Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1.ΕΚΑΧ - Παραγωγή - Σύστημα ποσοστώσεως παραγωγής και παραδόσεως χάλυβα - Θέσπιση των ουσιωδών στοιχείων του συστήματος - Απαραίτητη η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου - Προσαρμογή των ποσοστώσεων επιχειρήσεων που υφίστανται τις συνέπειες του περιορισμού των εξαγωγικών αγορών - 'Ιδια αρμοδιότητα της Επιτροπής
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 58)
2.ΕΚΑΧ - Παραγωγή - Σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεως χάλυβα - Θέσπιση διατάξεων περί καθορισμού τους επί ευλόγου βάσεως - Εφαρμογή εκ μέρους της Επιτροπής της διαδικασίας που προβλέπεται για τη θέσπιση ποσοστώσεων - Κατάχρηση εξουσίας
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρα 33 και 58 γενική απόφαση 3485/85, άρθρο 5)
Περίληψη
1.Το άρθρο 58 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβλέπει ως απαραίτητη τη συναίνεση του Συμβουλίου μόνο για τη θέσπιση των ουσιωδών στοιχείων του συστήματος των ποσοστώσεων και ότι στην Επιτροπή εναπόκειται, δυνάμει των ιδίων της εξουσιών, να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες του εν λόγω συστήματος, προκειμένου να επιβάλει ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως.
Συνεπώς, καίτοι η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου είναι απαραίτητη στην περίπτωση προτάσεως γενικής προσαρμογής των ποσοστώσεων μιας ολόκληρης ομάδας επιχειρήσεων που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά στη δομή τους και συνεπώς, χαρακτηρίζονται από μόνιμη κατάσταση, δεν συμβαίνει το ίδιο σε περίπτωση προτάσεως για προσαρμογή των ποσοστώσεων που έχουν χορηγηθεί σε επιχειρήσεις βάσει της σχέσεως μεταξύ των εξαγωγών τους και των παραδόσεών τους εντός της κοινής αγοράς κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου πριν από τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων. Πράγματι, δεδομένου ότι μπορούσε να προβλεφθεί, από το χρόνο ήδη της θεσπίσεως του εν λόγω συστήματος, ότι μια ιδιαίτερα δυσμενής εξέλιξη στην αγορά εξαγωγής θα μπορούσε να καταστήσει απαραίτητη την προσαρμογή τη εν λόγω σχέσεως, προκειμένου να εκπληρώσει η Επιτροπή την υποχρέωση που υπέχει να καθορίζει τις ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως. Μια τέτοια προσαρμογή θα μπορούσε, συνεπώς, να θεωρηθεί ως διευθέτηση μιας λεπτομέρειας του συστήματος, για την οποία δεν είναι απαραίτητη η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου.
2.Συντρέχει περίπτωση εκτροπής από το νόμιμο σκοπό τους των εξουσιών που παρέχει η Συνθήκη στην Επιτροπή, όταν προκύπτει ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε τις εξουσίες αυτές με αποκλειστικό, ή τουλάχιστον κύριο σκοπό, να αποφύγει τη διαδικασία που ειδικώς προβλέπει η Συνθήκη για τη ρύθμιση της οικείας καταστάσεως. Το ίδιο συμβαίνει όταν η Επιτροπή, ακολουθώντας χωρίς λόγο τη διαδικασία που προβλέπεται για τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων, παραλείπει να ασκήσει τις αρμοδιότητές της κατά τη θέσπιση των κανόνων που κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση του δικαίου χαρακτήρα των ποσοστώσεων.
Αυτό συμβαίνει όταν, έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα, μετά από έρευνα της ειδικής καταστάσεως πολλών επιχειρήσεων, ότι οι σχέσεις μεταξύ των ποσοστώσεων παραγωγής των εν λόγω επιχειρήσεων και του μέρους των ποσοστώσεων αυτών που μπορεί να παραδοθεί εντός της κοινής αγοράς πρέπει να προσαρμοστούν προκειμένου να καθοριστούν οι ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως, η Επιτροπή δεν θεσπίζει, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 2 τις διατάξεις που τη λήψη τους επιτάσσει η διαπίστωση αυτή, αλλά περιορίζεται να υποβάλει σχέδιο στο Συμβούλιο, κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1, και, σε περίπτωση που αυτό δεν εκδώσει σύμφωνη γνώμη, εκδίσει νέα γενική απόφαση η οποία διατηρεί αμετάβλητο το σύστημα των ποσοστώσεων.
Βαρύνεται, συνεπώς, με κατάχρηση εξουσίας και πρέπει, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί το άρθρο 5 της γενικής αποφάσεως 3485/85 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1985, καθόσον δεν επιτρέπει τον καθορισμό ποσοστώσεων παραδόσεως επί βάσεως την οποία η Επιτροπή θεωρεί δίκαιη για τις επιχειρήσεις εκείνες των οποίων η σχέση μεταξύ ποσοστώσεως παραγωγής και ποσοστώσεως παραδόσεως είναι αισθητά κατώτερη από τον κοινοτικό μέσο όρο.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 33, 44, 110, 226 και 285/86,
Stahlwerke Peine-Salzgitter AG, με έδρα το Salzgitter, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Κολωνίας Deringer, Tessin, Herrmann και Sedemund, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Jacques Loesch, 8, rue Zithe,
και
Hoogovens Groep BV, με έδρα το IJmuiden, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους στο Hoge Raad των Κάτω Χωρών B. H. ter Kuile και F. O. W. Vogelaar, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Jacques Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Rolf Waegenbauer και τον Thomas van Rijn, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του άρθρου 5 της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1985, για παράταση της ισχύος του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 340, σ. 5), καθώς και των ατομικών αποφάσεων της Επιτροπής, της 30ής Δεκεμβρίου 1985 και της 21ης Μαρτίου 1986, που καθορίζουν τις ποσοστώσεις της Stahlwerke Peine-Salzgitteq AG για το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 1986 αντιστοίχως και της 14ης Ιουλίου 1986 (όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 5ης Αυγούστου 1986) και της 6ης Οκτωβρίου 1986 (όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1986) που καθορίζουν τις ποσοστώσεις της Hoogovens Groep BV για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1986 αντιστοίχως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, ασκούντα καθήκοντα προέδρου, O. Due και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, K. Bahlmann, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet, T. F. O' Higgins και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και
κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 22ας Οκτωβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Δεκεμβρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Φεβρουαρίου 1986 η Stahlwerke Peine-Salzgitter AG (στο εξής: Stahlwerke Peine-Salzgitter ΑG), άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33, εδάφιο 2 της Συνθήκης ΕΚΑΧ προσφυγή (υπόθεση 33/86) με την οποία ζητεί ακύρωση του άρθρου 5 της γενικής αποφάσεως 3485/85 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1985, για παράταση της ισχύος του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 340, σ. 5), καθόσον δεν προβλέπει τη δυνατότητα δίκαιης προσαρμογής του μέρους των ποσοστώσεων παραγωγής που μπορούν να παραδοθούν εντός της κοινής αγοράς (στο εξής: ποσόστωση παραδόσεως), στην περίπτωση επιχειρήσεων των οποίων η ποσόστωση παραδόσεως είναι σημαντικά μικρότερη από τον κοινοτικό μέσο όρο.
2 Με δικόγραφα που κατέθεσε στις 17 Φεβρουαρίου και στις 9 Μαΐου 1986, η Stahlwerke Peine-Salzgitter ΑG άσκησε, δυνάμει της προαναφερθείσης διατάξεως της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δύο προσφυγές (υποθέσεις 44/86 και 110/86 αντιστοίχως), με τις οποίες ζητεί ακύρωση των ατομικών αποφάσεων που της απηύθυνε η Επιτροπή στις 30 Δεκεμβρίου 1985 και στις 21 Μαρτίου 1986, καθόσον καθορίζουν τις ποσοστώσεις παραδόσεως της εν λόγω επιχειρήσεως για τις κατηγορίες προϊόντων Ι α, Ι β, Ι γ και ΙΙΙ και για το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 1986 αντιστοίχως.
3 Με δικόγραφα που κατέθεσε στις 20 Αυγούστου και στις 20 Νοεμβρίου 1986 η Hoogovens Groep BV (στο εξής: Hoogovens) άσκησε, δυνάμει της προαναφερθείσης διατάξεως της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δύο προσφυγές (υποθέσεις 226/86 και 285/86 αντιστοίχως), με τις οποίες ζητεί την ακύρωση, στο σύνολό τους ή τουλάχιστον μερικώς, αφενός μεν, των ατομικών αποφάσεων της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1986 (όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 5ης Αυγούστου 1986) και της 6ης Οκτωβρίου 1986 (όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1986), που καθορίζουν τις ποσοστώσεις της εν λόγω επιχειρήσεως για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1986 αντιστοίχως, αφετέρου δε, της γενικής αποφάσεως της Επιτροπής 3485/85.
4 Και με τις πέντε προσφυγές προβάλλεται, κυρίως, ο παράνομος χαρακτήρας της προαναφερθείσης γενικής αποφάσεως 3485/85, ιδίως του άρθρου 5.
5 Με Διάταξη της 30ής Ιουνίου 1987 το Δικαστήριο (έκτο τμήμα), λόγω της συναφείας των πέντε υποθέσεων, διέταξε την ένωσή τους, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως. Επετράπη στη Hoogovens να παρέμβει στην υπόθεση 33/86 προς στήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας.
6 Σύμφωνα με το σύστημα επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων παραγωγής σιδήρου και χάλυβα, η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο τις ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορούν να παραδοθούν εντός της κοινής αγοράς, βάσει παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς που καθορίστηκαν κατά τη θέσπιση του συστήματος και μετά την εφαρμογή, επί των εν λόγω παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς, ορισμένων ποσοστών μειώσεως που καθορίζονται ανά τρίμηνο.
7 Οι προσφεύγουσες είναι επιχειρήσεις παραγωγής σιδήρου και χάλυβα. Η Stahlwerke Peine-Salzgitter ΑG παράγει, μεταξύ άλλων, προϊόντα των κατηγοριών Ι α, Ι β, Ι γ και ΙΙΙ. Η Hoogovens παράγει, ιδίως, προϊόντα των κατηγοριών Ι α και Ι β. Για όλες αυτές τις κατηγορίες η σχέση μεταξύ της ποσοστώσεως παραγωγής και του μέρους της ποσοστώσεως αυτής που μπορεί να παραδοθεί εντός της κοινής αγοράς (η γνωστή ως σχέση Ι: Ρ) είναι ιδιαιτέρως δυσμενής για τις προσφεύγουσες, τόσο σε απόλυτες τιμές, όσο και σε σύγκριση με τον κοινοτικό μέσο όρο, από τον οποίο υπολείπεται μερικές φορές μέχρι και 25 %. Δεν αμφισβητείται ότι οι δυσμενείς αυτές σχέσεις Ι: Ρ προκαλούν εξαιρετικές οικονομικές δυσχέρειες στις προσφεύγουσες.
8 Η Επιτροπή, γνωρίζοντας τις δυσχέρειες αυτές εξέφρασε επανειλημμένα τη βούλησή της να επανεξετάσει το ζήτημα της σχέσεως Ι : Ρ, πριν από την παράταση για μια νέα περίοδο δύο ετών του συστήματος των ποσοστώσεων. Μετά από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή ζήτησε από το Συμβούλιο να εκδώσει σύμφωνη γνώμη σχετικά με τις νέες διατάξεις που πρότεινε με ανακοίνωσή της που απηύθυνε στο Συμβούλιο στις 25 Σεπτεμβρίου 1985 σχετική με τη "θέσπιση συστήματος ποσοστώσεων παραγωγής κατ' εφαρμογή του άρθρου 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ μετά την 31η Δεκεμβρίου 1985". Στην ανακοίνωσή της αυτή η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα εμπορικά ρεύματα προϊόντων σιδήρου και χάλυβα μεταξύ της Κοινότητας και της υπόλοιπης αγοράς σημείωσαν βαθιές μεταβολές από τότε που θεσπίστηκε το σύστημα των ποσοστώσεων και ότι επιβάλλεται η επανεξέταση της καταστάσεως των επιχειρήσεων εκείνων των οποίων η σχέση μεταξύ του μέρους των ποσοστώσεων παραγωγής που προορίζονται να παραδοθούν εντός της Κοινότητας και των συνολικών τους ποσοστώσεων παραγωγής είναι, για το σύνολο των προϊόντων που εμπίπτουν στο σύστημα των ποσοστώσεων, πολύ μικρότερη του κοινοτικού μέσου όρου, διότι οι καταστάσεις αυτές δεν συνάδουν πλέον με τους σκοπούς της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα του σιδήρου και του χάλυβα. Η Επιτροπή σκόπευε να αυξήσει, για την παραγωγή της κάθε επιχειρήσεως, τη σχέση Ι: Ρ μέχρι μιας τιμής που να μην υπολείπεται περισσότερο από 10 εκατοστιαίες μονάδες από τον κοινοτικό μέσο όρο.
9 Το Συμβούλιο εξέτασε το έγγραφο αυτό στις 29 Οκτωβρίου 1985. Σε απάντηση ερωτήματος που υπέβαλε το Δικαστήριο, το Συμβούλιο δήλωσε ότι δεν εξέδωσε σύμφωνη γνώμη ως προς την προσαρμογή της σχέσεως Ι: Ρ.
10 Στις 27 Νοεμβρίου 1985, η Επιτροπή εξέδωσε τη γενική απόφαση 3485/85, η οποία δεν προβλέπει προσαρμογή της σχέσεως Ι: Ρ, όπως είχε προτείνει η Επιτροπή στο Συμβούλιο. Το άρθρο 5 της εν λόγω αποφάσεως προβλέπει ότι η Επιτροπή καθορίζει ανά τρίμηνο, για κάθε επιχείρηση, τις ποσοστώσεις παραγωγής και το μέρος των ποσοστώσεων αυτών που μπορούν να παραδοθούν εντός της κοινής αγοράς, βάσει παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς και κατόπιν εφαρμογής επί των εν λόγω παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς των ποσοστών μειώσεως. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να προβαίνει, εφόσον κρίνεται αναγκαίο και εντός ορισμένων ορίων, κατόπιν αιτήσεως της ενδιαφερομένης επιχειρήσεως, σε προσαρμογή των ποσοστώσεων που καθορίζονται με τον τρόπο αυτό η προσαρμογή όμως αυτή, που τις λεπτομέρειές της ρυθμίζει το εν λόγω άρθρο, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή ποσοστώσεων που να υπερβαίνουν ένα ορισμένο όριο ανά τρίμηνο για το σύνολο των κατηγοριών προϊόντων που παράγει μία επιχείρηση.
11 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμαβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του παραδεκτού (υπόθεση 33/86)
12 Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής μόνο στην υπόθεση 33/86, που αφορά προσφυγή της Stahlwerke Peine-Salzgitter ΑG κατά της γενικής αποφάσεως 3485/85. Ισχυρίζεται ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η εν λόγω απόφαση συνιστά έναντι αυτής κατάχρηση εξουσίας.
13 Σύμφωνα με το άρθρο 33, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ οι επιχειρήσεις ή οι ενώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 48 μπορούν να ασκήσουν προσφυγή κατά ατομικών αποφάσεων και συστάσεων που τις αφορούν ή κατά γενικών αποφάσεων και συστάσεων που θεωρούν ότι συνιστούν έναντι αυτών κατάχρηση εξουσίας.
14 Πρέπει να τονιστεί ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου για να είναι παραδεκτή μία προσφυγή αρκεί να διαπιστωθεί ότι η προσφεύγουσα είναι επιχείρηση ή ένωση επιχειρήσεων που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις των άρθρων 33, εδάφιο 1, και 48 της Συνθήκης ΕΚΑΧ και ότι προβάλλει κατάχρηση εξουσίας έναντι αυτής, αναφέροντας βασίμως τους λόγους από τους οποίους προκύπτει, κατά τη γνώμη της, η προβαλλόμενη κατάχρηση εξουσίας. Οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση. Αντιθέτως, το αν πράγματι αποδεικνύεται κατάχρηση εξουσίας έναντι της προσφεύγουσας αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στην εξέταση της ουσίας.
15 Συνεπώς, η προσφυγή στην υπόθεση 33/86 είναι παραδεκτή.
Επί της ουσίας (υποθέσεις 33, 44, 110, 226 και 285/86)
16 Οι διάδικοι δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν συμφώνησε με το σχέδιο της Επιτροπής να τροποποιήσει τις ποσοστώσεις παραδόσεως στην περίπτωση των επιχειρήσεων εκείνων των οποίων οι σχέσεις Ι: Ρ είναι ιδιαίτερα δυσμενείς. Το ζήτημα που τίθεται είναι αν η Επιτροπή όφειλε να ζητήσει τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, ή αν, αντιθέτως, όφειλε να ενεργήσει αυτοτελώς και παρέλειψε να το πράξει.
17 Κατά τις Stahlwerke Peine-Salzgitter ΑG και Hoogovens, από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ προκύπτει ότι η επιβολή ποσοστώσεων επί ευλόγου βάσεως ανάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Επιτροπής. Σύμφωνα με την κατανομή αρμοδιοτήτων που προβλέπει το άρθρο 58, η συναίνεση του Συμβουλίου είναι υποχρεωτική μόνο σε ό,τι αφορά την καταρχήν απόφαση για επιβολή συστήματος ποσοστώσεων, ενώ, αντιθέτως, η Επιτροπή είναι η μόνη αρμόδια για τον καθορισμό δικαίων ποσοστώσεων.
18 Κατά τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, το γεγονός ότι το άρθρο 58, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΧ απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου προκειμένου να θεσπιστεί σύστημα ποσοστώσεων, δεν σημαίνει ότι οι αποφάσεις που αφορούν ζητήματα οργανώσεως, παρατάσεως ή τροποποιήσεως του εν λόγω συστήματος μπορούν να λαμβάνονται χωρίς τη συναίνεση του Συμβουλίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις της ισχύουσας γενικής απόφασης, για τη θέσπιση της οποίας ήταν απαραίτητη, κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1, η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, η Επιτροπή καθορίζει τις ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως, δυνάμει του άρθρου 58, παράγραφος 2. Υφίσταται, συνεπώς, στενή σχέση μεταξύ των παραγράφων 1 και 2 του εν λόγω άρθρου 58, οι οποίες δεν μπορούν να εξετάζονται χωριστά.
19 Κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν μπορεί η ίδια να τροποποιεί τη γενική απόφαση, ώστε να προβαίνει σε προσαρμογές των ποσοστώσεων για λόγους δικαιοσύνης, παρά μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας που προβλέπεται σχετικώς, δηλαδή είτε με τροποποίηση της γενικής αποφάσεως κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου, είτε με εφαρμογή του άρθρου 18 της ισχύουσας γενικής απόφασης το οποίο εξουσιοδοτεί την Επιτροπή να προβαίνει, με γενική απόφαση, στις επιβαλλόμενες προσαρμογές, ιδίως όταν σημειώνονται βαθιές μεταβολές στην αγορά προϊόντων σιδήρου και χάλυβα.
20 Στην παρούσα υπόθεση, μετά την έκδοση αρνητικής γνώμης εκ μέρους του Συμβουλίου σχετικά με τις προτάσεις της Επιτροπής περί της ανάγκης μεταβολής της σχέσεως Ι: Ρ, ήταν αδύνατο στην Επιτροπή να αγνοήσει το αποτέλεσμα αυτό της ψηφοφορίας κατά την έκδοση της γενικής αποφάσεως 3485/85. Σε ό,τι, εξάλλου, αφορά την εφαρμογή του άρθρου 18, εφόσον η ισχύς της γενικής αποφάσεως 234/84 πλησίαζε στη λήξη της, ήταν αδύνατον να στηριχθεί προσαρμογή των ποσοστώσεων επί του άρθρου 18 της εν λόγω αποφάσεως. Το άρθρο 18 περιελήφθη αυτούσιο στην απόφαση 3485/85, απόφαση, όμως, στηριζόμενη στην εν λόγω διάταξη δεν θα μπορούσε να εκδοθεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση της γενικής αποφάσεως και ελλείψει σημαντικών μεταβολών.
21 Το άρθρο 58 της Συνθήκης ΕΚΑΧ ορίζει τα εξής στην παράγραφο 1, εδάφιο 1, και στην παράγραφο 2, εδάφιο 1:
"1. Σε περίπτωση μειώσεως της ζητήσεως, αν η Ανωτάτη Αρχή κρίνει ότι η Κοινότης ευρίσκεται ενώπιον περιόδου έκδηλης κρίσεως και ότι τα μέτρα δράσεως που προβλέπονται στο άρθρο 57 δεν επαρκούν για την αντιμετώπισή της, οφείλει η ιδία, κατόπιν διαβουλεύσεως με τη συμβουλευτική επιτροπή και μετά σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, να καθορίσει ένα σύστημα ποσοστώσεων της παραγωγής συνοδευόμενο, στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο, από τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 74 ...
2. Η Ανωτάτη Αρχή βάσει μελετών που γίνονται σε συνεργασία με τις επιχειρήσεις και τις ενώσεις επιχειρήσεων, καθορίζει τις ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως, λαμβανομένων υπόψη των αρχών που ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4. Η Ανωτάτη Αρχή δύναται ιδίως να ρυθμίζει το επίπεδο της δραστηριότητος των επιχειρήσεων με κατάλληλες εισφορές επί των ποσοτήτων σε τόνους που υπερβαίνουν ένα επίπεδο αναφοράς, το οποίο ορίζεται με γενική απόφαση."
22 Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως τόνισε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 11ης Μαΐου 1983 (Kloeckner-Werke AG κατά Επιτροπής, 244/81, Συλλογή 1983, σ. 1451), προβλέποντας μία μορφή συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου, το άρθρο 58 δεν καθόρισε τις σχετικές λεπτομέρειες. Το Δικαστήριο τόνισε ότι ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 58 όταν η συνεργασία αυτή καταλήγει σε συναίνεση του Συμβουλίου για το σύστημα ποσοστώσεων που σχεδιάζει να επιβάλει η Επιτροπή, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να υποχρεωθούν τα δύο όργανα να εξετάσουν μαζί ένα σχέδιο αποφάσεως συντεταγμένο λεπτομερώς. 'Οπως προκύπτει από την απόφαση αυτή, το άρθρο 58 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι προβλέπει ως απαραίτητη τη συναίνεση του Συμβουλίου μόνο για τη θέσπιση των ουσιωδών στοιχείων του συστήματος των ποσοστώσεων και ότι στην Επιτροπή εναπόκειται, δυνάμει των ιδίων της εξουσιών, να ρυθμίσει τις λεπτομέρειες του εν λόγω συστήματος, προκειμένου να επιβάλει ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως.
23 'Οπως έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο, τελευταία στην απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984 (Walzstahl-Vereinigung και Thyssen AG κατά Επιτροπής, 140, 146, 221 και 226/82, Συλλογή 1984, σ. 951), συντρέχει περίπτωση εκτροπής από το νόμιμο σκοπό τους των εξουσιών που παρέχει η Συνθήκη στην Επιτροπή, όταν προκύπτει ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε τις εξουσίες αυτές με αποκλειστικό, ή τουλάχιστον κύριο σκοπό, να αποφύγει τη διαδικασία που ειδικώς προβλέπει η Συνθήκη για τη ρύθμιση της οικείας καταστάσεως. Το ίδιο συμβαίνει όταν η Επιτροπή, ακολουθώντας χωρίς λόγο τη διαδικασία που προβλέπεται για τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων, παραλείπει να ασκήσει τις αρμοδιότητές της κατά τη θέσπιση των κανόνων που κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση του δικαίου χαρακτήρα των ποσοστώσεων.
24 Προκειμένου να καθοριστεί αν συντρέχει παρόμοια περίπτωση καταχρήσεως εξουσίας στην παρούσα υπόθεση, πρέπει, κατά συνέπεια, να εξετασθεί καταρχάς αν η Επιτροπή είχε την αρμοδιότητα να εκδώσει απόφαση που να προβλέπει μεταβολή της σχέσεως Ι: Ρ χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου. Αν αυτό αληθεύει, το γεγονός ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι δευσμεύεται, κατά τη θέσπιση του άρθρου 5 της αποφάσεως 3485/85, από την αρνητική απάντηση του Συμβουλίου, από το οποίο είχε ζητήσει την έκδοση σύμφωνης γνώμης, μπορεί, πράγματι, να αποτελέσει κατάχρηση εξουσίας.
25 'Οπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου, η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου, δυνάμει του άρθρου 58, παράγραφος 1, είναι απαραίτητη στην περίπτωση προτάσεως γενικής προσαρμογής των ποσοστώσεων μιας ολόκληρης ομάδας επιχειρήσεων που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά στη δομή τους.
26 Πρέπει, ωστόσο, να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός μεν, της προσαρμογής των ποσοστώσεων μιας ολόκληρης ομάδας επιχειρήσεων που παρουσιάζουν κοινά χαρακτηριστικά στη δομή τους και, συνεπώς, χαρακτηρίζονται από μόνιμη κατάσταση, αφετέρου δε, της προσαρμογής των ποσοστώσεων των επιχειρήσεων που άσκησαν τις παρούσες προσφυγές, οι οποίες έχουν ως κοινά χαρακτηριστικά τη σχέση μεταξύ των εξαγωγών τους και των παραδόσεών τους εντός της κοινής αγοράς κατά τη διάρκεια μιας ορισμένης περιόδου πριν από τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων. Χωρίς τη θέσπιση του συστήματος των ποσοστώσεων, η σχέση αυτή θα μπορούσε να μεταβληθεί ανάλογα με τη συγκυρία στην κοινή αγορά και στην αγορά εξαγωγής. Μπορούσε, συνεπώς, να προβλεφθεί, από το χρόνο ήδη της θεσπίσεως του εν λόγω συστήματος, ότι μία ιδιαίτερα δυσμενής εξέλιξη στην αγορά εξαγωγής θα μπορούσε να καταστήσει απαραίτητη την προσαρμογή της εν λόγω σχέσεως, προκειμένου να εκπληρώσει η Επιτροπή την υποχρέωση που υπέχει να καθορίζει τις ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως. Μία τέτοια προσαρμογή θα μπορούσε, συνεπώς, να θεωρηθεί ως διευθέτηση μιας λεπτομέρειας του συστήματος, για την οποία δεν είναι απαραίτητη η σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου.
27 Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή εξέτασε την ειδική κατάσταση επιχειρήσεων όπως η Stahlwerke Peine-Salzgitter ΑG και η Hoogovens, όπως επιβάλλει το άρθρο 58, παράγραφος 2, και διαπίστωσε ότι οι σχέσεις Ι: Ρ των εν λόγω επιχειρήσεων έπρεπε να προσαρμοστούν ώστε να καθοριστούν ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν έλαβε, βάσει του άρθρου 58, παράγραφος 2, τις διατάξεις που επέβαλε η διαπίστωση αυτή, αλλά περιορίστηκε να υποβάλει στο Συμβούλιο σχέδιο, κατά το άρθρο 58, παράγραφος 1. Ελλείψει σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου, εξέδωσε τη νέα γενική απόφαση 3485/85, η οποία διατηρούσε αμετάβλητο το σύστημα των ποσοστώσεων. Μη προβαίνοντας στη μεταβολή της σχέσεως Ι: Ρ την οποία έκρινε αναγκαία προκειμένου να καθορίσει ποσοστώσεις επί ευλόγου βάσεως, κατά το άρθρο 58, παράγραφος 2, η Επιτροπή επεδίωξε σκοπό διαφορετικό από εκείνο που της επέβαλε να επειδιώκει η εν λόγω διάταξη και, συνεπώς, υπέπεσε σε κατάχρηση εξουσίας. Εφόσον η Επιτροπή είχε διαπιστώσει την ανάγκη άρσεως της δυσαρμονίας της σχέσεως Ι: Ρ, που χαρακτήριζε την ειδική κατάσταση επιχειρήσεων όπως οι προσφεύγουσες, πρέπει να θεωρηθεί ότι συντρέχει κατάχρηση εξουσίας έναντι των προσφευγουσών.
28 Επιβάλλεται, συνεπώς, να διαπιστωθεί ότι το άρθρο 5 της γενικής αποφάσεως 3485/85 βαρύνεται με κατάχρηση εξουσίας έναντι των προσφευγουσών και ότι, κατα συνέπεια, πρέπει να ακυρωθεί.
29 Εφόσον οι ατομικές αποφάσεις που απευθύνονται στην Stahlwerke Peine-Salzgitter ΑG, της 30ής Δεκεμβρίου 1985 και της 21ης Μαρτίου 1986, στηρίζονται, μερικώς, επί του άρθρου 5 της γενικής αποφάσεως 3485/85, πρέπει να ακυρωθούν οι εν λόγω αποφάσεις, καθόσον καθορίζουν τις ποσοστώσεις παραδόσεως της εν λόγω επιχειρήσεως για τις κατηγορίες Ι α, Ι β, Ι γ και ΙΙΙ, για το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 1986 αντιστοίχως.
30 Ομοίως, εφόσον οι ατομικές αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1986 (όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 5ης Αυγούστου 1986) και της 6ης Οκτωβρίου 1986 (όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1986), που απευθύνονται στην Hoogovens, στηρίζονται, μερικώς, επί του άρθρου 5 της γενικής αποφάσεως 3485/85, πρέπει να ακυρωθούν οι εν λόγω αποφάσεις, καθόσον καθορίζουν τις ποσοστώσεις παραδόσεως της εν λόγω επιχειρήσεως για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1986 αντιστοίχως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ηττήθη, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει το άρθρο 5 της αποφάσεως 3485/85 της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1985, καθόσον δεν επιτρέπει τον καθορισμό ποσοστώσεων παραδόσεως επί βάσεως την οποία η Επιτροπή θεωρεί δίκαιη για τις επιχειρήσεις εκείνες των οποίων η σχέση μεταξύ ποσοστώσεως παραγωγής και ποσοστώσεως παραδόσεως είναι αισθητά κατώτερη από τον κοινοτικό μέσο όρο.
2) Ακυρώνει τις ατομικές αποφάσεις που απηύθυνε η Επιτροπή, στις 30 Δεκεμβρίου 1985 και στις 21 Μαρτίου 1986, στη Stahlwerke Peine-Salzgittq AG, καθόσον καθορίζουν ποσοστώσεις παραδόσεως για την εν λόγω επιχείρηση και για τις κατηγορίες Ι α, Ι β, Ι γ και ΙΙΙ για το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο του 1986 αντιστοίχως.
3) Ακυρώνει τις ατομικές αποφάσεις της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1986 (όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 5ης Αυγούστου 1986) και της 6ης Οκτωβρίου 1986 (όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1986), που απευθύνονται στη Hoogovens Groep BV, καθόσον καθορίζουν ποοστώσεις παραδόσεως για την εν λόγω επιχείρηση και για το τρίτο και τέταρτο τρίμηνο του 1986 αντιστοίχως.
4) Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy