Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ανταγωνισμός - Συμφωνίες - Συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων - 'Εννοια - Συμφωνίες που έχουν ως αντικείμενο τον τερματισμό της διαφοράς
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 85, παράγραφος 1)
2. Ανταγωνισμός - Συμφωνίες - Επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών - Αμοιβαία παραχώρηση αδειών εκμεταλλεύσεως δικαιωμάτων βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας που προστατεύονται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 85, παράγραφος 1)
3. Ανταγωνισμός - Συμφωνίες - Περιορισμός του ανταγωνισμού - Κριτήρια εκτιμήσεως - Ρήτρα μη αμφισβητήσεως σε συμφωνία περί χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 85, παράγραφος 1)
Περίληψη
1. Απαγορεύοντας ορισμένες "συμφωνίες" που έχουν συναφθεί μεταξύ επιχειρήσεων, το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν διακρίνει καθόλου μεταξύ συμφωνιών που έχουν ως αντικείμενο τον τερματισμό της διαφοράς και αυτών που επιδιώκουν άλλους σκοπούς.
2. Η συμφωνία αμοιβαίας παραχωρήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως όσον αφορά δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας που προστατεύονται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη της Κοινότητας μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, ακόμη και αν τα μέρη της συμφωνίας είναι εγκαταστημένα στο ίδιο κράτος μέλος.
3. Η ρήτρα μη αμφισβητήσεως που τίθεται σε συμφωνία περί χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί, λόγω του νομικού και οικονομικού πλαισίου, να περιορίζει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Πάντως, αυτή η ρήτρα δεν περιορίζει τον ανταγωνισμό όταν η άδεια εκμεταλλεύσεως στην οποία περιλαμβάνεται έχει παραχωρηθεί δωρεάν και ο δικαιοδόχος δεν πρόκειται, επομένως, να υποστεί ανταγωνιστικά μειονεκτήματα οφειλόμενα στην καταβολή δικαιωμάτων ή ακόμη όταν η άδεια εκμεταλλεύσεως έχει παραχωρηθεί εξ επαχθούς αιτίας αλλά αφορά μία, από τεχνική άποψη, ξεπερασμένη μέθοδο στην οποία δεν θα κατέφευγε η επιχείρηση που έχει αναλάβει την υποχρέωση μη αμφισβητήσεως.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 65/86,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Bundesgerichtshof προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Bayer AG, Leverkusen,
Maschinenfabrik Hennecke GmbH, St Augustin-Birlinghofen,
και
Heinz Suellhoefer, Niederrheinstrasse 58, Duesseldorf, εμπόρου,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς το αν συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 επ. και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, το να συμπεριληφθεί σε συμφωνία περί αδείας εκμεταλλεύσεως ρήτρα με την οποία τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν συμβατικώς ότι ο δικαιοδόχος δεν θα αμφισβητήσει ορισμένα τεχνικά δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας του ιδίου περιεχομένου με αυτά που του έχουν παραχωρηθεί με άδεια εκμεταλλεύσεως και τα οποία έχουν χορηγηθεί στο δικαιοπάροχο εντός περισσοτέρων του ενός κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling, Κ. Ν. Κακούρη, R. Joliet και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι εταιρίες Bayer AG, Leverkusen και Maschinenfabrik Hennecke GmbH, St. Augustin-Berlinghoven, εναγόμενες της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενες από τον Dietrich Hoffmann, δικηγόρο Ντύσελντορφ,
- o Heinz Suellhoefer, Ντύσελντορφ, ενάγων της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενος από τον Oliver Braendel, δικηγόρο Καλσρούης,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Norbert Koch,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 7ης Μαΐου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Ιουλίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 1986, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Μαρτίου 1986, το Bundesgerichtshof υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 30 επ. και 85 της Συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου να καθοριστεί αν συμβιβάζεται με τις εν λόγω διατάξεις ρήτρα, περιλαμβανόμενη σε συμφωνία αδείας εκμεταλλεύσεως, με την οποία ο δικαιοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να μη αμφισβητήσει ορισμένα τεχνικά δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας του ιδίου περιεχομένου με αυτά που του έχουν παραχωρηθεί με άδεια εκμεταλλεύσεως και τα οποία έχουν χορηγηθεί στο δικαιοπάροχο εντός περισσοτέρων του ενός κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Suellhoefer (στο εξής: "Suellhoefer"), εμπόρου στο Ντύσελντορφ, και των εταιριών Bayer AG και Hennecke GmbH, της οποίας το κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου στην πρώτη, (στο εξής: "Bayer" και "Hennecke"), με έδρα τους την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Η διαφορά αναφέρεται στο κύρος της προαναφερθείσας συμφωνίας καθώς και στην υποχρέωση για τις εν λόγω εταιρίες να λογοδοτούν και να καταβάλλουν αποζημιώσεις στον Suellhoefer.
3 Στις 20 Δεκεμβρίου 1950, η Bayer απέκτησε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ("Moroni") σχετικά με τη μέθοδο και τον μηχανισμό για τη συνεχή παραγωγή συνεχομένων πλακών, ρόλων και φύλλων από αφρό με βάση ιδίως την πολυουραιθάνη. Στις 22 Ιουλίου 1965, ο Suellhoefer κατέθεσε ένα υπόδειγμα χρήσεως και μία αίτηση για την απόκτηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για την εγκατάσταση διπλής ταινίας μεταφοράς για την παραγωγή πλακών από σκληρυμένο αφρό πολυουραιθάνης. Το υπόδειγμα χρήσεως καταχωρήθηκε στις 21 Ιουλίου 1966. Η αίτηση για την απόκτηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δημοσιεύτηκε στις 17 Αυγούστου 1967, ημερομηνία από την οποία άρχιζε η προθεσμία ασκήσεως ανακοπής.
4 Εν συνεχεία, η άσκηση αγωγών δημιούργησε την αντιδικία μεταξύ Suellhoefer με Hennecke από το 1967 μέχρι την αρχή του 1968. Ο Suellhoefer, στηριζόμενος στο προαναφερθέν υπόδειγμα χρήσεως, προειδοποίησε τη Hennecke και τους πελάτες αυτής. H Hennecke ζήτησε να κηρυχθεί άκυρο το προαναφερθέν υπόδειγμα χρήσεως και να υποχρεωθεί ο Suellhoefer στην καταβολή αποζημιώσεως για παράνομη και εσφαλμένη προειδοποίηση.
5 Εν τω μεταξύ, η Bayer και η Hennecke, οι οποίες την εποχή εκείνη ήταν δύο αυτοτελείς επιχειρήσεις, αντιτάχθηκαν στην προαναφερθείσα αίτηση του Suellhoefer περί χορηγήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
6 Η εν λόγω συμφωνία συνήφθη στις 9 Απριλίου 1968 προκειμένου να δοθεί τέλος στις προαναφερθείσες δικαστικές ενέργειες. Με τη συμφωνία αυτή, ο Suellhoefer παραχώρησε δωρεάν στη Hennecke και την Bayer μία μη αποκλειστική άδεια εκμεταλλεύσεως για την εκμετάλλευση του υποδείγματος χρήσεως και του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που προαναφέρθηκαν, με τη δυνατότητα για τις δύο αυτές εταιρίες να παραχωρούν περαιτέρω άδειες. Ο Suellhoefer ανέλαβε επίσης την υποχρέωση να παραχωρήσει εξ επαχθούς αιτίας στη Hennecke και την Bayer την άδεια εκμεταλλεύσεως των αντίστοιχων δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, των οποίων ήταν κάτοχος σε άλλα κράτη μέλη, με το δικαίωμα για τις δύο εταιρίες να παραχωρούν περαιτέρω άδειες.
7 H Bayer παραχώρησε εξ επαχθούς αιτίας στον Suellhoefer μία μη αποκλειστική και μη μεταβιβάσιμη άδεια εκμεταλλεύσεως για την παραγωγή πλακών από αφρό που αποτελούν το αντικείμενο γερμανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, του οποίου ήταν κάτοχος, παραιτήθηκε από του να ασκήσει αγωγή κατά του Suellhoefer λόγω προσβολής του εν λόγω διπλώματος ευρεσιτεχνίας και ανέλαβε την υποχρέωση μαζί με τη Hennecke να μην αμφισβητήσει το κύρος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που είχε ζητήσει ο Suellhoefer σχετικά με τις διπλές ταινίες μεταφοράς που προαναφέρθηκαν. Εξάλλου, τα συμβαλλόμενα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να παραιτηθούν από τις ανωτέρω αγωγές.
8 Μερικά έτη αργότερα, νέες διαφορές ανέκυψαν μεταξύ των διαδίκων, πράγμα που οδήγησε τον Suellhoefer στην καταγγελία της συμφωνίας της 9ης Απριλίου 1968. Εν συνεχεία της προσφυγής του, το Landgericht του Ντύσελντορφ αναγνώρισε την ακυρότητα της συμφωνίας αυτής λόγω δολίας εξαπατήσεως. Στην κατ' έφεση δίκη, το Oberlandesgericht του Ντύσελντορφ έκρινε ότι η ρήτρα μη αμφισβητήσεως δεν συμβιβαζόταν με το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης, πράγμα που συνεπαγόταν την ακυρότητα της συμφωνίας στο σύνολό της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 139 του Γερμανικού Αστικού Κώδικα, κατά το οποίο "η ακυρότητα μέρους συνεπιφέρει την ακυρότητα της όληςδικαιοπραξίας, εάν συνάγεται ότι αυτή δεν θα επεχειρείτο άνευ του ακύρου μέρους".
9 Επειδή το Δικαστήριο δεν έχει ακόμη αποφανθεί επί του συμβιβαστού με τη Συνθήκη ΕΟΚ μιας ρήτρας μη αμφισβητήσεως, δυνάμει της οποίας ο δικαιοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην αμφισβητήσει ορισμένα τεχνικά δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας του ιδίου περιεχομένου με αυτά που του έχουν παραχωρηθεί με την άδεια εκμεταλλεύσεως και των οποίων ο δικαιοπάροχος είναι κάτοχος εντός περισσοτέρων του ενός κρατών μελών της Κοινότητας, το Bundesgerichtshof ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Συμβιβάζεται με τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (άρθρα 30 επ. και άρθρο 85 της Συνθήκης ΕΟΚ) το να συμπεριληφθεί σε σύμβαση περί αδείας εκμεταλλεύσεως δικαιώματος ευρεσιτεχνίας συμβατική ρήτρα, βάσει της οποίας ο δικαιοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην προσβάλλει δικαιώματα επί διπλώματος ευρεσιτεχνίας του δικαιοπαρόχου, για τα οποία έχει παραχωρηθεί άδεια εκμεταλλεύσεως εντός περισσοτέρων του ενός κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και που έχουν το ίδιο περιεχόμενο;"
10 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του συμβιβαστού της ρήτρας μη αμφισβητήσεως με τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης ΕΟΚ
11 'Οσον αφορά το ερώτημα αν η ρήτρα μη αμφισβητήσεως ορισμένων δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας συμβιβάζεται με τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα άρθρα αυτά αποτελούν μέρος των κανόνων που αποβλέπουν στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και στην εξαφάνιση, προς το σκοπό αυτό, των μέτρων των κρατών μελών που μπορούν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να την εμποδίσουν. Αντιθέτως, οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων διέπονται από τους κανόνες περί ανταγωνισμού που, θεσπισθέντες με τα άρθρα 85 επ. της Συνθήκης, επιδιώκουν τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στο εσωτερικό της κοινής αγοράς.
12 Το προδικαστικό ερώτημα αναφέρεται στην παρεμβολή ρήτρας μη αμφισβητήσεως σε σύμβαση αδείας εκμεταλλεύσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Επομένως, δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας σχετικά με την άσκηση ενός δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας που μπορεί να εμποδίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών αλλά το κύρος μιας συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων που μπορεί να έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα να παρεμποδίσει, να περιορίσει ή να νοθεύσει τον ανταγωνισμό.
13 Συνεπώς, το ζήτημα της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που έχει τεθεί με το προδικαστικό ερώτημα αφορά το άρθρο 85 και όχι τα άρθρα 30 επ. της Συνθήκης.
Επί του συμβιβαστού της ρήτρας μη αμφισβητήσεως με το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ
14 Κατά την Επιτροπή, η ρήτρα μη αμφισβητήσεως ενός δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας που έχει τεθεί σε συμφωνία περί αδείας εκμεταλλεύσεως πρέπει, καταρχήν, να θεωρηθεί ως περιορισμός του ανταγωνισμού. Πάντως, αυτή η ρήτρα συμβιβάζεται με το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης όταν τίθεται σε συμφωνία η οποία αποβλέπει στον τερματισμό μιας διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου, υπό τον όρον ότι η ύπαρξη του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες ότι η συμφωνία δεν περιέχει άλλες ρήτρες περιοριστικές του ανταγωνισμού και ότι η ρήτρα μη αμφισβητήσεως αναφέρεται στο επίμαχο δικαίωμα.
15 Η άποψη την οποία υποστηρίζει η Επιτροπή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Απαγορεύοντας ορισμένες "συμφωνίες" που έχουν συναφθεί μεταξύ επιχειρήσεων, το άρθρο 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης δεν διακρίνει καθόλου μεταξύ συμφωνιών που έχουν ως αντικείμενο τον τερματισμό της διαφοράς και αυτών που επιδιώκουν άλλους σκοπούς. Πρέπει να προστεθεί ότι η εκτίμηση όσον αφορά μια φιλική συμφωνία αυτού του τύπου δεν προδικάζει το ερώτημα αν, και σε τι βαθμό, ένας συμβιβασμός που επήλθε ενώπιον εθνικού δικαστηρίου και ο οποίος συνιστά δικαστική πράξη μπορεί να ακυρωθεί λόγω παραβάσεως του κοινοτικού δικαίου περί ανταγωνισμού.
16 Μία ρήτρα μη αμφισβητήσεως που έχει τεθεί σε συμφωνία περί χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να έχει, ενόψει του νομικού και οικονομικού πλαισίου, περιοριστικό χαρακτήρα του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης.
17 'Οσον αφορά το εν λόγω πλαίσιο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι ο περιοριστικός χαρακτήρας του ανταγωνισμού δεν υφίσταται όταν η άδεια εκμεταλλεύσεως έχει παραχωρηθεί δωρεάν, δεδομένου ότι, υπό αυτές τις περιστάσεις, ο δικαιοδόχος δεν πρόκειται να υποστεί τα ανταγωνιστικά μειονεκτήματα που οφείλονται στην καταβολή δικαιωμάτων.
18 Μία ρήτρα μη αμφισβητήσεως που περιλαμβάνεται σε εξ επαχθούς αιτίας παραχωρηθείσα άδεια εκμεταλλεύσεως επίσης δεν περιορίζει τον ανταγωνισμό όταν η άδεια εκμεταλλεύσεως αφορά μία, από άποψη τεχνικής, ξεπερασμένη μέθοδο στην οποία δεν θα κατέφευγε η ενδιαφερόμενη επιχείρηση.
19 Πάντως, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι η ρήτρα μη αμφισβητήσεως, η οποία περιλαμβάνεται στην εξ επαχθούς αιτίας παραχωρηθείσα άδεια εκμεταλλεύσεως, προσβάλλει την ελευθερία δράσεως του δικαιοδόχου, σ' αυτόν εναπόκειται ακόμη να εξακριβώσει αν, λαμβανομένης υπόψη της θέσεως που καταλαμβάνουν οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις στην αγορά των εν λόγω προϊόντων, η εν λόγω προσβολή μπορεί να περιορίσει αισθητά τον ανταγωνισμό.
20 Πρέπει τέλος να διευκρινιστεί ότι, αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, η συμφωνία αμοιβαίας παραχωρήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως όσον αφορά δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας που προστατεύονται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη της Κοινότητας μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, ακόμη και αν τα μέρη της συμφωνίας είναι εγκαταστημένα στο ίδιο κράτος μέλος.
21 Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, στο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι ρήτρα μη αμφισβητήσεως τιθέμενη σε συμφωνία περί χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί, λόγω του νομικού και οικονομικού πλαισίου, να περιορίζει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Πάντως, αυτή η ρήτρα δεν περιορίζει τον ανταγωνισμό όταν η άδεια εκμεταλλεύσεως στην οποία περιλαμβάνεται έχει παραχωρηθεί δωρεάν και ο δικαιοδόχος δεν πρόκειται, επομένως, να υποστεί ανταγωνιστικά μειονεκτήματα οφειλόμενα στην καταβολή δικαιωμάτων ή ακόμη όταν η άδεια εκμεταλλεύσεως έχει παραχωρηθεί εξ επαχθούς αιτίας αλλά αφορά μία, από τεχνική άποψη, ξεπερασμένη μέθοδο στην οποία δεν θα κατέφευγε η επιχείρηση που έχει αναλάβει την υποχρέωση μη αμφισβητήσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί του ερωτήματος που υπέβαλε με Διάταξη της 4ης Φεβρουαρίου 1986 το Bundesgerichtshof, αποφαίνεται:
Ρήτρα μη αμφισβητήσεως τιθέμενη σε συμφωνία περί χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί, λόγω του νομικού και οικονομικού πλαισίου, να περιορίζει τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 85, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Πάντως, αυτή η ρήτρα δεν περιορίζει τον ανταγωνισμό όταν η άδεια εκμεταλλεύσεως στην οποία περιλαμβάνεται έχει παραχωρηθεί δωρεάν και ο δικαιοδόχος δεν πρόκειται, επομένως, να υποστεί ανταγωνιστικά μειονεκτήματα οφειλόμενα στην καταβολή δικαιωμάτων ή ακόμη όταν η άδεια εκμεταλλεύσεως έχει παραχωρηθεί εξ επαχθούς αιτίας αλλά αφορά μία, από τεχνική άποψη, ξεπερασμένη μέθοδο στην οποία δεν θα κατέφευγε η επιχείρηση που έχει αναλάβει την υποχρέωση μη αμφισβητήσεως.
Full & Egal Universal Law Academy