Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 9ης Φεβρουαρίου 1976, περί της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 70 και επ.) ορίζει "την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως" για τους σκοπούς της οδηγίας κατά την έννοια ότι συνεπάγεται "την απουσία κάθε διακρίσεως που βασίζεται στο φύλο είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε συσχετισμό, ιδίως, με την οικογενειακή κατάσταση". Εντούτοις, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 3:
"Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις διατάξεις που αφορούν την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα."
Κατά το άρθρο 5:
"1. Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, όσον αφορά τους όρους εργασίας συμπεριλαμβανομένων των όρων απολύσεως, συνεπάγεται την εξασφάλιση σε άνδρες και γυναίκες των αυτών όρων, χωρίς διάκριση βασιζόμενη στο φύλο.
2. Για το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε:
α) ...
β) να ακυρωθούν, να δύνανται να κηρυχθούν άκυρες ή να δύνανται να τροποποιηθούν οι αντίθετες προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως διατάξεις που περιλαμβάνονται στις συλλογικές συμβάσεις ή τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, στους εσωτερικούς κανονισμούς επιχειρήσεων, καθώς και στα καταστατικά των ελευθέρων επαγγελμάτων..."
Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 1, της οδηγίας έθεσε στα κράτη μέλη προθεσμία τριάντα μηνών για να εφαρμόσουν την οδηγία και να ανακοινώσουν στην Επιτροπή τις θεσπισθείσες προς το σκοπό αυτό διατάξεις. Προκειμένου περί της Γαλλίας, η προθεσμία έληξε στις 12 Αυγούστου 1978.
Η Γαλλική Δημοκρατία εξέδωσε το νόμο 83-635 περί τροποποιήσεως του εργατικού κώδικα και του ποινικού κώδικα, όσον αφορά την επαγγελματική ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών, στις 13 Ιουλίου 1983, περίπου πέντε έτη μετά τη λήξη της ταχθείσας με την οδηγία προθεσμίας. Το άρθρο L 123-1c του εργατικού κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το νόμο 83-635, προβλέπει γενική απαγόρευση θεσπίσεως οποιουδήποτε μέτρου, λαμβανομένου υπόψη του φύλου, ιδίως ως προς τις αποδοχές, την επαγγελματική εκπαίδευση, το διορισμό, το χαρακτηρισμό, την κατάταξη, την επαγγελματική προαγωγή ή τη μετάθεση. Το άρθρο L 123-2 του εργατικού κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε από το νόμο 83-635, απαγορεύει την παρεμβολή, σε συλλογική σύμβαση εργασίας, συλλογική συμφωνία ή σύμβαση εργασίας, οποιασδήποτε ρήτρας που να παραχωρεί το ευεργέτημα οποιουδήποτε μέτρου σε μισθωτό ή σε μισθωτούς, λαμβανομένου υπόψη του φύλου, εκτός αν η εν λόγω ρήτρα έχει ως αντικείμενο την εφαρμογή διατάξεων ορισμένων άρθρων του εργατικού κώδικα που διασφαλίζουν την προστασία της γυναίκας λόγω εγκυμοσύνης, τοκετού ή θηλασμού.
Εντούτοις, κατά το άρθρο 19 του νόμου 83-635:
"Οι διατάξεις των άρθρων L 123-1c και L 123-2 του εργατικού κώδικα δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των εθίμων, των ρητρών συμβάσεων εργασίας, των συλλογικών συμβάσεων ή συλλογικών συμφωνιών, που ισχύουν κατά την ημέρα εκδόσεως του παρόντος νόμου, που παρέχουν ειδικά δικαιώματα υπέρ των γυναικών.
Εντούτοις, οι εργοδότες, οι οργανώσεις εργοδοτών και οι οργανώσεις μισθωτών προσπαθούν, με συλλογικές διαπραγματεύσεις, να καταστήσουν τις εν λόγω ρήτρες σύμφωνες με τις διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων".
Η Επιτροπή θεώρησε ότι το άρθρο 19 ήταν ασυμβίβαστο προς την οδηγία. Κατόπιν οχλήσεως και αιτιολογημένης γνώμης διαπιστώνουσας αυτό το ασυμβίβαστο, η Επιτροπή, με προσφυγή που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου, στις 12 Δεκεμβρίου 1986, ζήτησε από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίσασα εντός της ταχθείσας με το άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου προθεσμίας, όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την πλήρη και ακριβή εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας και, θεσπίζοντας αντιθέτως το άρθρο 19 του νόμου της 13ης Ιουλίου 1983, εις αντίθεση των απαιτήσεων αυτής της οδηγίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
Η άποψη της Επιτροπής περιλαμβάνει, στην ουσία, δύο σημεία. Πρώτον, το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο του προαναφερθέντος νόμου διασφαλίζει, πέραν της τελευταίας ημερομηνίας που τέθηκε για την εφαρμογή της οδηγίας, τη διατήρηση διατάξεων της μορφής που αφορά το άρθρο 5, παράγραφος 2, περίπτωση β), της εν λόγω οδηγίας δεύτερον, δεν διασφαλίζει αποτελεσματικά την τροποποίηση αυτών των διατάξεων σύμφωνα με τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου, εφόσον αναθέτει στους κοινωνικούς εταίρους τη φροντίδα να καταστήσουν τις εν λόγω διατάξεις σύμφωνες, χωρίς να επιβάλλει προθεσμία, ούτε αποτελεσματική κύρωση ή μηχανισμό για την περίπτωση που οι διατάξεις δεν θα καταστούν σύμφωνες προς την οδηγία εντός προθεσμίας, είτε ορισμένης είτε εύλογης.
Σε απάντηση στο πρώτο επιχείρημα, η Γαλλία υποστηρίζει ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, της οδηγίας επιτρέπει τη διατήρηση προστατευτικών διατάξεων που δεν συνδέονται άμεσα με την εγκυμοσύνη ή τη μητρότητα. Εξάλλου, το άρθρο 2, παράγραφος 4, της οδηγίας επιτρέπει τη διατήρηση μέτρων "που αποσκοπούν στην προώθηση της ισότητας των ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών, ιδίως διά της άρσεως των ανισοτήτων που εκδηλώνονται στην πράξη και οι οποίες ανισότητες θίγουν τις ευκαιρίες των γυναικών στους τομείς που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1", και αυτοί οι τομείς περιλαμβάνουν, όχι μόνο την πρόσβαση στην απασχόληση και τις συνθήκες εργασίας, αλλά επίσης και κοινωνικά μέτρα που αφορούν την κατανομή των οικογενειακών ευθυνών, που μπορούν να επηρεάσουν τις ευκαιρίες των γυναικών σ' αυτούς τους τομείς. Η διατήρηση ειδικών δικαιωμάτων υπέρ των γυναικών μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει σε ένα τέτοιο πλαίσιο άρσεως των ανισοτήτων στο χώρο της απασχόλησης.
Ως προς το δεύτερο επιχείρημα, η Γαλλία ισχυρίζεται ότι νομιμοποιείτο, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, περίπτωση γ), της οδηγίας και σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας αναθεώρηση, να "καλέσει" τους κοινωνικούς εταίρους να άρουν τις αντίθετες διατάξεις και να διασφαλίσουν ότι στο μέλλον οι υποβαλλόμενες σε έγκριση συμβάσεις δεν θα περιέχουν τέτοιες διατάξεις.
Για την άρση των ανισοτήτων που οι γυναίκες επί μακρόν υπέστησαν στο χώρο της απασχολήσεως, η Κοινότητα μπορούσε ενδεχομένως να ακολουθήσει την πολιτική που συνίσταται στο να απαιτείται απλώς η κατάργηση των διατάξεων που εισάγουν δυσμενείς έναντι των γυναικών διακρίσεις και τη διατήρηση των ευνοϊκών υπέρ των γυναικών διατάξεων. Παρά την προβολή, στην προκειμένη περίπτωση, ορισμένων επιχειρημάτων, αυτό προφανώς δεν συνέβη. Οι ίδιοι όροι πρέπει να διασφαλίζονται στους άνδρες και στις γυναίκες, χωρίς διάκριση λόγω φύλου. Επομένως, οι διατάξεις που εισάγουν δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος των εργαζομένων ανδρών απαγορεύονται, εκτός αν προστατεύονται από ειδικές διατάξεις της οδηγίας.
Το πρώτο ερώτημα που τίθεται είναι, επομένως, αν "τα ειδικά δικαιώματα υπέρ των γυναικών" που διασφαλίζει το άρθρο 19 του προαναφερθέντος νόμου συνιστούν διατάξεις, σχετικές με την προστασία της γυναίκας, κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας. Δεν αμφισβητείται ότι οι διατάξεις που αφορούν άμεσα την εγκυμοσύνη και τη μητρότητα μπορούν να διατηρηθούν και η Επιτροπή δέχεται ότι συμπληρωματική άδεια μητρότητας, χορηγούμενη μετά την πάροδο της εκ του νόμου περιόδου προστασίας, υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής αυτής της διατάξεως, καθόσον σκοπεί στην προστασία της γυναίκας σε σχέση τόσο με τα επακόλουθα της εγκυμοσύνης όσο και της μητρότητας (υπόθεση 184/83, Hofmann κατά Barmer Ersatzkasse, Συλλογή 1984, σ. 3047, ιδίως σ. 3075, σκέψη 26 της αποφάσεως). Εντούτοις, η Γαλλία, ειδικότερα υπό το φως των διαβεβαιώσεών της ως προς το ρόλο της μητέρας στο πλαίσιο της γαλλικής κοινωνίας, επιζητεί να διατηρήσει άλλα δικαιώματα, παρεχόμενα μέχρι τώρα αποκλειστικά στις γυναίκες και που δεν συνδέονται άμεσα με την εγκυμοσύνη ή τη μητρότητα. Οι παρατηρήσεις, χωρίς να προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι περιέχουν εξαντλητικό πίνακα, αναφέρουν πολλά παραδείγματα, όπως τη μείωση του χρόνου εργασίας για τις γυναίκες 59 ετών, ή που ασχολούνται με τέτοια καθήκοντα, όπως η δακτυλογράφηση ή η εργασία υλικού πληροφορικής, η μικρότερη ηλικία συνταξιοδοτήσεως, η χορήγηση αδείας για την υιοθεσία τέκνου, η άδεια λόγω ασθενείας τέκνου, η χορήγηση ημερήσιας αδείας κατά την ημέρα ενάρξεως του σχολικού έτους ή χορήγηση ωρών αδείας με την ευκαιρία της εορτής της μητέρας, η καταβολή δώρων για να βοηθηθούν οι μητέρες στην αντιμετώπιση των εξόδων βρεφοκομικού σταθμού ή της φυλάξεως των τέκνων τους.
Εντούτοις, το άρθρο 2, παράγραφος 3, ως εξαίρεση του αναφερόμενου στα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1, της οδηγίας γενικού κανόνα, πρέπει να ερμηνευτεί στενώς (βλέπε σκέψη 44 της αποφάσεως επί της υποθέσεως 222/84, Johnston κατά Chief Constable of the Royal Ulster Constabulary, Συλλογή 1986, σ. 1651, ιδίως σσ. 1688 έως 1689. Παρόλον ότι ο όρος "ιδίως" του άρθρου 2, παράγραφος 3, δείχνει ότι καταστάσεις εκτός της εγκυμοσύνης και της μητρότητας μπορούν να εμπίπτουν σ' αυτή τη διάταξη, οι λέξεις αυτές τονίζουν το περιεχόμενο αυτών των εξαιρέσεων. Το Δικαστήριο θέσπισε ήδη κριτήρια για να τις ορίσει. Στη σκέψη 25 της εκδοθείσας στην υπόθεση Hofmann αποφάσεως και στη σκέψη 44 της εκδοθείσας στην υπόθεση Johnston αποφάσεως, το Δικαστήριο, δήλωσε ότι το άρθρο 2, παράγραφος 3, σκοπεί στο να εξασφαλίσει την προστασία της βιολογικής καταστάσεως της γυναίκας και τις ειδικές σχέσεις μεταξύ της γυναίκας και του τέκνου της. Το Δικαστήριο (στην υπόθεση Hofmann, σκέψη 25 της αποφάσεως) διευκρίνισε ότι οι "ειδικές σχέσεις" στις οποίες το Δικαστήριο αναφέρθηκε σ' αυτή την υπόθεση, περιορίζονται στις σχέσεις που υφίστανται μεταξύ της γυναίκας και του τέκνου της κατά τη διάρκεια της περιόδου που έπεται της εγκυμοσύνης και του τοκετού και όχι κατά τη διάρκεια μεταγενέστερης περιόδου.
Πρέπει να μη λησμονείται το γεγονός ότι η παρούσα διαδικασία αποσκοπεί στο να διασφαλίσει, όχι την κατάργηση αυτών των δικαιωμάτων που χορηγούνται στις γυναίκες, αλλά την ίση μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών, εκτός όταν οι διατάξεις αφορούν την προστασία των γυναικών, ως γυναικών, λόγω, για παράδειγμα, της βιολογικής τους καταστάσεως, ή των ειδικών σχέσεων μεταξύ της μητέρας και του βρέφου της.
Ακολουθώντας την οδό που χάραξε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Johnston και Hofmann, νομίζω ότι τα περισσότερα από τα αναφερθέντα παραδείγματα δικαιωμάτων παρεχομένων στις γυναίκες δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3, της οδηγίας. Ασφαλώς, ορισμένες γυναίκες μπορούν να επιθυμούν να λάβουν τη σύνταξή τους στο 59ο έτος της ηλικίας τους, να απολαύουν μειώσεων του χρόνου εργασίας λόγω ειδικών απασχολήσεων ή ειδικών ευκαιριών, όπως η εορτή της μητέρας, να δικαιούνται δώρων για έξοδα βρεφοκομικού σταθμού ή σχολικού εξοπλισμού. Δεν είναι, ωστόσο, δυνατό να βεβαιωθεί ότι οι άνδρες δεν έχουν, ή δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν, ανάγκη τέτοιων δικαιωμάτων, ή πλεονεκτημάτων, ή ότι τα τελευταία μπορούν να θεωρούνται ως συνδεδεμένα αποκλειστικά με τη βιολογική κατάσταση της γυναίκας. 'Ενας πατέρας, υπό τις σύγχρονες κοινωνικές συνθήκες, μπορεί εξίσου να έχει το βάρος να ασχοληθεί με ασθενές τέκνο ή να πρέπει να υποστεί τα έξοδα φυλάξεως μπορεί, επίσης, να έχει ανάγκη συντάξεως πρόωρης εξόδου για λόγους υγείας, ή μειώσεως του χρόνου εργασίας για ορισμένα κοπιαστικά καθήκοντα. Η εμμονή της Γαλλίας στον παραδοσιακό ρόλο της μητέρας αγνοεί, κατά τη γνώμη μου, τις επελθούσες στην κοινωνία εξελίξεις που υποχρέωσαν ορισμένους άνδρες στην περίπτωση "οικογενειών με ένα μόνο γονέα" να αναλαμβάνουν μόνοι το βάρος των τέκνων, ή ορισμένους γονείς που ζουν μαζί να αποφασίσουν ότι ο πατέρας θα φροντίζει τα τέκνα, πράγμα που παραδοσιακά ήταν ο ρόλος της μητέρας, λόγω της φύσεως της επαγγελματικής δραστηριότητας της μητέρας. Αυτό δεν σημαίνει ότι και οι δύο γονείς μπορούν να αξιώσουν αυτό το δικαίωμα μόνο ο ένας από αυτούς, όχι όμως αποκλειστικά η γυναίκα, μπορεί να το αξιώσει.
Είπα τα περισσότερα παραδείγματα, διότι θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η άδεια για την υιοθέτηση βρέφους, ακόμα και αν χορηγείται κυρίως υπέρ του βρέφους, δικαιολογείται λόγω δεσμού μεταξύ της μητέρας που υιοθετεί και του βρέφους. Αυτό, ωστόσο, το επιχείρημα δεν προβλήθηκε και είναι δυνατό, σε ορισμένα κράτη μέλη, ένα τέκνο, έστω και πολύ νέο, να μπορεί να υιοθετηθεί από άνδρα.
Θεωρώ, επομένως, γενικώς, ότι τα χορηγούμενα στις γυναίκες δικαιώματα δεν δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3.
Ούτε μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 4, που επιτρέπει τη λήψη ορισμένων μέτρων που σκοπούν στο να προωθήσουν την ισότητα ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών, ειδικότερα αίροντας τις ανισότητες που συναντώνται στην πράξη και που επηρεάζουν τις ευκαιρίες των γυναικών. Οι άνδρες ουδέποτε απήλαυαν δικαιωμάτων, όπως τα προαναφερόμενα, έτσι ώστε δεν υφίστανται ανισότητες υπέρ των ανδρών που επηρεάζουν τις ευκαιρίες των γυναικών στο χώρο της απασχολήσεως. Είναι απαράδεκτος ο ισχυρισμός, που φαίνεται να προβάλλει η Γαλλία, ότι, δεδομένου ότι οι γυναίκες, κατά γενικό κανόνα, αποτέλεσαν το αντικείμενο δυσμενών διακρίσεων, όλες οι υπέρ των γυναικών διατάξεις στον τομέα της απασχολήσεως είναι, αυτές καθεαυτές, νόμιμες, καθόσον εντάσσονται σε διαδικασία που αποβλέπει στην αποκατάσταση της ισότητας.
Είμαι της γνώμης ότι, δεν μπορεί να γίνει επίκληση από τη Γαλλία, ούτε του άρθρου 5, παράγραφος 2, περίπτωση γ) ακόμα και αν τα μέτρα ήταν άλλοτε βάσιμα λόγω του πραγματικού ρόλου της μητέρας, απαγορεύθηκαν από την οδηγία και εξ υπαρχής δεν απήλαυαν εξαιρέσεως βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 3 (σκέψη 44 της αποφάσεως επί της υποθέσεως Johnston).
Κατά συνέπεια, το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, του γαλλικού νόμου μου φαίνεται αντίθετο προς την οδηγία, εκτός στο μέτρο που διατηρεί ειδικά δικαιώματα, τα οποία σκοπούν στην προστασία της γυναίκας και στηρίζονται στη βιολογική κατάσταση της γυναίκας, ή στις σχέσεις μεταξύ της γυναίκας και του τέκνου της, και ιδίως στην εγκυμοσύνη, τη μητρότητα ή το θηλασμό. Η άποψη της Επιτροπής δεν μου φαίνεται αβάσιμη λόγω του ότι διατυπώνεται με γενικούς όρους, ενώ είναι δυνατό ορισμένα δικαιώματα, αναγνωριζόμενα στη Γαλλία, να υπάγονται στην εξαίρεση. Αν η εν λόγω νομοθεσία διατυπώνεται σε εξίσου γενικούς όρους και είναι, στην ουσία, ανίσχυρη, κατ' εμέ, στη Γαλλία εναπόκειται να θεσπίσει νέο νόμο που να καλύπτει αποκλειστικά τα εντασσόμενα στο πλαίσιο της εξαιρέσεως δικαιώματα.
'Οσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής, δεν μου φαίνεται ότι το άρθρο 5, παράγραφος 2, περίπτωση γ), και το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας δικαιολογούν τη βαθμιαία προσαρμογή των διατάξεων, όπως ισχυρίζεται η Γαλλία. Τα εν λόγω μέτρα ήταν πάντοτε ασυμβίβαστα προς τις διατάξεις της οδηγίας, από της λήξεως της ταχθείσας προθεσμίας για την εφαρμογή της. Η Γαλλία όφειλε, δυνάμει των άρθρων 5, παράγραφος 2, περίπτωση β), και του πρώτου εδαφίου του άρθρου 9, παράγραφος 1, να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε αυτές οι διατάξεις που απαντώνται, για παράδειγμα, στις συλλογικές συμβάσεις ή στις συμβάσεις εργασίας να καταργηθούν ή τροποποιηθούν. Στην περίπτωση που, όπως πιστεύω, οι εν λόγω διατάξεις έπρεπε να κηρυχθούν άκυρες, ή να καταργηθούν, δεν ήταν αρκετό να επαφεθεί κανείς στους κοινωνικούς εταίρους, χωρίς να τεθούν ακριβείς όροι ως προς την προθεσμία ή τις λεπτομέρειες εφαρμογής. Δεν υφίσταται κρατική εγγύηση για την αποτελεσματική εφαρμογή της αρχής της ισότητας, σε περίπτωση αποτυχίας της διαπραγματεύσεως μεταξύ των κοινωνικών εταίρων (βλέπε σκέψη 8 της αποφάσεως στην υπόθεση 143/83, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1985, σ. 427, ιδίως σσ. 434 και 435, και σκέψη 20 της αποφάσεως στην υπόθεση 235/84, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1986, σ. 2291, ιδίως σ. 2302).
Τα αποτελέσματα στα οποία καταλήγει, στην πράξη, η νομοθεσία αποδεικνύουν έλλειψη οποιασδήποτε κρατικής εγγυήσεως ως προς την εκτέλεση, παρά την ύπαρξη διαδικασίας κυβερνητικής εγκρίσεως των συλλογικών συμβάσεων. Φαίνεται ότι το 1983 1 050 συλλογικές συμβάσεις επαγγελματικού κλάδου και 2 400 συμφωνίες επιχειρήσεων υπογράφησαν στη Γαλλία. Το 1984, αυτοί οι αριθμοί ανήλθαν, αντιστοίχως, σε 927 και 6 000. Αντιθέτως, μόνο 16 συλλογικές συμβάσεις αποτέλεσαν το αντικείμενο νέας διαπραγματεύσεως με βάση μη εισάγουσα διακρίσεις, κατ' εφαρμογή του άρθρου 19, δεύτερο εδάφιο του προαναφερθέντος νόμου, κατά την περίοδο 1984-1987.
Η γαλλική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι η αφαίρεση από τις γυναίκες των εν λόγω "ειδικών δικαιωμάτων" θα συνιστούσε κοινωνική μείωση. 'Ομως, αυτός δεν είναι ο σκοπός της Επιτροπής. 'Οσον αφορά την Επιτροπή, η ισότητα θα μπορούσε επίσης να επιτευχθεί με εξίσωση προς τα άνω παρέχοντας τα ίδια πλεονεκτήματα στους άνδρες. Αυτή η προσέγγιση είναι, κατά τη γνώμη μου, σύμφωνη με το κείμενο και την οικονομία της οδηγίας, η οποία, σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική της σκέψη, αποβλέπει στην προώθηση της ισότητας "με στόχο την πρόοδο" των συνθηκών διαβιώσεως και εργασίας. Η κοινοτική νομοθεσία δεν απαιτεί, και η Επιτροπή με την υπό κρίση προσφυγή δεν αποβλέπει στο να επιτύχει, τα εν λόγω πλεονεκτήματα να αφαιρεθούν από τις γυναίκες: απαιτεί απλώς αυτά τα πλεονεκτήματα να χορηγούνται υπό τους αυτούς όρους στους άνδρες και στις γυναίκες.
Επιπλέον, η γαλλική κυβέρνηση υποστήριξε ότι η άμεση επέκταση σε όλους τους εργαζόμενους δικαιωμάτων, όπως η χορήγηση ημηρήσιων διακοπών εργασίας, η μείωση του χρόνου εργασίας, η χορήγηση συμπληρωματικών ημερών αδείας, η μείωση του έτους συνταξιοδοτήσεως, η χορήγηση χρηματικών ποσών για φύλαξη τέκνων ή η αναγνώριση πλασματικού χρόνου υπηρεσίας για τον υπολογισμό της συντάξεως, θα αντιπροσώπευε όχι αμελητέο οικονομικό κόστος και ότι ο γάλλος νομοθέτης θέσπισε προσέγγιση που προτίθεται να επιτρέψει στις επιχειρήσεις να απορροφήσουν σταδιακά αυτό το συμπληρωματικό κόστος. Ακόμα και αν υποτεθεί ότι το κόστος είναι τόσο σημαντικό όσο μας δηλώθηκε (ισχυρισμός ο οποίος, επιπλέον, δεν στηρίχθηκε σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο), είμαι της γνώμης, ότι αυτό δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη να μη συμμορφωθούν προς την υποχρέωση που υπέχουν να εφαρμόσουν μια οδηγία. Πρόκειται περί επιχειρήματος το οποίο, αν ήταν βάσιμο, θα μπορούσε να προβληθεί για κάθε μέτρο λαμβανόμενο προς επίτευξη της ισότητας - όπως είναι η περίπτωση των αποδοχών των εργαζομένων με μειωμένο ωράριο, απλώς διότι πρόκειται περί γυναικών. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, είναι δεδομένο ότι οι πρακτικές δυσχέρειες που αντιμετωπίζονται για την εφαρμογή κοινοτικού μέτρου δεν μπορούν να δικαιολογήσουν ένα κράτος μέλος ώστε να παραιτηθεί μονομερώς της εκτελέσεως των υποχρεώσεών του. Διάταξη, όπως αυτή του άρθρου 19, δεύτερο εδάφιο, δεν φαίνεται να είναι το μόνο μέσο άρσεως της υποτιθεμένης δυσχερείας. Ο γάλλος νομοθέτης μπορούσε να θεσπίσει μέτρο απαγορεύον συνθήκες εργασίας, εισάγουσες διακρίσεις, όπως οι προκείμενες, και να επιβάλει στους κοινωνικούς εταίρους την υποχρέωση να τις διαπραγματευθούν εκ νέου με βάση μη εισάγουσα διακρίσεις, εντός εύλογης προθεσμίας.
Δεν μπορώ να δεχθώ το επιχείρημα της Γαλλίας, κατά το οποίο δεν υφίσταται ούτε χρονικό όριο, ούτε παράβαση της οδηγίας, διότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, προβλέπει προθεσμία τριάντα μηνών για τη θέση σε ισχύ των αναγκαίων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων και διότι δεν τάσσεται προθεσμία για την έναρξη ισχύος τους. Ο νόμος του 1983, ακόμα και όσον αφορά τις μελλοντικές συμφωνίες, είχε ήδη εκδοθεί με καθυστέρηση πέντε ετών η περίπτωση των υφισταμένων διατάξεων έπρεπε να έχει ρυθμιστεί εντός εύλογης προθεσμίας από του Αυγούστου 1978. Κατά την εποχή που κινήθηκε η παρούσα διαδικασία, το 1986, η εν λόγω εύλογη προθεσμία είχε ήδη λήξει από μακρού.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι βασίμως η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
α) να αναγνωριστεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, μη θεσπίσασα εντός της οριζόμενης στο άρθρο 9, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 76/207/ΕΟΚ του Συμβουλίου, προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει την πλήρη και ακριβή εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας και, θεσπίσασα το άρθρο 19 του νόμου της 13ης Ιουλίου 1983, σε αντίθεση προς τις απαιτήσεις αυτής της οδηγίας, εκτός του μέτρου κατά το οποίο ο εν λόγω νόμος εξασφαλίζει την προστασία των γυναικών λόγω της βιολογικής τους καταστάσεως και των ειδικών σχέσεων μεταξύ της μητέρας και του τέκνου της, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη, τον τοκετό και το θηλασμό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
β) να καταδικαστεί η Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy