Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - 'Εννοια - Επιδότηση επιτοκίου επί των πιστώσεων εξαγωγής - Συμπεριλαμβάνεται - Εκτίμηση της Επιτροπής ενόψει των γεωργικών ρυθμίσεων - Δεν ασκεί επιρροή
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 92)
2. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - 'Ασκηση αρμοδιοτήτων που αυτά έχουν διατηρήσει όσον αφορά νομισματικής φύσεως θέματα - Μονομερή μέτρα απαγορευόμενα από τη Συνθήκη - Δεν επιτρέπονται
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - 'Εννοια - Ενίσχυση μη προερχόμενη από κρατικούς πόρους - Ενίσχυση χορηγούμενη μέσω δημόσιων ή ιδιωτικών οργανισμών - Συμπεριλαμβάνεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 92)
4. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο μιας ενισχύσεως με την κοινή αγορά - Υποχρέωση αιτιολογήσεως - Απαραίτητα στοιχεία
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 92 και 190)
Περίληψη
1. Αποτελεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92 της Συνθήκης η επιδότηση επιτοκίου επί πιστώσεων για εξαγωγή που έχει ως αποτέλεσμα οι εξαγωγικές επιχειρήσεις να τυγχάνουν ενός οικονομικού πλεονεκτήματος με το οποίο μειώνονται τα έξοδα των πωλήσεών τους στις αγορές των άλλων κρατών μελών. Ο χαρακτηρισμός αυτός είναι ανεξάρτητος από την εκτίμηση ως προς την εν λόγω επιδότηση στην οποία προέβη η Επιτροπή για την εφαρμογή των κοινοτικών ρυθμίσεων στο γεωργικό τομέα.
2. Η άσκηση από τα κράτη μέλη των αρμοδιοτήτων που έχουν διατηρήσει στο νομισματικό τομέα δεν τους επιτρέπει να λαμβάνουν μονομερώς μέτρα που η Συνθήκη απαγορεύει.
3. Μια ενίσχυση δεν πρέπει κατ' ανάγκη να χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους για να χαρακτηρίζεται ως κρατική. Το άρθρο 92 της Συνθήκης περιλαμβάνει το σύνολο των χορηγουμένων από τα κράτη ή μέσω κρατικών πόρων ενισχύσεων, χωρίς να συντρέχει λόγος διακρίσεως ανάλογα με το αν η ενίσχυση χορηγείται απευθείας από το κράτος ή από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς που αυτό ιδρύει ή ορίζει ως υπεύθυνους για τη διαχείριση της ενίσχυσης.
4. Καίτοι από τις ίδιες τις περιστάσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση είναι δυνατό να προκύπτει ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, παρ' όλ' αυτά, η Επιτροπή οφείλει να αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεώς της. Η υποχρέωση αυτή έχει τηρηθεί όταν στην απόφαση περιέχονται αρκούντως σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογικές σκέψεις που καθιστούν δυνατόν να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή νομίμως έκρινε ότι μια επιδότηση επιτοκίου επί των πιστώσεων για εξαγωγές κατά το μέτρο που θέτει τις εξαγωγικές επιχειρήσεις σε πλεονεκτικότερη, από άποψη ανταγωνισμού, θέση απ' ό,τι τους λοιπούς επιχειρηματίες που δεν τυγχάνουν τέτοιας παρέμβασης, είναι πράγματι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 57/86,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Στέλιο Περράκη, δικηγόρο, επίκουρο καθηγητή της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης, Βασίλη Ζορμπά, δικηγόρο, νομικό σύμβουλο στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, και τον Ηλία Λάιο, νομικό σύμβουλο του Υπουργού Γεωργίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ελληνική πρεσβεία, 117, rue Val-Sainte-Croix, 1371 Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους Θεοφάνη Χριστοφόρου και Γεώργιο Κρεμλή, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, και τον Thomas Cusack, νομικό σύμβουλο της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, κατά της αποφάσεως 86/187/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 13ης Νοεμβρίου 1985, για τις ενισχύσεις που χορηγεί η Ελλάδα στην εξαγωγή όλων των προϊόντων, με εξαίρεση τα προϊόντα πετρελαίου, υπό μορφή επιδότησης επιτοκίου (ΕΕ 1986, L 136, σ. 61),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco, O. Due, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, K. Κακούρη, T. F. O' Higgins, F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 3ης Δεκεμβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Φεβρουαρίου 1986, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της απόφασης 86/187/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 13ης Νοεμβρίου 1985, για τις ενισχύσεις που χορηγεί η Ελλάδα στην εξαγωγή όλων των προϊόντων, με εξαίρεση τα προϊόντα πετρελαίου, υπό μορφή επιδότησης επιτοκίου (ΕΕ 1986, L 136, σ. 61).
2 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Μαρτίου 1986, η προσφεύγουσα υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με Διάταξη της 30ής Απριλίου 1986, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε την αίτηση αυτή, επιφυλαχθείς ως προς τα δικαστικά έξοδα.
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο γενικής μεταρρυθμίσεως του πιστωτικού συστήματος η οποία τέθηκε σε εφαρμογή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1983, τα επιτόκια των δανείων καθορίστηκαν σε 21,5 % για τις βιομηχανίες, σε 18,5 % για τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως γεωργικών προϊόντων και σε 14 % για τις βιοτεχνίες. Το επιτόκιο 10,5 % που εφαρμοζόταν στα δάνεια για εξαγωγή και ίσχυε πριν από τον Απρίλιο του 1983 καταργήθηκε. Προς αντιστάθμιση του μειονεκτήματος που προέκυψε από την κατάργηση αυτή για τους έλληνες εξαγωγείς, χορηγήθηκε στους τελευταίους επιστροφή τόκων 6 % (ή 3 % στην περίπτωση δανείων με επιτόκιο 14 %), υπό την προϋπόθεση της ταχείας εισαγωγής στη χώρα και δραχμοποιήσεως του προερχομένου από τις εξαγωγές συναλλάγματος. Η επιστροφή αυτή ισχύει για την εξαγωγή όλων των προϊόντων, με εξαίρεση τα προϊόντα πετρελαίου.
4 Με την προσβαλλόμενη απόφαση διαπιστώνεται, κυρίως, ότι η ενίσχυση υπό μορφή επιδοτήσεως επιτοκίου 6 ή 3 %, την οποία οι ελληνικές αρχές χορηγούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις επί των πιστώσεων για εξαγωγές, είναι, σύμφωνα με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΟΚ, ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά και πρέπει να καταργηθεί.
5 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Ελληνική Δημοκρατία προβάλλει τέσσερις λόγους ακυρώσεως οι οποίοι αφορούν αδιακρίτως τις διάφορες κατηγορίες εξαγωγών.
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του πρώτου λόγου
7 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η επίδικη επιστροφή τόκων δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση. Πρόκειται για ένα καθαρά νομισματικής φύσεως μέτρο που αποσκοπεί στη βελτίωση του ισοζυγίου πληρωμών της χώρας διά της ενθαρρύνσεως των εξαγωγέων να εισάγουν ταχέως το προερχόμενο από τις εξαγωγές τους συνάλλαγμα. Σε σχέση με το προ του Απριλίου 1983 πιστωτικό σύστημα, σκοπός της επιστροφής τόκων είναι να έχει ουδέτερα αποτελέσματα και περιορίζεται στην άρση των αρνητικών για τους εξαγωγείς αποτελεσμάτων της αύξησης των επιτοκίων, χωρίς να παρέχεται σ' αυτούς κανένα πρόσθετο πλεονέκτημα. Τέλος, κατά το μέτρο που η Επιτροπή δεν εξέτασε το προηγούμενο σύστημα πιστώσεων για εξαγωγές, δεν μπορεί να επικρίνει το νέο σύστημα, το οποίο περιορίζεται στην άρση των αρνητικών αποτελεσμάτων της αύξησης των επιτοκίων για τους εξαγωγείς.
8 Δεν αμφισβητείται ότι, λόγω της επιστροφής των τόκων, τα επιτόκια που ισχύουν γενικά για τις εμπορικές πράξεις στην Ελλάδα είναι μειωμένα μόνον όσον αφορά τις πιστώσεις για εξαγωγές. Συνεπώς, η επίδικη επιστροφή αποτελεί για τις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις ενίσχυση κατά το μέτρο που οι εν λόγω επιχειρήσεις τυγχάνουν ενός οικονομικού πλεονεκτήματος με το οποίο μειώνονται τα έξοδα των πωλήσεών τους στις αγορές των άλλων κρατών μελών. Σχετικά, πρέπει να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 6 και 11/69, Rec. 1969, σ. 523), σύμφωνα με την οποία το προτιμησιακό αναπροεξοφλητικό επιτόκιο για τις εξαγωγές, το οποίο χορηγείται από ένα κράτος μόνο υπέρ των εξαγόμενων εγχώριων προϊόντων, αποτελεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 92.
9 'Οσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από τον καθαρώς νομισματικό χαρακτήρα της επιστροφής τόκων, αρκεί να υπογραμμιστεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969 και απόφαση της 9ης Ιουνίου 1982, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 95/81, Συλλογή 1982, σ. 2187), η άσκηση από τα κράτη μέλη των αρμοδιοτήτων που έχουν διατηρήσει στο νομισματικό τομέα δεν τους επιτρέπει να λαμβάνουν μονομερώς μέτρα που η Συνθήκη απαγορεύει.
10 Τέλος, είναι άνευ σημασίας το γεγονός ότι, σε σχέση με το προηγούμενο σύστημα πιστώσεων για εξαγωγές, η επιστροφή τόκων έχει, από οικονομική άποψη, ουδέτερα αποτελέσματα στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών καθώς και ότι η Επιτροπή δεν επενέβη όσον αφορά το προηγούμενο σύστημα, εφόσον το τωρινό σύστημα, εξεταζόμενο ανεξάρτητα από το παλαιό, ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις. Από τις προηγούμενες σκέψεις έπεται ότι ο πρώτος λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου λόγου
11 Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η επιστροφή τόκων δεν πραγματοποιείται μέσω κρατικών πόρων, αλλά χρηματοδοτείται από την προθεσμιακή τοποθέτηση κεφαλαίων που έχουν επενδυθεί από τις εμπορικές τράπεζες. Αντιθέτως, η Επιτροπή φρονεί ότι η Τράπεζα της Ελλάδος θέτει πόρους στη διάθεση των δανειστριών εμπορικών τραπεζών, προκειμένου να χρηματοδοτούνται οι επιστροφές του 6 ή 3 % επί των δανείων που οι εν λόγω τράπεζες χορηγούν στους εξαγωγείς.
12 Από πάγια νομολογία (βλέπε ιδίως απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 1985, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, 290/83, Συλλογή 1985, σ. 439) προκύπτει ότι μια ενίσχυση δεν πρέπει κατ' ανάγκη να χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους για να χαρακτηρίζεται ως κρατική. Το άρθρο 92 περιλαμβάνει το σύνολο των χορηγουμένων από τα κράτη ή μέσω κρατικών πόρων ενισχύσεων, χωρίς να συντρέχει λόγος διακρίσεως ανάλογα με το αν η ενίσχυση χορηγείται απευθείας από το κράτος ή από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς που αυτό ιδρύει ή ορίζει ως υπεύθυνους για τη διαχείρηση της ενίσχυσης.
13 Εν προκειμένω, αρκεί να τονιστεί ότι η επιστροφή τόκων θεσπίστηκε από την Ελληνική Δημοκρατία μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, η οποία ενήργησε στον τομέα αυτό υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους, και ότι οι τράπεζες καταβάλλουν την επιστροφή τόκων ή αποστέλλουν τις βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος στην Τράπεζα της Ελλάδος η οποία προβαίνει τότε στη σχετική καταβολή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του τρίτου λόγου
14 Κατά την Ελληνική Δημοκρατία, η απόφαση της Επιτροπής δεν περιέχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η επιστροφή τόκων είχε επίπτωση στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών. Εν προκειμένω, για να αποδείξει ότι οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν λόγω της ενισχύσεως, η Επιτροπή όφειλε να στηριχτεί σε συγκεκριμένα στοιχεία. Πράγματι, οι ελληνικές εξαγωγές μειώθηκαν, ιδίως όσον αφορά τον τομέα των σιτηρών.
15 'Οπως έχει ήδη δεχτεί το Δικαστήριο (απόφαση της 13ης Μαρτίου 1985, Βασίλειο των Κάτω Χωρών και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής, 296 και 318/82, Συλλογή 1985, σ. 809), από τις ίδιες τις περιστάσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η ενίσχυση είναι δυνατό να προκύπτει ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και να νοθεύσει ή να απειλήσει να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, πλην όμως η Επιτροπή οφείλει τουλάχιστον να αναφέρει τις περιστάσεις αυτές στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεώς της.
16 Στην προκειμένη περίπτωση, οι αρκετά σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλομένης αποφάσεως επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή νομίμως έκρινε ότι η επίδικη επιστροφή τόκων, κατά το μέτρο που θέτει τους έλληνες εξαγωγείς σε πλεονεκτικότερη, από άποψη ανταγωνισμού, θέση απ' ό,τι τους λοιπούς επιχειρηματίες που δεν τυγχάνουν τέτοιας παρέμβασης, είναι πράγματι ικανή να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Επομένως, ο τρίτος λόγος δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Επί του τετάρτου λόγου
17 Τέλος, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ για τα οικονομικά έτη 1983 μέχρι 1985, η Επιτροπή θεώρησε ότι η επιστροφή τόκων δεν αποτελούσε μεγάλης σημασίας ενίσχυση, ότι επηρέαζε ανεπαίσθητα τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και ότι, επομένως, δεν μπορούσε να καταλογιστεί σε βάρος της Ελληνικής Δημοκρατίας.
18 Εν προκειμένω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η σχετική με την επιστροφή τόκων εκτίμηση στην οποία προέβη η Επιτροπή, προκειμένου να εφαρμοστεί η γεωργική ρύθμιση, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να επηρεάσει τον χαρακτηρισμό της επιστροφής αυτής από πλευράς άρθρου 92 της Συνθήκης. Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι και ο τελευταίος αυτός λόγος πρέπει να απορριφθεί.
19 Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλε η Ελληνική Δημοκρατία δεν έγινε δεκτός, πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ελληνική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της δίκης περί ασφαλιστικών μέτρων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2)Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της δίκης περί ασφαλιστικών μέτρων.
Full & Egal Universal Law Academy