Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Από το 1955, στο πλαίσιο της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου (Union economique belgo-lucembourgeoise, στο εξής: UΕΒL), στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο λειτουργεί διπλή αγορά συναλλάγματος. Το ένα σκέλος της αγοράς αυτής υπόκειται σε ρύθμιση: οι ισοτιμίες εκφράζονται σε μετατρέψιμα" ή "εμπορεύσιμα" φράγκα και οι διακυμάνσεις των ισοτιμιών ελέγχονται, εφόσον παρίσταται ανάγκη και εντός των ορίων του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, με την παρέμβαση της Εθνικής Τράπεζας του Βελγίου. Το άλλο σκέλος της αγοράς είναι ελεύθερο και οι ισοτιμίες καθορίζονται ουσιαστικά από τις δυνάμεις της αγοράς.
Το Institut belgo-luxembourgeois du Change (Ινστιτούτο Συναλλάγματος Βελγίου-Λουξεμβούργου στο εξής: ΙΒLC) έχει θεσπίσει τους κανόνες λειτουργίας της διπλής αυτής αγοράς συναλλάγματος. Οι πράξεις που αφορούν εισαγωγές και εξαγωγές διέπονται από τον κανονισμό Ι του ΙΒLC. Κατά το δεύτερο εδάφιο, στοιχείο β), του άρθρου 8 του εν λόγω κανονισμού, η πληρωμή σε ξένο νόμισμα για την εξόφληση των εξαγωγών γίνεται με τη μορφή τραπεζικού εμβάσματος ή επιταγής, τα δε ποσά εκχωρούνται στην επίσημη αγορά εντός οκτώ ημερών ή, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, καταβάλλονται σε ελεγχόμενο λαγαριασμό σε ξένο νόμισμα, ο οποίος τηρείται σε εγκεγκριμένη τράπεζα. Σύμφωνα με το στοιχείο γ) του δευτέρου εδαφίου, η πληρωμή σε βελγικά φράγκα ή φράγκα Λουξεμβούργου πραγματοποιείται με χρέωση αλλοδαπού "μετατρέψιμου" λογαριασμού που τηρείται σε εγκεκριμένη τράπεζα.
'Ετσι, οι εξαγωγείς του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου δεν μπορούν, κανονικά, να πληρώνονται με τραπεζογραμμάτια, ο κανόνας δε αυτός επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι όλες οι εισπράξεις από τις εξαγωγές εισέρχονται μέσω της επίσημης αγοράς ωστόσο, προβλέπεται ότι το ΙΒLC μπορεί να χορηγεί ειδική άδεια για την είσπραξη μετρητών όταν το κρίνει ενδεδειγμένο.
Ο Rene Lambert, ζωέμπορος κάτοικος Λουξεμβούργου, κατηγορήθηκε ότι παρέβη τους κανόνες αυτούς, διότι δέχτηκε γερμανικά, ολλανδικά και βελγικά τραπεζογραμμάτια προς εξόφληση μεγάλου αριθμού εξαγωγών προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και τις Κάτω Χώρες κατά τα έτη 1981 έως 1983. Λόγω του ότι οι ισοτιμίες στην ελεύθερη αγορά επί ορισμένο διάστημα κατά την εν λόγω περίοδο υπήρξαν εξαιρετικά ευνοϊκές σε σύγκριση με την επίσημη αγορά, ο Rene Lambert μπόρεσε να πραγματοποιήσει κέρδος άνω των 5 εκατ. φράγκων Λουξεμβούργου (LFR) πωλώντας τα ξένα νομίσματα στην ελεύθερη αγορά.
Το Tribunal correctionnel (πλημμελειοδικείο) του Diekirch διέταξε την κατάσχεση του ποσού αυτού και επέβαλε στον Lambert πρόστιμο 50 000 LFR. Η Εισαγγελική Αρχή άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής έφεση άσκησε και ο Lambert υποστηρίζοντας ότι η σχετική κανονιστική ρύθμιση του ΙΒLC αντέβαινε σε διάφορες διατάξεις της Συνθήκης. Προκειμένου να κρίνει επί των ισχυρισμών αυτών, το Cour d' appel του Λουξεμβούργου υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177, τα ακόλουθα ερωτήματα:
"1.Αντιτίθεται η ελευθέρωση των πληρωμών όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές εμπορευμάτων, η οποία θεσπίζεται από τα άρθα 67, παράγραφος 2, και 106, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ στην επιβολή υποχρεώσεως στους εξαγωγείς που είναι κάτοικοι της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου να εκχωρούν τα ξένα νομίσματα, τα οποία εισπράττουν προς εξόφληση των εμπορευμάτων που πωλούνται στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, στην τιμή της επίσημης αγοράς συναλλάγματος σε εγκεκριμένες τράπεζες, λαμβανομένου υπόψη ότι το τελικώς εισπραττόμενο ποσό σε εθνικό νόμισμα είναι κατά 5 έως 10 % μειωμένο σε σχέση με εκείνο που θα μπορούσαν να εισπράξουν στην ελεύθερη αγορά;
2.Παρεμποδίζεται η ελευθέρωση των πληρωμών από την απαγόρευση εισπράξεως του τιμήματος των ως άνω εξαγωγών σε ξένα ή εθνικα τραπεζογραμμάτια;
3.'Εχει η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφαρμογή σε περίπτωση αντίστροφης άνισης μεταχείρισης, δηλαδή σε εθνικά μέτρα που έχουν ως πραγματικό αλλά όχι επιδιωχθέν αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στους εξαγωγείς του οικείου κράτους μέλους σε σχέση με τους εξαγωγείς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη;
4.Απαγορεύουν μήπως οι αρχές του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες διατυπώνονται στο άρθρο 3, στοιχεία α) και στ), της Συνθήκης ΕΟΚ, ήτοι η κατάργηση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος με τους δασμούς κατά την εξαγωγή εμπορευμάτων και η εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς, αυτού του είδους την αντίστροφη δυσμενή διάκριση όταν, ανεξαρτήτως του ειδικού στόχου που επιδιώκει η περιοριστική ρύθμιση, αυτή συνεπάγεται τη δημιουργία ουσιαστικού πλεονεκτήματος υπέρ παρομοίων επιχειρηματιών άλλων κρατών μελών και είναι, ως εκ τούτου, ικανή να δημιουργήσει εμπόδια, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών;
5.'Εχουν οι διατάξεις "standstill" των άρθρων 5, 31, 32 και 34 της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμογή στα μέτρα που περιγράφονται στα ερωτήματα 1 και 2, τα οποία είχαν μεν ληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης, έχουν όμως έκτοτε αισθητά αποτελέσματα στρεβλώσεως όταν οι διαφορές μεταξύ της ισοτιμίας που ισχύει στην επίσημη αγορά και της ισοτιμίας που ισχύει στην ελεύθερη αγορά αυξάνονται τόσο ώστε να αντιπροσωπεύουν 5 έως 10 % της αντιστοιχίας, σε εθνικό νόμισμα, της εκφραζόμενης σε ξένο νόμισμα τιμής του τιμολογίου, όπως συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση κατά τα έτη 1981, 1982 και 1983;
Το πρώτο ζήτημα είναι κατά πόσον το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει αυτή καθαυτή την ύπαρξη διπλής αγοράς συναλλάγματος. Δεν νομίζω ότι μπορεί να συναχθεί μια τέτοια απαγόρευση από τις διατάξεις της Συνθήκης, ουσιαστικά δε τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν τις ισοτιμίες των νομισμάτων τους. Εξάλλου, η δυνατότητα υπάρξεως δύο αγορών συναλλάγματος έχει αναγνωριστεί με τις δύο οδηγίες περί κινήσεων κεφαλαίων του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 1960 και της 18ης Δεκεμβρίου 1962 (ΕΕ ειδ. έκδ. 10/001, σ. 4 και σ. 16), κατά τις οποίες, όταν οι μεταφορές κεφαλαίων πραγματοποιούνται σε αλλοδαπή αγορά συναλλάγματος, στην οποία δεν ισχύουν επίσημα όρια στις διακυμάνσεις των ισοτιμιών, οι εφαρμοζόμενες ισοτιμίες δεν πρέπει να παρουσιάζουν "σημαντικές και διαρκείς" αποκλίσεις από εκείνες που εφαρμόζονται για τις πληρωμές τις σχετικές με τις τρέχουσες συναλλαγές (π.χ. άρθρο 1 της πρώτης οδηγίας). Κατά τη γνώμη μου, δεν απαγορεύεται αυτή καθαυτή η ύπαρξη διπλής αγοράς. Θα πρέπει, επομένως, να τεθεί το ερώτημα μήπως ο περιορισμός που επιβάλλεται με το συγκεκριμένο σύστημα όπως περιγράφεται στα ερωτήματα αντιβαίνει στις διατάξεις της Συνθήκης.
Το εθνικό δικαστήριο μνημονεύει πρώτο το άρθρο 67. Ωστόσο, οι πληρωμές προς τους εξαγωγείς του Βελγίου ή του Λουξεμβούργου για εμπορεύματα που εξάγονται σε άλλη χώρα της Κοινότητας δεν συνιστούν κίνηση κεφαλαίων υπό την έννοια του άρθρου 67 της Συνθήκης, όπως σαφώς συνάγεται από τις σκέψεις 21 και 22 της αποφάσεως του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 286/82 και 226/83, Luisi και Carbone κατά Monistero del Tesoro (Συλλογή 1984, σ. 377, και ιδίως σ. 404): "... οι τρέχουσες πληρωμές είναι μεταφορές συναλλάγματος που αποτελούν αντιπαροχή στα πλαίσια υποκείμενης συναλλαγής, ενώ οι κινήσεις κεφαλαίων αποτελούν οικονομικές ενέργειες που αποσκοπούν κυρίως στην τοποθέτηση ή την επένδυση του οικείου ποσού και όχι στην αμοιβή παροχής ... Η υλική μεταφορά τραπεζογραμματίων δεν είναι συνεπώς δυνατό να χαρακτηριστεί ως κίνηση κεφαλαίου όταν η εν λόγω μεταφορά ανταποκρίνεται σε υποχρέωση πληρωμής που απορρέει από συναλλαγή στον τομέα της κυκλοφορίας εμπορευμάτων ή υπηρεσιών".
Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται παράβαση του άρθρου αυτού με τους επίδικους κανόνες.
Το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται στη συνέχεια στο άρθρο 106, παράγραφος 1, το οποίο ορίζει:
"Κάθε κράτος μέλος αναλαμβάνει την υποχρέωση να επιτρέπει τις πληρωμές τις σχετικές με την κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, καθώς και τις μεταφορές κεφαλαίων και μισθών, στο νόμισμα του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του ο πιστωτής ή ο δικαιούχος, κατά το μέτρο που η κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών, των κεφαλαίων και των προσώπων έχει ελευθερωθεί μεταξύ των κρατών μελών κατ' εφαρμογή της παρούσης Συνθήκης."
Εκ πρώτης όψεως μπορεί να λεχθεί ότι το άρθρο 106, παράγραφος 1, απευθύνεται μάλλον στο κράτος μέλος εισαγωγής παρά στο κράτος μέλος από το οποίο εξάγονται τα εμπορεύματα. Αφορά την πληρωμή και όχι την είσπραξη του σχετικού ποσού. Η προσέγγιση αυτή μου φαίνεται υπερβολικά περιοριστική. Το αναγκαίο συνακόλουθο της ελευθερίας πληρωμής είναι η ελευθερία του αποδέκτη των υπηρεσιών να προβεί στην πληρωμή - ερμηνεία η οποία ενισχύεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 106, η οποία έχει ως εξής:
"Κατά το μέτρο που η κυκλοφορία των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών και οι κινήσεις κεφαλαίων υπόκεινται μόνο στους περιορισμούς των σχετικών πληρωμών, οι περιορισμοί αυτοί καταργούνται προοδευτικώς εφαρμόζοντας αναλόγως τις διατάξεις των κεφαλαίων που αναφέρονται στην κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών, στην ελευθέρωση των υπηρεσιών και στην ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων."
Κατά συνέπεια, εφόσον το άρθρο 34, το οποίο απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εξαγωγών και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, έχει πλήρη εφαρμογή, το άρθρο 106 απαγορεύει τα μέτρα που περιορίζουν τις πληρωμές προς εξόφληση των εξαγωγών.
Ο Lambert υποστηρίζει ότι οι εν λόγω κανόνες συνεπάγονται πλήρη άρνηση της εννοίας της κοινής αγοράς και αντιβαίνουν σαφώς στο άρθρο 106.
Από την άλλη πλευρά, όπως σαφώς συνάγεται από το πρώτο ερώτημα, ο επίδικος περιορισμός δεν έχει επιβληθεί με στόχο να απαγορεύσει την είσπραξη ξένων νομισμάτων αλλά να υποχρεώσει τον εξαγωγέα ο οποίος εισέπραξε ξένα νομίσματα να τα πωλήσει στην ελεγχόμενη αγορά σε εγκεκριμένη τράπεζα. Μολονότι το πρώτο εδάφιο του άρθρου 106, παράγραφος 1, επιβάλλει στα κράτη μέλη απλώς την υποχρέωση να επιτρέπουν τις πληρωμές "στο νόμισμα του κράτους μέλους όπου έχει την κατοικία του ο πιστωτής ή ο δικαιούχος", νομίζω ότι, λαμβανομένων υπόψη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1, καθώς και της παραγράφου 2 του άρθρου 106, το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση, εφόσον τους το επιτρέπει γενικώς η οικονομική τους κατάσταση και ιδιαίτερα η κατάσταση του ισοζυγίου πληρωμών τους, να επιτρέπουν τις πληρωμές σε νομίσματα άλλων κρατών μελών.
Τίθεται, επομένως, το ζήτημα μήπως η υποχρέωση που επιβάλλεται στους εξαγωγείς να πωλούν σε εγκεκριμένη τράπεζα τα νομίσματα που εισπράττουν αντιβαίνει στο άρθρο 106.
Πρέπει να σημειωθεί σχετικά ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση Luisi και Carbone, αποφάνθηκε ως εξής:
"... Τα κράτη μέλη διατηρούν την εξουσία να υποβάλουν τις μεταφορές συναλλάγματος σε ελέγχους με σκοπό να εξακριβώσουν αν πρόκειται στην πραγματικότητα για μη ελευθερωθείσες κινήσεις κεφαλαίων... Πρέπει... να αναγνωριστεί στα κράτη μέλη η αρμοδιότητα να ελέγχουν μήπως οι μεταφορές συναλλάγματος που διενεργούνται δήθεν για την πραγματοποίηση πληρωμών που έχουν ελευθερωθεί έχουν εκτραπεί από το σκοπό αυτό για να χρησιμοποιηθούν για τη διενέργεια μη επιτρεπόμενων κινήσεων κεφαλαίων. Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να επαληθεύουν τη φύση και τον πραγματικό χαρακτήρα των συναλλαγών ή των εν λόγω μεταφορών" (σκέψεις 31 και 33).
Την αυτή έννοια έχει και το άρθρο 5, παράγραφος 1, της πρώτης οδηγίας περί κινήσεων κεφαλαίων, το οποίο ορίζει ότι η οδηγία δεν περιορίζει "το δικαίωμα των κρατών μελών να εξακριβώνουν τη φύση και την αυθεντικότητα των συναλλαγών ή των μεταφορών συναλλάγματος, ή να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να εμποδίσουν τις παραβάσεις των νόμων και των εν γένει ρυθμίσεών τους", όπως επίσης και η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 203/80, Ποινική διαδικασία κατά Guerrino Casati (Συλλογή 1981, σ. 2595), σύμφωνα με την οποία οι δύο πρώτες παράγραφοι του άρθρου 106 "δεν υποχρεώνουν τα κράτη μέλη να επιτρέπουν την εισαγωγή και την εξαγωγή τραπεζογραμματίων για τη διενέργεια εμπορικών πράξεων, όταν τέτοιες μεταφορές δεν είναι αναγκαίες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων" και "στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών, ο τρόπος αυτός μεταφοράς, ο οποίος εξάλλου δεν είναι σύμφωνος προς τα συναλλακτικά ήθη, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται σε μια τέτοια ανάγκη" (σκέψη 24, σ. 2617).
Νομίζω ότι, αν ένα σύστημα διπλής αγοράς είναι καταρχήν αποδεκτό, ουσιώδης προϋπόθεση για τη λειτουργία του είναι να υπάγονται ορισμένοι τύποι πράξεων αποκλειστικά σε μία από τις δύο εναλλακτικές αγορές και να μπορούν να διενεργούνται μόνο στην αγορά αυτή. Οι κανόνες που είναι απαραίτητοι για να εξασφαλιστεί η κατάλληλη χρήση της αγοράς και για να επιτραπεί ο ενδεδειγμένος για φορολογικούς και στατιστικούς λόγους έλεγχος πρέπει να γίνουν δεκτοί. Στην αντίθετη περίπτωση, θα ήταν υπερβολικά εύκολο να εμφανιστούν οι κινήσεις κεφαλαίων που δεν έχουν ακόμα ελευθερωθεί ως τρέχουσες πληρωμές ή ως ελευθερωθείσες κινήσεις κεφαλαίων. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η απαίτηση να πραγματοποιούνται οι εξοφλήσεις των πωλουμένων εμπορευμάτων στο πλαίσιο της κανονικής για το σκοπό αυτό αγοράς (εν προκειμένω της επίσημης αγοράς) δεν συνιστά αυτή καθαυτή περιορισμό αντιβαίνοντα στο άρθρο 106 της Συνθήκης. Καίτοι η απόφαση Luisi και Carbone αφορούσε υπηρεσίες, φρονώ ότι η αρχή που διατυπώνει έχει εφαρμογή και όσον αφορά τους περιορισμούς των πληρωμών για παραδόσεις εμπορευμάτων. 'Οπως συνάγεται από την απόφαση Casati, το κοινοτικό δίκαιο δεν απαιτεί από τα κράτη μέλη να ανέχονται τις τρέχουσες πληρωμές σε μετρητά, αν οι εν λόγω πληρωμές σε μετρητά δεν είναι αναγκαίες για την ελευθέρωση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ιδίως όταν η πληρωμή σε μετρητά δεν είναι σύμφωνη προς τα συναλλακτικά ήθη. Ομοίως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι μια "ελεύθερη" αγορά συναλλάγματος αποτελεί το αναγκαίο συνακόλουθο ή την προϋπόθεση της ελεύθερης αγοράς των εμπορευμάτων. Πράγματι, αν υπήρχε μία και μόνη αγορά συναλλάγματος στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο, αυτή θα ήταν η επίσημη αγορά, στην οποία θα μπορούσε να παρέμβει η κεντρική τράπεζα.
Το κατά πόσον επιβάλλεται ο καθορισμός ενιαίας ισοτιμίας για όλες τις ελευθερωθείσες κινήσεις κεφαλαίων και για τις τρέχουσες πληρωμές, όπως σθεναρά υποστήριξε η Επιτροπή, δεν αποτελεί ζήτημα με το οποίο πρέπει απαραιτήτως να ασχοληθεί το Δικαστήριο στην υπό κρίση υπόθεση.
Η άποψη στην οποία κατέληξα δεν επηρεάζεται, κατά τη γνώμη μου, από το γεγονός ότι κατά την επίμαχη περίοδο υπήρχε προφανώς μεταξύ της ελεύθερης αγοράς και της επίσημης αγοράς απόκλιση σημαντική και διαρκής, η οποία, επομένως, υπερέβαινε τα όρια που θεωρεί ανεκτά η πρώτη οδηγία περί κινήσεως κεφαλαίων. Ενδεχομένως, η απόκλιση αυτή να ήταν ασυμβίβαστη προς τις οδηγίες περί κινήσεων κεφαλαίων δεν συνιστά όμως, αυτή καθαυτή, παράβαση του άρθρου 106 της Συνθήκης, το οποίο αφορά η υπό κρίση υπόθεση.
Ομοίως, δεν νομίζω ότι οι επίδικοι κανόνες περιόρισαν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, ώστε να αποτελούν μέτρο το οποίο να αποθαρρύνει τις εξαγωγές. Αν οι εξαγωγείς είχαν το δικαίωμα να επιλέγουν ελεύθερα τις ισοτιμίες, οι ισοτιμίες αυτές πιθανότατα να ευθυγραμμίζονταν και η διπλή αγορά θα καθίστατο στην πράξη ενιαία αγορά.
Ο Lambert υποστήριξε περαιτέρω ότι η διπλή αγορά συναλλάγματος αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, όχι για τους τεχνικούς λόγους τους οποίους ήδη εξέτασα, αλλά για το λόγο ότι με τη λειτουργία της θίγεται η ανταγωνιστικότητά του σε σχέση με τους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη ζωεμπόρους. Στο μέτρο που το επιχείρημα αυτό συνίσταται στον ισχυρισμό ότι οι κανόνες του ΙΒLC αποτελούσαν μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό, το έχω ήδη απορρίψει. Ωστόσο, ο Lambert παρατηρεί ότι βρισκόταν σε ανταγωνισμό με γερμανούς εμπόρους και ότι πωλούσε τα ζώα στην ίδια αγορά στο Trier. Αυτός υπαγόταν στους κανόνες του ΙΒLC, ενώ οι γερμανοί ανταγωνιστές του όχι, πράγμα που αποτελούσε διάκριση λόγω ιθαγενείας, αντιβαίνουσα στο άρθρο 7.
Το ΙΒLC και η Επιτροπή μνημονεύουν αποφάσεις του Δικαστηρίου, στις οποίες αναφέρεται ότι δεν υφίσταται διάκριση όταν ο επίμαχος κανόνας δικαίου επηρεάζει όλα τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους, όπως ακριβώς συμβαίνει με τους κανόνες του ΙΒLC, οι οποίες βασίζονται όχι στην ιθαγένεια αλλά στην ύπαρξη κατοικίας εντός της UΕΒL. Ειδικότερα, όπως παρατηρεί η Επιτροπή, η αθέμιτη διάκριση θα πρέπει να διαπιστώνεται στους κανόνες δικαίου που θεσπίζει ή στην πρακτική που ακολουθεί ένα κράτος μέλος και όχι μεταξύ των κρατών μελών. Στην υπόθεση 162/82, D.J. Smit Transport BV κατά Commissie Grensoverschrrijdend Beroepsgoeederenvervoer (Συλλογή 1983, σ. 73, και ιδίως σ. 92), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
"Δεν μπορεί να θεωρηθεί η εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας ως διάκριση αντίθετη προς τη Συνθήκη λόγω του ότι τα άλλα κράτη μέλη επιβάλλουν ενδεχομένως περιορισμούς ολιγότερο αστηρούς στις επιχειρήσεις (...) που είναι εγκατεστημένες στο έδαφός τους. Πράγματι, το άρθρο 7 της Συνθήκης αποβλέπει στην εξάλειψη των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας που μπορούν να προκύψουν από τη νομοθεσία ή τη διοικητική πρακτική του ίδιου κράτους μέλους και όχι από τις διαφορές μεταχειρίσεως, οι οποίες προκύπτουν, για τις επιχειρήσεις των διαφόρων κρατών μελών, ... από την ανομοιότητα των εθνικών νομοθεσιών".
Κατά τη γνώμη μου, είναι προφανές ότι οι κανόνες του ΙΒLC δεν εισάγουν διακρίσεις, έστω και έμμεσες, λόγω ιθαγενείας: ένας γερμανός υπήκοος που κατοικεί στο Λουξεμβούργο και πραγματοποιεί εξαγωγές υπό τις ίδιες συνθήκες με έναν υπήκοο Λουξεμβούργου υπάγεται στους ίδιους κανόνες.
'Οσον αφορά το τέταρτο και πέμπτο ερώτημα, υιοθετώ την άποψη της Επιτροπής. Η τελευταία παρατηρεί, πρώτον, ότι οι διατάξεις των άρθρων 3 και 5 περιέχουν γενικές δηλώσεις που αφορούν ειδικότερες αρχές, οι οποίες αναπτύσσονται σε άλλα άρθρα της Συνθήκης και των οποίων δεν μπορεί να γίνει επίκληση μεμονωμένα, και, δεύτερον, ότι τα άρθρα 30 έως 32, που αφορούν τις εισαγωγές, δεν έχουν σχέση με την υπό κρίση υπόθεση. Παρατηρεί, επίσης, ότι, αφού - βάσει των όσων συμπερασμάτων στα οποία κατέληξα - οι κανόνες του ΙΒLC δεν περιορίζουν ούτε τις συναλλαγές ούτε τις τρέχουσες πληρωμές, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος κατά πόσον οι κανόνες αυτοί παραβιάζουν τη διάταξη "standstill".
Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται ασυμβίβαστο των εν λόγω κανόνων με τους κανόνες της Συνθήκης περί τρεχουσών πληρωμών, το οποίο να μπορεί να επικαλεστεί ο Lambert προκειμένου να αποφύγει την καταδίκη του.
Κατά τη γνώμη μου, στα ερωτήματα που υπέβαλε το Cour d' appel του Λουξεμβούργου πρέπει να δοθούν απαντήσεις σύμφωνα με τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές.
Ερωτήματα 1 και 2
Το να υποχρεούνται οι εξαγωγείς να εκχωρούν τα έσοδα των πωλήσεών τους στο νόμισμα του κράτους μέλους της κατοικίας τους ή άλλων κρατών μελών στο πλαίσιο της επίσημης αγοράς συναλλάγματος, μέσω της οποίας πρέπει υποχρεωτικά να πραγματοποιούνται όλες οι ελευθερωθείσες τρέχουσες πληρωμές, και το να απαγορεύεται (άνευ ρητής αδείας) η είσπραξη των εσόδων αυτών σε τραπεζογραμμάτια δεν αντίκεινται στο άρθρο 106 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Ερώτημα 3
Το άρθρο 7 έχει εφαρμογή μόνο σε διακρίσεις βασιζόμενες σε λόγους ιθαγένειας και εφαρμοζόμενες στο εσωτερικό ενός και μόνου κράτους μέλους, και όχι σε περιπτώσεις διαφορετικής μεταχειρίσεως μεταξύ των κρατών μελών.
Λαμβανομένων υπόψη των απαντήσεων που προτείνονται για το ερώτημα 3 και τα ερωτήματα 1 και 2 αντιστοίχως, δεν είναι απαραίτητο να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα 4 και 5.
Στο παραπέμπον δικαστήριο εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων των Lambert και Εισαγγελικής Αρχής, διαδίκων της κύριας δίκης. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι κυβερνήσεις του Βελγίου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και του Λουξεμβούργου, καθώς και η Επιτροπή, δεν αποδίδονται.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy