ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 69/86 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και έγγραφη διαδικασία
1.
Με την απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1983 (Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, υπόθεση 322/82, Συλλογή 1983, σ. 3689), το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δέχτηκε ότι
« Η Ιταλική Δημοκρατία, μη διενεργώντας τον ποιοτικό έλεγχο των οπωροκηπευτικών που τίθενται σε εμπορία στο εσωτερικό της ιταλικής επικράτειας, ο οποίος προβλέπεται από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250 και επ. ) και μη προβαίνοντας στις μηνιαίες ανακοινώσεις σχετικά με τους διενεργηθέντες ελέγχους κατά τη διάρκεια του προηγούμενου μήνα, που προβλέπονται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2638/69 της Επιτροπής, της 24ης Δεκεμβρίου 1969, περί συμπληρωματικών διατάξεων σχετικά με τον ποιοτικό έλεγχο των οπωροκηπευτικών, τα οποία τίθενται σε εμπορία στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 36 και επ. ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2150/80 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1980 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/030, σ. 72 και επ. ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. »
Δεδομένου ότι η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν έλαβε κανένα μέτρο προς εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την προαναφερθείσα απόφαση και από το άρθρο 171 της Συνθήκης, ζήτησε από την ιταλική κυβέρνηση, με το έγγραφο SG ( 85 ) D/2956 της 7ης Μαρτίου 1985, σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, να διατυπώσει σχετικώς τις παρατηρήσεις της εντός μηνός από την κοινοποίηση του εν λόγω εγγράφου.
Η ιταλική κυβέρνηση απάντησε με τηλετύπημα της 29ης Μαρτίου 1985, ζητώντας παράταση της προθεσμίας προκειμένου να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Με τηλετύπημα της 12ης Απριλίου 1985, η Επιτροπή έκανε δεκτό το εν λόγω αίτημα και χορήγησε παράταση ενός μηνός, αλλ' η ιταλική κυβέρνηση δεν απάντησε στην εν λόγω πρόσκληση εντός της κατ' αυτό τον τρόπο ταχθείσας προθεσμίας. Η Επιτροπή, αφού εξέδωσε στις 26 Σεπτεμβρίου 1985 αιτιολογημένη γνώμη με την οποία κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να λάβει εντός μηνός τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 1983, χωρίς και πάλι να λάβει απάντηση, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή που καταχωρίστηκε στο πρωτόκολλο του Δικαστηρίου στις 11 Μαρτίου 1986.
2.
Η έγγραφη διαδικασία εξελίχθηκε κανονικά· ωστόσο, η Επιτροπή παραιτήθηκε από το δικαίωμα καταθέσεως απαντήσεως. Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 15 Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 322/82, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ,
—
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
2.
Η κυβέρνηση νης Ιταλικής Δημοκρατίας δεν υπέβαλε αιτήματα στο Δικαστήριο.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1.
Η Επιτροπή επικαλείται το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, που ορίζει ότι, αν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωση που υπέχει από τη Συνθήκη, το κράτος αυτό οφείλει να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
2.
Η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας παρατηρεί ότι, όπως προκύπτει από τα όσα ήδη εξέθεσε στην υπόθεση 322/82, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 1983, σημαντικές δυσχέρειες την εμπόδισαν να επιλύσει λυσιτελώς το πρόβλημα των ποιοτικών ελέγχων των οπωροκηπευτικών που διατίθενται στο εμπόριο εντός της ιταλικής επικράτειας.
Ωστόσο εξηγεί ότι προέβη σε ορισμένες ενέργειες προκειμένου να υπάρξει σύντομα οριστική επίλυση του προβλήματος.
Η ιταλική κυβέρνηση αναφέρει ότι από το παράρτημα II του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1450/85 της Επιτροπής, της 31ης Μαΐου 1985 ( ΕΕ L 144 της 1.6.1985 ) προκύπτει ότι οι ιταλικοί οργανισμοί στους οποίους έχει ανατεθεί η διεξαγωγή του ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 είναι:
—
η Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo ( ΑΙΜΑ ) για τα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο μεταξύ των διαφόρων κοινοτικών ζωνών της ιταλικής επικράτειας·
—
το Istituto nazionale commercio estero (ICE), για τα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο από τις διάφορες ζώνες της ιταλικής επικράτειας προς άλλες κοινοτικές ζώνες και αντιστρόφως.
Η ιταλική κυβέρνηση αναφέρει συναφώς ότι διέταξε την εκπόνηση διεξοδικής μελέτης με την οποία επισημάνθηκαν όλα τα περίπλοκα προβλήματα που συνδέονται με την πρακτική της διενέργειας ελέγχων. Τέλος καθόρισε τις βασικές γραμμές ενός ολοκληρωμένου σχεδίου ενεργειών.
Η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει ότι, ενόψει της υλοποιήσεως του σχεδίου αυτού, πρόσθεσε διάταξη στο νομοσχέδιο περί πολυετούς προγράμματος παρεμβάσεων στη γεωργία, που κατέθεσε στη Βουλή στις 13 Μαρτίου 1986, με την οποία προβλέπεται η σύσταση, στο πλαίσιο του ICE, ειδικού τμήματος για την παρακολούθηση των δραστηριοτήτων που αναπτύσσει το τελευταίο στο γεωργικό τομέα και ιδίως των ποιοτικών ελέγχων των προϊόντων που επιβάλλει η κοινοτική ή εθνική κανονιστική ρύθμιση. Ορίστηκε δε ότι το εν λόγω ειδικό τμήμα θα είναι λογιστικώς και δημοσιονομικώς ανεξάρτητο και ότι θα έχει δικό του προσωπικό συνολικής δυνάμεως 430 υπαλλήλων, από τους οποίους τουλάχιστον οι 350 θα είναι τεχνικοί του ελέγχου καθώς και ότι θα εποπτεύει τις νέες περιφερειακές υπηρεσίες του ICE, που θα ασκούν ορισμένα καθήκοντα στον τομέα των ποιοτικών ελέγχων.
Καταλήγοντας η ιταλική κυβέρνηση εκφράζει την ελπίδα ότι το προαναφερόμενο νομοσχέδιο θα ψηφιστεί σύντομα, ώστε να καταστεί δυνατή η δημιουργία, ευθύς αμέσως, της αναγκαίας υποδομής για τη διενέργεια των επίμαχων ελέγχων.
Κ. Κακούρης
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 12ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 69/86,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Α. Prozzillo, νομικό σύμβουλο της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, κτίριο Jean Monnet,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον Ivo Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ιταλίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας, βάσει των άρθρων 169 και 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, λόγω μη εκτελέσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση 322/82,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Κ. Κακούρη και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, Τ. Koopmans, Κ. Bahlmann, R. Joliét και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: D. Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 14ης Ιανουαρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά την ίδια συνεδρίαση,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Μαρτίου 1986, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 15 Νοεμβρίου 1983 ( Επιτροπή κατά Ιταλίας, 322/82, Συλλογή 1983, σ. 3689 ).
2
Με την προαναφερθείσα απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« Η Ιταλική Δημοκρατία, μη διενεργώντας τον ποιοτικό έλεγχο των οπωροκηπευτικών που τίθενται σε εμπορία στο εσωτερικό της ιταλικής επικράτειας, ο οποίος προβλέπεται από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250 και επ. ) και μη προβαίνοντας στις μηνιαίες ανακοινώσεις σχετικά με τους διενεργηθέντες ελέγχους κατά τη διάρκεια του προηγούμενου μήνα, που προβλέπονται από το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2638/69 της Επιτροπής, της 24ης Δεκεμβρίου 1969, περί συμπληρωματικών διατάξεων σχετικά με τον ποιοτικό έλεγχο των οπωροκηπευτικών, τα οποία τίθενται σε εμπορία στο εσωτερικό της Κοινότητας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 36 και επ. ), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 2150/80 της Επιτροπής, της 18ης Ιουλίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/030, σ. 72 και επ. ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. »
3
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το ιστορικό της διαφοράς, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
4
Η Επιτροπή επειδή έκρινε ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν εκτέλεσε την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 1983 κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Αφού όχλησε εγγράφως την Ιταλική Δημοκρατία προκειμένου να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, στις 26 Σεπτεμβρίου 1985, εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απάντησε στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
5
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, βάσει του άρθρου 171 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε, κατόπιν της προαναφερθείσας απόφασης της 15ης Νοεμβρίου 1983, να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να θέσει τέλος στην παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από τη Συνθήκη, συμμορφούμενη προς τις διατάξεις των κανονισμών 1035/72 του Συμβουλίου και 2638/69 και 2150/80 της Επιτροπής. Η Ιταλική Δημοκρατία δεν συμμορφώθηκε προς την απόφαση του Δικαστηρίου.
6
Η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει ότι προέβη στην εκπόνηση μελέτης και στη σύνταξη ολοκληρωμένου σχεδίου ενεργειών προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις διατάξεις των κανονισμών 1035/72 του Συμβουλίου και 2638/69 και 2150/80 της Επιτροπής, καθώς και προς την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 1983. Ενόψει μάλιστα της θέσεως σε εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου, η ιταλική κυβέρνηση πρόσθεσε διάταξη στο νομοσχέδιο περί πολυετούς προγράμματος παρεμβάσεων στη γεωργία, που κατέθεσε στη Βουλή στις 13 Μαρτίου 1986, με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα δημιουργίας της υποδομής που απαιτείται για τον έλεγχο τον οποίο οφείλει να ασκεί και για τις ανακοινώσεις στις οποίες οφείλει να προβαίνει βάσει των διατάξεων των προαναφερθέντων κανονισμών. Κατά την προφορική διαδικασία, η ιταλική κυβέρνηση ανέφερε ότι ο εν λόγω νόμος δυστυχώς δεν κατέστη ακόμη δυνατό να ψηφιστεί λόγω ποικίλων δυσχερειών.
7
Υπενθυμίζεται σχετικά ότι κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής έννομης τάξης τους προκειμένου να δικαιολογούν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο. Με την προαναφερθείσα απόφαση του της 15ης Νοεμβρίου 1983, το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη διενεργώντας τον ποιοτικό έλεγχο και μη προβαίνοντας στις μηνιαίες ανακοινώσεις σχετικά με τους διενεργηθέντες ελέγχους σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού 1035/72 του Συμβουλίου και του κανονισμού 2638/69 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2150/80, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη.
8
Το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν ορίζει την προθεσμία εντός της οποίας το κράτος πρέπει να εκτελέσει την απόφαση. Ωστόσο, είναι βέβαιο ότι η εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου πρέπει να αρχίσει αμέσως και να ολοκληρωθεί στο συντομότερο δυνατό χρόνο. Εν προκειμένω παρήλθε κατά πολύ ο εν λόγω χρόνος.
9
Διαπιστώνεται επομένως ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη συμμορφούμενη προς την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 15 Νοεμβρίου 1983, στην υπόθεση 322/82, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Επί των δικαστικών εξόδων
10
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται:
1)
Η Ιταλική Δημοκρατία, μη συμμορφούμενη προς την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 15 Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 322/82, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 171 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)
Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Mackenzie Stuart
Κακούρης
Schockweiler
Koopmans
Bahlmann
Joliét
Rodríguez Iglesias
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 12 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy