Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
ΕΚΑΧ - Παραγωγή - Καθεστώς ποσοστώσεων παραγωγής χάλυβα - Πώληση εγκαταστάσεως στο εσωτερικό της Κοινότητας - Εφαρμοστέα διάταξη - 'Εκταση εφαρμογής - Αυτόματη μεταβίβαση των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς και των αντίστοιχων ποσοστώσεων στο νέο ιδιοκτήτη - Διαπίστωση από την Επιτροπή - Μεταγενέστερες αλλαγές κυριότητας - Δεν αφορούν τον πρώην ιδιοκτήτη, κατά την έννοια του άρθρου 33, εδάφιο 2 της Συνθήκης
( Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρα 33, εδάφιο 2, και 58 γενική απόφαση 234/84, άρθρα 9, παράγραφος 4, και 15, παράγραφος 1 )
Περίληψη
Η περίπτωση πωλήσεως εγκαταστάσεως της εσωτερικό της Κοινότητας δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ, κατά το οποίο η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει ανταλλαγές, πωλήσεις ή παραχωρήσεις παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς που αντιστοιχούν σε μια εγκατάσταση βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα σε περίπτωση οριστικού κλεισίματός της ή πωλήσεως ή μεταφοράς σε τρίτη χώρα . Η περίπτωση αυτή εμπίπτει, αντιθέτως, στο άρθρο 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως αυτής, σύμφωνα με το οποίο στο νέο ιδιοκτήτη εγκαταστάσεως βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, η οποία άλλαξε κυριότητα, μεταβιβάζονται οι παραγωγές και ποσότητες αναφοράς των εγκαταστάσεων και οι αντίστοιχες ποσοστώσεις .
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η κτήση των παραγωγών και ποσοτήτων από το νέο ιδιοκτήτη, καθώς και η απώλειά τους από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη γίνονται αυτοδικαίως και αυτομάτως . Είναι αδιάφορο σχετικώς το ότι ο νέος ιδιοκτήτης δεν είναι επιχείρηση βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ή ότι δεν έκαμε καθόλου χρήση της εγκαταστάσεως ή ότι προβαίνει στην άμεση κατεδάφισή της, χρησιμοποιώντας συγχρόνως τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς που συνδέονται με αυτήν για την αύξηση της συνολικής παραγωγής του επί άλλων εγκαταστάσεων που του ανήκουν . Ο πρώην ιδιοκτήτης δεν μπορεί να αμφισβητήσει, επικαλούμενος τυχόν μεταβολές κυριότητας που επήλθαν μεταγενεστέρως, τη διαπίστωση της μεταβιβάσεως που έγινε από την Επιτροπή, δεδομένου ότι τέτοιες μεταγενέστερες εξελίξεις δεν τον αφορούν κατά την έννοια του άρθρου 33, εδάφιο 2, της Συνθήκης .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 100/86,
Jacques Cauet και Bertrand Joliot, δικηγόροι Avesnes-sur-Helpe, Γαλλία, ενεργούντες υπό την ιδιότητα των εκκαθαριστών της εταιρίας Cockerill-DRC SA στο Hautmont, Γαλλία, εκπροσωπούμενοι από τους Michel Waelbroeck και Alexandre Vandenacasteele, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Ernest Arendt, 34 B, rue Philippe-II,
προσφεύγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Michel van Ackere, με αντίκλητο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, batiment Jean Monnet, Kirchberg, Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση αποφάσως της 10ης Μαρτίου 1986 με την οποία χορηγείται η παραγωγή και η ποσότητα αναφοράς της Cockerill-DRC SA στην εταιρία Sacilor,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
συγκείμενο από τους Y . Galmot, πρόεδρο τμήματος, U . Εverling και J . C . Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : J . Mischo
γραμματέας : B . Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 13ης Μαΐου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαΐου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Απριλίου 1986 οι δικηγόροι Jacques Cauet και Bertrand Joliot, ενεργούντες ως εκκαθαριστές της εταιρίας Cockerill-DRC SA, άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 33, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της ατομικής αποφάσεως της Επιτροπής, της 10ης Μαρτίου 1986, κατά το μέρος που η απόφαση αυτή χορηγεί στη Sacilor τις παραγωγές αναφοράς της Cockerill, κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 4, της γενικής αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 29, σ . 1 ), και η δίκαιη κατανομή της ζημίας που προέκυψε από την προσβαλλόμενη απόφαση .
2 Η παρούσα προσφυγή αποτελεί προέκταση της προσφυγής 48/86, από την οποία παραιτήθηκαν οι προσφεύγοντες και η οποία διαγράφηκε από το πρωτόκολλο του Δικαστηρίου με διάταξη της 18ης Ιουνίου 1986 . Η διάταξη αυτή επεφυλάχθη ως προς τα έξοδα της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων 48/86 R μέχρις εκδόσεως αποφάσεως επί της παρούσης υποθέσεως κατά το μέρος που η διαδικασία 48/86 R αναφέρεται στην αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 1986 .
3 Η προσφυγή έχει ως αφετηρία το γεγονός ότι κατά τις αρχές του έτους 1985 η εταιρία Cockerill-DRC στο Hautmont ( Γαλλία ), θυγατρική της βελγικής επιχειρήσεως Cockerill-Sambre, έκλεισε τις εγκαταστάσεις της παραγωγής . Το ελασματουργείο πωλήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1985, κατόπιν δικαστικής αδείας, στη γερμανική εταιρία Dorninger, η οποία το μετεπώλησε αμέσως στη Sacilor . Με την προσβαλλόμενη απόφαση της 10ης Μαρτίου 1986, που ελήφθη βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84, η Επιτροπή αρνήθηκε να επιτρέψει τη μεταβίβαση των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς στην Cockerill-Sambre και τις χορήγησε στη Sacilor ως τωρινό ιδιοκτήτη των εγκαταστάσεων .
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Επί του αιτήματος ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως
5 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται, πρώτον, ότι η Επιτροπή επλανήθη καταδήλως ως προς την ταυτότητα του νέου ιδιοκτήτη της εγκαταστάσεως . Πράγματι, το ελασματουργείο δεν απεστάλη στη Sacilor, αλλά στην εταιρία Dillinger Hoettenwerke στο Σάαρ . Αφού λοιπόν ο έλεγχος της χρήσεως του ελασματουργείου ανήκει στην Dillinger Hoettenwerke και όχι στη Sacilor, το άρθρο 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84 δεν μπορεί να εφαρμοστεί .
6 Η Επιτροπή φρονεί ότι η τωρινή ιδιοκτησία του ελασματουργείου δεν είναι κρίσιμη για τη διαφορά . Μια νέα μεταβίβαση κυριότητας θα είχε ως μοναδική συνέπεια να μπορεί ο νέος ιδιοκτήτης να ζητήσει τη χορήγηση των οικείων αναφορών . Οι προσφεύγοντες δεν έχουν κανένα έννομο συμφέρον να αντιτάξουν στην ύπαρξη τυχόν "τελικών" ιδιοκτητών του ελασματουργείου την παραχώρηση των παραγωγών αναφοράς, αφού έχουν στερηθεί την ικανότητα διαπραγματεύσεως .
7 Πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84, που αναφέρθηκε πιο πάνω, επί του οποίου στηρίζεται η προσβαλλόμενη απόφαση, προβλέπει ότι αν επί μιας εγκαταστάσεως ( εργοστασίου ή επιχειρήσεως ) μεταβληθεί η κυριότητα, μεταβιβάζονται στο νέο ιδιοκτήτη οι παραγωγές και οι ποσότητες αναφοράς που ίσχυαν για την εγκατάσταση αυτή, καθώς και οι αντίστοιχες ποσοστώσεις . Απαγορεύεται να παρακαμφθεί η μεταβίβαση αυτή με πώληση, ανταλλαγή ή παραχώρηση . Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως αυτής, σε περίπτωση οριστικής διακοπής της λειτουργίας ή πτωχεύσεως, οι ποσότητες αναφοράς καταργούνται μετά από δώδεκα μήνες .
8 Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, σε περίπτωση μεταβιβάσεως της κυριότητας μιας εγκαταστάσεως, ο νέος ιδιοκτήτης αποκτά αυτοδικαίως και αυτομάτως τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι η μεταβίβαση έγινε μέσα σε διάστημα 12 μηνών από της οριστικής διακοπής των δρατηριοτήτων του πρώην ιδιοκτήτη . Απ' αυτά συνάγεται ως εξυπακουόμενη συνέπεια των διατάξεων αυτών, ότι ο πρώην ιδιοκτήτης χάνει στην περίπτωση αυτή κατά τον ίδιο τρόπο τις παραγωγές του και τις ποσότητες αναφοράς .
9 Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Cauet, εκκαθαριστής της Cockerill-DRC, πώλησε στις 22 Οκτωβρίου 1985, κατόπιν δικαστικής αδείας, το ελασματουργείο στη γερμανική εταιρία Dorninger, η οποία το μετεπώλησε στην εταιρία Sacilor στις 4 Νοεμβρίου 1985 . Πρέπει λοιπόν να γίνει δεκτό ότι η Cockerill-DRC εγκατέλειψε την κυριότητα του ελασματουργείου, πράγμα άλλωστε που δεν αμφισβητείται από τους προσφεύγοντες . Κατά συνέπεια, η Cockerill-DRC έχασε δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84, αυτοδικαίως και αυτομάτως τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς .
10 'Οταν παρουσίασε η Sacilor τη σύμβαση πωλήσεως, η Επιτροπή συνήγαγε, ορθώς, ότι η Sacilor απέκτησε την κυριότητα των οικείων εγκαταστάσεων . Το συμπέρασμα αυτό ενισχύθηκε μεταγενεστέρως από τη δήλωση του προέδρου της εταιρίας Sacilor, της 30ής Απριλίου 1986, κατά την οποία η Sacilor είναι ιδιοκτήτρια των εγκαταστάσεων του ελασματουργείου .
11 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 4, της πιο πάνω αποφάσεως 234/84, να διαπιστώσει ότι οι παραγωγές και ποσότητες αναφοράς είχαν μεταβιβαστεί στη Sacilor, πράγμα που έκανε με την προσβαλλόμενη απόφαση της 10ης Μαρτίου 1986 . Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η Cockerill-DRC εγκατέλειψε την κυριότητα του ελασματουργείου και έχασε, κατά συνέπεια, τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι όλα τα σχετικά ζητήματα με την τωρινή ιδιοκτησία του ελασματουργείου, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος αν οι εγκαταστάσεις πωλήθηκαν εν τω μεταξύ στην εταιρία Dillinger Hoettenwerke, δεν ενδιαφέρουν τους προσφεύγοντες, κατά την έννοια του άρθρου 33, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ .
12 Ο πρώτος λόγος πρέπει επομένως να απορριφθεί .
13 Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84 εφαρμόζεται μόνον όταν ο αγοραστής είναι επιχείρηση βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, η οποία χρησιμοποιεί την εγκατάσταση για παραγωγή σιδήρου και χάλυβα . Εφόσον η Dorninger δεν ήταν επιχείρηση βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 4, επί της επιχειρήσεως αυτής συνιστά κατάφωρη παραβίαση των ορίων που έχουν καθοριστεί στις αρμοδιότητες της Επιτροπής από τη Συνθήκη .
14 Η Επιτροπή φρονεί ότι κάθε αγοραστής ελασματουργείου, ακόμη και αν δεν είχε ασκήσει στο παρελθόν δραστηριότητες βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, καθίσταται επιχείρηση βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα από τη θέση σε λειτουργία τέτοιας εγκαταστάσεως . Επομένως, η Dorninger απέκτησε, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84, δικαίωμα χρήσεως των παραγωγών αναφοράς, υπό τον όρο της θέσεως σε λειτουργία της εγκαταστάσεως .
15 Σχετικώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν υπάρχει ένδειξη στο άρθρο 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84 που να επιτρέπει να συναχθεί ότι οι παραγωγές και ποσότητες αναφοράς δεν μεταβιβάζονται με την εγκατάσταση παρά στην περίπτωση που πωλούνται σε άλλη επιχείρηση βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα . Ούτε επιβάλλει η Συνθήκη ΕΚΑΧ περιορισμό αυτού του είδους στην περίπτωση αγοράς εγκαταστάσεως βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα από νέο ιδιοκτήτη . Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί .
16 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, τρίτον, ότι η Επιτροπή εφήρμοσε κακώς το άρθρο 9, παράγραφος 4, αντί του άρθρου 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως 234/84 . Το άρθρο 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως αυτής έχει ως σκοπό να παράσχει τη δυνατότητα στον αγοραστή εγκαταστάσεως να τη διατηρήσει σε λειτουργία συνεχίζοντας να τη χρησιμοποιεί για την παραγωγή των προϊόντων με ποσόστωση . Αυτή δεν ήταν η περίπτωση της Dorninger ούτε της Sacilor ούτε ακόμη της Dillinger Hoettenwerke . Κλείνοντας οριστικά την εγκατάστασή τους, διακόπτοντας κάθε δραστηριότητα στις αρχές του 1985 και πωλώντας το υλικό σε εταιρία που δεν είχε καμία δραστηριότητα βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, οι προσφεύγοντες πληρούσαν τις προϋποθέσεις του άρθρου 15, παράγραφος 1, της πιο πάνω αποφάσεως .
17 Η Επιτροπή φρονεί ότι, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 4,, δεν ενδιαφέρει αν ο αγοραστής των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς τις χρησιμοποιεί ή δεν τις χρησιμοποιεί για παραγωγή υποκείμενη σε ποσόστωση . Αντιθέτως, η εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, προϋποθέτει ότι η επιχείρηση είτε έχει οριστικά κλείσει μια εγκατάσταση είτε την έχει πωλήσει ή μεταφέρει σε τρίτη χώρα είτε έχει εκτελέσει σχέδιο αναδιαρθρώσεως, το οποίο έχει εγκριθεί από την Επιτροπή . Καμία από τις περιπτώσεις αυτές δεν συντρέχει εν προκειμένω .
18 Πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 15, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, αφορά δύο διακεκριμένες περιπτώσεις αφενός, το οριστικό κλείσιμο μιας εγκαταστάσεως, αφετέρου δε, την πώληση και μεταφορά της εγκαταστάσεως σε τρίτη χώρα . Στις δύο αυτές περιπτώσεις μπορεί η Επιτροπή να επιτρέψει, κατόπιν προηγουμένης αιτήσεως των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, ανταλλαγές, πωλήσεις ή παραχωρήσεις του συνόλου ή μέρους των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς . Αντιθέτως, η πώληση και μεταφορά μιας εγκαταστάσεως στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15, παράγραφος 1, της αποφάσεως 234/84 .
19 Η τελευταία αυτή περίπτωση εμπίπτει, αντιθέτως, στο άρθρο 9, παράγραφος 4, της αποφάσεως αυτής . Κατά την παράγραφο 5 των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως 2177/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1983 ( ΕΕ L 208, σ . 1 ), που εισήγαγε το άρθρο 9, παράγραφοι 3, δεύτερο εδάφιο, και 4, στο καθεστώς ποσοστώσεων, ο σκοπός των διατάξεων αυτών είναι "να αποφευχθεί κάθε αύξηση των μεγεθών αναφοράς προς όφελος της αγοράς ". Η πραγματοποίηση του σκοπού αυτού δεν κινδυνεύει όταν ο αγοραστής μιας εγκαταστάσεως δεν τη χρησιμοποιεί καθόλου ή προβαίνει στην άμεση κατεδάφισή της, χρησιμοποιώντας συγχρόνως τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς που συνάπτονται μ' αυτή για να αυξήσει τη συνολική του παραγωγή επί άλλων εγκασταστάσεων που του ανήκουν .
20 Το γεγονός ότι η Dorninger και ακόμη η Sacilor ουδέποτε παρήγαγαν επί αυτής της εγκαταστάσεως είναι, συνεπώς, αδιάφορο για την εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 4, στην προκειμένη περίπτωση . 'Αρα, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί .
21 Για τους πιο πάνω λόγους πρέπει να απορριφθεί το πρώτο αίτημα .
Επί του αιτήματος περί δικαίας κατανομής της ζημίας
22 Καθόσον αφορά το αίτημα περί δικαίας κατανομής της ζημίας που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η προσφυγή στηρίζεται στο λόγο ότι η Επιτροπή προξένησε ζημία στους προσφεύγοντες εμποδίζοντάς τους να ρευστοποιήσουν μέρος του ενεργητικού τους .
23 Εφόσον από την έρευνα δεν προέκυψε καμία παρανομία της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να απορριφθεί και αυτό το αίτημα .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
24 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Εφόσον απερρίφθησαν τα αιτήματα των προσφευγόντων, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον, περιλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας επί των ασφαλιστικών μέτρων 48/86 R κατά το μέρος που αφορά την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 1986 .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την προσφυγή .
2 ) Καταδικάζει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον, περιλαμβανομένων και των εξόδων της διαδικασίας επί των ασφαλιστικών μέτρων 48/86 R κατά το μέρος που αφορά την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 1986 .
Full & Egal Universal Law Academy