμό του περιθωρίου ντάμπινγκ των εμπορευμάτων που κατάγονται από αυτή την ίδια τη Γιουγκοσλαβία. Επιπλέον, είναι απολύτως γνωστό ότι η επίσημη τιμή του ρουβλίου [ και όχι η χαμηλότερη τιμή ( αγοραστού ) που χρησιμοποιείται από τις δυτικές τράπεζες] χρησιμοποιείται για τις εμπορικές συναλλαγές με τους σοβιετικούς εξαγωγείς ή εισαγωγείς. Η υιοθέτηση της προτάσεως της Neotype σημαίνει ότι για τη διαπίστωση του περιθωρίου ντάμπινγκ των προϊόντων καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως χρησιμοποιείται μία τιμή που είναι αισθητώς επωφελέστερη για τους σοβιετικούς εξαγωγείς από ό,τι η τιμή που πράγματι εφαρμόζεται για τη μετατροπή του προϊόντος των πωλήσεων τους σε συνάλλαγμα.
β) Ο γιουγκοσλαβικός πληθωρισμός
22.
Η Neotype, η Stanko και η Electroimpex προβάλλουν ακόμη ότι η κανονική αξία που υπολογίστηκε από τα θεσμικά όργανα δεν μπορεί να αποτελέσει βάση συγκρίσεως, επειδή η αξία αυτή δεν λαμβάνει υπόψη το υψηλό ποσοστό πληθωρισμού στη Γιουγκοσλαβία ο οποίος, κατά την περίοδο της έρευνας, έφθανε περίπου 80 % ετησίως.
Ερωτηθέντες σχετικά με το ζήτημα αυτό από το Δικαστήριο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπενθύμισαν ότι στον οριστικό κανονισμό η κανονική αξία καθορίζεται βάσει του σταθμισμένου μέσου όρου των εσωτερικών τιμών πωλήσεως που εφάρμοζαν οι γιουγκοσλάβοι παραγωγοί κατά το έτος αναφοράς 1985. Κατά τα εν λόγω δύο όργανα, η διαφορά μεταξύ του ποσοστού πληθωρισμού στην ΕΟΚ και του ποσοστού πληθωρισμού στη Γιουγκοσλαβία απεικονίζεται κατά το έτος αυτό στην εξέλιξη της επίσημης τιμής συναλλάγματος Ecu-δινάριο. Ενώ τον Ιανουάριο 1985η σχέση μεταξύ του Ecu και του διναρίου ήταν ακόμα 1 προς 147, η ίδια αυτή σχέση έφθασε, τον Δεκέμβριο 1985, σε 1 προς 264. Η ανατίμηση του Ecu σε σχέση με το δινάριο αντιστοιχεί, επομένως, στο ποσοστό πληθωρισμού της Γιουγκοσλαβίας, έτσι ώστε το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν έκριναν αναγκαίο να λάβουν ειδικά υπόψη το ποσοστό αυτό πληθωρισμού για τον καθορισμό της κανονικής αξίας.
Νομίζω ότι η άποψη αυτή του Συμβουλίου και της Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί εσφαλμένη.
γ) Ο υπολογισμός της βάσεως της κατασκευασμένης αξίας
23.
Η Stanko ισχυρίζεται ότι η κανονική αξία έπρεπε να υπολογισθεί βάσει της κατασκευασμένης αξίας ενόψει του κόστους παραγωγής των γιουγκοσλάβων παραγωγών, αυτό δε σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχείο β), του κανονισμού 2176/84.
Στον ισχυρισμό αυτό το Συμβούλιο αντιτείνει ότι ο υπολογισμός της κανονικής αξίας βάσει της κατασκευασμένης αξίας, όπως προτείνει η Stanko, αποτελεί μία μέθοδο υπολογισμού που επιβάλλεται μόνο όταν η κανονική αξία δεν μπορεί να καθορισθεί βάσει των εσωτερικών τιμών.
Το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ρητώς την άποψη του Συμβουλίου στην απόφαση που εξέδωσε στις 5 Οκτωβρίου 1988 επί της υποθέσεως Technointorg, στην οποία έχω ήδη αναφερθεί. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να χρησιμοποιείται η κατασκευασμένη αξία όταν λόγω των περιστάσεων δεν θα ήταν εύλογη η χρησιμοποίηση της εσωτερικής τιμής ( σκέψη 30 ).
Όμως από τα επιχειρήματα που μόλις προηγουμένως εξέτασα δεν συνάγεται ότι δεν είναι εύλογο να υπολογισθεί η κανονική αξία βάσει των εσωτερικών γιουγκοσλαβικών τιμών. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Β — Σύγκριση της κανονικής αξίας με την τιμή εξαγωγής
Εφαρμοστέες διατάξεις
24.
Κατά τον κανονισμό 2176/84, η τιμή εξαγωγής και η κανονική αξία του προϊόντος που αποτελεί αντικείμενο ντάμπινγκ πρέπει να στηρίζονται σε συγκρίσιμη βάση, όσον αφορά τα φυσικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, τις ποσότητες και τους όρους πωλήσεως ( άρθρο 2, παράγραφος 9 ). Όταν η τιμή εξαγωγής και η κανονική αξία δεν μπορούν να συγκριθούν, όσον αφορά τα προαναφερθέντα στοιχεία, πρέπει, καθόσον είναι αναγκαίο, να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές που επιδρούν στη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών. Εναπόκειται στο ενδιαφερόμενο μέρος που ζητεί να ληφθεί υπόψη μία τέτοια διαφορά να αποδείξει ότι η αίτηση αυτή είναι δικαιολογημένη ( άρθρο 2, παράγραφος 10 ).
Σύνοψη των επιχειρημάτων των προσφεύγουσα?»
25.
Η Enital ( 32 ), η Stanko ( 33 ) και η Electroimpex ( 34 ) αντιτάσσουν ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν έλαβαν υπόψη τις πολυάριθμες διαφορές που υφίστανται μεταξύ των διαφόρων κινητήρων.
Η Enital υποστηρίζει ότι οι γιουγκοσλαβικοί ηλεκτρικοί κινητήρες και οι ελεχθέντες ηλεκτρικοί κινητήρες έχουν διαφορετικά φυσικά χαρακτηριστικά, προβάλλει δε αυτόν τον λόγο προς στήριξη του ισχυρισμού της ότι οι γιουγκοσλαβικοί ηλεκτρικοί κινητήρες δεν αποτελούν « ομοειδές προϊόν ». Επισήμανα ήδη προηγουμένως (στο σημείο 13 ) ότι το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί. Επιθυμώ πάντως χάριν πληρότητας να εξετάσω αν οι προβαλλόμενες διαφορές θα έπρεπε να επιφέρουν μια διόρθωση τιμών. Κατά την Enital, οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στη Σοβιετική Ένωση για την παραγωγή ηλεκτρικών κινητήρων είναι χαμηλότερης ποιότητας σε σχέση με την ποιότητα των πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται στη Γιουγκοσλαβία για την παραγωγή των ίδιων κινητήρων ( 35 ). Πάντοτε κατά την Enital, το περιεχόμενο σε ενεργά στοιχεία είναι μικρότερο στους κινητήρες καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως από ό,τι στους γιουγκοσλαβικούς κινητήρες, δεν ελήφθησαν δε ενεργώς υπόψη οι τεχνικές διαφορές όσον αφορά την ηλεκτρική τροφοδοσία, το ύψος του άξονα, το επίπεδο θορύβου και δονήσεων.
Η Stanko, εξάλλου, υποστηρίζει ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή δεν έλαβαν υπόψη τις ακόλουθες διαφορές μεταξύ των ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής Σοβιετικής Ενώσεως, των ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής Γιουγκοσλαβίας και των ηλεκτρικών κινητήρων που παράγονται στην Κοινότητα:
—
έλλειψη ορθολογισμού της παραγωγής στη χώρα αναφοράς που οφείλεται στη στενότητα της αγοράς και στην έλλειψη πραγματικού ανταγωνισμού'
—
διαφορά των συνθηκών παραγωγής που οφείλεται ιδίως στο υψηλότερο εργατικό κόστος από αυτό που υφίσταται στη χώρα εξαγωγής·
—
διαφορές στα τεχνικά χαρακτηριστικά, τη συσκευασία και το κόστος μεταφοράς·
—
έξοδα που προκύπτουν για την προσαρμογή των προϊόντων στις τεχνικές προδιαγραφές που ισχύουν στη χώρα εισαγωγής·
—
χαμηλότερη ποιότητα των εισαγομένων προϊόντων
—
ο αρνητικός χαρακτήρας της φήμης του σήματος των εισαγομένων προϊόντων
—
λιγότερο αποτελεσματικές υπηρεσίες μετά την πώληση·
—
κόστος που συνεπάγεται για τον εισαγωγέα η δημιουργία και διατήρηση σημαντικού αποθέματος εμπορευμάτων.
Τέλος, η Electroimpex αναφέρει ορισμένες διαφορές που υφίστανται μεταξύ των βουλγαρικών ηλεκτρικών κινητήρων και των ηλεκτρικών κινητήρων που παράγονται στην Κοινότητα. Κατά την Electroimpex, οι διαφορές αυτές δείχνουν ότι η ποιότητα των κινητήρων που παράγονται στην Κοινότητα είναι σαφώς υψηλότερη, έτσι ώστε οι βουλγαρικοί κινητήρες να μην αποτελούν πράγματι ανταγωνιστικά προϊόντα.
Εκτίμηση
26.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 10, του κανονισμού 2176/84, τα ενδιαφερόμενα μέρη που επιθυμούν να γίνει προσαρμογή προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι διαφορές των φυσικών χαρακτηριστικών των προϊόντων οφείλουν να υποβάλλουν σχετική αίτηση κατά τη διάρκεια της έρευνας και, επιπλέον, να αποδείξουν ότι οι διαφορές αυτές επηρεάζουν τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών. Οι διαφορές που επισημαίνει η Enital είχαν ήδη αναφερθεί στο πλαίσιο της έρευνας που προηγήθηκε της εκδόσεως του οριστικού κανονισμού (βλέπε δωδέκατη αιτιολογική σκέψη, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 864/87 ). Η έρευνα που διενήργησε η Επιτροπή επί του σημείου αυτού έδειξε ότι η χρησιμοποίηση υλικών και εξαρτημάτων διαφορετικής προελεύσεως και η κατά το μάλλον ή ήττον μεγαλύτερη αξιοποίηση του περιεχομένου των κινητήρων σε ενεργά στοιχεία δεν είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διαφορών ως προς τα φυσικά χαρακτηριστικά ούτε άλλων διαφορών που να επηρεάζουν τη δυνατότητα συγκρίσεως των τιμών. Ως προς τις διαφορές των φυσικών χαρακτηριστικών, έγινε εντούτοις εξαίρεση ως προς τους ένσφαιρους τριβείς ( βλέπε δωδέκατη αιτιολογική σκέψη, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 864/87 ).
Διέλαθαν ορισμένα δεδομένα της προσοχής της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της έρευνας; Η Enital δεν το ισχυρίζεται. Διέπραξαν τα θεσμικά όργανα σφάλμα εκτιμήσεως κατά τη διάρκεια της έρευνας; Αυτό συνάγεται έμμεσα από τους ισχυρισμούς της Enital, η οποία όμως δεν παρέχει κανένα στοιχείο εκτιμήσεως, έτσι ώστε το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να ελέγξει αν τα όργανα διέπραξαν εν προκειμένω σφάλμα. Ο λόγος που αντλείται από τις διαφορές που προβάλλονται σχετικά με τα φυσικά χαρακτηριστικά δεν μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτός.
27.
Οι διαφορές που προβάλλει η Stanko δεν μπορούν επίσης να στηρίξουν τον ισχυρισμό ότι τα όργανα συνέκριναν την τιμή εξαγωγής με την κανονική αξία σε εσφαλμένη βάση. Πρέπει καταρχάς να παρατηρηθεί ότι οι διαφορές αυτές περιγράφονται με πολύ γενικό τρόπο και δεν αποδεικνύονται. Επιπλέον, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η Stanko, το Συμβούλιο έλαβε πράγματι υπόψη τις διαφορές που μπορούν να θεωρηθούν ως διαφορές στους όρους πωλήσεως, ιδίως ως προς τις εγγυήσεις, τη συσκευασία και τη μεταφορά ( βλέπε ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 864/87). Ως προς τις περισσότερες από τις άλλες διαφορές που επισημαίνει η Stanko, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι διαφορές αυτές δεν εντάσσονται σε καμία από τις κατηγορίες των παραγόντων που αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 9 και 10, του κανονισμού 2176/84. Στην προαναφερθείσα απόφαση που εξέδωσε επί της υποθέσεως Technointorg ( σκέψη 34 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι οι προσαρμογές μπορούσαν να γίνουν αποκλειστικά λόγω διαφορών που αφορούν τους παράγοντες που αναφέρονται στις παραγράφους 9 και 10 του εν λόγω άρθρου (διαφορές ως προς τα φυσικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, τις ποσότητες, τους όρους πωλήσεως, τις επιβαρύνσεις λόγω εισαγωγής και τους άμεσους φόρους ). Όμως, ενδεχόμενες διαφορές ως προς την ορθολογική οργάνωση της παραγωγής, του εργατικού κόστους, της εμφανίσεως των εισαγομένων προϊόντων και της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών μετά την πώληση δεν περιλαμβάνονται μεταξύ αυτών των παραγόντων. Τέλος, το Συμβούλιο τονίζει στο υπόμνημα του αντικρούσεως ότι για να καθορίσει το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ έλαβε υπόψη ένα πολύ σημαντικό για τους εισαγωγείς μέσο περιθώριο κέρδους ( 40 ο/ο επί της τιμής ειαγωγής). Ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, το Συμβούλιο κατέστησε δυνατό στους εισαγωγείς να συμψηφίσουν κατ' αποκοπή τα έξοδα που προκύπτουν από την προσαρμογή των εισαγομένων ηλεκτρικών κινητήρων προς τις προδιαγραφές που ισχύουν στην κοινοτική αγορά. 'Ενα τόσο μεγάλο περιθώριο κέρδους πρέπει επιπλέον να καθιστά δυνατό στους εισαγωγείς να καλύπτουν τα έξοδα που συνεπάγεται ενδεχομένως η δημιουργία και διατήρηση σημαντικού αποθέματος.
Ενόψει των στοιχείων που ανέπτυξα αμέσως προηγουμένως, πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί ο λόγος που αντλεί η Stanko από τις διαφορές μεταξύ των προϊόντων.
28.
Όσον αφορά, τέλος, τις διαφορές που αναφέρει η Electroimpex μεταξύ των βουλγαρικών κινητήρων και των κινητήρων που παράγονται στην Κοινότητα, πρέπει να τονισθεί ότι οι διαφορές αυτές δεν αναφέρονται στο άρθρο 2, παράγραφοι 9 και 10, του κανονισμού 2176/84. Το άρθρο αυτό αφορά τις προσαρμογές που είναι αναγκαίες για να καταστεί δυνατή η ορθή σύγκριση της τιμής εξαγωγής με την κανονική αξία του προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο ντάμπινγκ. Οι διαφορές μεταξύ του προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο ντάμπινγκ και του προϊόντος που κατασκευάζεται στην Κοινότητα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αυτής της διατάξεως. Στην περίπτωση κατά την οποία υφίστανται πράγματι τέτοιες διαφορές, η Electroimpex θα μπορούσε να ισχυρισθεί ότι το εισαγόμενο προϊόν δεν είναι « ομοειδές » προϊόν προς το προϊόν που κατασκευάζεται στην Κοινότητα και, επομένως, δεν μπορεί να προκαλέσει ζημία στα κοινοτικά προϊόντα. Εντούτοις, τόνισα ήδη πιο πάνω ( στο σημείο 13 ) ότι ο οριστικός κανονισμός αφορά τυποποιημένους ηλεκτρικούς κινητήρες οι οποίοι, ανεξαρτήτως καταγωγής, αποτελούν « ομοειδή προϊόντα » κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 12, του κανονισμού 2176/84. Όπως θα φανεί πιο κάτω (στα σημεία 31 μέχρι και 36) το Συμβούλιο ήταν σε θέση να διαπιστώσει ότι η εισαγωγή με ντάμπινγκ ηλεκτρικών κινητήρων που κατάγονταν από τις οικείες χώρες κρατικού εμπορίου προξένησε σημαντική ζημία στους κοινοτικούς παραγωγούς. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο λόγος που προβάλλει η Electroimpex στερείται επίσης ερείσματος.
Γ — Η ζημία
Εφαρμοστέες διανοίξεις
29.
Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 2176/84, δεν αρκεί το να αποτελεί ένα προϊόν αντικείμενο ντάμπινγκ για να είναι δυνατή η θέσπιση δασμού αντιντάμπινγκ. Η εισαγωγή στην Κοινότητα του προϊόντος που αποτελεί το αντικείμενο ντάμπινγκ πρέπει, επιπλέον, να προκαλεί ζημία. Το άρθρο 4 του κανονισμού ορίζει τι νοείται ως ζημία. Πρέπει να πρόκειται για σημαντική ζημία ( ή απειλή σημαντικής ζημίας) σε υφιστάμενο κλάδο παραγωγής της Κοινότητας. Στο εν λόγω άρθρο αναφέρονται οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της ζημίας και ορίζεται ότι ούτε ένα μόνος ούτε μάλιστα και περισσότεροι από αυτούς τους παράγοντες αποτελούν κατ' ανάγκη αποφασιστική βάση κρίσεως.
Σύνοψη των λόγων που προβάλλουν οι προσφεύγουσες
30.
Όλες οι προσφεύγουσες αμφισβητούν τον τρόπο με τον οποίο το Συμβούλιο αποτίμησε τη ζημία ( 36 ) 1 ) το Συμβούλιο δεν μπορούσε να υπολογίσει τη ζημία βάσει του συνόλου των εισαγωγών ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου προς την Κοινότητα, αλλά έπρεπε να την υπολογίσει ξεχωριστά για κάθε χώρα εξαγωγής (Stanko και Electroimpex)· 2 ) το Συμβούλιο δεν μπορούσε επίσης να υπολογίσει το μερίδιο της αγοράς των χωρών κρατικού εμπορίου βάσει του όγκου των εισαγωγών, αλλά έπρεπε να λάβει ως κριτήριο τις πραγματικές πωλήσεις εντός της Κοινότητας ( Neotype)· 3 ) δεν υφίσταται καμία ζημία, εφόσον ο αριθμός των ηλεκτρικών κινητήρων που παράγονται στην Κοινότητα αυξήθηκε κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, το δε μερίδιο της αγοράς των οικείων χωρών κρατικού εμπορίου μειώθηκε κατά τη διάρκεια της ίδιας αυτής περιόδου (ο τελευταίος αυτός λόγος προβάλλεται από όλες τις προσφεύγουσες). Όσον αφορά την περίοδο 1977-1981, οι εισαγωγές ηλεκτρικών κινητήρων που προέρχονταν από τις εν λόγω χώρες μειώθηκε μάλιστα σε απόλυτους αριθμούς (Neotype·) 4) αν υποτεθεί ότι υφίσταται ζημία, δεν υπάρχει κανένας αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημίας και της εισαγωγής με ντάμπινγκ ηλεκτρικών κινητήρων που κατάγονται από τις εν λόγω χώρες. Η ζημία θα οφείλεται σε άλλους παράγοντες, ιδίως στον έντονο ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό, στην πίεση κυρίως ορισμένων ιταλών παραγωγών (Enital και Stanko). Ως προς το σημείο αυτό ο οριστικός κανονισμός είναι επιπλέον ανεπαρκώς αιτιολογημένος ( Enital ).
Εκτίμηση
— Είναι εσφαλμένο να υπολογίζεται η ζημία σωρευτικώς;
31.
Η Stanko και η Electroimpex θεωρούν ότι, αποτιμώντας τη ζημία βάσει των συνεπειών από το σύνολο των εισαγωγών που διενεργήθηκαν με ντάμπινγκ από τις εν λόγω χώρες κρατικού εμπορίου, το Συμβούλιο ενήργησε εσφαλμένως.
Θα παρατηρήσω επ' αυτού ότι ο κανονισμός 2176/84 δεν επιβάλλει κατά κανένα τρόπο την υποχρέωση υπολογισμού της ζημίας που υφίσταται η Κοινότητα σε σχέση με κάθε χώρα εξαγωγής θεωρούμενη ξεχωριστά, ούτε δε επιβάλλει την υποχρέωση ξεχωριστής αποτιμήσεως της ζημίας που προκαλείται από κάθε εξαγωγέα ή κάθε αποκλειστικό εισαγωγέα. Αντιθέτως, όπως έκρινε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση που εξέδωσε επί της υποθέσεως Technointorg ( σκέψη 41 ), όταν τα προϊόντα που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ προέρχονται από διάφορες χώρες, τα αποτελέσματα των εισαγωγών πρέπει καταρχήν να εκτιμώνται συνολικώς.
Στην δέκατη ένατη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού, το Συμβούλιο εξέθεσε λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους έκρινε, ενόψει του οριστικού υπολογισμού της ζημίας, ότι το σύνολο των εν λόγω εισαγωγών αποτελούσε το αντικείμενο ντάμπινγκ που εφάρμοζαν όλοι οι εξαγωγείς τους οποίους αφορούσε η διαδικασία. Για να καταλήξει σ' αυτή την απόφαση το Συμβούλιο έλαβε υπόψη τα συνήθη κριτήρια για τον σχηματισμό γενικής εκτιμήσεως, δηλαδή τη δυνατότητα συγκρίσεως και υποκαταστάσεως των εισαγομένων προϊόντων και την ομοιότητα των τιμών μεταξύ των εξαγωγέων.
Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν υπήρχε κανένας λόγος για να παρεκκλίνει το Συμβούλιο από την αρχή της σωρευτικής εκτιμήσεως της ζημίας.
— Έπρεπε η ζημία να υπολογιστεί βάσει των πραγματικών πωλήσεων εντός της Κοινότητας;
32.
Η Neotype ισχυρίζεται ότι το Συμβούλιο θέσπισε τον οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ βάσει εσφαλμένων αριθμητικών στοιχείων όσον αφορά το μερίδιο αγοράς των ηλεκτρικών κινητήρων που κατάγονται από τις χώρες κρατικού εμπορίου. Το μερίδιο αυτό αγοράς υπολογίζεται βάσει του αριθμού των εισαγωγών, ενώ, κατά τη Neotype, έπρεπε να ληφθεί ως βάση υπολογισμού ο αριθμός των πραγματικών πωλήσεων εντός της Κοινότητας. Πράγματι, υφίσταται διαφορά μεταξύ των δύο αυτών αριθμητικών κατηγοριών λόγω ιδίως της ανάγκης των εισαγωγέων να σχηματίσουν σημαντικό απόθεμα.
Το τελευταίο αυτό επιχείρημα δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να καταδειχθεί ότι το Συμβούλιο εκτίμησε εσφαλμένως τη ζημία. Η επιλογή των θεσμικών οργάνων να υπολογίζουν το μερίδιο αγοράς βάσει του αριθμού των εισαγωγών μου φαίνεται απολύτως δικαιολογημένη λόγω της μεγαλύτερης ασφάλειας που παρέχει αυτή η μέθοδος υπολογισμού, εφόσον ο αριθμός των εισαγωγών μπορεί να συναχθεί από τις στατιστικές που καταρτίζονται με βάση τα στοιχεία που παρέχουν οι τελωνειακές αρχές. Επιπλέον, μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι η ανάγκη διατηρήσεως σημαντικών αποθεμάτων μπορεί να έχει ως συνέπεια διαφορά μεταξύ του αριθμού των εισαγωγών και του αριθμού των πωλήσεων το πολύ κατά τη διάρκεια του σχηματισμού αυτών των αποθεμάτων.
— Ήταν δυνατό να διαπιστωθεί η ύπαρξη ζημίας ενόψει της εξελίξεως των μεγεθών παραγωγής και πωλήσεως ηλεκτρικών κινητήρων στην Κοινότητα;
33.
Όλες οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε να διαπιστώσει την ύπαρξη ζημίας ενόψει της εξελίξεως των μεγεθών παραγωγής και πωλήσεως κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς ( 1982-1985 ). Τονίζουν δε ότι, πράγματι, η κοινοτική παραγωγή ηλεκτρικών κινητήρων αυξήθηκε σε απόλυτους αριθμούς από 907000 μονάδες το 1982 σε 990000 μονάδες το 1985, και ότι, αντιθέτως, το μερίδιο αγοράς των εν λόγω χωρών κρατικού εμπορίου μειώθηκε ( κατά την τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού από 23 ο/ο το 1982 σε 19,6 ο/ο το 1985 ). Η Neotype ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι, αν ληφθούν υπόψη οι αριθμοί αναφορικά με μία μακρύτερη περίοδο, οι εισαγωγές ηλεκτρικών κινητήρων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου σημείωσαν μάλιστα μείωση σε απόλυτους αριθμούς. Συγκεκριμένα, οι εισαγωγές δεν αντιπροσωπεύουν πλέον, το 1985, παρά μόνο 75 ο/ο των εισαγωγών των ετών 1979 και 1981.
34.
Πρέπει να επισημανθεί, σε σχέση με το τελευταίο αυτό σημείο, ότι η διαδικασία αντιντάμπινγκ που κατέληξε στη θέσπιση του κανονισμού 864/87 είχε κινηθεί προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι υποχρεώσεις αυξήσεως των τιμών που είχαν αναλάβει οι εξαγωγείς από χώρες κρατικού εμπορίου και τις οποίες αποδέχθηκαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή κατά την προηγούμενη διαδικασία ( 37 ) αρκούσαν για να εξαλείψουν τα βλαπτικά αποτελέσματα των εισαγωγών που αποτελούσαν αντικείμενο ντάμπινγκ. Επομένως, είχαν ληφθεί υπόψη οι αριθμοί της περιόδου 198I-1982 στο πλαίσιο αυτής της προηγούμενης διαδικασίας αντιντάμπινγκ. Αυτό που είχε σημασία για την παρούσα διαδικασία ήταν η εξέταση της εξελίξεως των αριθμών αυτών κατά τη διάρκεια της μετά το 1982 περιόδου προκειμένου να εξακριβωθεί αν η ζημία που διαπιστώθηκε κατά την προηγούμενη διαδικασία είχε εξαλειφθεί.
35.
Στον λόγο που προβάλλουν σχετικά με τη ζημία που υπέστησαν οι κοινοτικοί παραγωγοί, οι προσφεύγουσες απομονώνουν εξάλλου δύο παράγοντες ( την αύξηση της κοινοτικής παραγωγής ηλεκτρικών κινητήρων και τη βελτίωση του μεριδίου αγοράς των κοινοτικών παραγωγών). Από αυτό συνάγουν ότι δεν είναι δυνατό να διαπιστώσει το Συμβούλιο ύπαρξη ζημίας. Εντούτοις, από τις αιτιολογικές σκέψεις 17 έως 32 του οριστικού κανονισμού, που αποτελούν συνέχεια των αιτιολογικών σκέψεων 18 έως 33 του προσωρινού κανονισμού, συνάγεται ότι το Συμβούλιο διαπίστωσε την ύπαρξη ζημίας βάσει των διαφόρων παραγόντων που αναφέρονται όλοι ρητώς στο άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 2176/84. Οι παράγοντες αυτοί είναι οι ακόλουθοι.
•
Η αύξηση, σε απόλυτη αξία, του όγκου των εισαγωγών που αποτελούν το αντικείμενο ντάμπινγκ [άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α)]
Οι σωρευτικές εισαγωγές ηλεκτρικών κινητήρων που κατάγονται από τις εν λόγω χώρες κρατικού εμπορίου ανέρχονταν σε 716000 μονάδες το 1982, κατήλθαν στις 604000 μονάδες το 1983 για να ανέλθουν στη συνέχεια και πάλι στις 689500 μονάδες το 1984 και σε 748300 μονάδες το 1985, ήτοι απόλυτο μέγεθος ανώτερο του 1982 ( 38 ).
•
Προσφορά σημαντικά κατώτερης τιμής [ άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο β ) ]
Οι τιμές μεταπωλήσεως των ηλεκτρικών κινητήρων που κατάγονται από τις χώρες κρατικού εμπορίου ήταν, κατά την περίοδο αναφοράς, σαφώς κατώτερες της τιμής κόστους και των τιμών πωλήσεως των πλέον αποτελεσματικών κοινοτικών παραγωγών με το μεγαλύτερο εύρος δραστηριοτήτων ( 39 ).
•
Η επίπτωση επί του κοινοτικού κλάδου παραγωγής [ άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο γ)]
Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, ενόψει του ανταγωνισμού των κινητήρων καταγωγής χωρών κρατικού εμπορίου που εισάγονται με σημαντικό περιθώριο ντάμπινγκ, οι κοινοτικοί παραγωγοί αποφάσισαν να διατηρήσουν το μερίδιο τους αγοράς, πράγμα που τους ανάγκασε να πωλούν τους τυποποιημένους κινητήρες τους σε πολύ χαμηλότερες τιμές από ό,τι απαιτείται για να καλύπτουν το κόστος τους παραγωγής. Το Συμβούλιο διεπίστωσε ότι παρά την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και της καταναλώσεως εντός της Κοινότητας οι κοινοτικού παραγωγοί δεν ήταν σε θέση — εκτός δύο επιχειρήσεων μεταξύ αυτών που αφορούσε ο έλεΥΧoς — να λειτουργούν με κέρδος στον τομέα των εν λόγω τυποποιημένων κινητήρων. Τέλος, οι θέσεις εργασίας που αφορά άμεσα η παραγωγή αυτών των ηλεκτρικών κινητήρων στην Κοινότητα συνέχισαν να σημειώνουν πτώση μεταξύ 1982 και 1985 ( 40 ).
Υπό τις περιστάσεις αυτές νομίζω ότι το Συμβούλιο, διαπιστώνοντας ότι η εισαγωγή με ντάμπινγκ ηλεκτρικών κινητήρων που κατάγονται από τις εν λόγω χώρες κρατικού εμπορίου προκάλεσε σημαντική ζημία στους κοινοτικούς παραγωγούς, δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας τους εκτιμήσεως.
— Η ζημία οφείλεται σε άλλους παράγοντες εκτός από τις εισαγωγές από χώρες κρατικού εμπορίου;
36.
Η Stanko και η Enital προβάλλουν, τέλος, ότι το Συμβούλιο δεν απέδειξε ότι η ζημία που υπέστη η Κοινότητα αποτελεί τη συνέπεια των εισαγωγών από χώρες κρατικού εμπορίου. Κατά τη γνώμη τους, οι επιχειρηματικές απώλειες πολυάριθμων κοινοτικών παραγωγών εξηγούνται κυρίως από τον ενδοκοινοτικό ανταγωνισμό που οφείλεται στην πίεση που ασκούν ορισμένοι ιταλοί παραγωγοί.
Το επιχείρημα αυτό διατυπώνεται τόσο συνοπτικά από τους εν λόγω διαδίκους ώστε να χάνει όλη την πειστικότητα του. Ο ισχυρισμός τους ξενίζει σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο το Συμβούλιο προσδιόρισε, με τον οριστικό κανονισμό, τη σχέση μεταξύ της ζημίας και των εισαγωγών που προέρχονταν από τις εν λόγω χώρες. Στο πλαίσιο αυτό το Συμβούλιο εξέτασε με ιδιαίτερη προσοχή το επιχείρημα, το οποίο είχε ήδη προταθεί κατά τη διαδικασία της έρευνας, σχετικά με την επιρροή ορισμένων ιταλών παραγωγών και αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη αυτού του επιχειρήματος ( 41 ). Κανένας από τους δύο αυτούς διαδίκους δεν απέδειξε, επομένως, ότι το Συμβούλιο διέπραξε εν προκειμένω σφάλμα εκτιμήσεως.
Δ — Ο καθορισμός vov όασμού αννιντάμπινγκ Εφαρμοστέες όιανά1εις
37.
Το άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο α), του οριστικού κανονισμού περιέχει έναν ειδικό κανόνα για τον καθορισμό του δασμού αντιντάμπινγκ, όταν ο εισαγωγέας και ο εξαγωγέας αποτελούν συνδεδεμένες επιχειρήσεις:
« Η καθαρή τιμή μονάδος του προϊόντος “ ελεύθερο στα σύνορα ” της Κοινότητας αντιστοιχεί στην περίπτωση αυτή με τη δασμολογητέα αξία του, όπως αυτή καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 1224/80 του Συμβουλίου. Ελλείψει τούτου, σε περίπτωση όπου για έναν συνδεδεμένο εισαγωγέα η δασμολογητέα αξία δεν θα μπορεί να προσδιοριστεί σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις η καθαρή τιμή του προϊόντος “ελεύθερο στα σύνορα” αντιστοιχεί στη δασμολογητέα αξία, όπως αυτή προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του αυτού κανονισμού. »
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 1224/80 ορίζει τα εξής:
« 1. α)
Εάν τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα πωλούνται εντός της Κοινότητος στην κατάσταση που εισήχθησαν, η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων... βασίζεται επί της τιμής μονάδος που αντιστοιχεί στις πωλήσεις των εισαγομένων εμπορευμάτων ή πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγομένων εμπορευμάτων... και γίνονται σε πρόσωπα που δεν συνδέονται με τους πωλητές κατά τη χρονική στιγμή ή περίπου κατά τη χρονική στιγμή της εισαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων ... »
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού αυτού ορίζει επιπλέον:
« 1. β )
Εάν ούτε τα εισαγόμενα εμπορεύματα, ούτε πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα πωλούνται κατά τη χρονική στιγμή εισαγωγής των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων... βασίζεται... επί της τιμής μονάδος στην οποία πωλούνται τα εισαγόμενα εμπορεύματα ή πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα εντός της Κοινότητος στην κατάσταση που εισήχθησαν κατά την πιο πρόσφατη, μετά την εισαγωγή των υπό εκτίμηση εμπορευμάτων, ημερομηνία, εντός όμως 90ημερών από την εισαγωγή αυτή. »
Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του ίδιου κανονισμού ορίζει, τέλος, τα εξής:
«3.
Εάν η δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων δεν δύναται να καθοριστεί κατ' εφαρμογή των άρθρων 3, 4, 5, 6 ή 7, καθορίζεται με εύλογο τρόπο συμβιβαζόμενο με τις αρχές και τις γενικές διατάξεις της συμφωνίας και του άρθρου VII της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου βάσει των διαθεσίμων στοιχείων εντός της Κοινότητος. »
Σύνοψη των λόγων που προβάλλει η Neotype
38.
Η Neotype ισχυρίζεται ότι ο τρόπος με τον οποίο το Συμβούλιο καθόρισε τον δασμό αντιντάμπινγκ στην περίπτωση των συνδεδεμένων εισαγωγέων δεν συμβιβάζεται σε δύο σημεία με το κοινοτικό δίκαιο. Πρώτον, ο κανονισμός 2176/84 δεν παρέχει στο Συμβούλιο την εξουσία να θεσπίζει μεταβλητό δασμό αντιντάμπινγκ σε συνάρτηση με την τιμή στην οποία το εισαγόμενο προϊόν μεταπωλείται για πρώτη φορά σε ανεξάρτητο αγοραστή. Δεύτερον, η μέθοδος που καθόρισε το Συμβούλιο είναι υπερβολικά ασαφής για να μπορεί να καθοριστεί με βεβαιότητα ο δασμός αντιντάμπινγκ. Πράγματι, όταν η δασμολογητέα αξία των εισαγόμενων εμπορευμάτων δεν μπορεί να καθοριστεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1224/80 (δηλαδή όταν ούτε τα εισαγόμενα εμπορεύματα ούτε τα πανομοιότυπα ή ομοειδή εισαγόμενα εμπορεύματα έχουν πωληθεί εντός των 90ημερών από την εισαγωγή ), η αξία αυτή πρέπει να καθορίζεται « με εύλογο τρόπο » σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού. Λόγω του γενικού του χαρακτήρα το τελευταίο αυτό κριτήριο δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως βάση καθορισμού του δασμού αντιντάμπινγκ.
Εκτίμηοη
39.
Ούτε ο κανονισμός 2176/84 ούτε οι διατάξεις της GATT σχετικά με το ντάμπινγκ περιέχουν κανόνες σχετικά με τη μορφή των μέτρων αντιντάμπινγκ. Το άρθρο 13, παράγραφος 8, του κανονισμού ορίζει πάντως ότι τα κράτη μέλη εισπράττουν τους δασμούς αντιντάμπινγκ
« κατά τον τύπο, τον συντελεστή και τα άλλα στοιχεία που καθορίζονται κατά τη θέσπιση τους ... ».
Συμφωνώ με το Συμβούλιο ότι το νομικό αυτό πλαίσιο καθιστά δυνατό στα θεσμικά όργανα να λαμβάνουν τα μέτρα αντιντάμπινγκ με τον τύπο που θεωρούν ως τον καταλληλότερο για να αντιμετωπισθεί η ζημία που προκαλείται από το ντάμπινγκ. Προς τον σκοπό αυτό, εφαρμόζουν κανονικά στην πράξη έναν μεταβλητό δασμό ο οποίος αποτελεί συνάρτηση της διαφοράς μεταξύ μιας ελάχιστης τιμής και της τιμής εξαγωγής (ή της τιμής προς τον πρώτο ανεξάρτητο αγοραστή). Ο μεταβλητός δασμός αποτελεί, εξάλλου, ένα μέσο που αποβαίνει προς όφελος των ενδιαφερομένων μερών, επειδή τους παρέχει τη δυνατότητα να αποφύγουν την καταβολή δασμού αντιντάμπινγκ, εάν συναινέσουν να αυξήσουν τις τιμές τους.
Ενόψει της ελευθερίας που παρέχει εν προκειμένω ο κανονισμός 2176/84 στα όργανα και ενόψει της εύλογης μέριμνας για την κατά το δυνατό προσαρμογή των μέτρων αντιντάμπινγκ προς τη ζημία που διαπιστώθηκε, νομίζω ότι το Συμβούλιο βασίμως κατά νόμο καθόρισε, εφόσον υφίστατο σύνδεσμος μεταξύ των εισαγωγέων και των εξαγωγέων, το ύψος του δασμού αντιντάμπινγκ στη διαφορά μεταξύ μιας ελάχιστης τιμής και της δασμολογητέας αξίας των εισαγομένων εμπορευμάτων, όπως αυτή καθορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1224/80.
40.
Με τον δεύτερο λόγο της η Neotype αμφισβητεί το κριτήριο που καθορίστηκε επικουρικώς από το Συμβούλιο στο άρθρο 1, παράγραφος 4, του οριστικού κανονισμού για την περίπωση κατά την οποία η δασμολογητέα αξία δεν θα μπορούσε να καθορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1224/80. Ο λόγος αυτός δεν μπορεί αφεαυτού να επιφέρει την ακύρωση όλης της διατάξεως. Εξάλλου, είναι βάσιμος στην καθαρά υποθετική περίπτωση κατά την οποία οι τελωνειακές αρχές, εφόσον θα έπρεπε να εφαρμόσουν το επικουρικό αυτό κριτήριο σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 1224/80, θα ενεργούσαν αυθαίρετα, η εφαρμογή δε αυτή θα είχε απαράδεκτες συνέπειες. Υπ' αυτή την έννοια, ο λόγος αυτός δεν έχει θέση στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κανονισμού: αν υποτεθεί ότι πράγματι ανακύψει αυτή η κατάσταση, οι θιγόμενοι εισαγωγείς θα πρέπει να απευθυνθούν στα αρμόδια εθνικά δικαστήρια.
Επομένως, θεωρώ ότι οι λόγοι που προβάλλει η Neotype σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού του δασμού αντιντάμπινγκ πρέπει να απορριφθούν.
Ε — Η εφαρμογή τον δασμού ανηντάμπινγκ στα εξαρτήματα
41.
Η Enital θεωρεί ότι ο οριστικός κανονισμός είναι ασυμβίβαστος με το άρθρο 2, παράγραφος 12, του κανονισμού 2176/84, καθόσον με αυτόν θεσπίστηκε δασμός αντιντάμπινγκ στα εξαρτήματα ηλεκτρικών κινητήρων, ενώ τα εξαρτήματα δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα που εξομοιώνονται με ηλεκτρικούς κινητήρες ( 42 ).
Η προσφεύγουσα έχει ήδη αναπτύξει τον λόγο αυτό στο δικόγραφο που κατέθεσε προκειμένου να επιτύχει αναστολή εκτελέσεως του προσωρινού κανονισμού. Όπως αποφάνθηκε ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ιιε τη Διάταξη του της 16ης Ιανουαρίου 1987 ( 43 ), ο λόγος αυτός είναι παντελώς αβάσιμος, εφόσον με τον οριστικό κανονισμό δεν θεσπίστηκε κανενός είδους δασμός αντιντάμπινγκ στα εξαρτήματα. Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του οριστικού κανονισμού θεσπίζει δασμό αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρικών κινητήρων που κατάγονται από έξι χώρες κρατικού εμπορίου και υπάγονται στη διάκριση ex 85.01 BIß) του κοινού δασμολογίου, που αντιστοιχεί στους κωδικούς Nimexe ex 85.0I-33, ex 85.0I-34, και ex 85.0I-36. Από το παράρτημα του κοινού δασμολογίου ( 44 ) συνάγεται σαφώς ότι τα εξαρτήματα ηλεκτρικών κινητήρων δεν υπάγονται στη δασμολογική διάκριση 85.01 Β, επειδή προβλέπεται χωριστή κλάση γι' αυτά, δηλαδή η κλάση 85.01 Γ. Αυτό προκύπτει ομοίως από τους κωδικούς Nimexe ( 45 ) τα εξαρτήματα ηλεκτρικών κινητήρων δεν εμπίπτουν στους κωδικούς Nimexe που αναφέρονται στον οριστικό κανονισμό, αλλά αντιθέτως στους ειδικούς κωδικούς 85.0I-89 και 85.0I-90.
ΣΤ — Η έναρ1η ισχύος τον οριστικού κανονισμού
42.
Το άρθρο 4 του οριστικού κανονισμού ορίζει ότι ο κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεως του στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η Enital τονίζει ότι το Συμβούλιο δεν αιτιολόγησε την άμεση έναρξη ισχύος του κανονισμού και θεωρεί ότι ο κανονισμός αυτός πρέπει να ακυρωθεί για τον λόγο αυτό. Η Enital θεωρεί, επιπλέον, ότι η έναρξη ισχύος του κανονισμού την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεως του στην Επίσημη Εφημερίδα είχε πράγματι ως συνέπεια να προσδοθεί αναδρομικό αποτέλεσμα στον δασμό αντιντάμπινγκ, πράγμα που είναι ασυμβίβαστο με τον βασικό κανονισμό ( 46 ).
43.
Κατά το άρθρο 191, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, οι κανονισμοί αρχίζουν να ισχύουν από την ημέρα που ορίζουν ή άλλως την εικοστή ημέρα από της δημοσιεύσεως τους. Στην απόφαση που εξέδωσε τη 13 Δεκεμβρίου 1967 επί της υποθέσεως Neumann ( 47 ) — απόφαση στην οποία η προσφεύγουσα στηρίζει τον πρώτο προαναφερθέντα λόγο — το Δικαστήριο έκρινε ότι ο συντάκτης του κανονισμού:
« δεν έχει τη δυνατότητα να επιλέξει αδικαιολόγητα την άμεση έναρξη ισχύος χωρίς να θίξει με τον τρόπο αυτό το θεμιτό μέλημα περί ασφαλείας του δικαίου ».
Στην ίδια απόφαση, πάντως, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι ειδικοί αυτοί λόγοι δεν πρέπει κατ' ανάγκη να περιέχονται στην αιτιολογία του κανονισμού, καθόσον το Δικαστήριο μπορεί να συναγάγει από τις διατάξεις του κανονισμού σοβαρούς λόγους για να θεωρήσει ότι κάθε χρονική διάρκεια που παρεμβάλλεται μεταξύ της δημοσιεύσεως και της ενάρξεως ισχύος μπορεί να προκαλέσει ζημία στην Κοινότητα.
Κατά τη γνώμη μου, τέτοιου είδους λόγοι υφίστανται εν προκειμένω. Το άρθρο 11, παράγραφος 5, του κανονισμού 2176/84 ορίζει ότι οι προσωρινοί δασμοί ισχύουν για μέγιστη περίοδο τεσσάρων μηνών. Ενδεχομένως η διάρκεια ισχύος των προσωρινών δασμών αντιντάμπινγκ μπορεί να παραταθεί για μία νέα περίοδο το πολύ δύο μηνών. Εν προκειμένω, ο προσωρινός δασμός αντιντάμπινγκ θεσπίστηκε με τον κανονισμό 3019/86, της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, παρατάθηκε δε για περίοδο μη υπερβαίνουσα τους δύο μήνες με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 254/87 του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1987 ( 48 ). Στον τελευταίο αυτό κανονισμό ορίζεται ρητώς ότι το παρατεινόμενο μέτρο ισχύει « το αργότερο μέχρι τη λήξη περιόδου δύο μηνών από την 1η Φεβρουαρίου 1987». Για να αποφευχθεί οποιοδήποτε χάσμα στην προστασία των συμφερόντων της Κοινότητας, το Συμβούλιο όφειλε να επαγρυπνεί ώστε ο οριστικός κανονισμός να αρχίσει να ισχύει το αργότερο την 1η Απριλίου 1987. Επομένως, είχε απολύτως βάσιμους λόγους για να ορίσει την έναρξη ισχύος του κανονισμού 864/87, της 23ης Μαρτίου 1987, κατά την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεως του στην Επίσημη Εφημερίδα.
Επιπλέον, η προσφεύγουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι η άμεση εφαρμογή του οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ ήταν απρόβλεπτη, δεδομένου ότι ο δασμός αυτός άρχισε να ισχύει κατά το τέλος της μέγιστης προθεσμίας που καθορίστηκε με τον κανονισμό 2174/84 ως προς το κύρος του προσωρινού δασμού, η δε Επιτροπή ενημέρωνε συνεχώς την προσφεύγουσα σχετικά με την εξέλιξη της διαδικασίας.
44.
Ο λόγος της Enital ότι η έναρξη ισχύος του οριστικού κανονισμού την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεως του στην Επίσημη Εφημερίδα είχε πράγματι ως συνέπεια να προσδοθεί αναδρομικό αποτέλεσμα στον οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ είναι δυσνόητος. Πράγματι, ο λόγος αυτός θα είχε νόημα μόνο αν η προσφεύγουσα μπορούσε να αποδείξει ότι ο κανονισμός δημοσιεύθηκε σε ένα τεύχος της Επίσημης Εφημερίδας το οποίο, καίτοι με ημερομηνία 27 Μαρτίου 1987, θα είχε κυκλοφορήσει αργότερα, ενώ οι διατάξεις του κανονισμού θα είχαν εφαρμοσθεί από τις 28 Μαρτίου 1987 ( 49 ). Η προσφεύγουσα δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Εξάλλου, το Συμβούλιο έλαβε από την Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων βεβαίωση ότι το τεύχος της 27ης Μαρτίου 1987 κυκλοφόρησε πράγματι αυθημερόν.
Υπό τις συνθήκες αυτές και ο τελευταίος αυτός λόγος στερείται παντελούς ερείσματος.
IV — Γενικά συμπεράσματα
45.
Ενόψει των προηγουμένων στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο:
—
να αποφανθεί ότι παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί των προσφυγών που ασκήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων C-304/86, C-305/86 και C-320/86·
—
να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή που άσκησε η Elprom-Parma στο πλαίσιο της υποθέσεως C-157/87
—
να απορρίψει τις προσφυγές που ασκήθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων C-157/87, C-160/87, C-185/87 και C-188/87
—
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
( 1 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 3019/86 της Επιτροπής της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, γιο την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές των τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 kW αλλ' όχι μεγαλύτερης από 75 kW, καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής Ένωσης ( ΕΕ L 280, σ. 68 ). Στις παρούσες προτάσεις θα αποκαλώ τον κανονισμό αυτό συνοπτικά ως « προσωρινός κανονισμός ». Ως προς τους ηλεκτρικούς κινητήρες που αναφέρονται στον κανονισμό, θα τους καθορίζω απλώς ως «ηλεκτρικοί κινητήρες ».
( 2 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 864/87 του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1987, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων, ισχύος μεγαλύτερης από 0,75 kW έως και από 75 kW, καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής Ένωσης και για την οριστική είσπραξη των ποσών που έχουν κατατεθεί ως εγγύηση μέσω του προσωρινού δασμού ( ΕΕ L 83, σ. 1 ). Στη συνέχεια των προτάσεων μου θα αποκαλώ τον κανονισμό αυτό ως « οριστικός κανονισμός ».
( 3 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 201, σ. 1 ). Ο κανονισμός αυτός αντικαταστάθηκε στο μεταξύ από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988 (EE L 209, a 1).
( 4 ) Βλέπε σημείο ΙΙΙ.1. α ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις υποθέσεις C-305/86 και C-160/87, στο οποίο συνοψίζονται οι εν προκειμένω απόψεις της Επιτροπής, του Gimelec και της Neotype.
( 5 ) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Technointorg ( 294/86 και 77/87, Συλλογή 1988, σ. 6077 ).
( 6 ) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Brother Industries ( 56/85, Συλλογή 1988, σ. 5655 ).
( 7 ) Απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984, Allied Corporation ( 239/82 και 275/82, 1984, Συλλογή 1984, α 1005 ).
( 8 ) Βλέπε το σημείο 111.1 της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις υποθέσεις 304/86 και 185/87, σημείο IV.2. α ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις υποθέσεις 305/86 και 160/87, το στοιχείο IV.3. α) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις υποθέσεις 320/86 και 188/87.
( 9 ) Διάταξη της 8ης Ιουλίου 1987, Sermes ( 279/86, Συλλογή 1987, σ. 3109).
( 10 ) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, Canon (277/85 και 300/85, Συλλογή 1988, σ. 5731 ). Το κείμενο της σκέψεως 8 έχει ως εξής: « Εισαγωγείς συνδεόμενοι με εξαγωγείς μπορούν να προσβάλλουν έναν κανονισμό περί επιβολής δασμού αντιντάμπινγκ, ιαίως στην περίπτωση που, όπως στις υπό κρίση υποθέσεις, η τιμή εξαγωγής έχει υπολογισθεί βάσει των δικών τους τιμών πωλήσεως στην κοινοτική αγορά » ( δική μου η υπογράμμιση ).
( 11 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1224/80 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1980, περί της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 02/008 σ. 218 ).
( 12 ) θα αναφέρω λεπτομερέστερα τον τρόπο υπολογισμού του δασμού αντιντάμπινγκ κατά τον οριστικό κανονισμό στα σημεία 37 μέχρι και 40.
( 13 ) Βλέπε τις αποφάσεις της 7ης Μαίου 1987, που εκδόθηκαν στις υποθέσεις ΝΤΝ Toyo (240/84, Συλλογή 1987, σ. 1809), Nachi Fujikoshi ( 255/84, Συλλογή 1987, σ. 1861 ), Koyo Seiko ( 256/84, Συλλογή 1987, σ. 1899) και Nippon Seiko ( 258/84, Συλλογή 1987, σ. 1923 ).
( 14 ) Βλέπε τη δέκατη πέμπτη και δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη το« οριστικού κανονισμού.
( 15 ) Βλέπε την τριακοστή ένατη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού.
( 16 ) Βλέπε σημείο II 1.2. δ) ί) της εκθέσεως γιο την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-304/86 καιC-185/87.
( 17 ) Βλέπε σημείο 111.2. β ) i ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-305/86koiC-I60/87.
( 18 ) Βλέπε σημείο 111.2. β )αα ) i ) και ii ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-320/86 και C-188/87.
( 19 ) Βλέπε σημείο II 1.2. β ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση C-157/87.
( 20 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 724/82 της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 1982, περί επιβολής, αφενός, προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές των τυποποιημένων πολυφασικών κινητήρων ισχύος από 0,75 kW μη συμπεριλαμβανομένων έως 75 kW συμπεριλαμβανομένων, καταγωγής Βουλγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Ρουμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής Ενώσεως, και, αφετέρου, περί περατώσεως της διαδικασίας για τις εισαγωγές των ίδιων προϊόντων καταγωγής Ουγγαρίας (ΕΕ L 85, σ. 9).
( 21 ) Βλέπε ιδίως την απόφαση Nachi Fujikoshi, προαναφερθείσα, σκέψη 39.
( 22 ) Βλέπε Vandoren, P.: « Mise en oeuvre de la politique antidumping de la CEE contre les importations en provenance des pays à commerce d'État », Revue du marché commun, n0316, Απρίλιος 1988, σ. 198 επ.
( 23 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1765/82 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών από χώρες κρατικού εμπορίου ( ΕΕ L 195, σ. 1 ).
( 24 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1766/82 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1982, περί του κοινού καθεστώτος εισαγωγών από τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ( ΕΕ L 195, σ. 21 ).
( 25 ) Η Γιουγκοσλαβία προσχώρησε στην GATT το 1966. Σε αντίθεση προς το πρωτόκολλο προσχωρήσεως που υπογράφηκε με την Πολωνία, τη Ρουμανία και την Ουγγαρία, το γιουγκοσλαβικό πρωτόκολλο δεν περιέχει καμία παρέκκλιση από τις αρχές της GATT.
( 26 ) Το κείμενο της σημειώσεως 2 του άρθρου 6 της GATT έχει ως εξής: « Αναγνωρίζεται ότι, εις περιπτώσεις εισαγωγών προερχομένων εκ χώρας της οποίας το εμπόριο αποτελεί το αντικείμενο πλήρους ή σχεδόν πλήρους μονοπωλίου και όπου όλαι αι τιμαί εν τω εσωτερικά) καθορίζονται παρά του κράτους, ο προσδιορισμός του Βαθμού καθ' ον είναι δυνατή η σύγκρισις των τιμών επί σκοπώ εφαρμογής των εν τη πρώτη παραγράφω αναφερομένων δύναται να παρουσιάσει ιδιαιτέρας δυσχερείας και ότι εις τοιαύτας περιπτώσεις τα εισάγοντα συμβαλλόμενα μέρη δυνατόν να θεωρήσουν αναγκαίον όπως λάβουν υπ' όψιν την περίπτωσιν ότι μία επακριβής σύγκρισις προς τας εσωτερικός τιμάς της ειρημένης χώρας δεν είναι πάντοτε επιτυχής. »
( 27 ) Βλέπε ειδικότερα το παράρτημα 25, στο οποίο αναφέρεται ότι το οικονομικό σύστημα της Γιουγκοσλαβίας διαφέρει σε ουσιώδη σημεία (ανυπαρξία κεντρικού σχεδιασμού από τις δημόσιες αρχές, αυτονομία των επιχειρήσεων, ιδίως ως προς τον σχηματισμό των τιμών, ανυπαρξία κρατικού μονοπωλίου στον τομέα του εξωτερικού εμπορίου) από αυτό ορισμένων χωρών της Ανατολικής Ευρώπης οι οποίες έχουν ένα οικονομικό σύστημα που λειτουργεί βάσει κεντρικού σχεδιασμού.
( 28 ) Βλέπε απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983, Fediol, σκέψη 30 (191/82, Συλλογή 1983, σ. 2913), καθώς και το σημείο 19 των προτάσεων που ανέπτυξα στην υπόθεση 70/87, Fediol ( Συλλογή 1989, σ. 1781 ).
( 29 ) Βλέπε ειδικότερα τη δεύτερη και όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 864/87.
( 30 ) Το άρθρο 2, παράγραφος 13, στοιχείο α), του κανονισμού 2176/84 έχει ως εξής: « Με την έκφραση “ περιθώριο ντάμπινγκ ” νοείται το ποσό κατά το οποίο η κανονική αξία υπερβαίνει την τιμή κατά την εξαγωγή. »
( 31 ) Βλέπε την επίσημη έκθεση 1989 του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου σχετικά με τις « exchange arrangements and exchange restrictions » στην οποία το « exchange arrangement » για τη Γιουγκοσλαβία ( όπως ήταν η κατάσταση στις 31 Δεκεμβρίου 1988 ) περιγράφεται ως εξής: « The currency of Yugoslavia is the Yugoslav dinar. The authorities do not maintain the exchange rate of the dinar within announced margins. All transactions, other than those effected under the procedures set forth for certain countries with which Yugoslavia has bilateral payments agreements... take place at an exchange rate adjusted from time to time by the authorities. »
( 32 ) Βλέπε σημείο ΙΙΙ.2. δ ) i ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-304/86 και C-185/87.
( 33 ) Βλέπε σημείο ΙΙΙ.2. β ) αα ) iii ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-320/86 και C-188/87.
( 34 ) Βλέπε σημείο 111.2. γ ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση C-157/87.
( 35 ) Στις γραπτές παρατηρήσεις της Enital αναφέρεται πράγματι ότι οι πρώτες ύλες που χρησιμοποιούνται στη Γιουγκοσλαβία είναι χαμηλότερης ποιότητας. Υποθέτω ότι πρόκειται εδώ για ολίσθημα γραφίδος και ότι στην πραγματικότητα η Enital θέλει να πει ανώτερη ποιότητα. Αν δεν ήταν έτσι, το επιχείρημα αυτό θα ήταν παράταιρο σε σχέση με το σύνολο των παρατηρήσεων της που αναφέρονται στη μείωση του περιθωρίου ντάμπινγκ που καθόρισε το Συμβούλιο.
( 36 ) Βλέπε σημείο 111.2. ε ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 304/86 και 185/87' σημείο Illi β) ii) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις συνεκδικαζό-μενες υποθέσεις 305/86 και 160/87· σημείο Illi Β)αα) iv) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 320/86 και 188/87' σημείο Uli δ ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην υπόθεση 157/87.
( 37 ) Βλέπε τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 724/82 της Επιτροπής, της 30ής Μαρτίου 1982 ( ΕΕ L 85, σ. 9 ), τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2075/82 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουλίου 1982 ( ΕΕ L 220, σ. 36 ) και την απόφαση 84/189/ΕΟΚ της Επιτροπής της 2ας Απριλίου 1984 ( ΕΕ L 95, σ. 28 ).
( 38 ) Βλέπε την εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη του προσωρινού κανονισμού.
( 39 ) Βλέπε την εικοστή τρίτη και την εικοστή τέταρτη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού.
( 40 ) Βλέπε την εικοστή έκτη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού.
( 41 ) Βλέπε την εικοστή ένατη και τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του οριστικού κανονισμού.
( 42 ) Βλέπε σημείο ΙΙΙ.2. δ) ii) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 304/86 και 185/87.
( 43 ) Διάταξη της 16ης Ιανουαρίου 1987, Enital ( 304/86 R, Συλλογή 1987, σ. 267 ).
( 44 ) Παράρτημα όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3618/86 του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986 ( ΕΕ L 345, σ. 1 ).
( 45 ) Παράρτημα Nimexe όπως θεσπίστηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3840/86 της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 1986 ( EEL 368, σ. 1 ).
( 46 ) Βλέπε σημείο ΙΙ1.2. β ) και γ ) της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 304/86 και 185/87.
( 47 ) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1967, Neumann ( 17/67, Jurispr. 571, ειδικότερα σ. 592 ).
( 48 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 254/87 του Συμβουλίου, της 26ης Ιανουαρίου 1987, για την παράταση του προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ που έχει υποβληθεί στις εισαγωγές τυποποιημένων πολυφασικών ηλεκτρικών κινητήρων ισχύος άνω των 0,75 έως και 75 kW, καταγωγής Βουλγαρίας, Ουγγαρίας, Πολωνίας, Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Τσεχοσλοβακίας και Σοβιετικής Ένωσης ( ΕΕ L 26, σ. 1 ).
( 49 ) Βλέπε απόφαση της 31ης Μαρτίου 1977, Suiker Export, σκέψεις 13 έως 19 ( 88/76, Jurispr. 1977, σ. 709 ).
Full & Egal Universal Law Academy