ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 52/86 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
Η προσφεύγουσα ανέλαβε υπηρεσία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως έκτακτος υπάλληλος με το βαθμό Β 4 την 1η Σεπτεμβρίου 1973. Στις 31 Δεκεμβρίου 1973 ονομάστηκε δόκιμος υπάλληλος με το βαθμό Β 1, κλιμάκιο 1. Τοποθετήθηκε στη γενική διεύθυνση γραμματείας και γενικών υπηρεσιών, μετατέθηκε δε από 1ης Οκτωβρίου 1976 στη γενική διεύθυνση πληροφορήσεως και δημοσίων σχέσεων, ενώ από 17 Ιανουαρίου 1977 τοποθετήθηκε στο γραφείο πληροφοριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Λονδίνο. Με απόφαση του γενικού γραμματέα της 27ης Οκτωβρίου 1981 μετατέθηκε αναδρομικώς από 1ης Οκτωβρίου 1981 στη θέση V/B/1320 της γενικής διεύθυνσης έρευνας και τεκμηρίωσης, ήδη γενική διεύθυνση μελετών. Σήμερα η προσφεύγουσα είναι μόνιμος υπάλληλος με το βαθμό Β 1, κλιμάκιο 7.
Με την υπ' αριθ. 4615 ανακοίνωση κενής θέσεως της 3ης Ιουνίου 1985 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κίνησε τη διαδικασία πληρώσεως μιας θέσης κυρίου βοηθού διοικήσεως της σταδιοδρομίας Β 1 στη γενική διεύθυνση έρευνας και τεκμηρίωσης, υπηρεσία ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θέση V/B/1647, κατά προτεραιότητα με προαγωγή ή μετάθεση.
Τη θέση αυτή κατείχε από τις 13 Οκτωβρίου 1984 ο Alberto Fumagalli. Ο τελευταίος ανέλαβε υπηρεσία στο Κοινοβούλιο στις 6 Οκτωβρίου 1971, ως επικουρικός υπάλληλος, ονομάστηκε μόνιμος υπάλληλος την 1η Μαΐου 1973 και στη συνέχεια προήχθη στο βαθμό Β 2. Στις 13 Οκτωβρίου 1980 αποσπάστηκε, προς το συμφέρον της υπηρεσίας (άρθρο 37, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως), στην πολιτική ομάδα τεχνικού συντονισμού και άμυνας των ανεξαρτήτων ομάδων και βουλευτών, στην οποία άσκησε καθήκοντα δεύτερου γενικού γραμματέα. Παρέμεινε δε στη θέση αυτή μέχρι τις 12 Οκτωβρίου 1984.
Μετά τη λήξη της αποσπάσεως του επανήλθε, στις 13 Οκτωβρίου 1984 στη γενική γραμματεία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [ άρθρο 38, στοιχείο ζ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως] και τοποθετήθηκε στην προαναφερθείσα θέση V/B/1647 της γενικής διεύθυνσης έρευνας και τεκμηρίωσης. Η θέση αυτή φερόταν στο οργανόγραμμα ως αντίστοιχη του βαθμού Β 1, κατελήφθη δε προσωρινώς από τον Fumagalli που είχε το βαθμό Β 2.
Για τη θέση αυτή υπέβαλαν αίτηση έντεκα υπάλληλοι μεταξύ των οποίων και η προσφεύγουσα η οποία ζήτησε να διοριστεί με μετάθεση. Οκτώ υπάλληλοι ζήτησαν την προαγωγή τους, ενώ δύο αιτήσεις κρίθηκαν απαράδεκτες.
Με σημείωμα της 4ης Ιουλίου 1985 ο γενικός διευθυντής έρευνας και τεκμηρίωσης, Palmer, πρότεινε στο γενικό διευθυντή διοικήσεως, προσωπικού και οικονομικών «την προαγωγή του Alberto Fumagalli ο οποίος είχε ήδη τα προσόντα και την πείρα σε συγκεκριμένο τομέα που απαιτούνται για τη θέση αυτή ». Ο Fumagalli είχε περιληφθεί στον πίνακα προακτέων υπαλλήλων του έτους 1984, τον οποίο είχε καταρτίσει η συμβουλευτική επιτροπή προαγωγών.
Με απόφαση του γενικού διευθυντή διοικήσεως, προσωπικού και οικονομικών της 17ης Ιουλίου 1985 ο Fumagalli προήχθη στο βαθμό Β 1 στην κενή θέση.
Στις 23 Αυγούστου 1985 η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε ότι η αίτηση της δεν έγινε δεκτή.
Με επιστολή που δεν φέρει χρονολογία, η οποία πρωτοκολλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 14 Αυγούστου 1985 η προσφεύγουσα υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της προαναφερθείσας απόφασης της 17ης Ιουλίου 1985. Η προσφεύγουσα παρατήρησε ότι πληρούσε τους όρους όσον αφορά τα απαιτούμενα προσόντα, την πείρα και τις γλωσσικές γνώσεις και ότι, αφετέρου, στην πραγματικότητα ο διαγωνισμός κινήθηκε με μόνο σκοπό την κατάληψη της θέσεως από τον Fumagalli.
Με έγγραφο της 4ης Δεκεμβρίου 1985 ο γενικός διευθυντής διοικήσεως, προσωπικού και οικονομικών απέρριψε την ένσταση της προσφεύγουσας με την αιτιολογία ότι κατά την προσβαλλόμενη διαδικασία τηρήθηκαν οι όροι της ανακοινώσεως κενής θέσεως και οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων.
Με δικόγραφο της 21ης Φεβρουαρίου 1986 που πρωτοκολλήθηκε αυθημερόν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή κατά της αποφάσεως διορισμού του Fumagalli στην εν λόγω θέση καθώς και κατά της σιωπηρής απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η δική της αίτηση.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο ( τρίτο τμήμα ) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
Η προοφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αποφανθεί κατά την κρίση του ως προς το παραδεκτό του αιτήματος περί θεραπείας·
—
να κρίνει παραδεκτό και επομένως να δεχθεί το αίτημα περί ακυρώσεως·
—
επικουρικώς να επιτρέψει στην προσφεύγουσα να αποδείξει, με την εξέταση ως μαρτύρων των Karlheinz Neunreither, John P. S. Taylor, Barry Waters και Roy Cattermole, υπαλλήλων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ότι η διαδικασία η σχετική με την ανακοίνωση κενής θέσης υπ' αριθ. 4615 της 3ης Ιουνίου 1985 κινήθηκε με μόνο σκοπό την τακτοποίηση της καταστάσεως του Fumagalli και ότι, από τους διάφορους υποψηφίους, δεν διορίστηκε κατόπιν συγκρίσεως των προσόντων τους, ο πλέον κατάλληλος για την επίδικη θέση·
—
να καταδικάσει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα, άλλως να αποφανθεί κατά τις ισχύουσες διατάξεις.
Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να αποφανθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Eiti του παραδεκτού
Η προοφεύγουοα υποστηρίζει ότι η ΑΔΑ καταστρατήγησε τη διαδικασία πληρώσεως κενής θέσης με μετάθεση ή προαγωγή προκειμένου να διορίσει τον Fumagalli στην επίδικη θέση, κατ' αυτόν τον τρόπο δε η δική της υποψηφιότητα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία δεδομένου ότι η ΑΔΑ ουδέποτε είχε την πρόθεση να προβεί σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων.
Εφόσον συντρέχει κατάχρηση εξουσίας, η προσφεύγουσα φρονεί ότι η πράξη διορισμού αποτελεί « βλαπτική πράξη » και τούτο για δύο λόγους: πρώτον αντικειμενικώς, διότι ο σχετικός διορισμός αντιβαίνει στα άρθρα 4 και 27 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως δυνάμει των οποίων πρέπει να διορίζεται ο υπάλληλος με τα περισσότερα προσόντα· δεύτερον υποκειμενικώς, διότι αποκλείστηκε εξαρχής κάθε πιθανότητα διορισμού της προσφεύγουσας, δεδομένου ότι δεν έγινε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων.
Τέλος το δικαίωμα του υπαλλήλου να προτιμήσει να τοποθετηθεί σε ορισμένη θέση αντί άλλης, ακόμη και με απλή μετάθεση, συνιστά επαρκές συμφέρον για την άσκηση προσφυγής (βλέπε υπόθεση 46/69, Reinarz κατά Επιτροπής, απόφαση της 13ης Μαΐου 1970, Rec. σ. 275, υπόθεση 35/72, Kley κατά Επιτροπής, απόφαση της 27ης Ιουνίου 1973, Rec. σ. 679, και υπόθεση 57/83, Williams κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 1984, Συλλογή σ. 3547 ). Σχετικώς η προσφεύγουσα αμφισβητεί το ότι, επειδή είναι ήδη υπάλληλος με το βαθμό Β 1, κλιμάκιο 7, δηλαδή με τον ανώτερο βαθμό της κατηγορίας της, δεν έχει να προβάλει κανένα υλικό ή ηθικό συμφέρον. Συγκεκριμένα οι όροι εργασίας στη θέση που κατέχει της είναι δυσάρεστοι, ενώ, αφετέρου, η κενή θέση της προσφέρει, λόγω της σχετικής ειδίκευσης, την προοπτική εργασίας περισσότερο ικανοποιητικής από αυτή που επιτελεί στη βιβλιοθήκη.
Τέλος η προσφεύγουσα προτείνει επικουρικώς την εξέταση τεσσάρων μαρτύρων, υπαλλήλων του Κοινοβουλίου, προκειμένου να αποδείξει ότι η ανακοίνωση κενής θέσης δημοσιεύτηκε προκειμένου να ευνοηθεί ο Fumagalli και ότι δεν έγινε σύγκριση των προσόντων των υποψηφίων για τη θέση.
Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη διότι δεν υπάρχει « βλαπτική πράξη » ούτε « συμφέρον » για την άσκηση προσφυγής στο πρόσωπο της προσφεύγουσας η οποία κατέχει ήδη τον ανώτερο βαθμό στην κατηγορία της. Η προσφεύγουσα δεν μπορεί να προβάλει κανένα υλικό συμφέρον ούτε να επικαλεστεί βασίμως την προοπτική σταδιοδρομίας στη θέση που ζητεί. Εξάλλου το ηθικό συμφέρον για μετάθεση που υποστηρίζει ότι έχει δεν μπορεί να γίνει δεκτό, δεδομένου ότι η τοποθέτηση διά μεταθέσεως γίνεται προς το συμφέρον της υπηρεσίας και μόνο (άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως). Οι λόγοι που επικαλείται η προσφεύγουσα για να επιτύχει τη μετάθεση της είναι μόνο καθαρά προσωπικοί και δεν αφορούν καθόλου την υπηρεσία. Οι αποφάσεις του Δικαστηρίου που επικαλείται σχετικώς η προσφεύγουσα είναι άσχετες.
Τέλος, κατά την προσφεύγουσα, « εφόσον συντρέχει κατάχρηση εξουσίας... είναι προφανές ότι πρόκειται για βλαπτική πράξη ». Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι με το συλλογισμό αυτό συνδέεται το ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής με τους ισχυρισμούς στους οποίους στηρίζεται, πράγμα ανεπίτρεπτο.
Β — Επί της ουσίας
Η προσφεύγουσα προέβαλε δύο ισχυρισμούς προς στήριξη της προσφυγής της: ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η απόφαση διορισμού συνιστά κατάχρηση εξουσίας και, δεύτερον, ότι η ίδια είχε τα περισσότερα προσόντα για την επίδικη θέση.
1. Ως προς τη φερόμενη κατάχρηση εξουσίας
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διαδικασία διορισμού απέβλεπε μόνο στην «τακτοποίηση » της καταστάσεως ενός συγκεκριμένου υπαλλήλου. Στο σημείο αυτό η_ προσφεύγουσα αναφέρεται στα όσα της δήλωσε σχετικώς ο πρώην γενικός διευθυντής έρευνας και τεκμηρίωσης, Taylor, συγκεκριμένα με το από 8 Ιουλίου 1985 έγγραφό του στο οποίο αναφέρει ότι η θέση χορηγήθηκε προκειμένου να τακτοποιηθεί η κατάσταση ενός μέλους της εν λόγω διοίκησης αλλ' ότι η ΑΔΑ θα εξέταζε πάντως ευσυνείδητα όλες τις υποψηφιότητες.
Η προσφεύγουσα υπογραμμίζει περαιτέρω ότι ο Fumagalli, μετά την απόσπαση του προς το συμφέρον της υπηρεσίας από 13 Οκτωβρίου 1980 μέχρι 12 Οκτωβρίου 1984, δεν επανήλθε στη θέση που κατείχε προηγουμένως, σύμφωνα με το άρθρο 38, στοιχείο ζ ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως αλλά τοποθετήθηκε στη νέα θέση V/B/1647. Η ΑΔΑ δημοσίευσε την ανακοίνωση κενής θέσης της 3ης Ιουνίου 1985 αφού πλέον ο Fumagalli είχε παραμείνει επί 7 μήνες και πλέον στην εν λόγω θέση ( που είναι θέση του βαθμού Β 1 ). Αυτό δείχνει ότι καταστρατηγήθηκε η διαδικασία πληρώσεως της κενής θέσης. Εξάλλου ο γενικός διευθυντής έρευνας και τεκμηρίωσης αναφέρθηκε με το από 4 Ιουλίου 1985 σημείωμά του στην πείρα που είχε ήδη αποκτήσει ο Fumagalli για την εν λόγω θέση. Κατά την προσφεύγουσα, ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει άλλη εξήγηση από το ότι ο Fumagalli μπόρεσε, 7 μήνες πριν από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης κενής θέσης, να αποκτήσει αυτή την « ειδική πείρα και τα ειδικά προσόντα ».
Το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι το προσωπικό του οργάνου ενημερώθηκε για την κενή θέση με την υπ' αριθ. 4615 ανακοίνωση κενής θέσης της 3ης Ιουνίου 1985. Μετά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας η διοίκηση κατάρτισε τον πίνακα υποψηφίων τον οποίο και διαβίβασε στον αρμόδιο γενικό διευθυντή ( Palmer ). Ο τελευταίος, κατόπιν συγκριτικής εξέτασης των προσόντων των υποψηφίων και βάσει των φακέλων, ιδίως δε των εκθέσεων κρίσης, πρότεινε με σημείωμα της 4ης Ιουλίου 1985 το διορισμό του επιτυχόντος υποψηφίου, Fumagalli. Σύμφωνα με την πρόταση αυτή ο αρμόδιος διευθυντής προέβη στο διορισμό του Fumagalli.
Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι ο ισχυρισμός περί καταχρήσεως εξουσίας είναι αστήρικτος. Απεναντίας το Κοινοβούλιο φρονεί ότι εφάρμοσε ορθώς εν προκειμένω τα άρθρα 4, 20, 27 και 45 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Κατά τα λοιπά το Κοινοβούλιο υπογραμμίζει ότι η προσφεύγουσα δεν προσκομίζει υπέρ του ισχυρισμού της ούτε απόδειξη ούτε αρχή αποδείξεως. Όμως η κατάχρηση εξουσίας δεν τεκμαίρεται αλλά οφείλει να την αποδείξει αυτός που την επικαλείται (βλέπε συνεκδικασθείσες υποθέσεις 18 και 35/65, Gutmann κατά Επιτροπής, απόφαση της 5ης Μαΐου 1966, Rec. 1966, σ. 150). Το από 8 Ιουλίου 1985 έγγραφο του Taylor είναι αλυσιτελές δεδομένου ότι ο υπάλληλος αυτός δεν είναι η ΑΔΑ. Τέλος η απόδειξη διά μαρτύρων που προτείνει η προσφεύγουσα είναι άσχετη.
2. Ως προς τη φερόμενη υπεροχή των προσόντων της προσφεύγουσας για την επίόικη Οέοη
Η προσφεύγουσα επικαλείται σχετικώς την πείρα, τα προσόντα, τις γνώσεις και τις ικανότητες της. Υποστηρίζει εξάλλου ότι το καθού δεν απέδειξε ότι προέβη σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ειδικότερα ότι από το σημείωμα του γενικού διευθυντή έρευνας και τεκμηρίωσης της 4ης Ιουλίου 1985 δεν προκύπτει ότι η πείρα και τα προσόντα του Fumagalli ήταν ανώτερα των δικών της. Αν όμως δεν δικαιούται να ζητήσει από την ΑΔΑ να αιτιολογήσει την απόφαση με την οποία απέρριψε την υποψηφιότητά της, έχει αντιθέτως το δικαίωμα να απαιτήσει από την εν λόγω αρχή να δικαιολογήσει ότι ο συγκεκριμένος υποψήφιος διορίστηκε διότι είχε τα υψηλότερα προσόντα κατά την έννοια των άρθρων 4 και 27 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ( βλέπε προαναφερθείσες συνεκδικασθείσες υποθέσεις 28 και 35/65, Gutmann κατά Επιτροπής, υπόθεση 31/75, Costacurta κατά Επιτροπής, απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1975, και υπόθεση 263/81, List κατά Επιτροπής, απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1983 ).
Το Κοινοβούλιο φρονεί ότι ο ισχυρισμός στερείται ερείσματος. Υπογραμμίζει δε πρώτον ότι η ΑΔΑ είναι η μόνη αρμόδια να κρίνει αν το συμφέρον της υπηρεσίας υπαγορεύει το διορισμό στην κενή θέση με μετάθεση ή προαγωγή. Μεταξύ της μετάθεσης και της προαγωγής δεν υπάρχει σχέση προτεραιότητας και οι δύο είναι ισοδύναμες η ΑΔΑ είναι ελεύθερη να προτιμήσει κάποιον υποψήφιο που δεν μπορεί να διοριστεί παρά μόνο με προαγωγή, εφόσον τον κρίνει ικανότερο από τους άλλους υποψηφίους (βλέπε υπόθεση 21/70, Rittweger κατά Επιτροπής, απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1971, Rec. 1971, σ. 7).
Η ΑΔΑ έχει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως όσον αφορά τη σύγκριση των προσόντων των υποψηφίων. Δεν υποχρεούται δε να ασκήσει την αρμοδιότητα αυτή παρά μόνο εντός των ορίων που έθεσε με την ανακοίνωση κενής θέσης (υπόθεση 189/73, Grassi κατά Συμβουλίου, απόφαση της 30ής Οκτωβρίου 1974, Rec. 1974, σ. 1099). Από τις περιστάσεις όμως της υπό κρίση υπόθεσης δεν προκύπτει ότι η ΑΔΑ παρέβη τους όρους που έθεσε η ανακοίνωση κενής θέσης ούτε ότι υπέπεσε σε προφανή πλάνη κατά την εκτίμηση των προσόντων των υποψηφίων.
J. C Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ ( τρίτο τμήμα )
της 25ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 52/86,
Teresa Banner, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενη από τον Marc Baden, δικηγόρο Λουξεμβούργου,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους Francesco Pasetti Bombardella, jurisconsulte, και Manfred Peter, προϊστάμενο τμήματος, επικουρούμενους από τον Alex Bonn, δικηγόρο Λουξεμβούργου,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της από 17 Ιουλίου 1985 αποφάσεως με την οποία ο γενικός διευθυντής διοικήσεως, προσωπικού και οικονομικών υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πλήρωσε την κενή θέση V/B/1647 κατόπιν της υπ' αριθ. 4615 ανακοινώσεως κενής θέσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling, J. C. Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: Η. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση όπως συμπληρώθηκε κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 11ης Δεκεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Φεβρουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Φεβρουαρίου 1986 η Teresa Banner, υπάλληλος με το βαθμό Β 1 στη γενική διεύθυνση έρευνας και τεκμηρίωσης, υπηρεσία βιβλιοθήκης, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της από 17 Ιουλίου 1985 απόφασης του γενικού διευθυντή διοικήσεως, προσωπικού και οικονομικών υπηρεσιών, με την οποία διορίστηκε ένας άλλος υπάλληλος, ο Fumagalli, στη θέση κύριου βοηθού διοικήσεως V/B/1647 ( βαθμός Β 1 ) στην προαναφερθείσα διεύθυνση, υπηρεσία ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
2
Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, τη θέση αυτή κατείχε προσωρινά από 13 Οκτωβρίου 1984 ο Fumagalli, υπάλληλος με το βαθμό Β 2. Με την από 3 Ιουνίου 1985 ανακοίνωση κενής θέσης υπ' αριθ. 4615, το Κοινοβούλιο κίνησε τη διαδικασία πληρώσεως της εν λόγω θέσης με προαγωγή ή μετάθεση. Υποβλήθηκαν έντεκα αιτήσεις μεταξύ των οποίων και της προσφεύγουσας. Οκτώ από τις αιτήσεις προέρχονταν από υποψήφιους για προαγωγή, μεταξύ των οποίων και ο Fumagalli ο οποίος είχε περιληφθεί στον πίνακα προακτέων υπαλλήλων από το 1984. Στις 20 Ιουνίου 1985, ο πίνακας των υποψηφίων διαβιβάστηκε στο γενικό διευθυντή έρευνας και τεκμηρίωσης ο οποίος, στις 4 Ιουλίου 1985, πρότεινε το διορισμό του Fumagalli « (που είχε) ήδη τα προσόντα και την πείρα σε συγκεκριμένο τομέα που απαιτούνται για τη θέση αυτή ». Με την προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Ιουλίου 1985 ο υπάλληλος αυτός διορίστηκε στην εν λόγω θέση.
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
4
Κατά την προσφεύγουσα, η επίδικη απόφαση συνιστά κατάχρηση εξουσίας καθόσον απλώς « τακτοποιεί » την κατάσταση του Fumagalli. Η προσφεύγουσα προβάλλει σχετικώς ότι ο υπάλληλος αυτός τοποθετήθηκε στην εν λόγω θέση στις 13 Οκτωβρίου 1984, η δε αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: η ΑΔΑ) δημοσίευσε την ανακοίνωση κενής θέσεως μόλις στις 3 Ιουνίου 1985, δηλαδή επτά μήνες αργότερα. Επικαλείται εξάλλου τα όσα της δήλωσε σχετικώς ο γενικός διευθυντής έρευνας και τεκμηρίωσης, Taylor. Υπό τις συνθήκες αυτές η προσφεύγουσα φρονεί ότι η ΑΔΑ δεν προέβη σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων, από την οποία θα προέκυπτε ότι η ίδια είχε τα περισσότερα προσόντα για την εν λόγω θέση.
5
Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί ότι συντρέχει κατάχρηση εξουσίας και παρατηρεί ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε υπέρ του ισχυρισμού της ούτε απόδειξη ούτε αρχή αποδείξεως. Το Κοινοβούλιο παρατηρεί ότι το διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τη δημοσίευση της ανακοίνωσης κενής θέσεως οφείλεται σε «βραδύτητα της διοικήσεως ». Τέλος υποστηρίζει ότι, αντίθετα με τους ισχυρισμούς της προσφεύγουσας, η ΑΔΑ συνέκρινε τα προσόντα των υποψηφίων και τήρησε τους όρους που θέτει η ανακοίνωση κενής θέσεως.
6
Πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, όπως έκρινε επανειλημμένα το Δικαστήριο, ότι μια απόφαση είναι πλημμελής λόγω καταχρήσεως εξουσίας μόνο εφόσον, βάσει αντικειμενικών, ουσιωδών και συγκλινουσών ενδείξεων, παρίσταται εκδοθείσα για την επίτευξη σκοπών ξένων προς αυτούς που επικαλείται ( βλέπε ιδίως την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1984, Lux, 69/83, Συλλογή σ. 2447 ).
7
Εν προκειμένω όμως δεν υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις. Πράγματι, καίτοι θα ήταν προτιμότερη η δημοσίευση της εν λόγω ανακοίνωσης κενής θέσεως σε συντομότερο χρόνο, το γεγονός δε ότι ο Fumagalli κατείχε ήδη την εν λόγω θέση μπορούσε πράγματι να αποβεί προς όφελος του στην περίπτωση μελλοντικής διαδικασίας για την οριστική πλήρωση της θέσεως, τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να αποδειχθεί ότι το Κοινοβούλιο χρησιμοποίησε εν προκειμένω τη διαδικασία προαγωγής όχι για την πλήρωση της κενής θέσης από τον καταλληλότερο υποψήφιο αλλά για άλλο σκοπό.
8
Εξάλλου οι δηλώσεις του πρώην γενικού διευθυντή έρευνας και τεκμηρίωσης προς την προσφεύγουσα δεν είναι λυσιτελείς υπό τις προαναφερθείσες συνθήκες, διότι, από 1ης Ιανουαρίου 1985, ο εν λόγω υπάλληλος δεν ασκούσε πλέον καθήκοντα στη διεύθυνση έρευνας και τεκμηρίωσης και ήταν αμέτοχος στη διαδικασία πληρώσεως της εν λόγω θέσης.
9
Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα αν η ΑΔΑ προέβη ή όχι σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων, όπως απαιτεί το άρθρο 45, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πρέπει να σημειωθεί ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως σ' αυτό το θέμα. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται στο ζήτημα αν η διοίκηση, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων στα οποία στήριξε την εκτίμηση της, κινήθηκε εντός λογικών ορίων και δεν χρησιμοποίησε την εξουσία της κατά τρόπο προφανώς εσφαλμένο (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1987, Bonino, 233/85, Συλλογή σ. 755 ). Από τη δικογραφία όμως δεν προκύπτει ότι η ΑΔΑ παρέβη εν προκειμένω αυτές τις υποχρεώσεις.
10
Βάσει των προηγουμένων σκέψεων και χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί η ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Κοινοβούλιο, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Galmot
Everling
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy