Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Ποσοτικοί περιορισμοί - Μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος - Απαγόρευση εμπορίας υποκαταστάτων ορισμένου προϊόντος διατροφής - Δεν επιτρέπεται - Δικαιολογία - Προστασία των καταναλωτών - Ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών - Δεν χωρεί
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 30)
2. Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων - Εθνικά μέτρα παρεκκλίσεως - Απαγορεύονται - Στήριξη της πολιτικής που ακολουθείται στο πλαίσιο κοινής οργανώσεως αγοράς - Δικαιολογία μη αποδεκτή
Περίληψη
1. 'Ενα κράτος μέλος δεν μπορεί να απαγορεύει την εμπορία υποκαταστάτων ορισμένου προϊόντος επί του εδάφους του, οχυρωνόμενο πίσω από λόγους προστασίας των καταναλωτών και ευθύτητας των εμπορικών συναλλαγών και επικαλούμενο την ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως περί τη φύση του υποκαταστάτου και εξαπατήσεως, οφειλομένου στην εμπορία προϊόντων που αποτελούν πιστές απομιμήσεις. Πράγματι, οι σκοποί αυτοί μπορούν να επιτευχθούν με μέτρα λιγότερο περιοριστικά από άποψη ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, και ιδίως με κατάλληλο σύστημα ρυθμίσεως της ονομασίας και επισήμανσης των προϊόντων.
2. Εφόσον η Κοινότητα έχει ιδρύσει σε ορισμένο τομέα κοινή οργάνωση αγοράς, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να απέχουν από τη λήψη κάθε μονομερούς μέτρου, έστω και αν το θεωρούν αναγκαίο προς επίτευξη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής. Εναπόκειται στην Κοινότητα, και όχι στα κράτη μέλη, η αναζήτηση λύσεως των προβλημάτων στο πλαίσιο της εν λόγω πολιτικής.
Εθνικά μέτρα στήριξης κοινής πολιτικής της Κοινότητας δεν μπορούν να αντιστρατεύονται μια από τις θεμελιώδεις αρχές, όπως η αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αν δεν δικαιολογούνται από λόγους αναγνωριζόμενους από το ίδιο το κοινοτικό δίκαιο.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 76/86,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Joern Sack, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης αρχικά μεν από τον Martin Seidel, Ministerialrat στο Υπουργείο Οικονομίας, και τον Peter Rohland, Oberregierungsrat στο ίδιο Υπουργείο, στη συνέχεια δε από τον Martin Seidel, επικουρούμενο από τον Michael Loschelder, δικηγόρο Κολωνίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της,
καθής,
υποστηριζόμενης από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενης αρχικά μεν από τον Gilbert Guillaume, διευθυντή νομικών υποθέσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών, στη συνέχεια δε από την Edwige Belliard, υποδιευθύντρια στην ίδια διεύθυνση, επικουρούμενη από τον Bernard Botte, attache d' administration centrale στο ίδιο Υπουργείο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της,
παρεμβαίνουσα,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας την εμπορία στη γερμανική αγορά υποκαταστάτων του γάλακτος που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο άλλων κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, R. Joliet, πρόεδρο τμήματος, Sir Gordon Slynn, G. F. Mancini, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: J. A. Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 22ας Φεβρουαρίου 1989,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 28ης Φεβρουαρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Μαρτίου 1986, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας την εμπορία στη γερμανική αγορά υποκαταστάτων του γάλακτος που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο άλλων κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Δυνάμει του άρθρου 36, παράγραφος 1, του Milchgesetz (νόμου περί γάλακτος) της 31ης Ιουλίου 1930 (BGBl. I, σ. 421), απαγορεύεται, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, η απομίμηση του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων που προορίζονται για την ανθρώπινη διατροφή, καθώς και η διάθεση προς πώληση, η πώληση ή η κατ' άλλον τρόπο εμπορία των απομιμήσεων αυτών. Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου 36, σε συνδυασμό προς το άρθρο 12, παράγραφος 2, του Margarinegesetz (νόμου περί μαργαρίνης), όπως ίσχυε την 1η Ιουλίου 1975 (BGBl. I, σ. 1841), η απαγόρευση αυτή δεν εφαρμόζεται ούτε για τη μαργαρίνη ούτε για τη μιναρίνη.
3 Κρίνοντας ότι η απαγόρευση εισαγωγής και εμπορίας υποκαταστάτων του γάλακτος που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο άλλου κράτους μέλους συνιστά μέτρο αποτελέσματος ισοδυνάμου προς ποσοτικό περιορισμό, κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, μη δικαιολογούμενο ούτε από το άρθρο 36 της ίδιας Συνθήκης ούτε από άλλους γενικού συμφέροντος λόγους ή επιτακτικές ανάγκες, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ.
4 Διαρκούσης της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 1898/87, της 2ας Ιουλίου 1987, σχετικά με την προστασία της ονομασίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων κατά τη διάθεσή τους στο εμπόριο (ΕΕ 1987, L 182, σ. 36), ο οποίος ορίζει στο άρθρο 2 τις προϋποθέσεις τις οποίες πρέπει να συγκεντρώνουν το γάλα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα, για να μπορούν να κυκλοφορούν με την ονομασία "γάλα" ή με μια από τις προστατευόμενες ονομασίες που παρατίθενται σε παράρτημα. Δυνάμει του άρθρου 5 του εν λόγω κανονισμού, έως το τέλος της πέμπτης περιόδου εφαρμογής του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), ήτοι μέχρι τις 31 Μαρτίου 1989, τα κράτη μέλη μπορούν, τηρώντας τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης, να διατηρούν την εθνική τους ρύθμιση που περιορίζει την παρασκευή και τη διάθεση στο εμπόριο, στο έδαφός τους, προϊόντων που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 2.
5 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
6 Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, για το λόγο ότι ο κανονισμός 1898/87 μετέβαλε αισθητά τη νομική κατάσταση εν προκειμένω. Φρονεί ότι, υπ' αυτές τις συνθήκες, έπρεπε να της δοθεί η δυνατότητα να λάβει θέση επί της νέας αυτής καταστάσεως στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας του άρθρου 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης. Επειδή δε η Επιτροπή παρέλειψε να κινήσει εξ υπαρχής την προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία, η υπό κρίση προσφυγή είναι απαράδεκτη.
7 Η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία στηρίζεται τα εξέθεσε ήδη κατά την προ της ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής διαδικασία και ότι δεν επικαλείται παράβαση του νέου κανονισμού. Επομένως, ουδόλως προσβάλλονται τα δικαιώματα του αμυνομένου.
8 Πρέπει σχετικώς να υπομνηστεί η πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, όπως διατυπώθηκε τελευταία στις αποφάσεις της 7ης Μαΐου 1987 (υπόθεση 186/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1987, σ. 2029, σκέψη 13) και της 14ης Ιουλίου 1988 (υπόθεση 298/86, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1988, σ. 4343, σκέψη 10), κατά την οποία το αντικείμενο της προσφυγής κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης καθορίζεται από την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία της διατάξεως αυτής. Η αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής και η προσφυγή πρέπει να στηρίζονται στους ίδιους λόγους και στους ίδιους ισχυρισμούς και, επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει αιτίαση που δεν έχει διατυπωθεί στην αιτιολογημένη γνώμη.
9 Πρέπει να σημειωθεί ότι εν προκειμένω η Επιτροπή δεν διατύπωσε καμία νέα αιτίαση κατόπιν της εκδόσεως του κανονισμού 1898/87 και ότι η θέση του κανονισμού αυτού σε ισχύ ουδόλως επιβαρύνει τη θέση της καθής. Αντιθέτως, αυτή αντλεί απ' αυτόν νέα επιχειρήματα προς απόκρουση της αιτιάσεως ότι η αμφισβητούμενη εθνική απαγόρευση συνιστά παραβίαση του κοινοτικού δικαίου. Επομένως, δεν θίγονται τα δικαιώματα του αμυνομένου, ούτε το παραδεκτό της προσφυγής.
Επί της ουσίας
10 Προεισαγωγικώς, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τονίζει ότι η απαγόρευση του άρθρου 36 του Milchgesetz εφαρμόζεται μόνο στα προϊόντα που, ως εκ των εξωτερικών τους χαρακτηριστικών, συνιστούν απομιμήσεις του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων. Αντιθέτως, τίποτε δεν εμποδίζει την εμπορία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία υποκαταστάτων που εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά.
11 Σχετικώς πρέπει να παρατηρηθεί ότι, καίτοι καθ' όλη τη διαδικασία η Επιτροπή αναφέρθηκε εν γένει στα υποκατάστατα του γάλακτος, δεν αμφισβητείται ότι το επίδικο εθνικό μέτρο θίγει μόνον εκείνα τα υποκατάστατα που εμφανίζουν εξωτερικά χαρακτηριστικά ανάλογα με εκείνα του γάλακτος και μπορούν, ως εκ τούτου, να προκαλέσουν σύγχυση με αυτό. Με αυτή τη διευκρίνιση, αίρεται κάθε αμφιβολία σχετικά με το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς και τίποτε δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να εξετάσει αν η έτσι οριζόμενη εθνική απαγόρευση συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
12 Με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988 (υπόθεση 216/84, Επιτροπή κατά Γαλλικής Δημοκρατίας, Συλλογή 1988, σ. 793), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι, ελλείψει κοινών ή εναρμονισμένων κανόνων περί παραγωγής και εμπορίας των υποκαταστάτων του γάλακτος, στα κράτη μέλη εναπόκειται να ρυθμίζουν, το καθένα στην επικράτειά του, ο,τιδήποτε έχει σχέση με τη σύνθεση, την παραγωγή και την εμπορία των εν λόγω προϊόντων (σκέψη 6).
13 Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, από το άρθρο 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει ότι η εφαρμογή εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως επί προϊόντων εισαγομένων από άλλα κράτη μέλη, όπου νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο, συμβιβάζεται με την εν λόγω Συνθήκη μόνον εφόσον επιβάλλεται από έναν από τους λόγους γενικού συμφέροντος που απαριθμούνται στο άρθρο 36 ή από επιτακτικές ανάγκες που αφορούν ιδίως την ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών. Προκύπτει επίσης ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται αυτούς τους λόγους γενικού συμφέροντος ή επιτακτικές ανάγκες, προκειμένου να δικαιολογήσουν μέτρο που περιορίζει τις εισαγωγές, παρά μόνον όταν ο ίδιος στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλο μέτρο, λιγότερο περιοριστικό από άποψη της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
14 Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστούν διαδοχικώς, βάσει της νομολογίας αυτής, τα διάφορα επιχειρήματα που προέβαλε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση για να δικαιολογήσει την πλήρη απαγόρευση της εμπορίας των υπό κρίση προϊόντων.
Ως προς την ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών
15 Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από τη γαλλική κυβέρνηση, φρονεί ότι το επίδικο μέτρο είναι αναγκαίο για να ικανοποιήσει επιτακτικές ανάγκες αναγόμενες στην ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών. Το γεγονός ότι οι διατάξεις του Milchgesetz εφαρμόζονται μόνο στα προϊόντα που ενδέχεται να προκαλέσουν σύγχυση με το γάλα αποδεικνύει ότι αυτή είναι πράγματι η λειτουργία τους και ο σκοπός τους. Η απαγόρευση του νόμου αυτού είναι επίσης σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας, εφόσον κανένα άλλο, λιγότερο ριζοσπαστικό, μέτρο δεν αρκεί για να προστατευθούν οι καταναλωτές από τους κινδύνους εξαπάτησης, που προέρχονται ιδίως από την εμπορία προϊόντων που αποτελούν πιστές απομιμήσεις.
16 Με την προαναφερθείσα απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988, το Δικαστήριο αποφάνθηκε επί απαγορεύσεως που προέκυπτε από γαλλική νομοθετική διάταξη ανάλογη προς το άρθρο 36 του Milchgesetz. 'Εκρινε ότι η ενημέρωση του καταναλωτή μπορούσε να εξασφαλιστεί ιδίως με την κατάλληλη επισήμανση των προϊόντων και ότι η δυνατότητα αυτή υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία τα προϊόντα πωλούνται με αυτόματες μηχανές πωλήσεως ποτών, καθώς και, καταρχήν, στους χώρους ομαδικής εστιάσεως. Καίτοι, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η πλήρης και λεπτομερής ενημέρωση των καταναλωτών παρουσιάζει ορισμένες δυσχέρειες, το πρόβλημα αυτό τίθεται για όλα τα τρόφιμα που προσφέρονται στους χώρους αυτούς. Κανένας ειδικός λόγος δεν επιβάλλει αυστηρότερους κανόνες ενημέρωσης των καταναλωτών, όταν πρόκειται για υποκατάστατα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (σκέψη 10). Πρέπει να προστεθεί ότι ανάλογες σκέψεις ισχύουν και όσον αφορά την ανάγκη να εμποδιστεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός.
17 'Οπως επίσης προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1980 στην υπόθεση 27/80, Fietje, Slg. 1980, σ. 3839, σκέψη 11), τα εθνικά μέτρα, όταν είναι αναγκαία για την κατοχύρωση της ορθής ονομασίας των προϊόντων, για την αποφυγή κάθε σύγχυσης στην αντίληψη του καταναλωτή και για την εξασφάλιση της ευθύτητας των εμπορικών συναλλαγών, δεν συνιστούν παραβίαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, που καθιερώνεται στο άρθρο 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ. Επομένως, το κοινοτικό δίκαιο δεν εμποδίζει εθνικά μέτρα που κατοχυρώνουν την ορθή ενημέρωση των καταναλωτών προς αποφυγή κάθε σύγχυσης. Το επίδικο μέτρο, ωστόσο, βαίνει πέραν της κατοχυρώσεως αυτής.
18 Επομένως, η απόλυτη απαγόρευση εμπορίας των υποκαταστάτων του γάλακτος δεν είναι αναγκαία για την κατοχύρωση της ευθύτητας των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών άρα, το πρώτο μέσο άμυνας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης πρέπει να απορριφθεί.
Ως προς την ανάγκη του επίδικου μέτρου προς επίτευξη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής
19 'Οσον αφορά το επιχείρημα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ότι η επίδικη απαγόρευση εμπορίας προϊόντων είναι αναγκαία προς επίτευξη των σκοπών της κοινής γεωργικής πολιτικής, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει με τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1988 (όπ.π., σκέψεις 18 και 19), της 14ης Ιουλίου 1988 (υπόθεση 407/85, Drei Glocken, Συλλογή 1988, σ. 4233, σκέψη 26), και της 2ας Φεβρουαρίου 1989 (υπόθεση 274/87, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, Συλλογή 1989, σ. 229, σκέψεις 21 και 22) ότι, εφόσον η Κοινότητα έχει ιδρύσει σε ορισμένο τομέα κοινή οργάνωση αγοράς, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να απέχουν από τη λήψη κάθε μονομερούς μέτρου που εμπίπτει, εκ του λόγου αυτού, στην αρμοδιότητα της Κοινότητας. Εναπόκειται, συνεπώς, στην Κοινότητα, και όχι στα κράτη μέλη, η αναζήτηση λύσεως των προβλημάτων στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής.
20 Πρέπει σχετικώς να προστεθεί ότι εθνικά μέτρα, έστω και αν στηρίζουν μια κοινή πολιτική της Κοινότητας, δεν μπορούν να αντιστρατεύονται μια από τις θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας, στην παρούσα δε περίπτωση την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αν δεν δικαιολογούνται από λόγους που αναγνωρίζει το κοινοτικό δίκαιο.
21 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το επίδικο μέτρο δεν δικαιολογείται από τις ανάγκες της κοινής γεωργικής πολιτικής. Επομένως, πρέπει να συναχθεί ότι αντιβαίνει προς την απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Ως προς τη δικαιολόγηση του επίδικου μέτρου από το άρθρο 5 του κανονισμού 1898/87
22 Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, υποστηριζόμενη από τη γαλλική κυβέρνηση, ερμηνεύει ακόμη το άρθρο 5 του κανονισμού 1898/87, κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν, για ορισμένη χρονική περίοδο, "τηρώντας τους γενικούς κανόνες της Συνθήκης, να διατηρήσουν τους εθνικούς τους κανόνες που περιορίζουν την παρασκευή και τη διάθεση στο εμπόριο, στο έδαφός τους, προϊόντων που δεν πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 2 του παρόντος κανονισμού", υπό την έννοια ότι η επίδικη γερμανική νομοθεσία μπορεί, ούτως ή άλλως, να συνεχίσει να εφαρμόζεται.
23 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Χωρίς να είναι καν αναγκαίο να κριθεί το ζήτημα αν η υπό κρίση διάταξη παράγει αναδρομικά αποτελέσματα, αρκεί να διαπιστωθεί ότι δικαιολογεί τη διατήρηση μιας εθνικής ρύθμισης μόνον υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι γενικοί κανόνες της Συνθήκης. 'Οπως όμως επισήμανε παραπάνω το Δικαστήριο, η επίδικη ρύθμιση αντιβαίνει προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και δεν πληροί επομένως τις προϋποθέσεις που ορίζει το άρθρο 5 του κανονισμού 1898/87.
24 Απ' όλα όσα προηγήθηκαν προκύπτει ότι η παράβαση αποδεικνύεται. Πρέπει επομένως να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας την εμπορία στη γερμανική αγορά υποκαταστάτων του γάλακτος που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο άλλων κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η καθής ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Η παρεμβαίνουσα πρέπει να φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1)Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, απαγορεύοντας την εμπορία στη γερμανική αγορά υποκαταστάτων του γάλακτος που νομίμως παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο άλλων κρατών μελών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα. Η Γαλλική Δημοκρατία φέρει τα δικά της δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy