ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση 98/86 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1. Οι κοινοτικές διατάξεις
Με την πρόταση της προς έκδοση κανονισμού του Συμβουλίου περί της παρασκευής και της εμπορίας του βουτύρου, που διαβιβάστηκε στις 14 Ιουνίου 1968, η Επιτροπή είχε προβλέψει ότι το βούτυρο δεν μπορούσε να διατεθεί στο εμπόριο « παρά μόνο αν η συσκευασία ή η ετικέτα φέρει τις ακόλουθες ευδιάκριτες, ευανάγνωστες και ανεξίτηλες ενδείξεις·
...
ε)
—
για τις συσκευασίες το περιεχόμενο των οποίων υπερβαίνει το 1 κιλό, το όνομα ή την επωνυμία και τη διεύθυνση ή την έδρα του παρασκευαστή
—
για τις άλλες συσκευασίες, το όνομα ή την επωνυμία και τη διεύθυνση ή την έδρα του παρασκευαστή, του συσκευαστή ή ενός πωλητή » [ άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο ε ) ].
Η πρόταση αυτή ουδέποτε εγκρίθηκε από το Συμβούλιο.
Η οδηγία 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, «περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33 ) ορίζει με το άρθρο 3 ότι:
« 1.
H επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει... τις ακόλουθες μόνον υποχρεωτικές ενδείξεις:
...
6)
το όνομα ή την εμπορική επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Εντούτοις, τα κράτη μέλη μπορούν, για το βούτυρο που παράγεται στην επικράτειά τους να μην απαιτούν παρά μόνον την ένδειξη του κατασκευαστή, του συσκευαστή ή του πωλητή.
...
Υπό την επιφύλαξη της πληροφορήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 22 ( 1 ) τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη κάθε μέτρο που λαμβάνουν δυνάμει του παρόντος σημείου.
...
2.
Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν για την εθνική τους παραγωγή τις εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν την ένδειξη της επιχειρήσεως παρασκευής ή συσκευασίας. »
2. Η εθνική νομοθεσία
Ο νόμος της 8ης Ιουλίου 1935« περί βουτύρου, μαργαρίνης, παρασκευασμένων λιπών και άλλων εδώδιμων λιπαρών ουσιών» ορίζει με το άρθρο 4 ότι:
«Το βούτυρο που πωλείται, εκτίθεται προς πώληση, κατέχεται ή μεταφέρεται προς πώληση ή διανομή πρέπει να φέρει, με ευανάγνωστα στοιχεία, την ένδειξη του ονόματος και της διευθύνσεως του παραγωγού, του κατασκευαστή ή του παρασκευαστή στο Βέλγιο ή του πωλητή εντός της χώρας.
Εντούτοις, η υποχρέωση να αναγράφεται το όνομα και η διεύθυνση του πωλητή εντός της χώρας δεν έχει εφαρμογή στις ποσότητες βουτύρου που προέρχονται από χώρες μέλη της ΕΟΚ. »
Το άρθρο 5 του βασιλικού διατάγματος της 22ας Οκτωβρίου 1976« περί βουτύρου και μιγμάτων βουτύρου και θεσπίσεως επισήμου ελέγχου στο βούτυρο » επαναλαμβάνει κατά γράμμα το προαναφερόμενο κείμενο του νόμου του 1935.
Το βασιλικό διάταγμα της 2ας Οκτωβρίου 1980« περί επισημάνσεως των προσυσκευασμένων τροφίμων », που έχει ως σκοπό τη μεταφορά στο βελγικό δίκαιο της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ, ορίζει ότι « απαγορεύεται η διάθεση στο εμπόριο προσυσκευασμένων τροφίμων τα οποία δεν φέρουν τις ακόλουθες ενδείξεις...:
...
5)
το όνομα ή την επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευάζοντος ή ενός πωλητή εγκατεστημένου σε ένα κράτος μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ».
Το βασιλικό διάταγμα της 2ας Οκτωβρίου 1980 δεν αναφέρει, μεταξύ των πολλών διατάξεων που καταργεί, τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου της 8ης Ιουλίου 1935 και των βασιλικών διαταγμάτων της 3ης Ιανουαρίου 1974 και 22ας Οκτωβρίου 1976.
3. Η κύρια υπόθεση
Επιληφθείσα μετά από ανώνυμη επιστολή που ελήφθη στις 23 Δεκεμβρίου 1983, η εθνική υπηρεσία γάλακτος ( Office national du lait ) διαπίστωσε ότι ο Arthur Mathot, συσκευαστής και έμπορος βουτύρου, κάτοικος Celles (επαρχία Namur), διέθετε στο εμπόριο βούτυρο από γαλακτοκομική επιχείρηση σε συσκευασίες που έφεραν τον αριθμό της άδειάς του ως « χονδρεμπόρουπαρασκευαστή », χωρίς όμως να αναφέρουν ούτε το όνομα του ούτε τη διεύθυνσή του.
Κατόπιν των διαπιστώσεων αυτών, ο Mathot κλητεύθηκε να εμφανιστεί ενώπιον του Tribunal de première instance του Dinant, δικάζοντος ως πλημμελειοδικείου, με την κατηγορία ότι « στο Celles και αλλού εντός του Βασιλείου, μεταξύ 2ας Αυγούστου 1983 και 1ης Νοεμβρίου 1983, κατά παράβαση του νόμου της 8ης Ιουλίου 1935 και του βασιλικού διατάγματος της 27ης Φεβρουαρίου 1963, μολονότι χονδρέμπορος-συσκευαστής, είχε διαθέσει στο εμπόριο βούτυρο δικής του παρασκευής σε συσκευασία που δεν έφερε το όνομα και τη διεύθυνση του παρασκευαστή ».
Ενώπιον του προαναφερόμενου δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη υποστήριξε ότι η αναφερόμενη στην κατηγορία βελγική νομοθεσία επέβαλε την αναγραφή του ονόματος και της διευθύνσεως των παραγωγών, κατασκευαστών ή του παρασκευαστή στο Βέλγιο, ενώ τα ονόματα και η διεύθυνση δεν έπρεπε να αναφέρονται όταν το βούτυρο προερχόταν από χώρες της Κοινότητας. Επιπλέον υπογράμμισε ότι τα μεγάλα καταστήματα προτιμούσαν το συσκευασμένο βούτυρο χωρίς το όνομα και τη διεύθυνση του παρασκευαστή.
Θεωρώντας ότι κατά το άρθρο 4, εδάφιο 2, του νόμου της 8ης Ιουλίου 1935, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του βασιλικού διατάγματος της 3ης Ιανουαρίου 1974, η υποχρέωση αναγραφής του ονόματος και της διεύθυνσης του πωλητή εντός της χώρας δεν είχε εφαρμογή στο βούτυρο που προερχόταν από άλλα κράτη μέλη, το Tribunal de première instance του Dinant, με απόφαση της 6ης Μαρτίου 1986, ανέστειλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της κατηγορίας και υπέβαλε στο Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
« Η υποχρέωση που επιβάλλεται μόνο στους βέλγους παρασκευαστές, αποκλειομένων των ανταγωνιστών τους από τα άλλα κράτη μέλη, να αναφέρουν το όνομα και τη διεύθυνση τους επί της συσκευασίας του βουτύρου συμβιβάζεται με το άρθρο 30 της Συνθήκης; »
Η απόφαση περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Απριλίου 1986.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 5 Ιουνίου 1986 ο substitut du procureur du roi στο Tribunal de première instance του Dinant, στις 8 Ιουλίου 1986 η βελγική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον De Belder, διευθυντή ευρωπαϊκών υποθέσεων, και στις 14 Ιουλίου 1986 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από' τον Daniel Jacob, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Πάντως, κάλεσε τη βελγική κυβέρνηση να απαντήσει σε ερώτηση ως προς το βασιλικό διάταγμα της 2ας Οκτωβρίου 1980 περί της επισημάνσεως των προσυσκευασμένων τροφίμων. Η βελγική κυβέρνηση απάντησε στην ερώτηση εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
Με απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1986, κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο ανέθεσε την εκδίκαση της υπόθεσης στο τρίτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Ο substitut du procureur du roi υποστηρίζει ότι το άρθρο 4 του προαναφερθέντος νόμου της 8ης Ιουλίου 1935 δεν είναι ασυμβίβαστο με το άρθρο ·30 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον δεν παρεμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, έστω και αν εισάγει διαφορετική μεταχείριση για τη συσκευασία βουτύρου που προέρχεται από τις άλλες χώρες μέλη της ΕΟΚ. Θεωρεί ότι οι ενδείξεις που επιβάλλει η διάταξη αυτή δεν είναι περιοριστικές καθόσον έχουν ως σκοπό να επιτρέπουν την εξακρίβωση του παραγωγού, του κατασκευαστή, του παρασκευαστή ή του πωλητή, όλοι πρόσωπα διαφορετικά που παρεμβαίνουν στο εμπόριο του βουτύρου.
Η βελγική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η βελγική κανονιστική ρύθμιση είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο, ειδικότερα με την προαναφερθείσα οδηγία 79/112/ΕΟΚ και τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Όσον αφορά την οδηγία, υπογραμμίζει ότι η βελγική κανονιστική ρύθμιση συνάδει προς το άρθρο 3, παράγραφος 1, περίπτωση 6, εδάφιο 1, όσον αφορά τα βελγικά προϊόντα. Όσον αφορά εξάλλου τα εισαγόμενα προϊόντα, η βελγική κυβέρνηση δεν μπορεί να επιβάλλει ως προς αυτά αυστηρότερους όρους από εκείνους που προβλέπουν οι εθνικές διατάξεις του κράτους καταγωγής τους, κατ' εφαρμογή του εδαφίου 2 του άρθρου 3, παράγραφος 1, περίπτωση 6, της οδηγίας. Εξάλλου, ακόμη και αν το βελγικό κράτος διατηρούσε ως προς τα εγχώρια προϊόντα αυστηρότερους όρους από εκείνους που προβλέπει το προαναφερθέν άρθρο 3, παράγραφος 1, περίπτωση 6, οι όροι αυτοί επιτρέπονται πλήρως δυνάμει της παραγράφου 2 του ίδιουάρθρου.
Όσον αφορά το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, η βελγική κυβέρνηση τονίζει ότι η βελγική κανονιστική ρύθμιση δεν μπορεί να είναι αντίθετη προς τη διάταξη αυτή της Συνθήκης, καθόσον η εν λόγω διάταξη απαγορεύει τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών. Όμως, η επίδικη διάταξη δεν μπορεί εν προκειμένω να έχει κανένα αποτέλεσμα στις εισαγωγές, εφόσον η προβλεπόμενη σ' αυτήν υποχρέωση δεν έχει εφαρμογή στα εισαγόμενα προϊόντα.
Τέλος, η βελγική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν υπάρχουν περιορισμοί ούτε επί των εξαγωγών, καθόσον η βελγική κανονιστική ρύθμιση δεν εισάγει καμιά διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εγχώριων προϊόντων που προορίζονται προς εξαγωγή και εγχώριων προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο στο Βέλγιο που θα μπορούσε να διασφαλίσει ένα πλεονέκτημα στην εθνική του παραγωγή ή στην εσωτερική του αγορά. Η κυβέρνηση αναφέρεται σχετικά στις υποθέσεις 15/79, Groenveld ( Rec. 1979, σ. 3415) και 141 έως 143/82, Holdijk (Συλλογή 1982, σ. 1299).
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το άρθρο 2, περίπτωση 5, του βασιλικού διατάγματος της 2ας Οκτωβρίου 1980, που δεν αναφέρεται στην απόφαση περί παραπομπής, υποβάλλει την επισήμανση του βουτύρου που διατίθεται στο εμπόριο στο Βέλγιο σε ενιαία ρύθμιση, ανεξάρτητα από την καταγωγή του προϊόντος. Κατά την Επιτροπή, ως μεταγενέστερος κανόνας, η διάταξη αυτή κατάργησε σιωπηρά τις προηγούμενες βελγικές διατάξεις που θέσπιζαν διαφορετική ρύθμιση. Θεωρεί ότι η ύπαρξη της ρυθμίσεως που προβλέπει το προαναφερόμενο βασιλικό διάταγμα, σύμφωνο με τις διατάξεις της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ, αποκλείει κάθε διαφορετική μεταχείριση. Εξάλλου, κατά το μέτρο που η οδηγία αυτή, σκοπός της οποίας είναι κυρίως να διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία των τροφίμων, έχει θεσπίσει κοινούς κανόνες ως προς την επισήμανση των εν λόγω τροφίμων, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν πρέπει να εξεταστεί υπό το φως του άρθρου 30 ΕΟΚ.
Κατά την Επιτροπή εξάλλου, η διάκριση σε βάρος των εγχώριων προϊόντων, στην οποία αναφέρεται το παραπέμπον δικαστήριο, εν πάση περιπτώσει δεν απαγορεύεται από την προαναφερθείσα διάταξη της Συνθήκης.
Επιπροσθέτως, ελλείψει ειδικών διατάξεων της Συνθήκης ή του παραγώγου δικαίου, γενικά, η « αντίστροφη δυσμενής διάκριση » δεν απαγορεύεται από το κοινοτικό δίκαιο ( βλέπε σχετικά τις προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Rozès στις υποθέσεις 314 μέχρι 316/81 και 83/82, Procureur de la République κατά Waterkeyn και λοιπών, και την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1982, Συλλογή 1982, σ. 4337 και επ. ). Πράγματι, στην προαναφερόμενη απόφαση, αντίθετα από την άποψη κατά την οποία το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγορεύει κάθε διαφορετική μεταχείριση σε βάρος των εγχώριων προϊόντων, ώστε το ασυμβίβαστο ενόψει της Συνθήκης μιας εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως πρέπει να έχει ένα « σφαιρικό αποτέλεσμα » που να οδηγεί στην αμφισβήτηση της κανονιστικής ρυθμίσεως στο σύνολο της, το Δικαστήριο έκρινε ότι:
« Αντιθέτως απ' ό,τι υποστηρίζουν οι κατηγορούμενοι, η απόφαση ... δεν αναφέρεται παρά μόνο στη μεταχείριση των προϊόντων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη και η γαλλική νομοθεσία δεν εκηρύχθη αντίθετη προς το άρθρο 30 παρά μόνο κατά το μέτρο που περιέχει κανόνες, οι οποίοι είναι λιγότερο ευνοϊκοί για τα προϊόντα αυτά εν σχέσει προς τα εθνικά προϊόντα που θεωρούνται ανταγωνιστικά.
Από τα ανωτέρω συνάγεται, αφενός, ότι η παράβαση που διαπίστωσε το Δικαστήριο δεν αφορά τους κανόνες που εφαρμόζονται στα εθνικά προϊόντα... Το μόνο αποτέλεσμα, επομένως, της αποφάσεως είναι ότι... η Γαλλική Δημοκρατία οφείλει... να αναθεωρήσει την ταξινόμηση του άρθρου L 1 του κώδικός, κατά το μέτρο που έχει ως αποτέλεσμα να θέτει σε μειονεκτική θέση, de jure ή de facto, ορισμένα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη » (σκέψεις 11 και 12).
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι αρχές που συνήγαγε το Δικαστήριο με την προαναφερόμενη απόφαση απορρέουν από τη διαπίστωση ότι η προβλεπόμενη στα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης απαγόρευση δεν αφορά παρά μόνο τα εμπόδια στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και όχι δημιουργία ενός είδους θεμελιώδους δικαιώματος πωλήσεως των εμπορευμάτων. Η Επιτροπή αναφέρεται σχετικά στις αποφάσεις που εξέδωσε το Δικαστήριο στις υποθέσεις Fietje ( υπόθεση 27/80, Rec. 1980, σ. 3839 και επ. ) και Kelderman (υπόθεση 130/80, Συλλογή 1981, σ. 527 και επ.) με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ως ασυμβίβαστη με το άρθρο 30 την επέκταση εφαρμογής συγκεκριμένης εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως στα εισαγόμενα προϊόντα.
Η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στο υποβληθέν προδικαστικό ερώτημα:
«Το άρθρο 3, παράγραφος 1, περίπτωση 6, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, έχει την έννοια ότι η επισήμανση των τροφίμων στα οποία αναφέρεται η εν λόγω οδηγία — μεταξύ των οποίων το βούτυρο — πρέπει υποχρεωτικά να περιλαμβάνει το όνομα ή την επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ή ενός πωλητή εγκατεστημένου εντός της Κοινότητας.
Ο κανόνας αυτός εφαρμόζεται στα τρόφιμα, ανεξάρτητα από την προέλευση τους. »
J. C Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
( 1 ) Το άρθρο 22 αφορά τις διάφορες πληροφορίες που τα κράτη μέλη υποχρεούνται να παρέχουν στην Επιτροπή.
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (τρίτο τμήμα)
της 18ης Φεβρουαρίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 98/86,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunal de première instance του Dinant προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται στο πλαίσιο της ποινικής δίκης που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Ministère public
και
Arthur Mathot, κατοίκου Celles ( επαρχία Namur ),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 3, πρώτη παράγραφος, περίπτωση 6, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 79/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33 ),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
συγκείμενο από τους Y. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και J. C Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: Η. Α. Rühl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
—
ο substitut du procureur du roi στο Tribunal de première instance του Dinant,
—
η βελγική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον De Belder, διευθυντή ευρωπαϊκών υποθέσεων,
—
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Daniel Jacob, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 12ης Νοεμβρίου 1986,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 12ης Νοεμβρίου 1986,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1
Με απόφαση της 6ης Μαρτίου 1986, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Απριλίου 1986, το Tribunal de première instance του Dinant υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου να μπορέσει να κρίνει αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο η βελγική κανονιστική ρύθμιση περί της επισήμανσης του βουτύρου.
2
Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του Arthur Mathot, o οποίος κατηγορείται ότι διέθεσε στο εμπόριο στο Βέλγιο βούτυρο δικής του παρασκευής σε συσκευασία που δεν έφερε το όνομα και τη διεύθυνση του παρασκευαστή, κατά παράβαση του νόμου της 8ης Ιουλίου 1935 και του βασιλικού διατάγματος της 27ης Φεβρουαρίου 1963.
3
Το εθνικό δικαστήριο διαπίστωσε ότι, κατά τη βελγική νομοθεσία, επιβάλλεται η υποχρέωση να αναφέρεται, για το βούτυρο που παράγεται στο Βέλγιο, το όνομα και η διεύθυνση του παραγωγού, του κατασκευαστή, του παρασκευαστή ή του πωλητή εντός της χώρας, ενώ η υποχρέωση αυτή δεν επιβάλλεται για το βούτυρο το οποίο εισάγεται από άλλα κράτη μέλη, πράγμα που μπορεί να θέσει σε μειονεκτική μοίρα τους βέλγους παραγωγούς σε σχέση με τους αλλοδαπούς ανταγωνιστές τους και να δημιουργήσει έτσι « περιοριστικό ή ισοδύναμο αποτέλεσμα επί των εισαγωγών αντίθετο προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ» επιπλέον, φαίνεται ότι στο Βέλγιο τα μεγάλα καταστήματα προτιμούν το βούτυρο στη συσκευασία του οποίου δεν αναγράφεται ούτε το όνομα ούτε η διεύθυνση του παρασκευαστή.
4
Στο πλαίσιο αυτό, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
« Η υποχρέωση που επιβάλλεται μόνο στους βέλγους παρασκευαστές, αποκλειομένων των ανταγωνιστών τους από τα άλλα κράτη μέλη, να αναφέρουν το όνομα και τη διεύθυνση τους επί της συσκευασίας του βουτύρου συμβιβάζεται με το προαναφερόμενο άρθρο 30; »
5
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση και η σχετική εφαρμοστέα βελγική κανονιστική ρύθμιση καθώς και οι παρατηρήσεις που κατέθεσαν ο κατηγορούμενος στην κύρια δίκη, ο substitut du procureur du roi, η βελγική κυβέρνηση και η Επιτροπή αναπτύσσονται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
6
Πρέπει πρώτον να υπομνηστεί ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί ούτε επί της ερμηνείας νομοθετικών ή κανονιστικών εθνικών διατάξεων ούτε επί του συμβιβαστού των διατάξεων αυτών με το κοινοτικό δίκαιο. Πάντως, μπορεί να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα σχετικά στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου τα οποία θα του επιτρέψουν να επιλύσει το νομικό ζήτημα του οποίου επιλαμβάνεται. Από το φάκελο προκύπτει ότι, με το υποβληθέν ερώτημα, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν, και υπό ποιες προϋποθέσεις το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, άλλες διατάξεις της Συνθήκης ή γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου εμποδίζουν να εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, σύμφωνες με κοινοτική οδηγία, επί των εγχωρίων μόνο προϊόντων, εξαιρουμένων των προϊόντων καταγωγής άλλων κρατών μελών.
7
Όσον αφορά το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η διάταξη αυτή έχει ως σκοπό να εξαλείψει τα εμπόδια κατά την εισαγωγή εμπορευμάτων και όχι να διασφαλίσει ότι τα εγχώρια εμπορεύματα απολαύουν, σε όλες τις περιπτώσεις, της ίδιας μεταχειρίσεως με τα εισαγόμενα εμπορεύματα' διαφορετική μεταχείριση μεταξύ εμπορευμάτων που δεν είναι ικανή να παρεμποδίσει την εισαγωγή ή να βλάψει την εμπορία των εισαγόμενων εμπορευμάτων δεν εμπίπτει στην απαγόρευση που θεσπίζει το εν λόγω άρθρο ( απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, Cognet, 355/85, Συλλογή 1986, σ. 3231 ).
8
Όμως, σε περίπτωση όπως αυτή που αναφέρεται στη διάταξη περί παραπομπής, και αν υποτεθεί ότι υπάρχει δυσμενής διάκριση σε βάρος του εγχώριου βουτύρου, μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να παρεμποδίσει την εισαγωγή βουτύρου ούτε να βλάψει την εμπορία του εισαγόμενου βουτύρου. Το άρθρο 30 της Συνθήκης δεν αντιτίθεται επομένως σε μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση.
9
Όσον αφορά το ζήτημα αν η προαναφερόμενη διαφορετική μεταχείριση μπορεί να οδηγήσει στην παραβίαση της γενικής αρχής ή της απαγόρευσης των διακρίσεων, πρέπει να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία η μη ευνοϊκή μεταχείριση των εγχώριων προϊόντων σε σχέση με τα εισαγόμενα προϊόντα, εφαρμοζόμενη από κράτος μέλος σε τομέα που δεν υπόκειται σε κοινοτική κανονιστική ρύθμιση ή σε εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου ( απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986, που παρατέθηκε πιο πάνω ).
10
Εν προκειμένω, υπήρξε εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα της επισήμανσης του βουτύρου ως αποτέλεσμα της οδηγίας 79/112 του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1978, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που προορίζονται για τον τελικό καταναλωτή καθώς επίσης και τη διαφήμιση τους ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 33 ). Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής:
«Η επισήμανση των τροφίμων περιλαμβάνει... τις ακόλουθες μόνον υποχρεωτικές ενδείξεις:
...
6)
το όνομα ή την εμπορική επωνυμία και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του συσκευαστή ή ενός πωλητή εγκατεστημένου στο εσωτερικό της Κοινότητας. »
Η παράγραφος 2 ορίζει:
« Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρήσουν για την εθνική τους παραγωγή τις εθνικές διατάξεις που επιβάλλουν την ένδειξη της επιχειρήσεως παρασκευής ή συσκευασίας. »
11
Είναι αλήθεια ότι η προαναφερόμενη οδηγία 79/112 δημιούργησε υποχρεώσεις ως προς την επισήμανση και την παρουσίαση των τροφίμων που διατίθενται στο εμπόριο στο σύνολο της Κοινότητας, χωρίς να μπορεί να γίνει διάκριση αναλόγως της καταγωγής των προϊόντων αυτών, υπό μόνη την επιφύλαξη της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 3. Επομένως, εθνική κανονιστική ρύθμιση που επιβάλλει τις υποχρεώσεις αυτές στα εγχώρια μόνο προϊόντα, εξαιρώντας τα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, δημιουργεί σε βάρος ορισμένων επιχειρηματιών διάκριση αντίθετη προς το κοινοτικό δίκαιο, η οποία προκύπτει από το γεγονός ότι οι επιταγές της οδηγίας δεν εφαρμόζονται ακόμη στα εισαγόμενα προϊόντα. Πάντως, μια τέτοια κατάσταση δεν επιτρέπει στους επιχειρηματίες αυτούς να ζητήσουν να απαλλαγούν από τέτοιες υποχρεώσεις σύμφωνες με την οδηγία. Εναπόκειται στην Επιτροπή να επαγρυπνεί ώστε οι εθνικές αρχές να θέσουν τέρμα στην κατάσταση αυτή, με την επέκταση του πεδίου εφαρμογής της εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως στο σύνολο των προϊόντων στα οποία αναφέρεται η οδηγία.
12
Επομένως, στο υποβληθέν ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι ούτε το άρθρο 30 ούτε άλλη διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε καμιά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου εμποδίζουν να εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, σύμφωνες με κοινοτική οδηγία, επί των εγχωρίων μόνο προϊόντων, εξαιρουμένων των προϊόντων προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη.
Επί των δικαστικών εξόδων
13
Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η βελγική κυβέρνηση και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους στην κύρια δίκη το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Tribunal de première instance του Dinant με απόφαση της 6ης Μαρτίου του 1986, αποφαίνεται:
Ούτε το άρθρο 30 ούτε άλλη διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε καμιά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου εμποδίζουν να εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις εθνικής κανονιστικής ρυθμίσεως, σύμφωνες με κοινοτική οδηγία, επί των εγχωρίων μόνο προϊόντων, εξαιρουμένων των προϊόντων προελεύσεως από άλλα κράτη μέλη.
Galmot
Everling
Moitinho de Almeida
Δημοσιεύτηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 18 Φεβρουαρίου 1987.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy