ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 26/86 ( *1 )
Ι — Τα πραγματικά περιστατικά
Ο εν λόγω κανονισμός (ΕΕ L 320, σ. 9) ορίζει, μεταξύ άλλων, τις προαιρετικές ενδείξεις που, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορούν να αναγράφονται στις φιάλες αφρωδών οίνων. Μεταξύ των ενδείξεων αυτών περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στη μέθοδο παρασκευής. Το άρθρο 6 διακρίνει μεταξύ της « ζύμωσης μέσα σε φιάλη » ( παράγραφος 3 ) και της « ζύμωσης σε φιάλη κατά την παραδοσιακή μέθοδο » ή « παραδοσιακή μέθοδος » ( παράγραφος 4 ). Κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4, η τελευταία αυτή ένδειξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί « μόνον αν το επεξεργασθέν προϊόν:
α)
έγινε αφρώδες με δεύτερη αλκοολική ζύμωση μέσα στη φιάλη
β)
παρέμεινε χωρίς διακοπή σε επαφή με την οινολάσπη για εννέα τουλάχιστον μήνες στην ίδια επιχείρηση, από τη στιγμή της σύστασης της cuvée
γ)
αποχωρίσθηκε από την οινολάσπη με έκχυση ».
Το άρθρο 6, παράγραφος 5, ορίζει:
« 'Ενδειξη σχετική με μέθοδο παρασκευής που περιλαμβάνει το όνομα καθορισμένης περιοχής ή άλλης γεωγραφικής ενότητας ή όρος προερχόμενος από ένα από αυτά τα ονόματα (πρώτο εδάφιο) ... επιτρέπεται μόνο για την περιγραφή προϊόντος που δικαιούται μια από τις γεωγραφικές ενδείξεις ... » ( δεύτερο εδάφιο ).
Το εδάφιο 3 της παραγράφου 5 περιλαμβάνει προσωρινή παρέκκλιση από τον κανόνα αυτό:
« Πάντως, η μνεία της μεθόδου παρασκευής που λέγεται “ μέθοδος Καμπανιας ” θα μπορεί, εφόσον η χρήση της είναι παραδοσιακή, να χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με ισοδύναμη ένδειξη σχετική με αυτή τη μέθοδο παρασκευής και επί οκτώ αμπελουργικές περιόδους, στην περίπτωση των οίνων που δεν δικαιούνται να φέρουν την ελεγχόμενη ονομασία “ champagne ”. »
Το άρθρο 6, παράγραφος 5, τέταρτο εδάφιο, εξαρτά τη χρησιμοποίηση της ένδειξης « μέθοδος Καμπανιας » από τους ίδιους προαναφερόμενους όρους που επιβάλλει η παράγραφος 4, δεύτερο εδάφιο, για τις ενδείξεις « ζύμωση σε φιάλη κατά την παραδοσιακή μέθοδο » ή « παραδοσιακή μέθοδος ».
Ο κανονισμός τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Σεπτεμβρίου 1986 (άρθρο 18).
II — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφυγή της επιχείρησης Deutz und Geldermann πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 31η Ιανουαρίου 1986.
2.
Με Διάταξη της 4ης Ιουνίου 1986, το Δικαστήριο επέτρεψε στην Επιτροπή να παρέμβει προς στήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου.
3.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει άκυρο τον κανονισμό 3309/85 του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1985, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων, καθόσον προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού ότι η μνεία της αποκαλούμενης « μεθόδου Καμπανίας » ως μεθόδου παρασκευής μπορεί, εφόσον εχρησιμοποιείτο κατά παράδοση, να χρησιμοποιηθεί επί οκτώ μόνον αμπελουργικές περιόδους
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
4.
Με αίτηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής. Ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να κηρύξει απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού 3309/85 που άσκησε η προσφεύγουσα, χωρίς να εισέλθει στην ουσία'
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
5.
Η Επιτροπή, παρεμβαίνουσα, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
—
επικουρικώς, να κρίνει την προσφυγή αβάσιμη
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων σχετικά με την παρέμβαση.
6.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά.
7.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων επί του ζητήματος αποκλειστικώς του παραδεκτού της προσφυγής, χωρίς να εισέλθει στην ουσία και, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, να αναθέσει την υπόθεση στο έκτο τμήμα.
III - Ισχυρισμοί και επιχειρήματα όσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου
1.
Το Συμβούλιο και η Επινροπή θεωρούν ότι το άρθρο 6, παράγραφος 5, έχει κανονιστικό χαρακτήρα, έχει εφαρμογή σε πραγματικές καταστάσεις προσδιοριζόμενες αντικειμενικά και ότι παράγει έννομα αποτελέσματα για κατηγορίες προσώπων που περιγράφονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Η απαγόρευση αορίστου χρόνου, που θεσπίζεται με το εδάφιο 2 της παραγράφου 5, καθώς και η προσωρινή παρέκκλιση από την απαγόρευση αυτή, που περιλαμβάνεται στο τρίτο εδάφιο, ισχύουν για όλους τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς εμπόρους αφρωδών οίνων που παράγονται εντός της Κοινότητας ή εισάγονται σ' αυτή.
Κατά τη γνώμη του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ο όρος της κατά παράδοση χρήσεως δεν μεταβάλλει κατά τίποτα την κατάσταση. Οποιοσδήποτε έμπορος εγκατεστημένος σε κράτος μέλος όπου η μνεία « μέθοδος Καμπανιας» χρησιμοποιείται κατά παράδοση μπορεί να χρησιμοποιήσει ακόμη τη μνεία αυτή καθόλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, σχετικά δε ελάχιστη σημασία έχει αν χρησιμοποιούσε ή όχι τη μνεία αυτή κατά το χρόνο θεσπίσεως του κανονισμού.
Η Επινροπή προσθέτει ότι ο αριθμός των παραγωγών που χρησιμοποιούν τη μέθοδο Καμπανίας εντός της Κοινότητας είναι σαφώς μεγαλύτερος από αυτόν που η προσφεύγουσα προσπαθεί να κάνει πιστευτό, το γεγονός όμως αυτό δεν είναι αποφασιστικό ενόψει του κανονιστικού χαρακτήρα της επίδικης διατάξεως.
2.
Η προσφεύγουσα αντιτίθεται στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί το Συμβούλιο, στο υπόμνημά του, τον όρο « έμποροι αφρωδών οίνων». Η ένδειξη «μέθοδος Καμπανίας» είναι αποκλειστικά μέθοδος παρασκευής και, επομένως, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνον από παραγωγούς και όχι από εμπόρους. Η προσφεύγουσα προτείνει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί του ζητήματος αυτού.
Κατά την προσφεύγουσα, η αμφισβητούμενη διάταξη αφορά άμεσα και ατομικά όλους τους παραγωγούς που χρησιμοποιούν κατά παράδοση τη « μέθοδο Καμπάνιας », μεταξύ των οποίων η προσφεύγουσα, σαν να τους είχε απευθυνθεί απόφαση με το ίδιο περιεχόμενο, διότι ο αριθμός αυτών των παραγωγών είναι πολύ περιορισμένος και μπορεί εύκολα να εξακριβωθεί. Η αύξηση του αριθμού αυτού πρακτικά αποκλείεται, διότι μια νέα εγκατάσταση παραγωγής σύμφωνα με τη «μέθοδο Καμπανίας » ενός εκατομμυρίου φιαλών ετησίως (ποσότητα σχετικά ελάχιστη) προϋποθέτει επένδυση δύο εκατομμυρίων γερμανικών μάρκων. Η προσφεύγουσα προτείνει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την επιβεβαίωση του στοιχείου αυτού.
Προς υποστήριξη του παραδεκτού της προσφυγής της, η προσφεύγουσα βασίζεται στις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Bock κατά Επιτροπής ( 62/70 ), Scholten Honig κατά Συμβουλίου και Επιτροπής ( 101/76 ) και CAM κατά Επιτροπής ( 100/74) και στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα στην υπόθεση Zuckerfabrik Watenstedt κατά Συμβουλίου (6/68). Γενικά, η προσφεύγουσα έχει τη γνώμη ότι, για την εξασφάλιση πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεν πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά οι διατάξεις της Συνθήκης που αναφέρονται στα δικαιώματα ασκήσεως προσφυγής.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( έκτο τμήμα )
της 24ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 26/86,
Deutz und Geldermann, Sektkellerei Breisach (Baden) GmbH, εταιρία γερμανικού δικαίου, με έδρα το Breisach am Rhein, εκπροσωπούμενη από τους Waldmann και Timmermans, δικηγόρους Freibourg, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο της Marie Dennewald, 12, avenue de la Porte-Neuve,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Arthur Bräutigam, μέλος της νομικής του υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Jörg Käser, διευθυντή στη διεύθυνση νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο Peter Karpenstein, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο, στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, το παραδεκτό προσφυγής με την οποία ζητείται η μερική ακύρωση του άρθρου 6, παράγραφος 5, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3309/85 του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1985, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων ( ΕΕ L 320, σ. 9 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans, Ο. Due, Κ. Bahlmann και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: S. Hackspiel, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 25ης Νοεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 31η Ιανουαρίου 1986, η εταιρία Deutz und Geldermann, Sektkellerei GmbH άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση του κανονισμού 3309/85 του Συμβουλίου, της 18ης Νοεμβρίου 1985, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με την περιγραφή και την παρουσίαση αφρωδών οίνων και αεριούχων αφρωδών οίνων (ΕΕ L 320, σ. 9), καθόσον προβλέπεται με το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού αυτού ότι η μνεία « μέθοδος Καμπανίας » ως μεθόδου παρασκευής μπορεί να χρησιμοποιηθεί, εφόσον η μέθοδος αυτή εχρησιμοποιείτο κατά παράδοση, επί οκτώ μόνον αμπελουργικές περιόδους.
2
Με αίτηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, κατόπιν της οποίας το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία επί του ζητήματος αποκλειστικώς του παραδεκτού, χωρίς να εισέλθει στην ουσία.
3
Το νομικό πλαίσιο της διαφοράς καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων περιλαμβάνονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
4
Κατά το Συμβούλιο και την Επιτροπή, παρεμβαίνουσα, η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η προσφεύγουσα δεν ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις'παραδεκτού του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι ο προαναφερόμενος κανονισμός, περιλαμβανομένης και της αμφισβητούμενης διατάξεως, συνιστά, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, κανονιστική ρύθμιση γενικής ισχύος και όχι απόφαση που έχει ληφθεί υπό τη μορφή κανονισμού ο οποίος αφορά την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά.
5
Αντίθετα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η αμφισβητούμενη διάταξη, η οποία ισοδυναμεί με απαγόρευση θεσπισθείσα με διοικητική πράξη απευθυνόμενη προς όλους τους παραγωγούς που χρησιμοποιούν κατά παράδοση τη « μέθοδο Καμπάνιας », μεταξύ των οποίων και την προσφεύγουσα, τους αφορά άμεσα και ατομικά.
6
Όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, ιδίως με την απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 (Alusuisse, 307/81, Συλλογή 1982, σ. 3463), το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης εξαρτά το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως που ασκήθηκε από ιδιώτη από την προϋπόθεση ότι η προσβαλλόμενη πράξη, αν και έχει εκδοθεί υπό τη μορφή κανονισμού, συνιστά στην πραγματικότητα απόφαση, η οποία αφορά τον προσφεύγοντα άμεσα και ατομικά. Ο σκοπός της διάταξης αυτής είναι ιδίως να εμποδίζει τα κοινοτικά όργανα να αποκλείουν, με την απλή επιλογή της μορφής του κανονισμού, τη δυνατότητα των ιδιωτών να ασκούν προσφυγές κατά αποφάσεων που τους αφορούν άμεσα και ατομικά, και να διασαφηνίσει έτσι ότι η επιλογή της μορφής δεν μπορεί να μεταβάλλει τη φύση μιας πράξης.
7
Προσφυγή ιδιώτη δεν είναι πάντως παραδεκτή, εφόσον στρέφεται κατά κανονισμού γενικής ισχύος κατά την έννοια του άρθρου 189, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης. Το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως πρέπει να αναζητείται στη γενική ή μη έκταση εφαρμογής της οικείας πράξεως. Επομένως, πρέπει να ερευνάται η φύση της προσβαλλόμενης πράξεως και ιδίως τα έννομα αποτελέσματα που αποσκοπεί να παράγει ή πράγματι παρήγαγε.
8
Ο κανονιστικός χαρακτήρας μιας πράξης δεν επηρεάζεται από τη δυνατότητα προσδιορισμού του αριθμού ή και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία η πράξη έχει εφαρμογή σε δεδομένη στιγμή, εφόσον είναι βέβαιο ότι η εφαρμογή αυτή πραγματοποιείται βάσει μιας αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως που καθορίζει η πράξη σε σχέση με το σκοπό της.
9
Για να θεωρηθεί ότι η πράξη αφορά ατομικά τα εν λόγω υποκείμενα δικαίου, πρέπει η έννομη κατάσταση τους να θίγεται συνεπεία μιας πραγματικής καταστάσεως, η οποία τα διαφοροποιεί από κάθε άλλο πρόσωπο και τα εξατομικεύει όπως τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται η πράξη ( βλέπε ιδίως την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1975, CAM, 100/74, Slg. σ. 1393 ).
10
Στην υπό κρίση υπόθεση, οι διάδικοι ερίζουν ως προς το κατά πόσο η απαγόρευση που θεσπίζεται με την αμφισβητούμενη διάταξη έχει ως δυνητικούς αποδέκτες όλους τους παραγωγούς και εμπόρους αφρωδών οίνων της Κοινότητας ή μόνον τους παραγωγούς που χρησιμοποιούν κατά παράδοση τη « μέθοδο Καμπανίας ».
11
Χωρίς να χρειάζεται να ληφθεί θέση επί της αντιδικίας αυτής, αρκεί η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν έπρεπε να γίνει δεκτή η ερμηνεία που προβάλλει η προσφεύγουσα, ότι μόνον οι παραγωγοί αφρωδών οίνων που χρησιμοποιούν κατά παράδοση τη « μέθοδο Καμπανίας » είναι οι αποδέκτες της εν λόγω απαγορεύσεως, αυτό δεν σημαίνει εντούτοις ότι η διάταξη αυτή δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα.
12
Πράγματι, η επίδικη πράξη αφορά την προσφεύγουσα μόνον υπό την αντικειμενική της ιδιότητα παραγωγού αφρωδών οίνων που χρησιμοποιεί κατά παράδοση ορισμένη μέθοδο παραγωγής, όπως και κάθε άλλος επιχειρηματίας που βρίσκεται στην ίδια κατάσταση.
13
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
14
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά εξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή.
Κακούρης
Koopmans
Due
Bahlmann
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 24 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του έκτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy