ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 56/86 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Οι κοινοτικές διατάξεις
Ο κανονισμός 434/82 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1982 ( ΕΕ L 55, σ. 34 ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 939/82, της 21ης Απριλίου 1982 ( ΕΕ L 111, σ. 13), έχει προκηρύξει διαρκή δημοπρασία για την προμήθεια κοινοτικής ζάχαρης στην UNRWA στα πλαίσια της επισιτιστικής βοήθειας.
Οι διατάξεις που διέπουν την προμήθεια αυτή έχουν ως εξής:
—
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, τρίτη περίοδος, του κανονισμού 434/82, η ζάχαρη πρέπει να ανήκει στον ποιοτικό τύπο που ορίζεται στο άρθρο 1 του κανονισμού 793/72 του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 1972, που καθορίζει τον ποιοτικό τύπο της λευκής ζάχαρης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/033, συμπληρωματικός τόμος, σ. 37 ). Το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82 ορίζει ότι: « εάν η ζάχαρη ανήκει σε ποιότητα κατώτερη του ποιοτικού τύπου, δεν γίνεται δεκτή υπ' ευθύνη του υπερθεματιστή (τελευταίου μειοδότη ) ».
—
Ο τελευταίος μειοδότης οφείλει να γνωστοποιήσει « το ταχύτερο δυνατό » στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους εξαγωγής, εν προκειμένω στον ΟΒΕΑ, το επιλεγέν πλοίο, την ημερομηνία φορτώσεως και την προβλεπόμενη ημερομηνία αφίξεως του πλοίου στο λιμένα εκφορτώσεως (άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 434/82 ).
—
Ως προς τους ελέγχους που πρέπει να διενεργούνται το άρθρο 9, παράγραφος 5, ορίζει ότι: « η δειγματοληψία καθώς και οι αναλύσεις γίνονται από ειδικούς αναγνωρισμένους από τις αρχές του κράτους μέλους » εξαγωγής.
—
Η ασφάλεια που είχε συσταθεί από τον τελευταίο μειοδότη « παραμένει εν ισχύι ( καταπίπτει ), εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, για την ποσότητα της ζάχαρης την οποία ο υπερθεματιστής (τελευταίος μειοδότης) δεν παρέδωσε στο λιμένα εκφορτώσεως... σύμφωνα με τους απαραίτητους όρους ... » ( άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 939/82). Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 434/82, « η αποδέσμευση της ασφάλειας πραγματοποιείται κατά την οριστική πληρωμή » της τιμής της ζάχαρης.
—
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 434/82 καθορίζει τις λεπτομέρειες της πληρωμής. Ο ΟΒΕΑ πρέπει να προβεί σε προσωρινή πληρωμή κατόπιν προσκομίσεως από τον τελευταίο μειοδότη βεβαιώσεως εκδιδομένης από την UNRWA βάσει των εγγράφων μεταφοράς και εκτιμήσεως της ποσότητας της ζάχαρης, η οποία βεβαιώνει την άφιξη της ζάχαρης στον προβλεπόμενο λιμένα εκφορτώσεως (πρώτο εδάφιο). Η οριστική πληρωμή πρέπει να διενεργηθεί αφού λάβει ο ΟΒΕΑ « τα έγγραφα που χορηγεί η UNRWA και τα οποία πιστοποωύν ότι η ζάχαρη παραδόθηκε στον προβλεπόμενο λιμένα εκφορτώσεως... σύμφωνα με τους απαιτούμενους όρους » ( τρίτο εδάφιο ).
2. Τα πραγματικά περιστατικά και η υπόθεση της κύριας δίκης
Η εταιρία SA Société pour ľ exportation des sucres, ενάγουσα στην κύρια δίκη ( στο εξής: η εταιρία ), ανακηρύχτηκε τελευταία μειοδότρια, στις 7 Μαΐου 1982, σε δημοπρασία που προκήρυξε ο ΟΒΕΑ, εναγόμενος στην κύρια δίκη, για την προμήθεια 755 τόνων ζάχαρης (παρτίδα Α6, βλέπε παράρτημα κανονισμού 939/82 ) που έπρεπε να παραδοθεί πριν από τις 15 Αυγούστου 1982 στο λιμένα του Ashdod (Ισραήλ) στην τιμή των 21600550 βελγικών φράγκων ( BFR ). Η εταιρία συνέστησε στις 6 Μαΐου 1982, υπό μορφή τραπεζικής εγγύησης, ασφάλεια δημοπρασίας από 37750 ECU, δηλαδή 1622390 BFR, όπως προβλέπεται από το άρθρο 2, παράγραφος 4, του κανονισμού 939/82.
Η εταιρία ειδοποίησε τον ΟΒΕΑ στις 16 Ιουνίου 1982 ότι η παρτίδα των 755 τόνων φορτώθηκε στις 20 Ιουλίου του ίδιου έτους στο ατμόπλοιο Tilliä. Η ναυτιλιακή εταιρία ενημέρωσε μεταγενέστερα την εταιρία ότι η παρτίδα κατευθύνεται προς το Ashdod με δύο διαφορετικά πλοία: ότι ένα τμήμα ( 400 τόνοι ) φορτώθηκε στο ατμόπλοιο Pegasia στις 12 Ιουλίου 1982 και το δεύτερο τμήμα (355 τόνοι) στο ατμόπλοιο Camelia στις 15 Ιουλίου. Η εταιρία ειδοποίησε αμέσως την εταιρία Beckmann και Jorgensen, πληρεξούσιας του ΟΒΕΑ για τον έλεγχο του εμπορεύματος, χωρίς να ενημερώσει απευθείας τον ΟΒΕΑ.
Στις αποθήκες του βιομηχάνου στο Moerbeke-Waas πήρε η εταιρία Beckmann και Jorgensen δείγματα στις 8 και 9 Ιουλίου 1982 για το πρώτο τμήμα της παρτίδας (ατμόπλοιο Pegasia) και στις 12 και 13 Ιουλίου 1982 για co δεύτερο (ατμόπλοιο Camelia). Τα πρώτα δείγματα διαβιβάστηκαν στο κεντρικό εργαστήριο του Υπουργείου Οικονομικών Υποθέσεων στις 13 Ιουλίου, τα δεύτερα δε στις 14 Ιουλίου. Τα δύο πλοία απέπλευσαν από το λιμένα της Αμβέρσας στις 13 και 15 Ιουλίου για να φτάσουν στο Ashdod στις 27 Ιουλίου και 2 Αυγούστου 1982.
Το εμπόρευμα παρελήφθη στις 28 Ιουλίου και 3 Αυγούστου 1982 από τον παραλήπτη του, την UNRWA, και διανεμήθηκε απ' αυτόν. Η UNRWA διαβίβασε στον ΟΒΕΑ στις 18 Αυγούστου 1982 τις βεβαιώσεις που είχε συντάξει στις 13 Αυγούστου, ότι το εμπόρευμα ( 15100 σάκοι που περιείχαν 755 τόνους ζάχαρης) είχε φθάσει στις 27 Ιουλίου και 2 Αυγούστου in sound and good condition ( σε γερή και καλή κατάσταση ).
Το ορισθέν εργαστήριο κατήρτισε στις 28 Ιουλίου 1982 πρώτη έκθεση, βάσει των δειγμάτων από το πρώτο φορτίο, και άλλες δύο εκθέσεις στις 4 και 16 Αυγούστου, βάσει των δειγμάτων από τα δύο φορτία. Για δύο άλλα δείγματα που στάλθηκαν στις 12 και 13 Αυγούστου σ' ένα ιδιωτικό εργαστήριο, το S. Α. Agrilab, καταρτίστηκαν εκθέσεις στις 13 Αυγούστου 1982.
Από τις εκθέσεις αυτές που δεν αμφισβητήθηκαν εμφαίνεται ότι όλα τα δείγματα ανήκαν στην ποιότητα ζάχαρης 3 ( κατώτερη ποιότητα) και όχι στη 2 (που είναι ο ποιοτικός τύπος), για μόνο το λόγο ότι ο χρωματισμός του διαλύματος υπερέβαινε κατά 0,7 σημεία το περιθώριο των 6 σημείων που αποτελεί το ανώτατο όριο για τον ποιοτικό τύπο, ενώ όλα τα λοιπά κριτήρια ανταποκρίνονταν σ' αυτή την ποιότητα.
Βάσει αυτών των εκθέσεων, με έγγραφο της 15ης Αυγούστου 1982, γνωστοποίησε ο ΟΒΕΑ στην εταιρία ότι, αφού το εμπόρευμα δεν είχε την απαιτούμενη ποιότητα, ήταν υποχρεωμένος, αφενός, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82, να αρνηθεί την πληρωμή της ζάχαρης, και, αφετέρου, να παρακρατήσει την ασφάλεια, σε εκτέλεση του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 939/82.
Με τηλετύπημα της 25ης Αυγούστου 1982 ενημέρωσε ο ΟΒΕΑ τις υπηρεσίες της Επιτροπής πάνω στα ουσιώδη στοιχεία της υποθέσεως και για την πρόθεση της να καταβάλει το τίμημα που αντιστοιχεί στην κατώτερη ποιότητα και να παρακρατήσει την ασφάλεια δηλώνοντας ρητώς ότι, μετά την αποδοχή της ζάχαρης από την UNRWA, δεν είχε τη δυνατότητα να αποκρούσει τη ζάχαρη, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82. Η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας συμφώνησε με τηλετύπημα της 31ης Αυγούστου 1982.
Κατόπιν οχλήσεως ενήγαγε η εταιρία τον ΟΒΕΑ στις 27 Αυγούστου 1982 κατά την επείγουσα διαδικασία με αίτημα την καταβολή του ολικού τιμήματος που αναγράφεται στην αρχική της προσφορά και την ελευθέρωση της ασφάλειας.
Στις 14 Σεπτεμβρίου 1982 κατέβαλε ο ΟΒΕΑ στην εταιρία, υπό την επιφύλαξη των αμοιβαίων δικαιωμάτων των μερών, 19782021 BFR, ήτοι την τιμή της ποιότητας 3 (21600550 BFR, ποιότητα 2, μείον 196139 BFR), έλαττον το ποσό της ασφάλειας, η οποία έτσι ελευθερώθηκε. Κατόπιν αυτού έχασε το αντικείμενο της η αγωγή κατά την επείγουσα διαδικασία.
Η εταιρία άσκησε στις 9 Δεκεμβρίου 1983 ενώπιον του Tribunal de première instance των Βρυξελλών αγωγή με την οποία επιδιώκει κυρίως την καταδίκη του ΟΒΕΑ στην καταβολή 196139 BFR, ποσό που αντιπροσωπεύει τη διαφορά τιμής μεταξύ της ζάχαρης ποιότητας 2 και 3 και που παρακράτησε ο ΟΒΕΑ κατά την πληρωμή υπό επιφύλαξη.
Στις 21 Μαΐου 1984 άσκησε ο ΟΒΕΑ ανταγωγή ζητώντας κυρίως την απόδοση των πράγματι καταβληθέντων ποσών και την κατάπτωση της ασφάλειας υπέρ του ΕΓΤΠΕ.
Με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1986 έκρινε το Tribunal de première instance την ανταγωγή αβάσιμη κατά το μέρος που απαιτούσε την επιστροφή του ποσού των 19782021 BFR που πράγματι είχε καταβληθεί. Αφού έκανε δεκτό και διένειμε η UNRWA το εμπόρευμα, δεν είχε πλέον δικαίωμα ο ΟΒΕΑ ούτε να αποκρούσει το εμπόρευμα που είχε πράγματι παραδοθεί ούτε να αρνηθεί το τίμημα που αντιστοιχούσε στην ποιότητα 3. Η διάθεση του εμπορεύματος από τον παραλήπτη συνεπήγαγε οριστική αποδοχή της παραδόσεως τουλάχιστον όσον αφορά την ποιότητα 3. Ο ΟΒΕΑ όφειλε να λάβει τα αναγκαία μέτρα πριν χρησιμοποιηθεί το εμπόρευμα αν ήθελε να διατηρήσει το δικαίωμα να επικαλεστεί τις διατάξεις του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82, δηλαδή να μη δεχτεί τη ζάχαρη.
Πριν αποφανθεί για την πληρωμή του αρχικώς συμφωνηθέντος τιμήματος (για την ποιότητα 2 ) και για την τύχη της ασφάλειας αποφάσισε το Tribunal de première instance των Βρυξελλών, με την ίδια απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1986, να υποβάλει στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Τα άρθρα 9, παράγραφοι 4 και 5, 10, εδάφιο 3, 15, παράγραφοι 2 και 3, έχουν την έννοια ότι ο έλεγχος της ποιότητας 2 της ζάχαρης έπρεπε να πραγματοποιηθεί είτε πριν από τη φόρτωση της είτε πριν από την εκπνοή της προθεσμίας παραδόσεως είτε πριν από την παράδοση των εγγράφων που συνέταξε η UNRWA είτε πριν από τη διανομή της ζάχαρης από την εν λόγω οργάνωση και ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε πλέον, μετά από ένα από τα γεγονότα αυτά, να προβεί στον ποιοτικό αυτό έλεγχο ή να αμφισβητήσει τον ποιοτικό τύπο της ζάχαρης;
2)
Το άρθρο 10 έχει την έννοια ότι όταν τα έγγραφα που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο καταρτίστηκαν από την UNRWA και όταν η UNRWA διέθεσε το εμπόρευμα, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει το συμφωνηθέν αρχικώς τίμημα και δεν μπορεί να αρκεστεί στην καταβολή του τιμήματος που αντιστοιχεί σε ζάχαρη κατώτερης ποιότητας από τον συμφωνηθέντα ποιοτικό τύπο; Το “Certificate of Receipt” που εξέδωσε η UNRWA, στις 13 Αυγούστου 1982, χωρίς επιφυλάξεις για τον ποιοτικό τύπο της ζάχαρης συνεπάγεται για τον εναγόμενο την υποχρέωση να καταβάλει το αρχικώς συμφωνηθέν τίμημα;
3)
Το άρθρο 7, παράγραφος 3, έχει την έννοια ότι η εγγύηση της δημοπρασίας καταπίπτει υπέρ του ΕΓΤΠΕ, πλήρως ή μερικώς, όταν η ζάχαρη είναι της ποιότητας 3 και όχι 2, ενώ ο παραλήπτης διέθεσε πράγματι την παραδοθείσα ζάχαρη, κατώτερης από τη συμφωνηθείσα ποιότητας;
Ενόψει της φύσεως της παραβάσεως της ενάγουσας, η κατάπτωση της ασφάλειας είναι σύμφωνη προς τη γενική αρχή της αναλογικότητας; »
Η απόφαση παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Φεβρουαρίου 1986.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις στις 26 Μαΐου 1986 η SA Société pour l'exportation des sucres, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Βρυξελλών Goffin και Lodomez, στις 22 Μαΐου 1986 ο ΟΒΕΑ, εκπροσωπούμενος από το δικηγόρο Βρυξελλών Fray, στις 2 Ιουνίου 1986 η κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενη από τον Υπουργό Οικονομικών Υποθέσεων, και στις 26 Μαΐου 1986 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Denise Sorasio, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε την έναρξη της προφορικής διαδικασίας χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και, σύμφωνα με το άρθρο 95, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, ανέθεσε την εκδίκαση της υπόθεσης στο τέταρτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις
1. Επί του πρώτου και του δευτέρου ερωτήματος
Η Επιτροπή αναφέρεται στο γράμμα του άρθρου 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 434/82 ( « κατά τη φόρτωση » ) για να ισχυριστεί ότι η δειγματοληψία και ο ποιοτικός έλεγχος πρέπει να διενεργηθούν πριν από την έξοδο του εμπορεύματος από το έδαφος του κράτους μέλους εξαγωγής. Εξάλλου, οι « αναγνωρισμένοι ειδικοί » που μνημονεύονται στην ίδια διάταξη δεν μπορεί να έχουν εξουσιοδοτηθεί να ενεργούν εκτός του οικείου κράτους μέλους. Επιπλέον, η υποχρέωση του τελευταίου μειοδότη να γνωστοποιήσει την ημερομηνία φορτώσεως [άρθρο 15, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 434/82] χρησιμεύει κυρίως στο να μπορέσει η αρμόδια αρχή να προβεί στους προβλεπόμενους ελέγχους. Ο τελευταίος μειοδότης θα πρέπει επίσης να έχει τη δυνατότητα να αντικαταστήσει το ελαττωματικό εμπόρευμα ή να προσθέσει τις αναγκαίες ποσότητες πριν από την αναχώρηση.
Αντιθέτως, αυτό δεν εμποδίζει τον αρμόδιο οργανισμό να αμφισβητήσει την ποιότητα της ζάχαρης, έστω και αν τα αποτελέσματα των αναλύσεων γίνουν γνωστά μετά τη φόρτωση, είτε διότι ο τελευταίος μειοδότης, από αμέλεια ή εκ προθέσεως, παρέλειψε να εκπληρώσει την υποχρέωση του να ενημερώσει εγκαίρως τον αρμόδιο οργανισμό για την ημερομηνία φορτώσεως, είτε διότι ο οργανισμός αυτός προέβη στους ελέγχους πολύ αργά, διατηρουμένου του τυχόν δικαιώματος αποζημιώσεως στην τελευταία αυτή περίπτωση.
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, αποδεικνύει ότι η αμφισβήτηση της ποιότητας μπορεί να γίνει μετά τη φόρτωση: η οριστική πληρωμή δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να γίνει παρά μετά την πιστοποίηση παραδόσεως « σύμφωνα με τους απαιτούμενους όρους ».
Το άρθρο 15, παράγραφος 3, περιέχει διάταξη απολύτως σαφή, δηλαδή το δικαίωμα αποκρούσεως της ζάχαρης που ανήκει σε κατώτερη ποιότητα. Αυτό συνεπάγεται επίσης την άρνηση της προσωρινής και της οριστικής πληρωμής. Το γεγονός ότι ο δικαιούχος αποδέχτηκε τη ζάχαρη χωρίς επιφύλαξη δεν μπορεί να απαλλάξει τον αρμόδιο οργανισμό από την υποχρέωση να αρνηθεί την πληρωμή όταν διαθέτει αποδείξεις ότι το εμπόρευμα δεν ανταποκρίνεται στις ποιοτικές προδιαγραφές.
Η λύση αυτή επιβάλλεται επίσης και από το γεγονός ότι υφίστανται νομικοί δεσμοί μεταξύ της Κοινότητας και των δικαιούχων της επισιτιστικής βοήθειας. Η Κοινότητα είναι αρμόδια να καθορίσει την ελάχιστη ποιότητα της βοήθειας. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως ή ο ίδιος ο τελευταίος μειοδότης διαθέτουν περιθώρια εκτιμήσεως στο πεδίο αυτό.
Η καταβολή του τιμήματος που αντιστοιχεί στην πράγματι παραδοθείσα εν προκειμένω ποιότητα συνιστά λύση φιλική έναντι της οποίας η Επιτροπή δεν θα είχε αντιρρήσεις να προβάλει διότι το ποιοτικό ελάττωμα ήταν μέτριο, η δε ζάχαρη μπόρεσε πράγματι να χρησιμοποιηθεί σύμφωνα με τον προορισμό της.
Η Επιτροπή προτείνει την εξής απάντηση στα δύο πρώτα ερωτήματα:
« Το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 434/82 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1982, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 939/82 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1982, έχει την έννοια ότι ο ποιοτικός έλεγχος της ζάχαρης που παραδίδεται για επισιτιστική βοήθεια πρέπει να διενεργείται πριν από την έξοδο του προϊόντος από το έδαφος του κράτους μέλους εξαγωγής· ο αρμόδιος οργανισμός πρέπει, δυνάμει του άρθρου 15, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού, να αρνηθεί τις προβλεπόμενες από το άρθρο 10, παράγραφος 1, εδάφια 1 και 3, του προαναφερθέντος κανονισμού προσωρινές και οριστικές πληρωμές του συμφωνηθέντος τιμήματος για την παραδοθείσα ζάχαρη που ανήκει σε κατώτερη ποιότητα από τον ποιοτικό τύπο, έστω και αν δεν είχε γνώση του στοιχείου αυτού παρά μόνο μετά την έξοδο του προϊόντος από το έδαφος του κράτους μέλους εξαγωγής, συντρέχουν δε οι άλλοι όροι που απαιτούνται για την πληρωμή, ιδίως η προσκόμιση από τον τελευταίο μειοδότη της αποδείξεως του δικαιούχου, που προβλέπεται από το άρθρο 10, παράγραφος 1, εδάφιο 3. »
Η Société pour l'exportation des sucres θεωρεί, βάσει του γράμματος του άρθρου 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 434/82 ( « κατά τη φόρτωση » ), ότι οι έλεγχοι πρέπει να διεξάγονται το αργότερο κατά τη φόρτωση. Σε κάθε περίπτωση, ούτε έλεγχος ούτε αμφισβήτηση της ποιότητας είναι πλέον επιτρεπτοί μετά τη διάθεση του προϊόντος, γιατί αλλιώς ο πωλητής θα στερούνταν της δυνατότητας να αμυνθεί κατά της αμφισβήτησης. Η εταιρία επισύρει την προσοχή στο ότι κατά το βελγικό και το γαλλικό δίκαιο η διάθεση του προϊόντος από τον αγοραστή ή τον παραλήπτη του λογίζεται ως « έγκριση » ή « αποδοχή ».
Αυτή η « έγκριση » ή « αποδοχή » αφορά και την ποιότητα, η οποία, ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτή όπως είχε συμφωνηθεί αρχικά. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να καταβληθεί το αρχικό πλήρες τίμημα. Αυτό προκύπτει επίσης από τα πιστοποιητικά της U Ν RWA που βεβαιώνουν την « καλή κατάσταση ». Τα έγγραφα αυτά, αφού δεν αμφισβητούν ρητώς την ποιότητα, αποτελούν τις βεβαιώσεις παραδόσεως « σύμφωνα με τους απαιτουμένους όρους », κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 434/82, και τα οποία συνεπάγονται την οριστική καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος.
Επιπλέον, ο κανονισμός 434/82 δεν προβλέπει μείωση του τιμήματος παρά μόνο στην περίπτωση που « η ζάχαρη παραδίδεται μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία » (άρθρο 15, παράγραφος 2). Σε περίπτωση παραδόσεως κατώτερης ποιότητας, ο κανονισμός αναγνωρίζει μία μόνο κύρωση: την άρνηση παραλαβής του εμπορεύματος, σύμφωνα με το άρθρο 15, παράγραφος 3· η άρνηση αυτή διαφέρει από την άρνηση πληρωμής.
Διαθέτοντας το εμπόρευμα, ο ΟΒΕΑ ή ο προστηθείς του, η UNRWA, λογίζονται ότι παραιτήθηκαν της προσβολής ενδεχομένων ασυμφωνιών μεταξύ των όρων πωλήσεως και του παραδοθέντος εμπορεύματος και της ευχέρειας που προβλέπει το άρθρο 15, παράγραφος 3.
Κατά την εταιρία, η απάντηση που πρέπει να δοθεί στα δύο πρώτα ερωτήματα έχει ως εξής:
« 1)
Το άρθρο 9, παράγραφος 5, του κανονισμού 434/82 έχει την έννοια ότι ο ποιοτικός έλεγχος της ζάχαρης που προβλέπει αυτός ο κανονισμός πρέπει να διενεργηθεί κατά τη φόρτωση της ζάχαρης.
Η προθεσμία παραδόσεως που θέτει ο ίδιος κανονισμός είναι από την άποψη αυτή χωρίς σημασία.
Σε καμία πάντως περίπτωση δεν μπορεί να διεξαχθεί τέτοιος έλεγχος ούτε μπορεί να αμφισβητηθεί η παραδοθείσα ποιότητα μετά τη διάθεση της παραδοθείσας ζάχαρης και την έκδοση από τον παραλήπτη της ζάχαρης, την UNRWA, της βεβαίωσης που αναφέρεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού.
2)
Το άρθρο 10, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού 434/82 έχει την έννοια ότι ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους εξαγωγής οφείλει να καταβάλει το αρχικώς συμφωνηθέν τίμημα ευθύς μόλις αποκτήσει το έγγραφο της UNRWA που βεβαιώνει ότι η ζάχαρη παραδόθηκε στον προβλεπόμενο λιμένα εκφορτώσεως και σύμφωνα με τους απαιτούμενους όρους.
Το έγγραφο που εκδίδει η UNRWA και δεν περιέχει καμία αντίρρηση ή επιφύλαξη ως προς τον ποιοτικό τύπο της παραδοθείσας ζάχαρης, αλλ' αντιθέτως αναφέρει ότι η ζάχαρη παραδόθηκε in sound and good condition (σε γερή και καλή κατάσταση), ισοδυναμεί με τέτοια βεβαίωση. Η έκδοση τέτοιας βεβαίωσης, όταν συνοδεύεται με διάθεση της ζάχαρης από τον παραλήπτη της, έχει ως συνέπεια ότι ο αρμόδιος οργανισμός του κράτους μέλους εξαγωγής αναγνωρίζει, ακόμη και όταν η αποδοχή της ζάχαρης και η έκδοση τέτοιας βεβαίωσης είναι έργο της UNRWA, ότι η εκτέλεση της υποχρεώσεως στην οποία προέβη ο τελευταίος μειοδότης είναι σύμφωνη με εκείνη που έπρεπε να είναι, ή, τουλάχιστον, ότι παραιτείται να επικαλεστεί τις ενδεχόμενες ασυμφωνίες μεταξύ του παραδοθέντος ποιοτικού τύπου και του συμφωνηθέντος ποιοτικού τύπου και συνεπώς να επικαλεστεί τη μόνη ευχέρεια που επιφυλάσσει σε τέτοια περίπτωση ο πιο πάνω κανονισμός, δηλαδή την άρνηση παραλαβής της ζάχαρης υπ' ευθύνη του τελευταίου μειοδότη. »
Ο ΟΒΕΑ, υποστηριζόμενος από τη βελγική κνβέρνηοη, ισχυρίζεται ότι καμία διάταξη των σχετικών κανονισμών δεν επιβάλλει στον οργανισμό παρεμβάσεως προθεσμία διεξαγωγής των ποιοτικών ελέγχων και γνωστοποιήσεως των αποτελεσμάτων τους στον τελευταίο μειοδότη. Οι έλεγχοι δεν θεσπίστηκαν προς το συμφέρον του τελευταίου μειοδότη, αλλά του δωρητού, της Κοινότητας, και του παραλήπτη, της UNRWA. Μόνον οι κοινοτικές αρχές μπορούν να επικαλεστούν τυχόν παράβαση του οργανισμού παρεμβάσεως. Οι προβλεπόμενοι έλεγχοι δεν έχουν ως στόχο ούτε ως αποτέλεσμα να απαλλάξουν τον τελευταίο μειοδότη από την ευθύνη.
Στην προκειμένη υπόθεση, η εταιρία, ειδοποιώντας πολύ καθυστερημένα την εταιρία Beckmann και Jorgensen για τις αλλαγές, κατέστησε αδύνατη τη γνωστοποίηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων πριν από τη φόρτωση. Έτσι παρέβη την υποχρέωση ειδοποιήσεως που επιβάλλεται από το άρθρο 15, παράγραφος 1, του κανονισμού 434/82. Η εταιρία προτίμησε να αναλάβει μόνη τις συνέπειες παραδόσεως ζάχαρης κατώτερης ποιότητας.
Η άρνηση παραλαβής της ζάχαρης που προβλέπεται από το άρθρο 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82 μπορεί να γίνει είτε κατά τη φόρτωση είτε μετά την εκφόρτωση και πάντως μέχρι την οριστική πληρωμή.
Οι κοινοτικές διατάξεις επιτρέπουν την άρνηση παραλαβής της ζάχαρης κατώτερης ποιότητας ακόμη και μετά την ανάλωση της, αλλά η επιείκεια, ανώτερος κανόνας του εθνικού και κοινοτικού δικαίου, αντιτίθεται σ' αυτό.
Όσον αφορά το καταβλητέο τίμημα, ο ΟΒΕΑ εκκινεί από τη διάκριση στην οποία προβαίνει το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού 434/82 μεταξύ της προσωρινής και της οριστικής καταβολής. Η UNRWA, περιοριζόμενη να βεβαιώσει « τη γερή και καλή κατάσταση » χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή έλεγχο, βεβαιώνει μόνο ότι η ζάχαρη παραδόθηκε σύμφωνα με τους απαιτούμενους όρους. Η οριστική καταβολή του συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος εξαρτάται πάντως, υποχρεωτικά και αποκλειστικά, από τέτοια βεβαίωση. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, δεν επιτρέπει την υποκατάσταση άλλου όρου, όπως της ανεπιφύλακτης αποδοχής ή της διάθεσης της ζάχαρης.
Οι βεβαιώσεις που εκδίδει η UNRWA επιτρέπουν επιπλέον την προσωρινή καταβολή του 90 % της τιμής της δημοπρασίας που προβλέπεται από το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος. Διαφορετική λύση θα επέφερε αδικαιολόγητο πλουτισμό του τελευταίου μειοδότη.
Ο ΟΒΕΑ προτείνει να δοθεί η απάντηση ότι:
« 1)
Τα άρθρα 9, παράγραφοι 4 και 5, 10, παράγραφος 1, εδάφιο 3, 15, παράγραφοι 2 και 3, δεν τάσσουν στον οργανισμό παρεμβάσεως καμιά συγκεκριμένη προθεσμία για τη διενέργεια του ποιοτικού ελέγχου και τη γνωστοποίηση του αποτελέσματος του στον τελευταίο μειοδότη· ότι η άρνηση παραλαβής της ζάχαρης μπορεί να συντελεσθεί όσο δεν πραγματοποιείται η οριστική καταβολή που προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 1, εδάφιο 3, για το λόγο ότι ο τελευταίος μειοδότης αναλαμβάνει πλήρη ευθύνη για την ποιότητα της παραδοθείσας ζάχαρης.
2)
Τα certificates of receipt που εξέδωσε η UNRWA στις 18 Αυγούστου 1982 δεν αποτελούν το έγγραφο που απαιτεί το άρθρο 10, παράγραφος 1, εδάφιο 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 434/82 που αυτό μόνο μπορεί να επιτρέψει την οριστική καταβολή του αρχικώς συμφωνηθέντος τιμήματος και ότι η διάθεση από την UNRWA της κατώτερης ποιότητας ζάχαρης δεν μπορεί να επιφέρει για τον οργανισμό παρεμβάσεως την υποχρέωση εξοφλήσεως του τιμήματος που είχε προσφερθεί. »
2. Επί του τρίτον ερωτήματος
Εκκινώντας από το γράμμα του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού 939/82, η Επιτροπή θεωρεί ότι, στην περίπτωση που το σύνολο της ποσότητας της ζάχαρης δεν ικανοποιεί τους απαιτούμενους όρους, η ασφάλεια καταπίπτει στο σύνολο της. Η ποιότητα είναι ένα από τα ουσιώδη στοιχεία της παροχής επισιτιστικής βοήθειας. Αυτό προκύπτει από τη ρητή μνεία του όρου αυτού σε πολλά σημεία του κανονισμού και από την οικονομία του συνόλου των διατάξεων: ενώ προβλέπεται μείωση του τιμήματος για καθυστερημένη παράδοση (άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 434/82), αυτό δεν προβλέπεται όταν η ζάχαρη δεν ανταποκρίνεται στον ποιοτικό τύπο· η μόνη κύρωση είναι τότε η άρνηση παραλαβής του εμπορεύματος και της πληρωμής (άρθρο 15, παράγραφος 3 ). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, που έτσι θεωρείται ακόμη πιο βαριά από τον κανονισμό, η ασφάλεια πρέπει a fortiori να έχει την ίδια τύχη όπως και όταν η παράδοση είναι μόνο καθυστερημένη, περίπτωση κατά την οποία το άρθρο 15, παράγραφος 2, προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα καταπτώσεως της ασφάλειας («με την επιφύλαξη του άρθρου 7, παράγραφος 3» ).
Η Επιτροπή αναφέρεται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την εκκαθάριση λογαριασμών που επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα αυστηρής τήρησης του συνόλου των διατάξεων, ερμηνευομένων στενά. Περιθώρια εκτιμήσεως θα προξενούσαν στρέβλωση του ανταγωνισμού και άνιση μεταχείριση μεταξύ των τελευταίων μειοδοτών.
Το γεγονός ότι η UNRWA διέθεσε ήδη τη ζάχαρη δεν μεταβάλλει κατά τίποτε το αποτέλεσμα.
Όσον αφορά το κύρος των σχετικών με την ασφάλεια διατάξεων, από την άποψη της αρχής της αναλογικότητας, η Επιτροπή επικαλείται την οικεία νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία τα μέσα που χρησιμοποιεί μια διάταξη για την πραγματοποίηση ενός στόχου πρέπει να συμφωνούν με τη σπουδαιότητα του και να είναι αναγκαία για την επίτευξη του. Σε περίπτωση παραβάσεως πρωταρχικών υποχρεώσεων το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάπτωση της ασφάλειας δεν αντέκειτο στην αρχή της αναλογικότητας, ακόμη και όταν η παράβαση ήταν μικρή.
Η Επιτροπή προτείνει την εξής απάντηση:
« Το άρθρο 7, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού έχει την έννοια ότι η ασφάλεια που συνέστησε ο τελευταίος μειοδότης καταπίπτει για τις ποσότητες της παραδοθείσας στον τόπο προορισμού ζάχαρης που δεν ανήκει στον ποιοτικό τύπο.
Από την εξέταση του άρθρου 7, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να επηρεάσουν το κύρος του. »
Κατά παρόμοιο τρόπο, ο ΟΒΕΑ, υποστηριζόμενος από τη βελγική κυβέρνηση, στηριζόμενος στο άρθρο 7, παράγραφος 5, τονίζει τον επιτακτικό χαρακτήρα της απαίτησης της ποιότητας, τόσο για τις ανάγκες του δικαιούχου όσο και για το κύρος και την αξιοπιστία της Κοινότητας. Όπως για τη συμβατική παράβαση ως κύρωση επέρχεται η κατάπτωση της ασφάλειας, έτσι η διάθεση της ζάχαρης από την UNRWA πρέπει να θεωρηθεί ανενεργός.
Εξάλλου, αφού το άρθρο 7, παράγραφος 5, προβλέπει την ελευθέρωση της ασφάλειας κατά την οριστική καταβολή του τιμήματος, ο ΟΒΕΑ θεωρεί ότι δεν μπορεί να γίνει ελευθέρωση ελλείψει δυνατότητας καταβολής, όπως κατέδειξε με τις παρατηρήσεις του επί του δευτέρου ερωτήματος.
Ο ΟΒΕΑ αναφέρεται επίσης στη νομολογία του Δικαστηρίου επί της αρχής της αναλογικότητας. Αν σε περιπτώσεις σαν την προκειμένη η αρχή αυτή μπορούσε να εμποδίσει την κατάπτωση της ασφάλειας, θα κινδύνευε η τήρηση των συμβατικών υποχρεώσεων και θα δημιουργούνταν στρέβλωση ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρηματιών των κρατών μελών. Η κατάπτωση της ασφάλειας είναι όχι μόνο πρόσφορη, αλλά και απαραίτητη για την πραγματοποίηση των επιδιωκόμενων στόχων.
Ο ΟΒΕΑ προτείνει να απαντήσει το Δικαστήριο:
« Η διάθεση της ζάχαρης από τον δικαιούχο δεν εμποδίζει την κατάπτωση της ασφάλειας της δημοπρασίας στο ΕΓΤΠΕ για την ποσότητα της ζάχαρης κατηγορίας 3 που παρέδωσε ο τελευταίος μειοδότης και ότι η κατάπτωση της ασφάλειας, που θεσπίζει το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 434/82, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 2, παράγραφος 5, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 939/82, επιβάλλει την πρέπουσα κύρωση για τη μη τήρηση των περί ποιότητας διατάξεων από τον τελευταίο μειοδότη. »
Η Société pour ľ exportation des sucres επικαλείται επίσης τη σχέση μεταξύ οριστικής καταβολής του τιμήματος και ελευθερώσεως της ασφάλειας. Εξαρτώντας την τύχη της ασφάλειας με εκείνη της οριστικής καταβολής του τιμήματος, το άρθρο 7, παράγραφος 5, ήθελε να υποβάλει την ελευθέρωση της ασφάλειας στον ίδιο όρο που επιβάλλεται για την καταβολή του τιμήματος. Καθώς η εταιρία είναι της γνώμης ότι πληρούνται αυτοί οι όροι, συνάγει το συμπέρασμα ότι η ασφάλεια έπρεπε να ελευθερωθεί.
Πάντως η εταιρία ισχυρίζεται ότι στην προκειμένη περίπτωση η κατάπτωση της ασφάλειας παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας. Υπενθυμίζει σχετικά ότι ένα μεταξύ περισσοτέρων δυνατών κριτηρίων είναι αυτό που αλλάζει την κατηγορία της ζάχαρης από 2 σε 3. Η παράβαση που αφορά το χρωματισμό είναι τελείως ασήμαντη για το συνήθη καταναλωτή. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η μείωση του τιμήματος στην οποία προέβη ο ΟΒΕΑ ήταν ελάχιστη ( 196139 BFR επί 21600550 BFR). Ο χρωματισμός ενδιαφέρει μόνο τους κατασκευαστές ποτών. Η ζάχαρη της κατηγορίας 3 είναι απολύτως βρώσιμη. Επομένως η κατάπτωση της ασφάλειας είναι δυσανάλογη.
Κατά την εταιρία, θα πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση:
« Το άρθρο 7 του κανονισμού 434/82 και ιδίως οι παράγραφοι 5 και 3 έχουν την έννοια ότι η ασφάλεια πρέπει να ελευθερωθεί όταν ικανοποιεί τον όρο που προβλέπεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού για την οριστική καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος· ότι, αντιθέτως, μπορεί να καταπέσει, αλλά μόνο στο μέτρο που καθορίζει η παράγραφος 3 του άρθρου 7, όταν δεν ικανοποιείται ο όρος αυτός.
Πάντως, η κατάπτωση της ασφάλειας ως μέτρο προοριζόμενο να αποτελέσει κύρωση για την παράδοση ζάχαρης ποιότητας 3 αντί ζάχαρης ποιότητας 2 αποτελεί, ενόψει του ιδιαιτέρως ασήμαντου αυτής της παραβάσεως και της παντελούς ελλείψεως σημασίας για τον παραλήπτη του εμπορεύματος, κύρωση απολύτως δυσανάλογη και συνεπώς αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο. Το άρθρο 7, παράγραφος 3, δεν θα ήταν επομένως έγκυρο αν επέτρεπε ή παρείχε την εξουσία επιβολής — πράγμα που δεν συμβαίνει — τέτοιας κυρώσεως. »
G. C Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 18ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 56/86,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de première instance των Βρυξελλών προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
SA Société pour l'exportation des sucres, εταιρίας βελγικού δικαίου, με έδρα την Αμβέρσα, αφενός,
και
Office belge de l'économie et de l'agriculture ( OBEA), δημοσίου οργανισμού, με έδρα τις Βρυξέλλες, αφετέρου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 434/82 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1982, περί διαρκούς δημοπρασίας για τη θέση σε ετοιμότητα λευκής κοινοτικής ζάχαρης που προορίζεται για την οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών για την περίθαλψη και την εξεύρεση εργασίας στους πρόσφυγες της Παλαιστίνης στην Εγγύς Ανατολή ( UNRWA ) στα πλαίσια της επισιτιστικής βοήθειας ( ΕΕ L 55, σ. 34 ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 939/82, της 21ης Απριλίου 1982 ( ΕΕ L 111, σ. 13 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Κ. Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, Τ. Koopmans και G. C Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
η SA Société pour l'exportation des sucres, ενάγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη από τους Léon Goffin και Jean-Louis Lodomez, δικηγόρους Βρυξελλών,
—
το Office belge de l'économie et de l'agriculture ( OBEA ), εναγόμενο στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενο από την Monique Fruy, δικηγόρο Βρυξελλών,
—
η κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενη από τον Υπουργό Οικονομικών Υποθέσεων,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την Denise Sorasio, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
αφού έλαβε υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 10ης Δεκεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Ιανουαρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1986 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 26 Απριλίου, το Tribunal de première instance των Βρυξελλών έθεσε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων του κανονισμού 434/82 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1982, περί διαρκούς δημοπρασίας για τη θέση σε ετοιμότητα λευκής κοινοτικής ζάχαρης που προορίζεται για την οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών για την περίθαλψη και την εξεύρεση εργασίας στους πρόσφυγες της Παλαιστίνης στην Εγγύς Ανατολή ( UNRWA ) στα πλαίσια της επισιτιστικής βοήθειας ( ΕΕ L 55, σ. 34 ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 939/82 της 21ης Απριλίου 1982 ( ΕΕ L 111, σ. 13 ).
2
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δίκης ενώπιον του πιο πάνω δικαστηρίου μεταξύ της SA Société pour l'exportation des sucres, με έδρα την Αμβέρσα, και του Office belge de l'économie et de l'agriculture (OBEA), βελγικού οργανισμού παρεμβάσεως.
3
H ενάγουσα στην κύρια δίκη εταιρία κηρύχθηκε τελευταία μειοδότρια για την προμήθεια 755 τόνων ζάχαρης στην UNRWA βάσει του προαναφερθέντος κανονισμού. Η παράδοση πραγματοποιήθηκε και ο δικαιούχος οργανισμός διέθεσε το εμπόρευμα, αλλά από μεταγενέστερους ελέγχους που έγιναν στο Βέλγιο σε δείγματα που ελήφθησαν πριν από τη φόρτωση αποκαλύφθηκε ότι όλα τα δείγματα ανήκαν στην ποιότητα ζάχαρης 3 ( κατώτερης ποιότητας ) και όχι 2 ( που αποτελεί τον ποιοτικό τύπο ), για μόνο το λόγο ότι ο χρωματισμός του διαλύματος υπερέβαινε κατά 0,7 σημεία το περιθώριο των 6 σημείων που αποτελεί το ανώτατο όριο για τον ποιοτικό τύπο, ενώ όλα τα λοιπά κριτήρια ανταποκρίνονταν σ' αυτή την ποιότητα.
4
Η διαφορά στην κύρια δίκη αφορά την υποχρέωση της ΟΒΕΑ να πληρώσει υπό τις συνθήκες αυτές την αρχικώς συμφωνηθείσα τιμή και να ελευθερώσει τη συσταθείσα εγγύηση από την τελευταία μειοδότρια εταιρία.
5
Για τη λύση αυτής της διαφοράς το Tribunal de première instance των Βρυξελλών ζήτησε από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς επί των ακολούθων ερωτημάτων:
« 1)
Τα άρθρα 9, παράγραφοι 4 και 5, 10, εδάφιο 3, και 15, παράγραφοι 2 και 3, έχουν την έννοια ότι ο έλεγχος της ποιότητας 2 της ζάχαρης έπρεπε να πραγματοποιηθεί είτε πριν από τη φόρτωση της είτε πριν από την εκπνοή της προθεσμίας παραδόσεως είτε πριν από την παράδοση των εγγράφων που συνέταξε η UNRWA είτε πριν από τη διανομή της ζάχαρης από την εν λόγω οργάνωση και ότι ο εναγόμενος δεν μπορούσε πλέον, μετά από ένα από τα γεγονότα αυτά, να προβεί στον ποιοτικό αυτό έλεγχο ή να αμφισβητήσει τον ποιοτικό τύπο της ζάχαρης;
2)
Το άρθρο 10 έχει την έννοια ότι όταν τα έγγραφα που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο καταρτίστηκαν από την UNRWA και όταν η UNRWA διέθεσε το εμπόρευμα, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει το συμφωνηθέν αρχικώς τίμημα και δεν μπορεί να αρκεστεί στην καταβολή του τιμήματος που αντιστοιχεί σε ζάχαρη κατώτερης ποιότητας από τον συμφωνηθέντα ποιοτικό τύπο; Το “ certificate of receipt ” που εξέδωσε η UNRWA, στις 13 Αυγούστου 1982, χωρίς επιφυλάξεις για τον ποιοτικό τύπο της ζάχαρης συνεπάγεται για τον εναγόμενο την υποχρέωση να καταβάλει το αρχικώς συμφωνηθέν τίμημα;
3)
Το άρθρο 7, παράγραφος 3, έχει την έννοια ότι η εγγύηση της δημοπρασίας καταπίπτει υπέρ του ΕΓΤΠΕ, πλήρως ή μερικώς, όταν η ζάχαρη είναι της ποιότητας 3 και όχι 2, ενώ ο παραλήπτης διέθεσε πράγματι την παραδοθείσα ζάχαρη, κατώτερης ποιότητας από τη συμφωνηθείσα;
Ενόψει της φύσεως της παραβάσεως της ενάγουσας, η κατάπτωση της ασφάλειας είναι σύμφωνη προς τη γενική αρχή της αναλογικότητας; ».
6
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς οι οικείες κοινοτικές διατάξεις, τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το δικαστήριο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
7
Με το πρώτο ερώτημα τίθεται το ζήτημα, αφενός, σε ποιο χρονικό σημείο πρέπει να διενεργείται ο ποιοτικός έλεγχος της ζάχαρης και, αφετέρου, αν, σύμφωνα με το σχετικό κανονισμό, ο έλεγχος αυτός μπορεί να διενεργηθεί ενδεχομένως αργότερα.
8
Το άρθρο 9, παράγραφος 5, του σχετικού κανονισμού προβλέπει ότι η δειγματοληψία και οι αναλύσεις γίνονται από ειδικούς αναγνωρισμένους από τις αρχές του κράτους μέλους εξαγωγής. Αναφέρεται στον « ποιοτικό έλεγχο κατά τη φόρτωση ». Το άρθρο 15, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού επιβάλλει στον τελευταίο μειοδότη την υποχρέωση να ανακοινώσει το ταχύτερο δυνατό στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους εξαγωγής και στην U Ν RWA τον ορισμό του πλοίου που θα διενεργήσει τη μεταφορά, την ημερομηνία φορτώσεως και την προβλεπόμενη ημερομηνία αφίξεως του πλοίου στο λιμένα εκφορτώσεως. Η παράγραφος 3 του ίδιου άρθρου ορίζει ότι « εάν η ζάχαρη ανήκει σε ποιότητα κατώτερη του ποιοτικού τύπου, δεν γίνεται δεκτή υπ' ευθύνη του υπερθεματιστή ( τελευταίου μειοδότη ) ». Οι διατάξεις αυτές καθιερώνουν έτσι σύστημα ποιοτικού ελέγχου που προηγείται της φορτώσεως, διότι μόνο αυτός ο έλεγχος επιτρέπει να μη γίνει δεκτή η ζάχαρη αν αποδειχτεί ότι είναι κατώτερης ποιότητας από τον ποιοτικό τύπο.
9
Περίπτωση σαν την προκειμένη, όπου τα αποτελέσματα του ποιοτικού ελέγχου γίνονται γνωστά μετά την παράδοση του εμπορεύματος, δεν προβλέπεται από τις διατάξεις του κανονισμού. Απ' αυτό όμως δεν συνάγεται ότι ο έλεγχος που διενεργήθηκε υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να λογισθεί παράνομος ή ότι απαγορεύεται να ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματα του.
10
Ο ποιοτικός έλεγχος είναι πράγματι ένα σημαντικό στοιχείο του συστήματος, διότι όπως προκύπτει τόσο από τις αιτιολογικές σκέψεις, όσο και από τις διατάξεις του κανονισμού, και ιδίως από το άρθρο 1, παράγραφος 2, « η ζάχαρη πρέπει να ανήκει στον ποιοτικό τύπο που ορίζεται στο άρθρο 1 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ. 793/72 ». Αν ο ποιοτικός έλεγχος δεν μπόρεσε να περατωθεί πριν από τη φόρτωση, επιτρέπεται να συνεχιστεί μεταγενέστερα και να συναχθούν τα κρίσιμα πορίσματα των αποτελεσμάτων του.
11
Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο ποιοτικός έλεγχος της ζάχαρης που προβλέπεται από τον κανονισμό 434/82 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1982, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 939/82 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1982, πρέπει κανονικά να διενεργείται πριν από τη φόρτωση. Δεν απαγορεύεται όμως να λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα αυτού του ελέγχου ακόμα και όταν γίνονται γνωστά σε χρόνο μεταγενέστερο.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
12
Για να δοθεί απάντηση στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να ληφθεί υπόψη η νομική θέση της UNRWA σε σχέση με τον τελευταίο μειοδότη και τον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως, καθώς και με το ρόλο που παίζουν τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να καταρτίσει η UNRWA, στο σύστημα που καθιέρωσε ο κανονισμός 434/82.
13
Πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι η UNRWA, οργανισμός στον οποίο έχει ανατεθεί η παραλαβή και η διανομή της επισιτιστικής βοήθειας που χορηγεί η Κοινότητα, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με αγοραστή καθόσον αφορά τις σχέσεις του με τον τελευταίο μειοδότη. Ο νομικός του δεσμός συνάπτεται με την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα.
14
Όσον αφορά τον τελευταίο μειοδότη, ο νομικός του δεσμός δεν συνάπτεται με την UNRWA, αλλά με τον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως του κράτους μέλους εξαγωγής και οι σχέσεις του διέπονται από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, εσφαλμένως επικαλείται η ενάγουσα στην κύρια δίκη εταιρία αρχές που αντλεί από το δίκαιο της διεθνούς πωλήσεως εμπορευμάτων.
15
Για να προσδιοριστεί ο ρόλος που παίζουν τα έγγραφα, τα οποία πρέπει να καταρτίσει η UNRWA, παρατηρείται ότι τόσο η προσωρινή πληρωμή, που αντιστοιχεί στο 90 0/0 της τιμής, όσο και η οριστική πληρωμή εξαρτώνται, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, του κανονισμού, από την απόδειξη ότι πραγματοποιήθηκε η παράδοση.
16
Για την προσωρινή πληρωμή, από το άρθρο 10, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, και από το άρθρο 9, παράγραφος 4, προκύπτει ότι αρκεί η προσαγωγή της αποδείξεως ότι το πλοίο έχει εισέλθει στο λιμένα προορισμού, ενώ το εμπόρευμα είναι ακόμη επί του πλοίου. Το άρθρο 10, παράγραφος 1, ορίζει ότι «η απόδειξη αυτή συνίσταται σε βεβαίωση χορηγηθείσα από εταιρία εξειδικευμένη, σε διεθνές επίπεδο, στον έλεγχο και την επίβλεψη και η οποία είναι αναγνωρισμένη από την UNRWA ή από την ίδια την UNRWA. Η βεβαίωση αυτή χορηγείται ιδίως βάσει των εγγράφων μεταφοράς και της ποιότητας της σχετικής ζάχαρης ».
17
Για την οριστική πληρωμή δεν αρκεί να έχει φθάσει στο λιμένα το εμπόρευμα. Χρειάζονται επιπλέον « η ζάχαρη ( να ) παραδόθηκε στον προβλεπόμενο λιμένα εκφορτώσεως, το εμπόρευμα είτε (να είναι) πράγματι εναποτεθειμένο στην αποβάθρα ή σε φορτηγίδα είτε εκφορτωμένο από το container στην αποβάθρα και σύμφωνα με τους απαιτούμενους όρους ». Οι όροι αυτοί παραδόσεως πρέπει να πιστοποιούνται από τα έγγραφα που εκδίδει η UNRWA. Ο ρόλος που παίζουν, επομένως, αυτά τα έγγραφα είναι ν' αποδείξουν ότι το εμπόρευμα εκφορτώθηκε πράγματι, τούτο δε « σύμφωνα με τις απαιτούμενους όρους ».
18
Με την έκφραση « απαιτούμενοι όροι » πρέπει καταρχάς να νοηθούν οι ποσοτικοί όροι. Πράγματι, ενώ για την προσωρινή πληρωμή αρκεί η προσαγωγή « εκτιμήσεως της ποσότητας της οικείας ζάχαρης », για την οριστική πληρωμή απαιτείται η παροχή ακριβούς στοιχείου. Οι εκφράσεις αυτές αφορούν επίσης τους όρους παραδόσεως που προβλέπονται από το άρθρο 9 του κανονισμού, το οποίο απαιτεί ιδίως τη συσκευασία των σάκων, των οποίων τα χαρακτηριστικά είναι ακριβώς καθορισμένα. Τα έγγραφα που καταρτίζει η UNRWA μπορούν επίσης να πιστοποιούν ότι το εμπόρευμα έφθασε στον προορισμό του χωρίς να υποστεί αβαρία καθ' οδόν.
19
Αντιθέτως, η ποιότητα της ζάχαρης δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των στοιχείων που πιστοποιούνται από τα έγγραφα που εκδίδει η UNRWA. Κατά το σύστημα που καθιέρωσε ο κανονισμός, αρμόδιος για τον έλεγχο της ποιότητας είναι ο οργανισμός παρεμβάσεως του κράτους μέλους εξαγωγής και όχι η UNRWA.
20
Το άρθρο 10 περιορίζεται να προβλέπει, σ' ό,τι αφορά την τελική πληρωμή, ότι πραγματοποιείται μόλις λάβει ο οργανισμός παρεμβάσεως του κράτους μέλους εξαγωγής τα έγγραφα που εξέδωσε η UNRWA. Η διάταξη αυτή δεν ρυθμίζει τις συνέπειες ενδεχομένου ποιοτικού ελαττώματος της ζάχαρης ή της μη τηρήσεως του ενός ή του άλλου όρου παραδόσεως.
21
Οι συνέπειες αυτές αποτελούν αντικείμενο άλλων διατάξεων του κανονισμού, ιδίως του άρθρου 7, οι παράγραφοι 3 έως 5 του οποίου προβλέπουν τις προϋποθέσεις αποδεσμεύσεως της ασφάλειας, και του άρθρου 15, του οποίου η παράγραφος 2 προβλέπει τη μείωση της τιμής σε περίπτωση καθυστερημένης παραδόσεως, η δε παράγραφος 3 ορίζει ότι « εάν η ζάχαρη ανήκει σε ποιότητα κατώτερη του ποιοτικού τύπου, δεν γίνεται δεκτή υπ' ευθύνη του υπερθεματιστή ( τελευταίου μειοδότη ) ».
22
Στην περίπτωση όπως η προκειμένη, όπου τα αποτελέσματα του ποιοτικού ελέγχου δεν έγιναν γνωστά παρά αφού διέθεσε η UNRWA τη ζάχαρη, δεν είναι δυνατή η αποποίηση του εμπορεύματος. Απ' αυτό όμως δεν συνάγεται ότι ο οργανισμός παρεμβάσεως είναι υποχρεωμένος να πληρώσει την αρχικώς συμφωνηθείσα τιμή, που αντιστοιχεί σε ποιότητα ανώτερη από εκείνη της πράγματι παραδοθείσας ζάχαρης. Τέτοια υποχρέωση δεν θα έβρισκε έρεισμα ούτε στο άρθρο 10 ούτε σ' οποιαδήποτε διάταξη του κανονισμού.
23
Στο δεύτερο ερώτημα προσήκει συνεπώς η απάντηση ότι, όταν αποδεικνύεται, αφού διέθεσε η UNRWA το εμπόρευμα, ότι η παραδοθείσα ζάχαρη ανήκει σε κατηγορία κατώτερη του ποιοτικού τύπου, το άρθρο 10 του κανονισμού 434/82 δεν επιβάλλει στον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως του κράτους μέλους εξαγωγής την υποχρέωση να καταβάλει στον τελευταίο μειοδότη το αρχικώς συμφωνηθέν τίμημα, που αντιστοιχεί στη ζάχαρη ποιοτικού τύπου, έστω και αν εκδόθηκαν όλα τα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό έγγραφα από την UNRWA.
Επί του τρίτου ερωτήματος
24
Με το τρίτο ερώτημα ζητείται πρώτον από το δικαστήριο να ερμηνεύσει το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 939/82. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι:
« H ασφάλεια της δημοπρασίας:
α)
παραμένει εν ισχύι ( καταπίπτει ), εκτός περιπτώσεως ανωτέρας βίας, για την ποσότητα ζάχαρης την οποία ο υπερθεματιστής (τελευταίος μειοδότης) δεν παρέδωσε στο λιμένα εκφορτώσεως, είτε το εμπόρευμα εναποτέθηκε πράγματι στην αποβάθρα ή σε φορτηγίδα είτε εκφορτώθηκε από το container στην αποβάθρα, σύμφωνα με τους απαραίτητους όρους και κατόπιν υποβολής του αντιτύπου αριθ. 1 του πιστοποιητικού εξαγωγής, που έχει καταχωρηθεί και αναθεωρηθεί δεόντως από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που αναφέρεται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, στοιχείο ε ) ·
β )
αποδεσμεύεται εάν δεν δόθηκε συνέχεια στην προσφορά. »
25
Από το γράμμα αυτής της διατάξεως προκύπτει ότι η ασφάλεια πρέπει να καταπέσει όταν λείπει μία από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι εκείνες που αναφέρονται στις υποχρεώσεις του τελευταίου μειοδότη, διότι η ασφάλεια αποσκοπεί ακριβώς στο να εξασφαλίσει την εκτέλεση αυτών των υποχρεώσεων.
26
Μεταξύ των ουσιωδών υποχρεώσεων του τελευταίου μειοδότη είναι και η υποχρέωση, που καθιερώνεται ιδίως από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του πιο πάνω κανονισμού, να παράσχει ζάχαρη ποιοτικού τύπου.
27
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου ερωτήματος ερωτά το εθνικό δικαστήριο αν η κατάπτωση της ασφάλειας είναι σύμφωνη με τη γενική αρχή της αναλογικότητας ενόψει της φύσεως της παραβάσεως, όπου ο τελευταίος μειοδότης παρέδωσε ζάχαρη, της οποίας όλα τα στοιχεία ανταποκρίνονταν προς τα στοιχεία του ποιοτικού τύπου, πλην του στοιχείου του χρωματισμού.
28
Για να διαπιστωθεί αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέσα που θέτει σ' εφαρμογή είναι κατάλληλα για να πραγματοποιηθεί ο επιδιωκόμενος στόχος και μήπως βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του.
29
Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις και τις διατάξεις του κανονισμού 434/82, ο κανονισμός αυτός επιδιώκει, μεταξύ άλλων, να διασφαλιστεί ώστε η παραδιδόμενη ζάχαρη να ανήκει πράγματι στον ποιοτικό τύπο, όπως ορίζεται από τον κανονισμό 793/72 του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 1972, που καθορίζει τον ποιοτικό τύπο της λευκής ζάχαρης ( ΕΕ ειδ. έκδ. τόμ. 03/033 συμπληρωματικός, σ. 37 ). Σχετικώς, δεν μπορούν να απομονωθούν τα διάφορα κριτήρια που αναφέρονται εκεί, διότι έχουν καθοριστεί σωρευτικά από τον κοινοτικό νομοθέτη στον προαναφερθέντα κανονισμό, από τον οποίο προκύπτει ότι ο ποιοτικός τύπος μπορεί να χαρακτηριστεί ως αντιπροσωπευτικός για την κοινοτική παραγωγή.
30
Η σημασία του ανωτέρω μνημονευθέντος στόχου δεν πρέπει να υποτιμάται ούτε από την άποψη των συμφυών προς την επισιτιστική βοήθεια απαιτήσεων ούτε από την άποψη της ισότητας όρων μεταξύ των διαγωνιζομένων σε μια δημοπρασία.
31
Το μέσο που εφαρμόζεται για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι ένα τυπικό εργαλείο των πράξεων που διενεργούνται στο πλαίσιο των κοινών οργανισμών των γεωργικών αγορών: η κατάπτωση της ασφάλειας. Η κατάπτωση αυτή, που αφορά ποσό 37750 ECU για πράξεις 775 τόνων ζάχαρης, δεν είναι αδικαιολόγητη αφού δεν εκπληρώθηκε πρωταρχική υποχρέωση, εγγυημένη με ασφάλεια και δεδομένου ότι η κύρωση αυτή δεν βαίνει πέραν του αναγκαίου ώστε να έχει το ηθελημένο αποτρεπτικό αποτέλεσμα.
32
Στο τρίτο ερώτημα πρέπει, συνεπώς, να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82 έχει την έννοια ότι η ασφάλεια για τη συμμετοχή στη δημοπρασία καταπίπτει στο σύνολο της όταν η παραδοθείσα ζάχαρη δεν ανήκει στον ποιοτικό τύπο, ακόμη και αν ο δικαιούχος της βοήθειας την διέθεσε. Η διάταξη αυτή δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
Επί των δικαστικών εξόδων
33
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Tribunal de première instance των Βρυξελλών, με απόφαση της 20ης Φεβρουαρίου 1986, αποφαίνεται:
1)
Ο ποιοτικός έλεγχος της ζάχαρης που προβλέπεται από τον κανονισμό 434/82 της Επιτροπής, της 25ης Φεβρουαρίου 1982, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 939/82 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 1982, πρέπει κανονικά να διενεργείται πριν από τη φόρτωση. Δεν απαγορεύεται όμως να λαμβάνονται υπόψη τα αποτελέσματα αυτού του ελέγχου ακόμα και όταν γίνονται γνωστά σε χρόνο μεταγενέστερο.
2)
Όταν αποδεικνύεται, αφού διέθεσε η UNRWA το εμπόρευμα, ότι η παραδοθείσα ζάχαρη ανήκει σε κατηγορία κατώτερη του ποιοτικού τύπου, το άρθρο 10 του κανονισμού 434/82 δεν επιβάλλει στον εθνικό οργανισμό παρεμβάσεως του κράτους μέλους εξαγωγής την υποχρέωση να καταβάλει στον τελευταίο μειοδότη το αρχικώς συμφωνηθέν τίμημα, που αντιστοιχεί στη ζάχαρη ποιοτικού τύπου, έστω και αν εκδόθηκαν όλα τα προβλεπόμενα από το άρθρο αυτό έγγραφα από την UNRWA.
3)
Το άρθρο 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 434/82 έχει την έννοια ότι η ασφάλεια για τη συμμετοχή στη δημοπρασία καταπίπτει στο σύνολο της όταν η παραδοθείσα ζάχαρη δεν ανήκει στον ποιοτικό τύπο, ακόμη και αν ο δικαιούχος της βοήθειας τη διέθεσε. Η διάταξη αυτή δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
Κακούρης
Koopmans
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο, στις 18 Μαρτίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τέταρτου τμήματος
Κ. Κακούρης
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy