Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο Olivier Lenoir, γάλλος υπήκοος, υπαχθείς στο γαλλικό συνταξιοδοτικό καθεστώς, δικαιούται συντάξεως γήρατος στη Γαλλία. Προφανώς, δεν εργάστηκε σε κανένα άλλο κράτος μέλος πλην της Γαλλίας. Τον Ιούνιο του 1983, ο Lenoir εγκατέλειψε τη Γαλλία προκειμένου να εγκατασταθεί με τη σύζυγο και τα δύο τέκνα του στο Eastbourne της Αγγλίας.
Το caisse d' allocations familiales des Alpes-Maritimes (εφεξής: το "CΑF") εξακολουθεί να του καταβάλλει τη σύνταξή του. Πάντως, με απόφαση της 10ης Νοεμβρίου 1984, το CΑF έπαυσε να του καταβάλει το μέχρι τότε καταβαλλόμενο επίδομα υπέρ του μη εργαζομένου συζύγου καθώς και το σχολικό επίδομα και ζήτησε την απόδοση των καταβληθέντων ως επιδομάτων ποσών από την ημερομηνία αναχωρήσεως της οικογενείας στην Αγγλία. Η υποβληθείσα κατά της εν λόγω αποφάσεως αίτηση θεραπείας ενώπιον της Commission de recours gracieux του CΑF απορρίφθηκε. Ο Lenoir άσκησε έφεση ενώπιον της commission de premiere instance de securite sociale des Alpes Maritimes (εφεξής: το "εθνικό δικαιοδοτικό όργανο").
Το CΑF θεμελιώνει τη θέση του στο άρθρο 77 του κανονισμού 1408/71 "περί εφαρμογής των συστημάτων κοινοτικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος" (εφεξής: ο "κανονισμός"). Η βελτιωμένη απόδοση του εν λόγω κανονισμού παρατίθεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού 2001/83 του Συμβουλίου (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6).
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, ορίζει ότι ο κανονισμός ισχύει για όλες τις νομοθεσίες που αφορούν κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως, όπως "γ) παροχές γήρατος" και "η) οικογενειακές παροχές". Ο τίτλος ΙΙΙ περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις για τις διάφορες κατηγορίες παροχών, όπως π.χ. οι παροχές που συνδέονται με τις συντάξεις των μισθωτών εργαζομένων που υπήχθησαν στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών (κεφάλαιο 3), καθώς και εκείνες που αφορούν τα επιδόματα και τις οικογενειακές παροχές που χορηγούνται στους μισθωτούς εργαζομένους ή στους ανέργους. Το άρθρο 77 εντάσσεται στο κεφάλαιο 8, το οποίο τιτλοφορείται "Παροχές για τέκνα συντηρούμενα από δικαιούχους συντάξεως και για ορφανά". Το άρθρο αυτό ορίζει:
"1. Ο όρος 'παροχές' , κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, καθορίζει τα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπονται για τους δικαιούχους συντάξεως γήρατος,... καθώς και τις προσαυξήσεις ή τα συμπληρώματα των συντάξεων αυτών λόγω τέκνων των δικαιούχων αυτών...
2. Οι παροχές χορηγούνται, οποιοδήποτε κι αν είναι το κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικεί ο δικαιούχος συντάξεως ή τα τέκνα, κατά τους ακόλουθους κανόνες:
α) στο δικαιούχο συντάξεως που οφείλεται δυνάμει της νομοθεσίας ενός μόνον κράτους μέλους, σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τη σύνταξη..."
Οι εν λόγω διατάξεις επιρρωνύονται από το άρθρο 79, παράγραφος 1, σύμφωνα με το οποίο "οι παροχές, υπό την έννοια των άρθρων 77 και 78, καταβάλλονται σύμφωνα με τη νομοθεσία που ορίζεται κατ' εφαρμογή των άρθρων αυτών από το φορέα που είναι αρμόδιος για την εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής και εις βάρος του, σαν να είχε υπαχθεί ο δικαιούχος των συντάξεων ή ο αποθανών αποκλειστικά στη νομοθεσία του αρμοδίου κράτους".
Στο άρθρο 1 δίδονται οι ορισμοί των εννοιών που απαντώνται στον κανονισμό. Η περίπτωση κα) του εν λόγω άρθρου έχει ως εξής:
"κα) i) ως 'οικογενειακή παροχή' νοείται κάθε παροχή εις είδος ή εις χρήμα προορισμένη να αντισταθμίσει τα οικογενειακά βάρη στο πλαίσιο των διατάξεων του άρθρου 4, παράγραφος 1, περίπτωση η) ...
ii) ως 'οικογενειακό επίδομα' νοείται η περιοδική παροχή εις χρήμα που χορηγείται αποκλειστικά ανάλογα με τον αριθμό και, ενδεχομένως, την ηλικία των μελών της οικογένειας".
Γεγονός είναι ότι ο όρος "παροχές" του άρθρου 77 απέκτησε ειδική σημασία που δεν συμπίπτει με εκείνη του όρου "οικογενειακές παροχές", όπως καθορίζεται στο άρθρο 1, περίπτωση κα), υπό i), πλην όμως κατά την άποψή μου δεν συντρέχει λόγος στα "οικογενειακά επιδόματα" του άρθρου 77 να δοθεί διαφορετική ερμηνεία από εκείνη του άρθρου 1, περίπτωση κα), υπό ii).
Το εθνικό δικαιοδοτικό όργανο υπέβαλε το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"'Εχει το άρθρο 77 του κανονισμού 1408/71 την έννοια ότι επιφυλάσσει υπέρ του δικαιούχου οικογενειακών παροχών, υπηκόου κράτους μέλους της Κοινότητας και κατοίκου άλλου κράτους μέλους, μόνο το δικαίωμα να εισπράττει τα καταβαλλόμενα από τους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους καταγωγής "οικογενειακά επιδόματα", εξαιρουμένων των λοιπών οικογενειακών παροχών και ιδίως του σχολικού επιδόματος καθώς και του επιδόματος οικογενειακού συμπληρώματος;"
Παρόλον ότι το προδικαστικό ερώτημα αφορά το επίδομα οικογενειακού συμπληρώματος, στην πραγματικότητα αντικείμενο της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου δίκης είναι το επίδομα υπέρ του μη εργαζομένου συζύγου που το 1978 ενσωματώθηκε μαζί με άλλες παροχές στο επίδομα οικογενειακού συμπληρώματος, εξακολουθεί όμως να καταβάλλεται σε εκείνους που το 1977 είχαν αποκτήσει μεν το σχετικό δικαίωμα, χωρίς όμως να πληρούν τις προϋποθέσεις για τηλήψη του οικογενειακού συμπληρώματος. Στην κατάσταση αυτή βρίσκεται ο Lenoir. Προτίθεμαι, λοιπόν, να εξετάσω μόνο το επίδομα υπέρ του μη εργαζομένου συζύγου, καθώς και το σχολικό επίδομα.
Στη σύζυγο του Lenoir φαίνεται ότι καταβάλλονταν οι επίδικες παροχές, υπολογιζόμενες με βάση τα κοινά τους έσοδα. Με την από 4 Δεκεμβρίου 1984 επιστολή του προς το CΑF, αντίγραφο της οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο, ο Lenoir αμφισβητεί την παύση των καταβολών καθώς και τη μη ικανοποίηση του αιτήματος για είσπραξη των παροχών εξ ονόματος της συζύγου του βάσει συμβολαιογραφικού πληρεξούσιου. Προφανώς δεν τέθηκε ζήτημα νομιμοποιήσεως του Lenoir να κινήσει την ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαδικασία.
Το εθνικό δικαστήριο φρονεί ότι, ναι μεν οι επίδικες παροχές θα έπρεπε να καταβληθούν στον Lenoir αν κατοικούσε στη Γαλλία, η ορθή όμως ερμηνεία του άρθρου 77, σύμφωνα προς τις εσωτερικού χαρακτήρα και μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές που εφαρμόζει το CΑF, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Lenoir δεν δικαιούται τις εν λόγω παροχές, επειδή τώρα κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος. Ο Lenoir υποστηρίζει ότι η ερμηνεία αυτή είναι εσφαλμένη η Γαλλία, η Ιταλία και η Επιτροπή θεωρούν ότι η ερμηνεία είναι ορθή, η Ιταλία όμως προσθέτει ότι σε παρόμοια περίπτωση το άρθρο 77 είναι pro tanto άκυρο.
Η γαλλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι αμφισβητούμενες παροχές δεν αποτελούν "οικογενειακά επιδόματα" κατά το γαλλικό ή το κοινοτικό δίκαιο. Στο γαλλικό δίκαιο δεν υπάρχει ειδική διάταξη για τα συντηρούμενα τέκνα συνταξιούχων. Οι οικογενειακές παροχές καταβάλλονται σε όσους έχουν κοινωνική ασφάλιση, εφόσον συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις. Στο βιβλίο V του Κώδικα Κοινωνικών Ασφαλίσεων απαριθμούνται οι οικογενειακές παροχές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα οικογενειακά επιδόματα που σήμερα αποτελούνται από το οικογενειακό συμπλήρωμα και το σχολικό επίδομα (άρθρο L 511-1 του Κώδικα). Με βάση το άρθρο L 522-1, το επίδομα υπέρ του μη εργαζομένου συζύγου χορηγείται στην οικογένεια ή στο πρόσωπο του οποίου τα εισοδήματα δεν υπερβαίνουν ορισμένο κατώτατο όριο και το οποίο έχει συντηρούμενα τέκνα ηλικίας μεγαλύτερης από εκείνη που δικαιολογεί τη χορήγηση άλλου επιδόματος, προβλεπόμενου για τέκνα νεαρής ηλικίας. Βάσει του άρθρου L 543-1, το σχολικό επίδομα, το οποίο συνίσταται σε εφάπαξ ποσό καταβαλλόμενο με την έναρξη του σχολικού έτους, χορηγείται στις οικογένειες που δικαιούνται οικογενειακής παροχής για κάθε τέκνο που δεν υπερβαίνει το όριο ηλικίας της υποχρεωτικής σχολικής φοιτήσεως το άρθρο L 543-2 προβλέπει κατώτατα όρια εισοδημάτων, που ποικίλλουν ανάλογα με τον αριθμό των τέκνων, πάνω από τα οποία το επίδομα δεν καταβάλλεται πλέον. Κατά τη γαλλική κυβέρνηση, τα σχετικά επιδόματα δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 1, περίπτωση κα), υπό ii), του κανονισμού 1408/71, καθόσον δεν "χορηγούνται με αποκλειστικό γνώμονα τον αριθμό και ... την ηλικία" των τέκνων: εξαρτώνται επίσης από ένα κατώτατο όριο εισοδημάτων καθώς και από άλλες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων η εγγραφή σε σχολικό ίδρυμα. Το γεγονός ότι δεν αμφισβητείται ότι τα επιδόματα αποτελούν "οικογενειακές παροχές" κατά την έννοια του άρθρου 1, περίπτωση κα), υπό ii), δεν ασκεί επιρροή ενόψει του άρθρου 77, σύμφωνα με το οποίο οι μόνες παροχές που οφείλονται είναι τα αμιγώς οικογενειακά επιδόματα.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι επίδικες παροχές δεν νοούνται ως "δυνάμενες να μεταφερθούν στην αλλοδαπή". Αναφέρει το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού, με το οποίο αναγνωρίζεται ότι μπορεί να παύσει η καταβολή ορισμένων παροχών, εφόσον οδικαιούχος κατοικεί σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο βρίσκεται ο οφειλέτης φορέας. Πράγματι, "εκτός αν ο παρών κανονισμός προβλέπει άλλως, οι εις χρήμα παροχές αναπηρίας, γήρατος ή επιζώντων, οι συντάξεις εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής ασθένειας και τα επιδόματα θανάτου που αποκτώνται δυνάμει της νομοθεσίας ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών δεν δύνανται να υποστούν καμία μείωση, τροποποίηση, αναστολή, κατάργηση, κατάσχεση επειδή ο δικαιούχος κατοικεί στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από εκείνο, όπου ευρίσκεται ο φορέας οφειλέτης".
Κατά την Επιτροπή, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι το επίδομα υπέρ του μη εργαζομένου συζύγου μπορεί υπό άλλη έποψη να υπαχθεί στον ορισμό, αυτό πρέπει να αποκλειστεί, επειδή κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες του κανονισμού προτάθηκε ο αποκλεισμός του ως ειδικής οικογενειακής παροχής, το αντικείμενο της οποίας συνίστατο στη διασφάλιση ενός εισοδήματος στο σύζυγο που δεν εργάζεται προκειμένου να έχει τη φροντίδα των τέκνων του. Επιπλέον, επρόκειτο για καταβολή για την οποία δεν υπήρχε πρόθεση να "μεταφερθεί στην αλλοδαπή" λόγω των δυσχερειών στις οποίες θα προσέκρουε η αξιολόγηση πραγματικών και οικονομικών καταστάσεων σε άλλο κράτος μέλος. Το σχολικό επίδομα πρέπει να υπαχθεί αναλογικώς στην ίδια κατηγορία.
Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι το "συμπληρωματικό οικογενειακό επίδομα" (που δεν δικαιούται ο Lenoir με βάση το γαλλικό δίκαιο, επειδή δεν έχει τρία ή περισσότερα τέκνα) ανταποκρίνεται στον ορισμό των "οικογενειακών επιδομάτων" (αν υποτεθεί ότι πρόκειται για συναφές ζήτημα), παρά το γεγονός ότι η χορήγησή του εξαρτάται από το ύψος των οικογενειακών εσόδων,δεδομένου ότι σε άλλα κράτη μέλη η καταβολή των σχετικών επιδομάτων εξαρτάται από κριτήρια διαφορετικά από τον αριθμό και την ηλικία των μελών της οικογενείας.
Δεν είμαι πεπεισμένος ότι οι προπαρασκευαστικές εργασίες είναι χρήσιμες ή αναγκαίες για την ερμηνεία του άρθρου 1, περίπτωση κα), υπό ii), για τον πρόσθετο μάλιστα λόγο ότι ορισμένα σημεία της προτάσεως της Επιτροπής υπέστησαν ουσιώδεις αλλαγές από το Συμβούλιο. Το πραγματικό ερώτημα συνίσταται στο αν, υπό την παρούσα διατύπωση του κανονισμού, στον όρο "αποκλειστικά" πρέπει να αποδοθεί η συνήθης έννοια ή πρέπει να συναχθεί ή μπορεί να θεωρηθεί ότι εξαρτάται από κάποια άλλη προϋπόθεση προτού η καταβολή θεωρηθεί ως "οικογενειακό επίδομα". Είναι σαφές ότι στο άρθρο 1, περίπτωση κα), υπό ii), η έκφραση "μέλη της οικογενείας" πρέπει να ερμηνευτεί υπό το φως του ορισμού του άρθρου 1, περίπτωση στ), ("κάθε πρόσωπο που ορίζεται ή αναγνωρίζεται ως μέλος της οικογένειας ή που ορίζεται ως μέλος του νοικοκυριού από τη νομοθεσία, δυνάμει της οποίας καταβάλλονται οι παροχές ...") υπό την έννοια ότι με τον τρόπο αυτό εισάγεται πρόσθετη προϋπόθεση. Δεν υφίσταται κανένας άλλος ρητός περιορισμός.
Επιτρέπουν όμως οι διατάξεις του άρθρου 77, παράγραφος 2, περιπτώσεις α) ή β), όταν και όπου εφαρμόζονται, τη θέσπιση εκ μέρους της εθνικής νομοθεσίας νέων προϋποθέσεων, τη στιγμή κατά την οποία οι αρχικές προϋποθέσεις συνίστανται στον αριθμό και την ηλικία των μελών της οικογενείας; Για παράδειγμα, ορισμένες εθνικές νομοθεσίες εισάγουν ενδεχομένως κάποιο κριτήριο ή προσδιορίζουν π.χ. το είδος των σχολείων για τα οποία ισχύει η χορήγηση του σχολικού επιδόματος, αφού προηγουμένως καθοριστεί ο αριθμός και η ηλικία των μελών της οικογενείας για τη λήψη τουεπιδόματος. Αν το άρθρο 1, περίπτωση κα), υπό ii), δεν περιελάμβανε τη λέξη "αποκλειστικά", το γεγονός αυτό θα αποτελούσε σοβαρό επιχείρημα υπέρ μιας καταφατικής απαντήσεως. 'Ομως, το "αποκλειστικά" υπάρχει και πρέπει να θεωρηθεί ότι τέθηκε σκοπίμως. Η μόνη πραγματική έννοια που μπορεί να αποδοθεί στον όρο έγκειται σε εκείνη που υποστηρίζει η γαλλική κυβέρνηση κατ' εμέ, από τα παραπάνω προκύπτει ότι, εφόσον η χορήγηση επιδόματος εξαρτάται από άλλους παράγοντες, το επίδομα αυτό δεν αποτελεί, βάσει του κανονισμού, οικογενειακό επίδομα, καταβλητέο σε συνταξιούχο ο οποίος ζει με την οικογένειά του σε κράτος μέλος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο καταβάλλεται η εν λόγω παροχή.
Το αρκετά αξιοσημείωτο αυτό σημπέρασμα είναι που ωθεί την ιταλική κυβέρνηση στη σκέψη ότι η διάταξη είναι άκυρη, επειδή δεν συμβιβάζεται προς το άρθρο 51 της Συνθήκης, στο οποίο στηρίχθηκε, μεταξύ άλλων, ο κανονισμός.
Η Επιτροπή απαντά ότι παρόμοιο ερώτημα δεν ανέκυψε στο πλαίσιο της προδικαστικής παραπομπής και το Δικαστήριο δεν επελήφθη συναφώς. Αλλ' ακόμη και αν το Δικαστήριο έπρεπε να θεωρήσει τον κανονισμό pro tanto άκυρο, δεν θα είχε την προς τούτο δυνατότητα.
Είναι σαφές ότι, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται ζητήματος κύρους, μπορεί να αποφανθεί ερμηνευτικώς μπορεί όμως να πράξει το αντίθετο;
Στην υπόθεση 16/65 Schwarze κατά Einfuhr- und Vorratsstelle fuer Getreide und Futtermittel (ECR 1965, σ. 877, 886), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, "όταν συνάγεται ότι τα υποβαλλόμενα από εθνικό δικαστήριο ερωτήματα αποσκοπούν κατ' ουσίαν στην εξέταση του κύρους μάλλον παρά της ερμηνείαςτων κοινοτικών πράξεων, εναπόκειται στο Δικαστήριο να γνωστοποιήσει αμέσως το εθνικό δικαιοδοτικό όργανο την άποψή του, χωρίς να το υποχρεώνει να τηρήσει αμιγώς παρελκυστική τυπολατρική στάση, ασυμβίβαστη προς την ίδια τη φύση των μηχανισμών του άρθρου 177 ... παρόμοια προσκόλληση στον τύπο ((δεν συμβιβάζεται)) ... στο πολύ ειδικό πλαίσιο της δικαστηριακής συνεργασίας κατά το άρθρο 177". Αυτή είναι η μέθοδος που προτίθεμαι να ακολουθήσω στη συγκεκριμένη περίπτωση και, αν χρειαστεί, θα την επεκτείνω αν με βάση τις υποβληθείσες παρατηρήσεις ενός διαδίκου (και αφού ακούσει τα αντίθετα επιχειρήματα των κοινοτικών οργάνων) το Δικαστήριο πειστεί απόλυτα ότι η ερμηνευτέα διάταξη είναι άκυρη, θα ήταν άδικο, κατά την άποψή μου, να περιοριστεί στην ερμηνεία της άκυρης αυτής διατάξεως, την οποία θα πρέπει στη συνέχεια να εφαρμόσει το εθνικό δικαστήριο (δεδομένου ότι το τελευταίο δεν μπορεί να κηρύξει τη διάταξη αυτή άκυρη, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987 στην υπόθεση 314/85, Foto Frost κατά ΗΖΑ Luebeck-Ost, Συλλογή 1987, σ. 4199). Ενδέχεται, σε αμφισβητούμενες περιπτώσεις ή εφόσον κρίνει ότι απαιτούνται περαιτέρω στοιχεία, το Δικαστήριο να αναφερθεί στην ενδεχόμενη ακυρότητα χωρίς να αποφανθεί επί του θέματος αυτού. Κατ' εμέ, όταν η υπόθεση είναι σαφής, το Δικαστήριο είναι, δυνάμει του άρθρου 177, αρμόδιο να αποφανθεί επί του κύρους, ακόμη και όταν το ερώτημα αναφέρεται ακροθιγώς στην ερμηνεία, εφόσον το ζήτημα του κύρους είναι ουσιώδες για την επίλυση της ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαφοράς. Νομίζω ότι δεν θα ήταν αναγκαίο να υποχρεωθεί το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει και δεύτερο προδικαστικό ερώτημα.
'Οσον αφορά την επιχειρηματολογία της ιταλικής κυβερνήσεως, το άρθρο 51 της Συνθήκης ορίζει:
"Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, λαμβάνει ομοφώνως στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων ιδίως με τη θέσπιση ενός συστήματος που να εξασφαλίζει στους διακινουμένους εργαζομένους και στους εξ αυτών έλκοντες δικαιώματα:
...
β) την καταβολή των παροχών στα πρόσωπα που κατοικούν στις επικράτειες των κρατών μελών. "
Η ιταλική κυβέρνηση στηρίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 41/84, Pinna κατά Caisse d' allocations familiales de la Savoie (Συλλογή 1986, σ. 1) με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι για δύο λόγους το άρθρο 73, παράγραφος 2, του κανονισμού είναι άκυρο.
Ο πρώτος λόγος συνίσταται στο ότι το άρθρο 73 εισήγαγε διάκριση μεταξύ του μισθωτού, υπαγόμενου στη νομοθεσία κράτους μέλους πλην της Γαλλίας (ο οποίος, δυνάμει του άρθρου 73, παράγραφος 1, είχε δικαίωμα λήψεως των παροχών που προβλέπονται από τη νομοθεσία του κράτους υποδοχής για τα μέλη της οικογενείας του που κατοικούν στο έδαφος άλλου κράτους μέλους), και του μισθωτού, υπαγόμενου στη γαλλική νομοθεσία (στον οποίο το άρθρο 73, παράγραφος 2, παρείχε το δικαίωμα των οικογενειακών επιδομάτων που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους όπου κατοικούν τα μέλη της οικογενείας του). Με την εν λόγω διάκριση, το άρθρο 73 έθετε εμπόδια στην πραγμάτωση των σκοπών του άρθρου 51 της Συνθήκης που συνίστανται στο συντονισμό (και όχι στην εναρμόνιση) της νομοθεσίας σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως.
Αν είχε αποδειχθεί εν προκειμένω ότι το άρθρο 77 αφορούσε μόνο γάλλους υπηκόους, θα μπορούσε να χωρήσει η συναγωγή παρόμοιου συμπεράσματος. Αυτό όμως δεν αποδείχθηκε. Πράγματι, παροχές, εξαρτώμενες από προϋποθέσεις όσον αφορά τα εισοδήματα, υφίστανται σε άλλα κράτη μέλη και προφανώς δεν πρόκειται για οικογενειακά επιδόματα κατά την έννοια του κανονισμού. Το επίδικο άρθρο δεν διευρύνει τις υφιστάμενες μεταξύ κρατών μελών διαφορές ούτε εισάγει νέες, γίνεται δε δεκτό ότι οι υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των διαφόρων συστημάτων των κρατών μελών μπορεί και να επιβάλλεται να είναι ανεκτές.
Ο δεύτερος λόγος στον οποίο στήριξε την απόφασή του στην υπόθεση Pinna το Δικαστήριο έγκειται στο ότι το άρθρο 73, παράγραφος 2, συνιστούσε συγκαλυμμένη διάκριση, επειδή "κατ' ουσίαν το ζήτημα της κατοικίας των μελών της οικογενείας εκτός της Γαλλίας τίθεται για τους διακινούμενους εργαζομένους". Η διάκριση αυτή κατέληγε στο αυτό αποτέλεσμα με απροκάλυπτη διάκριση, στηριζόμενη στην ιθαγένεια, αντίθετα προς την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως που καθιέρωσε η Συνθήκη.
Κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, ο Lenoir δεν είχε την ιδιότητα του μισθωτού εργαζομένου και απ' ό,τι γίνεται αντιληπτό δεν είχε ούτε την ιδιότητα του διακινουμένου εργαζομένου, αλλ'ούτε υπέστη απροκάλυπτα δυσμενή διάκριση λόγω της ιθαγενείας του. Πάντως, οι διατάξεις του άρθρου 77, αν ερμηνευτούν όπως νομίζω ότι θα έπρεπε, σημαίνουν ότι, σε περίπτωση μεταβάσεώς του σε άλλο κράτος μέλος με την ευκαιρία ή μετά τη συνταξιοδότησή του στη Γαλλία, παύει να δικαιούται ορισμένες οικογενειακές παροχές που θα ελάμβανε αν εξακολουθούσε να μένει στη Γαλλία. Το ίδιο θα συνέβαινε και στην περίπτωση Γάλλου, ο οποίος υπήρξεδιακινούμενος εργαζόμενος σε άλλο κράτος μέλος και θέλησε να επιστρέψει στη Γαλλία επ' ευκαιρία της συνταξιοδοτήσεώς του. Δεν θα μπορούσε να μεταφέρει τις οικογενειακές παροχές που του χορηγούνται με γνώμονα στοιχεία διαφορετικά από τον αριθμό και την ηλικία των μελών της οικογενείας του, ενώ οι παροχές αυτές θα του καταβάλλονταν αν εξακολουθούσε να μένει στο κράτος μέλος στη νομοθεσία του οποίου υπαγόταν. Το γεγονός αυτό μπορεί σε τελευταία ανάλυση να αποτρέψει το διακινούμενο εργαζόμενο να επιστρέψει τη χώρα του, σε αρχικό μάλιστα στάδιο να τον αποτρέψει ακόμη και από το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του για επαγγελματικούς λόγους. Κατά την ιταλική κυβέρνηση, είναι απαράδεκτο να παρέχεται σε μισθωτό, βάσει του άρθρου 73, το δικαίωμα να λαμβάνει οικογενειακές παροχές που προβλέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία υπάγεται, ακόμη και αν τα μέλη της οικογενείας του δεν ζουν μαζί του, ενώ από το συνταξιούχο (που ζει με την οικογένειά του) να αφαιρείται το πλεονέκτημα των εν λόγω παροχών με βάση τη νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία υπαγόταν σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα όπου γεννήθηκε.
Επιπλέον, αποκλείοντας για την περίπτωση συνταξιούχου τις οικογενειακές παροχές που δεν αποτελούν υπό στενή έννοια οικογενειακά επιδόματα, δημιουργείται ο κίνδυνος, όπως υπογραμμίζει η ιταλική κυβέρνηση, κατακερματισμού των δικαιωμάτων κοινωνικής ασφαλίσεως, τα οποία, έστω και αν διατυπώνονται χωριστά, στην πραγματικότητα αποτελούν μέρος μιας δέσμης δικαιωμάτων.
Στο βαθμό που το άρθρο 77 περιορίζει, όσον αφορά τα τέκνα διακινούμενων εργαζομένων που έχουν συνταξιοδοτηθεί και επιθυμούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, τις εν λόγω παροχές στα οικογενειακά επιδόματα που κατά την άποψή μου αποτελεί και την ορθή ερμηνεία, παρεμποδίζει μάλλον αντί να ενθαρρύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων και την ίσημεταχείριση και κατά συνέπεια είναι αδύνατο να έχει θεσπιστεί εγκύρως βάσει του άρθρου 51 της Συνθήκης. Συνεπώς, πιστεύω ότι το άρθρο 77 πρέπει να κηρυχθεί pro tanto άκυρο. Κατ' εμέ, δεν ασκεί επιρροή το ότι ο Lenoir δεν υπήρξε διακινούμενος εργαζόμενος και εμπίπτει στη λιγότερο συνήθη κατηγορία των προσώπων εκείνων που δεν ευνοεί η νομοθεσία του κράτους μέλους στην οποία υπάγονταν και τα οποία έπαυσαν να κατοικούν στο εν λόγω κράτος. Ο κανονισμός (άρθρο 2) εφαρμοζόταν τόσο στον ίδιο ως μισθωτό, υποκείμενο στη νομοθεσία κράτους μέλους, όσο και στα μέλη της οικογενείας του.
Κατ' εμέ, λοιπόν, ο Lenoir νομιμοποιείται να επικαλεστεί την ακυρότητα του κανονισμού.
Πιστεύω ότι, όπως συνέβη και στην υπόθεση Pinna, θα ήταν ορθό τα αποτελέσματα μιας τέτοιας απόφασης του Δικαστηρίου να αφορούν μόνο τους συνταξιούχους που άσκησαν προσφυγή ή υπέβαλαν αίτηση θεραπείας πριν από την έκδοση της αποφάσεώς του, αξιώνοντας την καταβολή παροχών για χρονικά διαστήματα προγενέστερα της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως και για παροχές που κατέστησαν απαιτητές μετά την εν λόγω ημερομηνία.
Η απάντησή μου, επομένως, στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα είναι ότι το άρθρο 77 του κανονισμού 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, όπως ισχύει πλέον με τον κανονισμό 2001/83, της 2ας Ιουνίου 1983, είναι άκυρο στο βαθμό που περιορίζει το δικαίωμα λήψεως παροχών, ειδικότερα δε όσον αφορά τα σχολικά επιδόματα και τα επιδόματα υπέρ του μη εργαζομένου συζύγου, σε περιοδική καταβολή επιδομάτων πουχορηγούνται αποκλειστικά με γνώμονα τον αριθμό, ενδεχομένως δε την ηλικία των μελών της οικογενείας του δικαιούχου συντάξεως στον οποίο εφαρμόζεται ο κανονισμός.
Εναπόκειται στο εθνικό δικαιοδοτικό όργανο να αποφανθεί επί των εξόδων του Lenoir στο πλαίσιο της διαδικασίας που επελήφθη. Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλία, η Ιταλία και η Επιτροπή δεν αποδίδονται.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy