Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Εξωσυμβατική ευθύνη - Προϋποθέσεις - Κανονιστική πράξη που προϋποθέτει επιλογή οικονομικής πολιτικής - Κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 215, δεύτερη παράγραφος )
Περίληψη
Η ευθύνη της Κοινότητας λόγω της ασκήσεως των νομοθετικών της αρμοδιοτήτων προϋποθέτει τη συνδρομή διαφόρων προϋποθέσεων όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα μιας πράξεως των οργάνων, την ύπαρξη ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής της πράξεως και της προβαλλομένης ζημίας .
Για να συντρέχει η πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει, εφόσον πρόκειται για επιλογές οικονομικής πολιτικής, να υπάρχει κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες . Μέσα σε ένα πλαίσιο κοινοτικών κανόνων που χαρακτηρίζεται από την άσκηση ευρείας διακριτικής εξουσίας, απαραίτητης για τη θέση σε εφαρμογή της κοινής αγροτικής πολιτικής, η ευθύνη της Κοινότητας γεννάται μόνο κατ' εξαίρεση, στις περιπτώσεις στις οποίες το δεδομένο όργανο προέβη σε πρόδηλη και βαρεία υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του .
Αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία τα όργανα αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τις ευεργετικές διατάξεις περί επιστροφών στην παραγωγή, οι οποίες χορηγούνταν για τη χρήση αμυλούχων προϊόντων στην παρασκευή ειδών διατροφής, σε ένα νέο προϊόν, για το οποίο δεν αποδείχθηκε επαρκώς, όπως απαιτεί ο νόμος, ότι βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση, κατά την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης, με τα προϊόντα για τα οποία χορηγούνταν οι εν λόγω επιστροφές, αφού μάλιστα την εποχή εκείνη η πολιτική της Επιτροπής αποσκοπούσε στην κατάργηση των ευεργετικών αυτών διατάξεων, η δε πολιτική αυτή ήταν γνωστή στους επιχειρηματίες .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 50/86,
Les Grands Moulins de Paris, Γαλλία, εκπροσωπούμενη και επικουρούμενη από την Lise Funck-Brentano, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Marlyse Neuen-Kauffmann, 18, avenue de la Porte-Neuve, BP 191, L-2011 Luxembourg,
ενάγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, εκπροσωπούμενης από τα όργανά της :
1 ) Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενο από τον Jacques Delmoly, μέλος της νομικής του υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Joerg Kaeser, διευθυντή του τμήματος νομικών υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
2 ) Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Denise Sorasio, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
εναγομένης,
που έχει ως αντικείμενο αγωγή αποζημιώσεως βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται η αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη η ενάγουσα λόγω της αρνήσεως χορηγήσεως επιστροφών στην παραγωγή για το προϊόν που καλείται "granidon",
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
συγκείμενο από τους O . Due, πρόεδρο τμήματος, K . Bahlmann και T . F . O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : C . O . Lenz
γραμματέας : H . A . Roehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 24ης Σεπτεμβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 1986, η societe Les Grands Moulins de Paris άσκησε, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, αγωγή αποζημιώσεως κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με την οποία ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας που της προξένησε η άρνηση χορηγήσεως επιστροφών στην παραγωγή για ένα νέο προϊόν, καλούμενο "granidon", το οποίο παρασκευάζει από το 1969 .
2 Η ενάγουσα υποστηρίζει ότι γεννάται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας έναντι αυτής, επειδή το Συμβούλιο και η Επιτροπή αρνήθηκαν να δεχθούν, παρά τις σχετικές αιτήσεις της προς την Επιτροπή, τη χορήγηση για το granidon των επιστροφών στην παραγωγή που προβλέπονται για τα προϊόντα που εκ παραδόσεως χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία ( άμυλο και gritz αραβοσίτου ), τα οποία το granidon, που η ενάγουσα χαρακτηρίζει ως άμυλο σίτου, μπορεί να υποκαταστήσει κατά τη χρήση αυτή .
3 Το Συμβούλιο θεωρεί ότι ποτέ δεν ήταν σε θέση να αποφανθεί σχετικά με τη χορήγηση των επιστροφών στην παραγωγή για το granidon, ελλείψει σχετικών προτάσεων της Επιτροπής . Υποστηρίζει επομένως ότι στην Επιτροπή και μόνο εναπόκειται να εκπροσωπήσει την Κοινότητα ενώπιον του Δικαστηρίου .
4 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη της αγωγής . Υποστηρίζει ιδίως ότι το granidon είναι προϊόν που παράγεται πριν ληφθεί ως τελικό προϊόν το άμυλο σίτου και δεν ανήκει σε καμία από τις γενικά αναγνωρισμένες κατηγορίες και ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε καθόλου ότι το granidon μπορεί να υποκαταστήσει τα προϊόντα που εκ παραδόσεως χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία και για τα οποία χορηγούνται επιστροφές .
5 Δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι το granidon είναι ένα προϊόν που παράγεται από το μαλακό σίτο και περιέχει 85% άμυλο . Επομένως, το granidon δεν είναι προϊόν ίδιο με τα προϊόντα που αφορά ο κανονισμός 367/67 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1967 ( JΟ 174, σ . 36 ), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, περί καθορισμού των επιστροφών στην παραγωγή για το gritz αραβοσίτου που χρησιμοποιείται στη ζυθοποιία . Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι, όταν το 1969 η ενάγουσα υπέβαλε στις γαλλικές διοικητικές αρχές αίτηση επιστροφών για το granidon, η γαλλική διοίκηση έκρινε ότι δεν μπορούσε να θεωρήσει το προϊόν αυτό, λόγω της πολύ υψηλής περιεκτικότητάς του σε πρωτεΐνες, ως άμυλο σίτου, το οποίο παρέχει δικαίωμα για επιστροφές δυνάμει του κανονισμού 371/67 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1967 ( JΟ 174, σ . 40 ), όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, περί καθορισμού των επιστροφών στην παραγωγή για τον αραβόσιτο και το μαλακό σίτο που προορίζονται για την παραγωγή αμύλου . Ως προς αυτό, η Επιτροπή υποστήριξε, χωρίς να διαψευστεί από την ενάγουσα, ότι, αν το granidon καθαριστεί, παράγεται άμυλο σίτου, το οποίο παρέχει δικαίωμα για επιστροφές δυνάμει της ισχύουσας ρυθμίσεως . Τέλος, είναι βέβαιο ότι οι επιστροφές στην παραγωγή για όλες τις χρήσεις αμυλούχων προϊόντων για την παρασκευή τροφίμων καταργήθηκαν το 1986, ενώ προβλέφθηκε μια μεταβατική περίοδος τριών ετών .
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η διαδικασία και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας
7 Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου ( αποφάσεις της 2ας Ιουλίου 1974, Holtz & Willemsen, 153/73, Rec . 1974, σ . 675 και της 4ης Μαρτίου 1980, Pool, 49/79, Rec . 1980, σ . 569 ), η ευθύνη της Κοινότητας λόγω της ασκήσεως των νομοθετικών της αρμοδιοτήτων προϋποθέτει τη συνδρομή διαφόρων προϋποθέσεων όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα μιας πράξεως των οργάνων, την ύπαρξη ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής της πράξεως και της προβαλλομένης ζημίας .
8 Το Δικαστήριο διευκρίνισε επίσης, όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση ( αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1979, DGV και λοιποί κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 241, 242, 245 έως 250/78, Rec . 1979, σ . 3017 Interquell Staerke-Chemie κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 261 και 262/78, Rec . 1979, σ . 3045 ),
ότι η ευθύνη της Κοινότητας λόγω της ασκήσεως των νομοθετικών της αρμοδιοτήτων, η οποία προϋποθέτει, όπως εν προκειμένω, επιλογή οικονομικής πολιτικής, γεννάται μόνο αν συντρέχει κατάφωρη παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες . Μέσα σε ένα πλαίσιο κοινοτικών κανόνων που χαρακτηρίζεται από την άσκηση ευρείας διακριτικής εξουσίας, απαραίτητης για τη θέση σε εφαρμογή της κοινής αγροτικής πολιτικής, η ευθύνη της Κοινότητας γεννάται μόνο κατ' εξαίρεση στις περιπτώσεις στις οποίες το δεδομένο όργανο προέβη σε πρόδηλη και βαρεία υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται στην άσκηση των εξουσιών του .
9 Η παράλειψη των κοινοτικών οργάνων να χορηγήσουν για το granidon τις επιστροφές στην παραγωγή που προβλέπονται για τα προϊόντα που εκ παραδόσεως χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία εμπίπτει επίσης στην άσκηση των νομοθετικών αρμοδιοτήτων της Κοινότητας . Επομένως, υπό το φως των κριτηρίων που προσδιορίστηκαν ανωτέρω πρέπει να εξεταστεί αν γεννάται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας λόγω της παραλείψεως αυτής .
Επί του ισχυρισμού ότι παραβιάστηκε η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως
10 Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, παραλείποντας να χορηγήσουν για το granidon τις επιστροφές που προβλέπονται για τα προϊόντα που εκ παραδόσεως χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία, τα κοινοτικά όργανα παραβίασαν τη γενική αρχή της ισότητας που διατυπώνεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ . Η αρχή αυτή συνιστά υπέρτερο κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες, τον οποίο το Δικαστήριο εφάρμοσε πάντοτε κρίνοντας παράνομη τη διάκριση μεταξύ παραγωγών υποκατάστατων προϊόντων που βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις .
11 Είναι αληθές ότι με την απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1977, την οποία επικαλείται η ενάγουσα ( SΑ Moulins et Huileries de Pont-a-Mousson και άλλοι κατά ΟΝΙC, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 124/76 και 20/77, Rec . 1977, σ . 1795 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάργηση το 1975 των επιστροφών στην παραγωγή που χορηγούνταν προηγουμένως για το gritz αραβοσίτου, ενώ ταυτόχρονα διατηρήθηκαν οι επιστροφές για ένα υποκατάστατο προϊόν, το άμυλο αραβοσίτου, ισοδυναμούσε υπό τις περιστάσεις εκείνης της υποθέσεως με παραγνώριση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως . Πράγματι, από κανένα αντικειμενικό στοιχείο δεν είχε καταστεί δυνατόν να αποδειχθεί ότι τα εν λόγω προϊόντα είχαν παύσει να βρίσκονται σε παρόμοιες καταστάσεις, δηλαδή κυρίως ότι το άμυλο μπορεί να υποκαταστήσει το gritz αραβοσίτου κατά την παρασκευή του ζύθου και ότι η επιλογή της ζυθοποιητικής βιομηχανίας μεταξύ των δύο αυτών προϊόντων εξαρτάται κατά κύριο λόγο από το κόστος προμηθείας .
12 Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο κρίνει εν προκειμένω ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε επαρκώς, όπως απαιτεί ο νόμος, ότι το granidon και τα προϊόντα που εκ παραδόσεως χρησιμοποιούνται στη ζυθοποιία βρίσκονται πράγματι σε παρόμοια κατάσταση, υπό την έννοια που αναφέρεται στην προαναφερθείσα απόφαση .
13 Πρώτον, η ενάγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι το granidon μπορεί πράγματι να υποκαταστήσει τα παραδοσιακά προϊόντα . Παρόλο ότι ορισμένες ζυθοποιίες πράγματι χρησιμοποιούν εν μέρει το granidon, εντούτοις από τη δικογραφία προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση του προϊόντος αυτού στη ζυθοποιία δημιουργεί ορισμένα τεχνικά προβλήματα .
14 Δεύτερον, η ενάγουσα δεν μπόρεσε, ακόμη και όταν της το ζήτησε το Δικαστήριο, να προσκομίσει έγγραφα των ζυθοποιείων τα οποία να μπορούν να επιβεβαιώσουν τον ισχυρισμό της ότι οι επιχειρηματίες προτιμούν τα παραδοσιακά προϊόντα κυρίως λόγω της διαφοράς του κόστους προμηθείας που οφείλεται στη μη χορήγηση των επιστροφών . Από μία έκθεση σχετικά με τις επισκέψεις που πραγματοποίησε η ενάγουσα σε ζυθοποιείο προκύπτει για παράδειγμα ότι ένα μεγάλο ζυθοποιείο σε καμία περίπτωση δεν θα αγόραζε το granidon, ακόμη και αν στοίχιζε όσο και το gritz .
15 Δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε καμία παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προορίζεται να προστατεύει τους ιδιώτες, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι εν προκειμένω γεννάται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας .
Επί του ισχυρισμού ότι τα όργανα προέβησαν σε πρόδηλη και βαρεία υπέρβαση των ορίων της διακριτικής τους εξουσίας
16 Η ενάγουσα δεν απέδειξε ούτε ότι τα όργανα, παραλείποντας να χορηγήσουν για το granidon τις επιστροφές στην παραγωγή, υπερέβησαν τα όρια της διακριτικής τους εξουσίας κατά τρόπο πρόδηλο και σοβαρό, ώστε να γεννηθεί ευθύνη της Κοινότητας .
17 Είναι αληθές ότι στις προαναφερθείσες αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1979 το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε γεννηθεί ευθύνη της Κοινότητας, καθόσον η παράνομη κατάργηση των επιστροφών για το gritz αραβοσίτου και το quellmehl είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή, χωρίς αποχρώντα λόγο, της ίσης μεταχειρίσεως των παραγωγών, η οποία εντούτοις είχε τηρηθεί από την αρχή της κοινής οργανώσεως της αγοράς σιτηρών . Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η ζημία την οποία επικαλούνταν οι ενάγουσες επιχειρήσεις υπερέβαινε τα όρια του επιχειρηματικού κινδύνου που είναι σύμφυτος με τις δραστηριότητες του οικείου τομέα .
18 Εν προκειμένω αντιθέτως, προκύπτει από τη δικογραφία ότι το granidon δεν υπήρχε κατά το χρόνο της καθιερώσεως της κοινής οργανώσεως της αγοράς . Επιπλέον, φαίνεται ότι το προϊόν πρόσφατα ακόμη υποβλήθηκε σε τεχνικές δοκιμές, τα αποτελέσματα των οποίων δεν θεωρούνται ακόμη ως οριστικά . Εξάλλου, ένα έγγραφο που προσκομίστηκε από την ενάγουσα διευκρινίζει ότι ένα ζυθοποιείο ενδιαφέρεται να εξακολουθήσει ο πειραματισμός με το granidon, προκειμένου να διαγνωστεί επακριβώς η συμπεριφορά του προϊόντος στις εγκαταστάσεις . Τέλος, φαίνεται ότι η ενάγουσα διέθεσε στο εμπόριο το granidon για πολλά χρόνια σε μικρές μόνο ποσότητες και πειραματικώς .
19 Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι, αν και το granidon αποκλείστηκε από τη χορήγηση των επιστροφών που προέβλεπε ο κανονισμός 367/67, η ενάγουσα μπορούσε να παραγάγει από το granidon άμυλο σίτου, το οποίο παρείχε δικαίωμα για επιστροφή σύμφωνα με την ισχύουσα ρύθμιση .
20 Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι τα κοινοτικά όργανα προέβησαν σε πρόδηλη και βαρεία υπέρβαση των ορίων της διακριτικής τους εξουσίας μη χορηγώντας επιστροφές στην παραγωγή για ένα προϊόν που ήταν ακόμη νέο, την εποχή που η Επιτροπή είχε ήδη κινήσει τη διαδικασία για την κατάργησή τους όσον αφορά όλες τις χρήσεις αμυλούχων προϊόντων για την παρασκευή τροφίμων .
21 Επιπλέον, τη νομοθετική αυτή εξέλιξη μπορούσε η ενάγουσα να την προβλέψει και τη γνώριζε από καιρό . Επομένως, η στάση των κοινοτικών οργάνων δεν είχε ως αποτέλεσμα την εκ των υστέρων επιβολή ενός επιχειρηματικού κινδύνου υπό τη μορφή της καταργήσεως χωρίς αντικειμενικό λόγο των επιστροφών που χορηγούνταν προηγουμένως . Επομένως, η προβαλλόμενη ζημία, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδείχθηκε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βαίνει πέραν των ορίων των επιχειρηματικών κινδύνων που είναι σύμφυτοι με την άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας της οικονομικής της δραστηριότητας .
22 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν μπόρεσε να αποδείξει ούτε την παραβίαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες ούτε την πρόδηλη και βαρεία υπέρβαση εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων της εξουσίας εκτιμήσεως που τους αναγνωρίζεται στο γεωργικό τομέα . Η διαπίστωση αυτή αρκεί για να απορριφθεί η αγωγή, χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Δικαστήριο ούτε επί της συνδρομής και της φύσεως της ζημίας ούτε επί του αιτιώδους συνδέσμου της με τη στάση που προσάπτεται στα όργανα .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα . Επειδή η ενάγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, που υπέβαλε σχετικό αίτημα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την αγωγή .
2 ) Καταδικάζει τη societe Les Grands Moulins de Paris στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής .
3 ) Το Συμβούλιο φέρει τα δικά του έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy