ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 5/86 ( *1 )
Ι — Έκθεση των περιστατικών
1.
Στις 18 Νοεμβρίου 1983, η βελγική κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι είχε χορηγήσει το Μάρτιο του 1983 ενίσχυση στον κυριότερο βελγικό όμιλο στους τομείς της κλωστοϋφαντουργίας και των ταπήτων, προκειμένου να δημιουργηθεί μια μονάδα παραγωγής ινών και νημάτων πολυπροπυλενίου. Η ενίσχυση, ύψους 224 εκατομμυρίων BFR ( βελγικών φράγκων ), χορηγήθηκε υπό τη μορφή συμμετοχής του κράτους στο κεφάλαιο του υποκαταστήματος που ιδρύθηκε από τον όμιλο για τον προαναφερθέντα σκοπό.
2.
Η Επιτροπή εξέδωσε, στις 27 Ιουνίου 1984, σύμφωνα με το άρθρο 93, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, απόφαση, με την οποία διαπίστωνε ότι η εν λόγω ενίσχυση ήταν ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 92 της Συνθήκης ΕΟΚ και, επομένως, έπρεπε να καταργηθεί. Η βελγική κυβέρνηση έπρεπε επίσης να πληροφορήσει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως, για τα μέτρα που έλαβε το Βέλγιο για να συμμορφωθεί με την εν λόγω απόφαση.
3.
Η Επιτροπή γνωστοποίησε αυτή την απόφαση στο Βασίλειο του Βελγίου με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1984. Η απόφαση κατέστη οριστική δύο μήνες μετά την κοινοποίηση της, χωρίς το Βασίλειο του Βελγίου να την αμφισβητήσει εμπροθέσμως.
4.
Με έγγραφο της 18ης Ιανουαρίου 1985, η βελγική κυβέρνηση πρότεινε να μετατρέψει την ενίσχυση που είχε χορηγήσει σε δάνειο που να κατανέμεται σε πέντε έως επτά χρόνια και θα επιστρεφόταν από την εν λόγω επιχείρηση, εφόσον θα το επέτρεπαν αυτό τα κέρδη που θα είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Με το έγγραφό της, της 26ης Φεβρουαρίου 1985, η Επιτροπή απέρριψε αυτή την πρόταση. Με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 1985, η βελγική κυβέρνηση, γνωστοποίησε, τέλος, στην Επιτροπή ότι δεν διέβλεπε καμία λύση για την υπόθεση που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που έθεσε η Επιτροπή με την απόφαση της της 27ης Ιουνίου 1984.
II — Γραπτή διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιανουαρίου 1986, κατ' εφαρμογή του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Η γραπτή διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
2.
Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Η βελγική κυβέρνηση, κλήθηκε, εντούτοις, να πληροφορήσει το Δικαστήριο για την εξέλιξη της διαδικασίας εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής. Σχετική απάντηση δόθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
3.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
1)
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1984, σχετικά με την ενίσχυση που χορηγείται από τη βελγική κυβέρνηση σε παραγωγό ινών και νημάτων προπυλενίου, επειδή δεν έλαβε μέτρα για να καταργηθεί αυτή η ενίσχυση εντός της ταχθείσας προθεσμίας' ότι, επομένως, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη υποχρέωση που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης
2)
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
4.
Το Βασίλειο νου Βελγίου αναφέρει ότι έχει κινήσει τη διαδικασία εκτελέσεως της αποφάσεως.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή περιορίζεται να υπενθυμίσει ότι η απόφαση της 27ης Ιουνίου 1984 θεσπίστηκε νομοτύπως και ότι η βελγική κυβέρνηση δεν έλαβε κανένα μέτρο για να συμμορφωθεί με αυτή, ούτε εντός της ταχθείσας προθεσμίας ούτε μέχρι της ασκήσεως της προσφυγής.
2.
Η βελγική κυβέρνηση παραδέχεται ότι η εν λόγω απόφαση, που δεν αμφισβητήθηκε, μπορεί να θεωρηθεί οριστική.
3.
Ως προς την εκτέλεση αυτής της αποφάσεως, η βελγική κυβέρνηση, αφενός, υπενθυμίζει ότι με το έγγραφο της της 18ης Ιανουαρίου 1985 είχε προτείνει μια λύση για την απόδοση του ποσού της συμμετοχής του κράτους στο κεφάλαιο της εν λόγω επιχειρήσεως, η οποία, κατά τη γνώμη της, θα αφαιρούσε από αυτή την πράξη το χαρακτήρα της ως ενισχύσεως, αφετέρου, προβάλλει την αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως, αυτό δε για δύο λόγους, δηλαδή: ότι η απόδοση της κρατικής ενισχύσεως θα έθιγε την αρχή του απαραβίαστου του εταιρικού κεφαλαίου, η οποία περιέχεται στο βελγικό δίκαιο των εταιριών σύμφωνα με τη δεύτερη οδηγία της 13ης Δεκεμβρίου 1976, καθώς και ότι η απόδοση αυτή θα ήταν, επιπλέον, ουσιαστικά αδύνατη υπό τις παρούσες περιστάσεις, εκτός αν επρόκειτο να τεθεί τέρμα στην ύπαρξη της επιχειρήσεως.
Η βελγική κυβέρνηση αναγνωρίζει πάντως ότι το Δικαστήριο απέρριψε αυτά τα επιχειρήματα με την απόφαση του της 15ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 52/84.
4.
Με το υπόμνημά της αντικρούσεως, υποστηρίζει ότι ήλθε σε διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή, προκειμένου να εξευρεθεί λύση στο υφιστάμενο πρόβλημα, με το δε υπόμνημα της ανταπαντήσεως, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Μαΐου 1986, ότι στην εθνική εταιρία αναδιαρθρώσεως των εθνικών τομέων δόθηκε η εντολή να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να επιτύχει την εσπευσμένη πώληση καθώς και την απόδοση της ενισχύσεως και ότι θα πληροφορήσει αμελλητί το Δικαστήριο και την Επιτροπή για τα σχετικά αποτελέσματα.
Απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, στις 13 Νοεμβρίου 1986, η βελγική κυβέρνηση παρέσχε την πληροφορία ότι:
« Η εθνική εταιρία αναδιαρθρώσεως των εθνικών τομέων στην οποία ανατέθηκε να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να επιτύχει την εσπευσμένη πώληση, καθώς και την απόδοση της ενισχύσεως, αντιμετώπισε κατά τις διαπραγματεύσεις ορισμένα νομικά προβλήματα σχετικά με το δίκαιο των εταιριών. Θεωρεί, εντούτοις, ότι θα βρεθεί λύση εντός των προσεχών μηνών. »
5.
Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στην απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986 επί της υποθέσεως 52/84, κατά του ισχυρισμού της βελγικής κυβερνήσεως περί αδυναμίας εκτελέσεως της αποφάσεως.
6.
Όσον αφορά τη δήλωση της βελγικής κυβερνήσεως στο υπόμνημά της αντικρούσεως ότι έχουν αρχίσει διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή προκειμένου να εξευρεθεί λύση στο πρόβλημα, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι σε μια συνάντηση, στις 6 Μαρτίου 1986, μεταξύ των εκπροσώπων της και των εκπροσώπων της βελγικής κυβερνήσεως, η βελγική αντιπροσωπεία δεν ανέφερε ούτε απρόβλεπτες ή μη προβλέψιμες δυσκολίες για την εκτέλεση της αποφάσεως, ούτε συνέπειες που δεν έλαβε υπόψη της η Επιτροπή, περιστάσεις που, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986 (σκέψη 16), αν είχαν υποβληθεί από το κράτος μέλος στην κρίση της Επιτροπής, θα είχαν ως αποτέλεσμα καλόπιστη συνεργασία μεταξύ των δύο μερών, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες, τηρώντας πλήρως τις διατάξεις της Συνθήκης. Κατά την Επιτροπή, στη συνάντηση αυτή η βελγική αντιπροσωπεία δεν προέβαλε την αδυναμία εκτελέσεως της αποφάσεως, αλλά τόνισε απλώς ότι ο πλειοψηφών εταίρος της επιχειρήσεως στην οποία δόθηκε η ενίσχυση δεν αποδεχόταν την απόφαση.
G. C Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 9ης Απριλίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 5/86,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Β. Van der Esch, κύριο νομικό σύμβουλο, επικουρούμενο από τον L. Gyselen, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό του Εξωτερικών Υποθέσεων με τον Robert Hoebaer, διευθυντή στο Υπουργείο Εξωτερικών Υποθέσεων, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία του Βελγίου, 4, rue des Girondins, résidence Champagne,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επειδή δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1984, σχετικά με την ενίσχυση που χορηγείται από τη βελγική κυβέρνηση σε παραγωγό ινών και νημάτων πολυπροπυλενίου ( ΕΕ L 283, σ. 42 ), παρέβη υποχρέωση που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. F. O'Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, Κ. Bahlmann, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: Η. Α. Rühi, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 26ης Φεβρουαρίου 1987, κατά την οποία η Επιτροπή εκπροσωπήθηκε από τον R. C. Fischer, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, και το Βασίλειο του Βελγίου από τον J. Devadder, βοηθό σύμβουλο στη νομική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Ιανουαρίου 1986, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 93, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία επιδιώκει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, επειδή δεν συμμορφώθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας με την απόφαση 84/508 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1984, σχετικά με την ενίσχυση που χορηγείται από τη βελγική κυβέρνηση σε παραγωγό ινών και νημάτων πολυπροπυλενίου, παρέβη υποχρέωση που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης ΕΟΚ.
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
3
Με την επίδικη απόφαση η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η συμμετοχή του κράτους κατά 224 εκατομμύρια BFR στο κεφάλαιο ενός υποκαταστήματος που δημιουργήθηκε από τον κύριο βελγικό όμιλο στους τομείς της κλωστοϋφαντουργίας και των ταπήτων, με το σκοπό να δημιουργηθεί μια μονάδα παραγωγής ινών και νημάτων πολυπροπυλενίου, συνιστά ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης και, κατά συνέπεια, πρέπει να καταργηθεί. Επιπλέον, η Επιτροπή ζήτησε να πληροφορηθεί, εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της αποφάσεως, τα μέτρα που έλαβε το Βέλγιο για να συμμορφωθεί σχετικώς.
4
Η απόφαση κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1984, δεν ασκήθηκε δε κατ' αυτής προσφυγή ακυρώσεως.
5
Με έγγραφο της 18ης Ιανουαρίου 1985, η βελγική κυβέρνηση πρότεινε να μετατρέψει την ενίσχυση που είχε χορηγήσει σε δάνειο που να κατανέμεται σε πέντε ή επτά χρόνια, και που θα επέστρεφε η συγκεκριμένη επιχείρηση εφόσον θα το επέτρεπαν τα κέρδη που θα συγκεντρώνονταν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Με το έγγραφό της της 26ης Φεβρουαρίου 1985, η Επιτροπή απέρριψε αυτή την πρόταση. Με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 1985, η βελγική κυβέρνηση γνωστοποίησε στην Επιτροπή ότι δεν διέβλεπε καμία λύση για την υπόθεση που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις που θέτει η απόφαση. Η Επιτροπή άσκησε τότε την παρούσα προσφυγή.
6
Η βελγική κυβέρνηση παραδέχτηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η απόφαση, δεδομένου ότι δεν αμφισβητήθηκε εμπροθέσμως, έχει καταστεί οριστική. Προέβαλε, πάντως, ότι της ήταν αδύνατο να εκτελέσει την εν λόγω απόφαση, λόγω του ότι, αφενός η επιστροφή της κρατικής ενισχύσεως θα έθιγε την αρχή του απαραβίαστου του εταιρικού κεφαλαίου που περιέχεται στο βελγικό δίκαιο των εταιριών για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων των δανειστών, αφετέρου η εν λόγω απόδοση θα ήταν, επιπλέον, ουσιαστικά αδύνατη υπό τις παρούσες περιστάσεις, εκτός αν ετίθετο τέρμα στην ύπαρξη της επιχειρήσεως.
7
Πάντως, στο υπόμνημά της αντικρούσεως η βελγική κυβέρνηση αναγνώρισε ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986 (Επιτροπή κατά Βασιλείου του Βελγίου, 52/84, Συλλογή 1986, σ. 89 ), απέρριψε εν τω μεταξύ τα ίδια επιχειρήματα που είχε προβάλει στην παρούσα υπόθεση. Δήλωσε δε ότι ήλθε σε διαπραγματεύσεις με την Επιτροπή προκειμένου να εξευρεθεί λύση στο υφιστάμενο πρόβλημα.
8
Η Επιτροπή, στο απαντητικό της υπόμνημα, αναφέρεται σε μια συνάντηση, στις 6 Μαρτίου 1986, μεταξύ των εκπροσώπων της και των εκπροσώπων της βελγικής κυβερνήσεως που δεν κατέληξε σε ικανοποιητική λύση.
9
Στο υπόμνημά της ανταπαντήσεως, που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Μαΐου 1986, η βελγική κυβέρνηση αναφέρει ότι η εθνική εταιρία αναδιαρθρώσεως των εθνικών τομέων έλαβε εντολή να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να επιτύχει την απόδοση της ενισχύσεως. Απαντώντας σε μια ερώτηση του Δικαστηρίου ως προς την εξέλιξη της διαδικασίας εκτελέσεως της αποφάσεως, η βελγική κυβέρνηση, με έγγραφο της 17ης Νοεμβρίου 1986, ανέφερε ότι η αρχή που είναι επιφορτισμένη με την εν λόγω εκτέλεση αντιμετώπισε, κατά τις διαπραγματεύσεις, ορισμένα νομικά προβλήματα σχετικά με το δίκαιο των εταιριών, θεωρούσε όμως ότι θα βρισκόταν λύση μέσα στους επόμενους μήνες.
10
Κατά τη συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου 1987, ο εκπρόσωπος της βελγικής κυβερνήσεως δήλωσε ότι οι πλειοψηφούντες μέτοχοι της εν λόγω εταιρίας έδωσαν πρόσφατα τη σύμφωνη γνώμη τους για να εξαγοραστεί η συμμετοχή του κράτους στο εταιρικό κεφάλαιο που αποτελεί το αντικείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής, αυτό όμως πρέπει ακόμη να εγκριθεί από τις βελγικές αρχές.
11
Πρέπει να υπομνηστεί ότι η προσφυγή αφορά την παράλειψη του Βασιλείου του Βελγίου να συμμορφωθεί με την απόφαση εντός της ταχθείσας προθεσμίας και ότι η επίδικη απόφαση, που κοινοποιήθηκε με έγγραφο της 6ης Αυγούστου 1984, υποχρεώνει τη βελγική κυβέρνηση να πληροφορήσει την Επιτροπή, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της αποφάσεως, τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με αυτή την απόφαση. Πρέπει, επομένως, κατ' ανάγκη να γίνει δεκτό ότι η απόφαση δεν εκτελέστηκε εμπροθέσμως.
12
Από τα προηγούμενα συνάγεται ότι πρέπει να γίνει δεκτή η ύπαρξη παραβάσεως, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή με την προσφυγή της.
Eni των δικαστικών εξόδων
13
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Το Βασίλειο του Βελγίου, επειδή δεν συμμορφώθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας με την απόφαση 84/508 της Επιτροπής, της 27ης Ιουνίου 1984, σχετικά με την ενίσχυση που χορηγείται από τη βελγική κυβέρνηση σε παραγωγό ινών και νημάτων προπυλενίου, παρέβη υποχρέωση που υπέχει δυνάμει της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
O'Higgins
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Due
Bahlmann
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 9 Απριλίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy