Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προνόμια και ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Μόνιμοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων - Κοινοτικός φόρος επί των καταβαλλόμενων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αποδοχών - Είσπραξη υπέρ των Κοινοτήτων
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 130 πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων, άρθρα 13 και 22 κανονισμός του Συμβουλίου 260/68 )
Περίληψη
Το άρθρο 13 αποβλέπει στο να αντικαταστήσει, προς το συμφέρον της ανεξαρτησίας των Κοινοτήτων και της ίσης μεταχειρίσεως του προσωπικού τους, τους εσωτερικούς φόρους με κοινοτικό φόρο που επιβάλλεται στο προσωπικό των Κοινοτήτων κατά τους αυτούς όρους . Αυτή η διάταξη, που έχει εφαρμογή στο προσωπικό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, δυνάμει του άρθρου 22 του εν λόγω πρωτοκόλλου, δεν συνεπάγεται ότι το προϊόν του εν λόγω φόρου αποδίδεται στους οργανισμούς στους οποίους υπηρετούν οι υπάλληλοι για τους οποίους πρόκειται .
Δεδομένου ότι τα δικαιώματα και τα προνόμια που απορρέουν από το πρωτόκολλο δεν χορηγήθηκαν στην Τράπεζα παρά υπό την ιδιότητά της ως οργανισμού ενεργούντος, κατά το άρθρο 130 της Συνθήκης, προς το συμφέρον των Κοινοτήτων, τα άρθρα 13 και 22 του πρωτοκόλλου έχουν την έννοια ότι ο φόρος επί των αποδοχών που καταβάλλει η Τράπεζα εισπράττεται και αυτός υπέρ των Κοινοτήτων, κατά τους όρους και τη διαδικασία που έχει θεσπίσει το Συμβούλιο με τον κανονισμό 260/68 . Πράγματι, η λειτουργική και οργανική αυτονομία της Τράπεζας δεν έχει ως συνέπεια να τη διαχωρίσει παντελώς από τις Κοινότητες και να καταστήσει ανεφάρμοστο έναντι αυτής κάθε κανόνα του κοινοτικού δικαίου, ενώ, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 130 της Συνθήκης, η Τράπεζα έχει ως αποστολή να συμβάλλει στην πραγμάτωση των στόχων της Κοινότητας και τοποθετείται, επομένως, δυνάμει της Συνθήκης, στο κοινοτικό πλαίσιο .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 85/86,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Bernard Paulin και Hendrik van Lier, αντιστοίχως κύριο νομικό σύμβουλο και μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Διοικητών της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, εκπροσωπούμενου από τον Joerg Kaeser, διευθυντή των νομικών υποθέσεων της Τράπεζας, επικουρούμενο από τον Michel Waelbroeck, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων τη γραμματεία του Συμβουλίου των Διοικητών της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer, Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως του Συμβουλίου των Διοικητών της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, της 30ής Δεκεμβρίου 1985, σχετικά με τη λογιστική εγγραφή του παρακρατηθέντος από την Τράπεζα φόρου επί των αποδοχών και συντάξεων του προσωπικού της,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους G . Bosco, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, J . C . Moitinho de Almeida και G . C . Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T . Koopmans, U . Everling, K . Bahlmann, Y . Galmot, Κ . Κακούρη, R . Joliet, T . F . O' Higgins και F . Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : G . F . Mancini
γραμματέας : D . Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν προφορικής διαδικασίας της 18ης Ιουνίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του στη συνεδρίαση της 24ης Νοεμβρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Μαρτίου 1986, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει των άρθρων 180, στοιχείο β ), και 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως του Συμβουλίου των Διοικητών της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ( στο εξής : το Συμβούλιο των Διοικητών ), της 30ής Δεκεμβρίου 1985, σχετικά με τη λογιστική εγγραφή του παρακρατηθέντος από την Τράπεζα φόρου επί των αποδοχών και συντάξεων του προσωπικού της .
2 Η υπό κρίση διαφορά προέκυψε λόγω διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων επί της εφαρμογής των διατάξεων του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων, της 8ης Απριλίου 1965 ( JΟ 1967, αριθ . 152, σ . 13 ) ( στο εξής : το πρωτόκολλο ), η οποία αφορά το φόρο επί των αποδοχών του προσωπικού των Κοινοτήτων, καθώς και την εφαρμογή του εν λόγω φόρου στο προσωπικό της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων ( στο εξής : η Τράπεζα ).
3 Το άρθρο 13, πρώτη παράγραφος, του πρωτοκόλλου ορίζει ότι :
"Επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλουν οι Κοινότητες στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό τους, επιβάλλεται φόρος υπέρ των Κοινοτήτων σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται από το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής ."
Κατά το άρθρο 22 :
"Το παρόν πρωτόκολλο εφαρμόζεται επίσης επί της Ευρωπαϊκής Τραπέζης Επενδύσεων, επί των μελών των οργάνων της, επί του προσωπικού της και επί των εκπροσώπων των κρατών μελών, οι οποίοι συμμετέχουν στις εργασίες της, με επιφύλαξη των διατάξεων του πρωτοκόλλου περί του καταστατικού της ."
4 Δυνάμει του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου, το Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( στο εξής : το Συμβούλιο των Κοινοτήτων ) εξέδωσε τον κανονισμό 260/68 της 29ης Φεβρουαρίου 1968 περί καθορισμού των όρων και της διαδικασίας επιβολής του φόρου του θεσπισθέντος υπέρ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( ΕΕ ειδ . έκδ . 01/001, σ . 115 και επ .). Το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι το προϊόν του φόρου εγγράφεται στη στήλη εσόδων των προϋπολογισμών των Κοινοτήτων . Κατά το άρθρο 12 του εν λόγω κανονισμού, αυτός εφαρμόζεται στα μέλη των οργάνων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων καθώς και στα μέλη του προσωπικού της και στους δικαιούχους συντάξεων που καταβάλλονται από αυτή, σε σχέση με τους μισθούς, ημερομίσθια και απολαυές καθώς και τις συντάξεις .
5 Οι προαναφερθείσες διατάξεις αντικαθιστούν τα αντίστοιχα άρθρα του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, της 17ης Απριλίου 1957, και των κανονισμών του Συμβουλίου 32/61/ΕΟΚ και 12/61/ΕΚΑΕ, της 18ης Δεκεμβρίου 1961 ( JΟ 1962, σ . 1461 ), των οποίων το περιεχόμενο ήταν ακριβώς το ίδιο .
6 Από το έτος 1962, η Τράπεζα παρακράτησε τον προαναφερθέντα φόρο επί των αποδοχών, μισθών, συντάξεων και αμοιβών του προσωπικού της και ενέγραφε τα παρακρατηθέντα ποσά, κάθε έτος, στο παθητικό του ισολογισμού της, σε λογαριασμό "διάφορα ".
7 Αφού επανειλημμένα εκδήλωσε, ήδη από το 1960, κατά τις επαφές που είχε με τους εκπροσώπους της Τράπεζας, την πρόθεσή της να διεκδικήσει τα δικαιώματα των Κοινοτήτων, η Επιτροπή προέβη, μεταξύ 1981 και 1985, σε διάφορα διαβήματα προς το Συμβούλιο των Διοικητών που απέβλεπαν στην καταβολή των παρακρατηθέντων ποσών στο γενικό προϋπολογισμό των Κοινοτήτων . Δεν δόθηκε συνέχεια σ' αυτά τα διαβήματα .
8 Στις 30 Δεκεμβρίου 1985, το Συμβούλιο των Διοικητών έλαβε την ένδικη απόφαση, κατά την οποία το προϊόν του παρακρατηθέντος από την Τράπεζα φόρου, μέχρι του τέλους 1985, και που είχε εγγραφεί στο παθητικό του ισολογισμού της, θα μεταφερθεί σε αποθεματικό . Η εν λόγω απόφαση προβλέπει, εξάλλου, ότι από το οικονομικό έτος 1986, οι πραγματοποιούμενες από την Τράπεζα κρατήσεις επί των αποδοχών, μισθών, συντάξεων και αμοιβών που καταβάλλονται από αυτή εγγράφονται στα έσοδα της Τράπεζας και στο λογαριασμό κερδών και ζημιών .
9 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Επί του παραδεκτού
10 Δεδομένου ότι το δικόγραφο της Επιτροπής στρεφόταν κατά της Τράπεζας και όχι κατά του Συμβουλίου των Διοικητών της, όπως προβλέπει το άρθρο 180, στοιχείο β ), της Συνθήκης, η Τράπεζα είχε προβάλει ένσταση απαραδέκτου δυνάμει του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας, με την οποία ισχυριζόταν ότι η προσφυγή δεν πληρούσε τους όρους του άρθρου 38 του εν λόγω κανονισμού διότι δεν περιείχε τον ορθό προσδιορισμό της καθής .
11 Με Διάταξη της 3ης Ιουλίου 1986, το Δικαστήριο απέρριψε αυτή την ένσταση απαραδέκτου, δεχόμενο ότι η ίδια η διατύπωση του δικογράφου επιτρέπει να διαπιστωθεί χωρίς αμφιβολία ότι η προσφυγή στρέφεται κατά του Συμβουλίου των Διοικητών, ως ενδιαφερομένου οργάνου της Τράπεζας .
12 Το Συμβούλιο των Διοικητών υποστηρίζει επίσης ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της Επιτροπής, καθόσον στρέφεται κατά πράξεως που δεν βλάπτει την τελευταία και δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα έναντι των τρίτων .
13 Σχετικώς, αρκεί να διαπιστωθεί ότι, μεταφέροντας οριστικά το προϊόν του παρακρατηθέντος φόρου, μέχρι του τέλους του 1985, σε αποθεματικό της Τράπεζας, η προσβαλλομένη απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών είναι ικανή να θίξει τα δικαιώματα της Επιτροπής λόγω του ότι σιωπηρώς απορρίπτει το αίτημά της να καταβληθούν τα εν λόγω ποσά στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων, με τη διασφάλιση της εκτελέσεως του οποίου είναι επιφορτισμένη η Επιτροπή .
14 Τέλος, το Συμβούλιο των Διοικητών ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να αξιώσει την απόδοση του προϊόντος του εν λόγω φόρου χωρίς προηγούμενη εγγραφή των εν λόγω εσόδων στον κοινοτικό προϋπολογισμό .
15 Πρέπει να αντιταχθεί σ' αυτή την αντίρρηση ότι το δικαίωμα των Κοινοτήτων επί των εν λόγω ποσών δεν μπορεί να εξαρτάται από την εγγραφή τους στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων, εφόσον μια τέτοια διατύπωση δεν μπορεί να επηρεάσει αυτό το δικαίωμα .
16 Επομένως, η προσφυγή είναι τύποις δεκτή .
Επί της ουσίας
17 Προς στήριξη της προσφυγής της, η Επιτροπή ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η προσβαλλομένη απόφαση αντιβαίνει προς το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου, καθώς και προς τα άρθρα 9 και 12 του κανονισμού 260/68, εγγράφοντας στο αποθεματικό της Τράπεζας το προϊόν του φόρου επί των αποδοχών του προσωπικού της Τράπεζας, του θεσπισθέντος υπέρ των Κοινοτήτων . Το άρθρο 22 του πρωτοκόλλου επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής ratione personae του πρωτοκόλλου στην Τράπεζα και στο προσωπικό της, χωρίς ωστόσο να τροποποιήσει τον προορισμό του φόρου .
18 Κατά το Συμβούλιο των Διοικητών, τα προνόμια και οι ασυλίες που ορίζει το πρωτόκολλο χορηγούνται, δυνάμει του άρθρου 22, πρώτη παράγραφος, στην Τράπεζα και στο προσωπικό της κατά τον ίδιο τρόπο που χορηγούνται στις Κοινότητες . Χωρίς να λαμβάνει οριστική θέση επί του θέματος αν εναπόκειται σ' αυτό να καθορίσει το ίδιο τους όρους επιβολής του εν λόγω φόρου, το Συμβούλιο των Διοικητών είναι της γνώμης ότι αυτός πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εισπράττεται υπέρ της Τράπεζας . Αυτή η ερμηνεία πρέπει να δοθεί στον κανονισμό 260/68 .
19 Προς εκτίμηση του βασίμου της προσφυγής, πρέπει να διαπιστωθεί καταρχάς ότι οι όροι και η διαδικασία επιβολής του φόρου, του θεσπισθέντος υπέρ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αποτελούν το αντικείμενο του κανονισμού 260/68 του Συμβουλίου που βασίζεται στο πρωτόκολλο και κυρίως στο άρθρο 13 του πρωτοκόλλου . Σύμφωνα με την αιτιολογία του ο εν λόγω κανονισμός αποβλέπει στο να επιβάλλει κοινοτικό φόρο όχι μόνο στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αλλά και στα πρόσωπα στα οποία το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου έχει εφαρμογή, δηλαδή, μεταξύ άλλων, στο προσωπικό της Τράπεζας .
20 'Οσον αφορά τις αποδοχές που καταβάλλουν οι Κοινότητες στους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό τους, το άρθρο 9 του κανονισμού διευκρινίζει ότι το προϊόν του φόρου εγγράφεται στη στήλη εσόδων των προϋπολογισμών των Κοινοτήτων, ο οποίος αντικατέστησε, δυνάμει του άρθρου 20 της Συνθήκης περί ιδρύσεως ενιαίου Συμβουλίου και ενιαίας Επιτροπής, τους προϋπολογισμούς των διαφόρων Κοινοτήτων . Κατά το άρθρο 12, ο κανονισμός 260/68 εφαρμόζεται στα μέλη των οργάνων της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων καθώς και στα μέλη του προσωπικού της και στους δικαιούχους συντάξεων που καταβάλλονται από αυτή, "σε σχέση με τους μισθούς, ημερομίσθια και απολαυές, καθώς και τις συντάξεις, τις συντάξεις αναπηρίας και επιζώντων που καταβάλλονται από την Τράπεζα ". Κατά συνέπεια, ο κανονισμός προορίζει, κατά τρόπο μη επιδεχόμενο αμφιβολίες, για τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων το προϊόν του παρακρατούμενου από την Τράπεζα φόρου επί των αποδοχών που καταβάλλει στο προσωπικό της .
21 Η άμυνα του Συμβουλίου των Διοικητών θέτει το ερώτημα αν το Συμβούλιο των Κοινοτήτων είχε αρμοδιότητα, δυνάμει του πρωτοκόλλου, να καθορίσει τους όρους και τη διαδικασία της επιβολής του φόρου επί των αποδοχών που καταβάλλει η Τράπεζα και να προορίσει τα έτσι παρακρατούμενα ποσά για τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων .
22 Για να δοθεί απάντηση στο εν λόγω ερώτημα, πρέπει να εξεταστεί το περιεχόμενο του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου και το αποτέλεσμα της εφαρμογής του στην Τράπεζα δυνάμει του άρθρου 22 του πρωτοκόλλου .
23 Κατά το άρθρο 13, δεύτερη παράγραφος, του πρωτοκόλλου, οι υπάλληλοι και το λοιπό προσωπικό απαλλάσσονται από την επιβολή εσωτερικών φόρων επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών, που καταβάλλονται από τις Κοινότητες . Αντιστρόφως, η πρώτη παράγραφος αυτού του άρθρου επιβάλλει φόρο επί των εν λόγω αποδοχών υπέρ των Κοινοτήτων, σύμφωνα με τους όρους και τη διαδικασία που καθορίζονται από το Συμβούλιο προτάσει της Επιτροπής . 'Οπως προκύπτει από την οικονομία των δύο αυτών παραγράφων, το άρθρο 13 αποβλέπει στο να αντικαταστήσει, προς το συμφέρον της ανεξαρτησίας των Κοινοτήτων και της ίσης μεταχειρίσεως του προσωπικού τους, τους εσωτερικούς φόρους με κοινοτικό φόρο που επιβάλλεται στο προσωπικό των Κοινοτήτων κατά τους αυτούς όρους .
24 Αυτές οι σκέψεις ισχύουν επίσης στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου στο προσωπικό της Τράπεζας, δυνάμει του άρθρου 22 του πρωτοκόλλου . Με την απόφαση της 15ης Ιουνίου 1976 ( 110/75, Mills, Rec . σ . 955 ), το Δικαστήριο δέχτηκε ότι η Τράπεζα έχει το χαρακτήρα κοινοτικού οργανισμού, θεσπισθέντος και διαθέτοντος νομική προσωπικότητα δυνάμει της Συνθήκης . Επιβαλλόταν, επομένως, να απαλλαγεί το προσωπικό της Τράπεζας, όπως ακριβώς και το προσωπικό των Κοινοτήτων, από εσωτερικούς φόρους και να του επιβληθεί κοινοτικός φόρος . Ελλείψει, στο πρωτόκολλο, αντίθετης διάταξης, η εφαρμογή του άρθρου 13 στο προσωπικό της Τράπεζας συνεπάγεται, επομένως, την αρμοδιότητα του Συμβουλίου των Κοινοτήτων να επεκτείνει σ' αυτό το πεδίο εφαρμογής των όρων και της διαδικασίας που θεσπίζει δυνάμει του εν λόγω άρθρου .
25 'Οσον αφορά τον προορισμό του φόρου που επιβάλλεται στο προσωπικό των Κοινοτήτων, το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου ορίζει ότι εισπράττεται "υπέρ των Κοινοτήτων ". Το άρθρο 22 του πρωτοκόλλου δεν αποφαίνεται περί του προορισμού του παρακρατούμενου από την Τράπεζα φόρου που επιβάλλεται στο προσωπικό της, αλλά περιορίζεται στο να αναφέρει ότι εφαρμόζεται στην Τράπεζα, μεταξύ άλλων, το άρθρο 13 του πρωτοκόλλου .
26 Πρέπει να γίνει δεκτό σ' αυτή τη συγκυρία ότι ο στόχος του άρθρου 13 του πρωτοκόλλου, που συνίσταται στην αντικατάσταση των εσωτερικών φόρων που επιβάλλονται κανονικά στις αποδοχές του προσωπικού των Κοινοτήτων με ομοιόμορφο φόρο, δεν συνεπάγεται ότι το προϊόν του εν λόγω φόρου αποδίδεται στους οργανισμούς στους οποίους υπηρετούν οι υπάλληλοι για τους οποίους πρόκειται . Δεδομένου ότι τα δικαιώματα και τα προνόμια που απορρέουν από το πρωτόκολλο δεν χορηγήθηκαν στην Τράπεζα παρά υπό την ιδιότητά της ως οργανισμού ενεργούντος, κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης, προς το συμφέρον των Κοινοτήτων, τα άρθρα 13 και 22 του πρωτοκόλλου έχουν την έννοια ότι ο φόρος επί των αποδοχών που καταβάλλει η Τράπεζα εισπράττεται και αυτός υπέρ των Κοινοτήτων .
27 Εναντίον αυτής της ερμηνείας, η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι δεν είναι ούτε θεσμικό όργανο ούτε υπηρεσία των Κοινοτήτων, αλλά ότι απολαύει έναντι αυτών αυτονομίας δυνάμει του νομικού της καθεστώτος, της συνθέσεώς της και της οργανικής δομής της, καθώς και της φύσεως και της πηγής των πόρων της που δεν έχουν σχέση με τον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων .
28 Είναι αληθές ότι η Τράπεζα έχει, δυνάμει του άρθρου 129 της Συνθήκης, νομική προσωπικότητα διάφορη της νομικής προσωπικότητας της Κοινότητας, και ότι διοικείται και διαχειρίζεται από τα ιδιαίτερα όργανά της κατά τους κανόνες του καταστατικού της . Προς εκπλήρωση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί με το άρθρο 130 της Συνθήκης, η Τράπεζα πρέπει να είναι σε θέση να ενεργεί με κάθε ανεξαρτησία στις κεφαλαιαγορές, όπως κάθε άλλη τράπεζα . Πράγματι, η χρηματοδότηση της Τράπεζας δεν διασφαλίζεται με προϋπολογισμό, αλλά με τους ιδίους πόρους της, ιδίως δε με το καταβαλλόμενο από τα κράτη μέλη κεφάλαιο, αφενός, και με κεφάλαια που δανείζεται στις κεφαλαιαγορές, αφετέρου . Τέλος, η Τράπεζα καταρτίζει ετήσιο ισολογισμό καθώς και λογαριασμό κερδών και ζημιών που ελέγχονται κάθε έτος από επιτροπή διοριζόμενη από το Συμβούλιο των Διοικητών .
29 Εντούτοις, η αναγνώριση στην Τράπεζα μιας τέτοιας λειτουργικής και οργανικής αυτονομίας δεν έχει σαν συνέπεια να τη διαχωρίσει παντελώς από τις Κοινότητες και να καταστήσει ανεφάρμοστο έναντι αυτής κάθε κανόνα του κοινοτικού δικαίου . Πράγματι, όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 130 της Συνθήκης, η Τράπεζα έχει ως αποστολή να συμβάλλει στην πραγμάτωση των στόχων της Κοινότητας και τοποθετείται, επομένως, δυνάμει της Συνθήκης, στο κοινοτικό πλαίσιο .
30 Η θέση της Τράπεζας είναι, συνεπώς, διφυής κατά την έννοια ότι χαρακτηρίζεται από ανεξαρτησία ως προς τη διαχείριση των υποθέσεών της, ιδίως στον τομέα των οικονομικών πράξεων, αφενός, και από στενό δεσμό με την Κοινότητα ως προς τους στόχους της, αφετέρου . Συμβιβάζεται απόλυτα μ' αυτόν το διφυή χαρακτήρα οι διατάξεις που γενικά εφαρμόζονται στην επιβολή φόρου στο προσωπικό επί κοινοτικού επιπέδου να ισχύουν επίσης για το προσωπικό της Τράπεζας . Αυτή η διαπίστωση είναι ιδίως αληθής σχετικά με τον κανόνα κατά τον οποίο ο ένδικος φόρος εισπράττεται υπέρ του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων . Πράγματι, αυτός ο προορισμός δεν είναι ικανός, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Συμβουλίου των Διοικητών, να διακυβεύσει τη λειτουργική αυτονομία και τη φήμη της Τράπεζας ως ανεξάρτητου οργανισμού στις κεφαλαιαγορές, εφόσον ούτε το κεφάλαιο ούτε η ίδια διαχείριση της Τράπεζας επηρεάζονται από αυτόν .
31 Εναντίον αυτού του αποτελέσματος, το Συμβούλιο των Διοικητών προβάλλει σειρά επιχειρημάτων βασιζόμενων στο γεγονός ότι η καταβολή του προϊόντος του ένδικου φόρου στον κοινοτικό προϋπολογισμό θα μείωνε τα κεφάλαια της Τράπεζας που προορίζονται για την κάλυψη του λειτουργικού της κόστους και ιδίως των αποδοχών του προσωπικού της και τα οποία θα μπορούσαν να αξιώσουν τα κράτη μέλη σε περίπτωση εκκαθαρίσεως της Τράπεζας .
32 Αυτά τα επιχειρήματα δεν μπορούν να γίνουν δεκτά . Πράγματι, η μεταφορά του προϊόντος του φόρου στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων δεν αφορά παρά τα παρακρατηθέντα ποσά επί των αποδοχών που έχει καταβάλει η Τράπεζα στο προσωπικό της, αφήνοντας ανέπαφα τα ίδια κεφάλαιά της για τα ποσά του κεφαλαίου, που οφείλονται στα κράτη μέλη σε περίπτωση αναστολής της δραστηριότητας ή εκκαθαρίσεως της Τράπεζας . Η είσπραξη από την Τράπεζα του φόρου επί των μικτών αποδοχών του προσωπικού της υπέρ των Κοινοτήτων είναι, επομένως, άσχετη προς τις επιπτώσεις επί των χορηγήσεών της .
33 'Οπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, το Συμβούλιο των Κοινοτήτων ήταν αρμόδιο, δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 13 και 22 του πρωτοκόλλου, να καθορίσει, με τον κανονισμό 260/68, τους όρους και τη διαδικασία επιβολής του φόρου επί των αποδοχών του προσωπικού της Τράπεζας, καθώς και για να προορίσει το προϊόν αυτού του φόρου για τον κοινοτικό προϋπολογισμό . Υπ' αυτές τις συνθήκες, δεν παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί η ισχύς της σύμφωνης γνώμης του προέδρου της Τράπεζας για την εγγραφή του προϊόντος του φόρου σε στήλη εσόδων των Κοινοτήτων και που επικαλείται η Επιτροπή προς στήριξη της άποψής της .
34 Πρέπει, επομένως, να ακυρωθεί η απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών της Τράπεζας, της 30ής Δεκεμβρίου 1985, σχετικά με τη λογιστική εγγραφή του προϊόντος του παρακρατηθέντος από την Τράπεζα φόρου επί των αποδοχών και συντάξεων του προσωπικού της .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Δεδομένου ότι το Συμβούλιο των Διοικητών ηττήθη πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Ακυρώνει την απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, της 30ής Δεκεμβρίου 1985, σχετικά με τη λογιστική εγγραφή του προϊόντος του παρακρατηθέντος από την Τράπεζα επί των αποδοχών και συντάξεων του προσωπικού της φόρου .
2 ) Καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα το Συμβούλιο των Διοικητών της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων .
Full & Egal Universal Law Academy