ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 9/86 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1.
Η οδηγία 80/1263 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 89 ), που θεσπίστηκε βάσει του άρθρου 75, παράγραφος 1, στοιχείο γ), της Συνθήκης ΕΟΚ, προβλέπει κοινοτικό υπόδειγμα για τις εθνικές άδειες οδηγήσεως, ρυθμίζει την αμοιβαία αναγνώριση και την ανταλλαγή των εθνικών αδειών και προβαίνει σε μια πρώτη εναρμόνιση των κανόνων που ρυθμίζουν την χορήγηση και το κύρος των αδειών οδηγήσεως.
Το άρθρο 12, παράγραφος Ι, της οδηγίας ορίζει:
« Κατόπιν διαβουλεύσεως με την Επιτροπή, τα κράτη μέλη θεσπίζουν έγκαιρα, το αργότερο μέχρι της 30ής Ιουνίου 1982, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για την εφαρμογή της παρούσης οδηγίας από 1ης Ιανουαρίου 1983. »
Η οδηγία κοινοποιήθηκε κανονικώς στο Βασίλειο του Βελγίου.
2.
Η Επιτροπή, επειδή δεν της ανακοινώθηκε κανένα οριστικό μέτρο μεταφοράς της οδηγίας και επειδή έκρινε ότι κατά το παρόν στάδιο η βελγική νομοθεσία δεν ήταν σύμφωνη προς τις διατάξεις της οδηγίας, με έγγραφο της 12ης Μαρτίου 1984, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης καλώντας τη βελγική κυβέρνηση να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
3.
Με έγγραφο της 6ης Ιουλίου 1984, η Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Βελγίου στις Κοινότητες ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η προώθηση σχεδίου βασιλικού διατάγματος, τροποποιημένου βάσει των παρατηρήσεων της Επιτροπής, με το οποίο επρόκειτο να εισαχθούν στο βελγικό δίκαιο οι διατάξεις της οδηγίας. Προσέθεσε ότι ορισμένες από τις διατάξεις που προβλέπει η οδηγία εφαρμόζονται ήδη στη βελγική νομοθεσία.
4.
Επειδή το προτεθέν σχέδιο δεν έγινε δεκτό, η Επιτροπή, στις 2 Ιουλίου 1985, απηύθυνε προς τη βελγική κυβέρνηση την αιτιολογημένη γνώμη που προβλέπει το άρθρο 169, εδάφιο πρώτο, της Συνθήκης, καλώντας την να λάβει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τα μέτρα για τη συμμόρφωση της προς την οδηγία.
5.
Με έγγραφο της 25ης Σεπτεμβρίου 1985 της μόνιμης αντιπροσωπείας του Βελγίου, η βελγική κυβέρνηση γνωστοποίησε ότι αποδέχεται ότι δεν εξεπλήρωσε όλες τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία, υπογραμμίζοντας όμως ότι μετά τη λήψη προπαρασκευαστικών μέτρων για τη συμμόρφωση της βελγικής νομοθεσίας προς όλα τα σημεία της οδηγίας, οι βελγικές αρχές ήταν αποφασισμένες να πράξουν το παν για την ταχεία εφαρμογή της οδηγίας. Η μόνιμη αντιπροσωπεία του Βελγίου υπογράμμισε, εξάλλου, ότι οι βελγικές ρυθμίσεις ανταποκρίνονταν ήδη, σε ορισμένα θεμελιώδη σημεία, στις απαιτήσεις της οδηγίας.
6.
Η Επιτροπή, με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Ιανουαρίου 1986, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
7.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
ν' αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη επειδή δεν έλαβε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 80/1263 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδηγήσεως·
—
να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
2.
Η βελγική κυβέρνηση δεν διατύπωσε ρητώς τα αιτήματα της.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει, στο δικόγραφο της προσφυγής της, ότι η υπάρχουσα βελγική ρύθμιση δεν αρκεί για να εξασφαλίσει ορθή και πλήρη εφαρμογή της οδηγίας, ιδίως σε ό,τι αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α ), αυτής, σύμφωνα με το οποίο η χορήγηση άδειας οδηγήσεως εξαρτάται από την επιτυχία σε πρακτική και θεωρητική εξέταση καθώς και την εκπλήρωση ορισμένων προϋποθέσεων υγείας, τα ελάχιστα όρια των οποίων δεν μπορούν να διαφέρουν ουσιαστικά από εκείνα που καθορίζονται στα παραρτήματα II (για την εξέταση) και III (για τις προϋποθέσεις υγείας ) της οδηγίας.
Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι το Βασίλειο του Βελγίου, αντιθέτως προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 189, εδάφιο τρίτο, και από το άρθρο 5, εδάφιο πρώτο, της Συνθήκης, δεν θέσπισε, εντός της προθεσμίας που τάσσει το άρθρο 12, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας στο σύνολο της.
Στην ανταπάντηση της η Επιτροπή λαμβάνει υπό σημείωση τη θέση σε ισχύ του βασιλικού διατάγματος της 8ης Οκτωβρίου 1985, με το οποίο μεταφέρονται στο βελγικό δίκαιο οι διατάξεις του άρθρου 8 της οδηγίας. Ωστόσο, το εν λόγω βασιλικό διάταγμα δεν αίρει τις διαπιστώσεις επί των οποίων στηρίζονται οι αιτιάσεις της Επιτροπής.
2.
Η βελγική κνβέρνψη εκφράζει την πρόθεση της να συμμορφωθεί σε όλα τα σημεία και το ταχύτερο δυνατόν προς όλες τις διατάξεις της οδηγίας και διευκρινίζει ότι η οριστική έγκριση του σχεδίου βασιλικού διατάγματος, που πρόκειται να προσαρμόσει όλη τη βελγική ρύθμιση, καθυστερεί λόγω δυσχέρειας εφαρμογής ορισμένων διαδικασιών που αφορούν τις προϋποθέσεις υγείας. Δεδομένου όμως ότι η δυσχέρεια αυτή έχει επιλυθεί και δεν απομένει παρά η ρύθμιση ορισμένων λεπτομερειών, προβλέπεται περί το τέλος του 1986η θέση σε ισχύ όλης της σχετικής ρυθμίσεως.
Η βελγική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι μερική προσαρμογή της βελγικής ρυθμίσεως έγινε με το βασιλικό διάταγμα της 8ης Οκτωβρίου 1985, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Νοεμβρίου 1985, το οποίο εισήγαγε στο βελγικό δίκαιο τις διατάξεις του άρθρου 8 της οδηγίας και καθιέρωσε την επί ορισμένο χρονικό διάστημα ισχύ της αδείας οδηγήσεως που χορηγήθηκε σε άλλο κράτος μέλος και της οποίας ο κάτοχος διαμένει στο Βέλγιο.
A. J. Mackenzie Stuart
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 12ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 9/86,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο J. Amphoux, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, διά του Υπουργού Εξωτερικών Σχέσεων, εκπροσωπούμενου από τον R. Hoebaer, διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών Υποθέσεων, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την Πρεσβεία του Βελγίου, 4 rue des Girondins,
καθού,
με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ επειδή δεν θέσπισε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί με την οδηγία 80/1263 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδηγήσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Τ. F. Ο' Higgins και F. Α. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann και R. Joliét, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 29ης Ιανουαρίου 1987,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 29ης Ιανουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Ιανουαρίου 1986, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ επειδή δεν θέσπισε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί με την οδηγία 80/1263 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδηγήσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 13/010, σ. 89).
2
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται οι διατάξεις της εν λόγω οδηγίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
3
Η Επιτροπή αναφέρθηκε ιδίως στις απαιτήσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας σύμφωνα με το οποίο η χορήγηση αδείας οδηγήσεως εξαρτάται από την επιτυχία σε πρακτική και θεωρητική εξέταση και την εκπλήρωση ορισμένων προϋποθέσεων υγείας.
4
Το Βασίλειο του Βελγίου δεν αμφισβητεί την προβαλλόμενη παράβαση, αλλά, κατά την προφορική διαδικασία, επικαλέστηκε διοικητικές καθυστερήσεις και πρακτικής φύσεως δυσχέρειες οι οποίες εξηγούν την καθυστέρηση εφαρμογής της οδηγίας.
5
Πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής τους έννομης τάξης για να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση υποχρεώσεων και προθεσμιών που απορρέουν από οδηγίες.
6
Συνεπώς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, επειδή δεν έλαβε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 80/1263 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδηγήσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
7
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το καθού ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)
Το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ επειδή δεν θέσπισε, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 80/1263 του Συμβουλίου, της 4ης Δεκεμβρίου 1980, περί καθιερώσεως κοινοτικής αδείας οδηγήσεως.
2)
Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
O'Higgins
Schockweiler
Bosco
Koopmans
Bahlmann
Joliét
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 12 Μαρτίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy