Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Οι προσφυγές που άσκησαν η Feyaerts και ο de Szy-Tarisse αναφέρονται ουσιαστικά στη μη τήρηση από την Επιτροπή της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1985 (1) με την οποία, ας το υπενθυμίσω, ακυρώθηκαν διάφορες αποφάσεις διορισμού πρώην επί ειδική συμβάσει υπαλλήλων του Ευρωπαϊκού Συνδέσμου Συνεργασίας (στο εξής: ΕΣΣ), μεταξύ των οποίων και οι προσφεύγοντες, καθόσον αφορούσαν το βαθμό και το κλιμάκιο των ενδιαφερομένων.
2. Με απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1986 η Επιτροπή ανακατέταξε τους προσφεύγοντες αναδρομικά από την ημερομηνία του διορισμού τους ως δοκίμων υπαλλήλων, δηλαδή από την 1η Ιουλίου 1982, στο βαθμό Α 5, κλιμάκιο 7, για τον Szy-Tarisse, και στο βαθμό C 3, κλιμάκιο 7, για την Feyaerts. Οι συμπληρωματικοί μισθοί που προέκυψαν από την απόφαση αυτή καταβλήθηκαν στους ενδιαφερομένους με τις αποδοχές του Απριλίου 1986.
3. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως οι προσφεύγοντες αμφισβητούν την ημερομηνία που καθόρισε η Επιτροπή για την ανακατάταξή τους. Θεωρούν ότι η ορθή εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου θα έπρεπε να οδηγήσει στο να ληφθεί υπόψη η ημερομηνία προσλήψεώς τους ως εκτάκτων υπαλλήλων.
4. Παρατηρώ ότι η εν λόγω απόφαση έκρινε ότι:
"πρέπει να ακυρωθούν ... οι αποφάσεις διορισμού των προσφευγόντων ως δοκίμων υπαλλήλων, καθόσον κατατάσσουν τους προσφεύγοντες σε βαθμούς και σε κλιμάκια λιγότερο ευνοϊκά από εκείνα που κατείχαν όταν υπηρετούσαν στον ΕΣΣ" (2).
5. Είναι δεδομένο ότι η κατάταξη των προσφευγόντων σε βαθμό και σε κλιμάκιο στον οποίο προέβη η Επιτροπή δεν είναι κατώτερη από την κατάταξη που είχαν εντός του ΕΣΣ. Αντιθέτως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή αγνόησε το γράμμα της αποφάσεως του Δικαστηρίου καθόσον έλαβε υπόψη της την ημερομηνία διορισμού ως δοκίμων υπαλλήλων;
6. Η απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1985 δεν παρέχει καμία ένδειξη όσον αφορά την ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την κατάταξη. Εξάλλου, η απόφαση αυτή δέχθηκε ότι:
"η πρόσληψη και ο διορισμός των επί ειδική συμβάσει υπαλλήλων στον ΕΣΣ από την Επιτροπή συνιστούν πρόσληψη εκτός των θεσμικών οργάνων. Η εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δεν συνιστά οιαδήποτε πλημμέλεια" (3).
Πρέπει να υπογραμμιστεί σχετικά ότι η Επιτροπή εφήρμοσε επί των προσφευγόντων το άρθρο 8 της αποφάσεως 61/ΙΧ/81, προσμετρώντας κατά την κατάταξή τους την αρχαιότητα που αντιστοιχούσε στην περίοδο που συμπλήρωσαν ως έκτακτοι υπάλληλοι.
7. Τέλος, επιδοκιμάζω τις παρατηρήσεις της Επιτροπής, σύμφωνα με τις οποίες η πρόσληψη ως εκτάκτου υπαλλήλου δεν αποτέλεσε αντικείμενο προσφυγής εγκαίρως. Πράγματι, αντίθετα προς αυτά που υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες ότι δεν ήταν αναγκαίο να προσβάλλουν κάθε μια πράξη μεμονωμένα αλλά ότι αρκούσε να "προσβάλλουν την τελική πράξη", πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η πρόσληψη ως εκτάκτου υπαλλήλου και ο διορισμός ως μονίμου υπαλλήλου αποτελούν, όπως έχει κρίνει το Δικαστήριο με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, δύο ανεξάρτητες πράξεις (4). Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί πλέον το κύρος της προσλήψεως των προσφευγόντων ως εκτάκτων υπαλλήλων.
8. Κατόπιν αυτών προτείνω να απορριφθεί ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο οι προσφεύγοντες επιδιώκουν να γίνει η κατάταξή τους αναδρομικά από την πρόσληψή τους ως εκτάκτων υπαλλήλων.
9. Οι ενδιαφερόμενοι ζητούν να υποχρεωθεί η Επιτροπή να τους καταβάλει τόκους υπερημερίας τόσο επί των συμπληρωματικών μισθών που καταβλήθηκαν κατόπιν της ανακατατάξεώς τους που έγινε βάσει της αποφάσεως της 11ης Ιουλίου 1985, όσο και επί των συμπληρωματικών μισθών που προκύπτουν από τη νέα ανακατάταξη κατόπιν της εκδοθησομένης αποφάσεως. Ενόψει της λύσεως που σας προτείνω να δεχθείτε, πρέπει να ερευνηθεί μόνο το πρώτο σκέλος αυτού του αιτήματος.
10. Η απόφαση Delhez δέχθηκε ότι:
"η υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας υπάρχει ενδεχομένως μόνον εφόσον η κύρια οφειλή είναι βεβαία ως προς το ποσό ή τουλάχιστον προσδιορίσιμη βάσει δεδομένων αντικειμενικών στοιχείων" (5).
Εν προκειμένω η κυρία απαίτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι μπορεί να καθοριστεί πριν από τη λήψη της αποφάσεως της 6ης Φεβρουαρίου 1986. Πράγματι, κατά το μέτρο που η απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985 ανέπεμψε στην Επιτροπή τη φροντίδα της διενεργείας νέας κατατάξεως των ενδιαφερομένων, μόνο η τελευταία αυτή κατάταξη μπορούσε να καθορίσει τα αντικειμενικά στοιχεία που επιτρέπουν τον καθορισμό της επιδίκου απαιτήσεως.
11. Απομένει η περίπτωση στην οποία αναφέρεται η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου Delhez, σύμφωνα με την οποία:
"ανακύπτει το ζήτημα αν μπορεί να γίνει λόγος για υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας στην περίπτωση όπου καθυστερεί αδικαιολόγητα ο ίδιος ο καθορισμός του ύψους της απαιτήσεως των αποδοχών" (6).
12. Στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση περί νέας κατατάξεως 6 μήνες περίπου μετά την απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε η αρχική απόφαση κατατάξεως των ενδιαφερομένων. Ασφαλώς, ο χρόνος αυτός δεν μαρτυρεί ιδιαιτέρα επιμέλεια, λαμβανομένης όμως υπόψη της ανάγκης να ανεύρει η διοίκηση, σε μια πολύπλοκη άλλωστε κατάσταση, λύση σύμφωνη προς τις σκέψεις της αποφάσεως του Δικαστηρίου, δεν θα πρέπει να θεωρηθεί υπερβολική.
13. Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι, κατ' εφαρμογή των άρθρων 5, 31 και 32 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, οι βαθμοί και τα κλιμάκιά τους πρέπει να είναι ανώτερα από εκείνα που κατείχαν κατά το χρόνο της απολύσεώς τους από τον ΕΣΣ.
14. Για να εξεταστεί αυτός ο λόγος ακυρώσεως πρέπει καταρχάς να υπενθυμιστούν οι αρχές που ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση. Σχετικά, όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (7), στην οποία παραπέμπει άλλωστε η απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απολαύει ευρείας διακριτικής εξουσίας κατά την εκτίμηση της προηγούμενης επαγγελματικής πείρας των προσώπων που διορίζονται ως υπάλληλοι όσον αφορά τόσο τη φύση και τη διάρκεια της πείρας αυτής, όσο και τη λίγο-πολύ στενή σχέση που μπορεί να έχει με την προς πλήρωση θέση.
15. Ο de Szy-Tarisse υποστηρίζει ότι έπρεπε να καταταγεί στον Α 4, κλιμάκιο 4. Ισχυρίζεται ότι περισσότεροι πρώην επί ειδική συμβάσει υπάλληλοι του ΕΣΣ, η επαγγελματική πείρα των οποίων ήταν ίδια ή κατώτερη από τη δική του, ανακατετάγησαν στον Α 4. Οι φάκελοι των ενδιαφερομένων κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια των συζητήσεων από την Επιτροπή, η οποία ισχυρίζεται ότι η διάρκεια της πείρας του προσφεύγοντος ήταν 15 ετών, από τα οποία 8 έτη στον ΕΣΣ και ότι ήταν επομένως σαφώς κατώτερη από την πείρα των συναδέλφων του. Ο de Szy-Tarisse αμφισβήτησε το γεγονός αυτό, υποστηρίζοντας ότι διέθετε επαγγελματική πείρα 19 περίπου ετών. Πλην όμως, κατά την προφορική διαδικασία, η Επιτροπή ανέφερε χωρίς να αποκρουσθεί ότι στην πραγματικότητα ο προσφεύγων ενσωμάτωνε στο χρόνο της αξιουμένης πείρας μια περίοδο που αντιστοιχούσε στην κατηγορία Β που δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη για την κατηγορία Α. Κατόπιν αυτών, η αυθαίρετη κρίση η οποία προβάλλεται κατά της κατατάξεως αυτής δεν αποδεικνύεται ούτε προκύπτει υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής εξουσίας, στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως.
16. Η Feyaerts ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή έπρεπε να της χορηγήσει το βαθμό C 2, λόγω του χρόνου υπηρεσίας της και των εξαιρετικών εκθέσεων κρίσεώς της. Η Επιτροπή αμφισβητεί, εν πάση περιπτώσει, ότι στην ενδιαφερομένη μπορούσε να εφαρμοστεί το άρθρο 3 της αποφάσεως 61/ΙΧ/81, το οποίο προβλέπει ότι κανένας διορισμός δεν μπορεί να γίνει στους βαθμούς C 3/C 2, διάταξη την οποία το Δικαστήριο έχει κρίνει νόμιμη με την απόφαση De Santis (8).
17. Εντούτοις, η προσφεύγουσα αμφισβητεί αυτή την άποψη, παρατηρώντας ότι κατά το μέτρο που, αντίθετα προς το γράμμα της διατάξεως αυτής, κατετάγη στο βαθμό C 3, μπορούσε η διοίκηση να την κατατάξει στο βαθμό C 2.
18. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 3 της αποφάσεως 61/ΙΧ/81, σχετικά με τη δυνατότητα διορισμού, κατά παρέκκλιση διατάξεων που τίθενται στο άρθρο 1, υπαλλήλου σε βαθμό ανώτερο των βασικών σταδιοδρομιών και των ενδιαμέσων σταδιοδρομιών, πρέπει, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, να νοηθεί:
"ως εξαίρεση στους γενικούς κανόνες κατατάξεως και ως απόφαση η οποία απόκειται, εν πάση περιπτώσει, στη διακριτική εξουσία της διοικήσεως" (9).
19. Κατόπιν αυτού, η Επιτροπή μπορούσε να κρίνει, χωρίς να υπερβεί τα άκρα όρια της διακριτικής της εξουσίας, ότι τα προσόντα της προσφεύγουσας δεν μπορούσαν, πέραν των αναγκών της υπηρεσίας, να δικαιολογήσουν κατάταξη στο βαθμό C 2.
20. Απομένουν τα κεφάλαια που αφορούν την υλική ζημία και την ηθική βλάβη. Δεδομένου όμως ότι τα κεφάλαια αυτά συνδέονται με το αίτημα ανακατατάξεως, το οποίο σας πρότεινα να απορρίψετε, δεν χρειάζεται να εξεταστούν περαιτέρω.
21. Κατά συνέπεια, σας προτείνω:
- να απορρίψετε τα αιτήματα των προσφευγόντων
- να καταδικάσετε τους διαδίκους να φέρουν ο καθένας τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα γαλλικά.
(1) Συνεκδικασθείσες υποθέσεις 66 έως 68 και 136 έως 140/83, Hattet κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 11ης Ιουλίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 2459.
(2) Απόφαση Hattet, προαναφερθείσα, σκέψη 25 (η υπογράμμιση είναι δική μου).
(3) Απόφαση Hattet, προαναφερθείσα, σκέψη 23.
(4) Απόφαση Hattet, προαναφερθείσα, σκέψη 22.
(5) Υπόθεση 264/83, απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1986, Συλλογή 1986, σ. 2749, σκέψη 20.
(6) Σκέψη 23.
(7) Υποθέσεις 190/82, Blomefield, απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1983, Συλλογή 1983, σ. 3981, και 17/83, Αγγελίδης, απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984, Συλλογή 1984, σ. 2907.
(8) Υπόθεση 146/84, απόφαση της 6ης Ιουνίου 1985, Συλλογή 1985, σ. 1723.
(9) Υπόθεση 219/84, Powell, απόφαση της 21ης Ιανουαρίου 1987, Συλλογή 1987, σ. 339, σκέψη 8.
Full & Egal Universal Law Academy