Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1 . Υπάλληλοι - Προσφυγή - Αντικείμενο - Μεταρρύθμιση αποφάσεως επιβάλλουσας πειθαρχική ποινή - Απαράδεκτο
( Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, άρθρα 90 και 91 )
2 . Υπάλληλοι - Πειθαρχικές διατάξεις - Διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου - Προθεσμίες του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ - Μη τήρηση - Μη ανατρεπτικές προθεσμίες
( Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων, παράρτημα ΙΧ, άρθρο 7 )
3 . Υπάλληλοι - Πειθαρχικές διατάξεις - Ποινή - Δικαιολόγηση - 'Ελλειψη εντιμότητας και ακεραιότητας χαρακτήρα έναντι της διοικήσεως - Ηθελημένη μη συμμόρφωση προς δικαστικές αποφάσεις - Επιβαρυντική περίσταση
Περίληψη
1 . Δεδομένου ότι, εφόσον έχουν αποδειχθεί οι πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε ο υπάλληλος, η επιλογή της ενδεδειγμένης ποινής εμπίπτει στη δικαιοδοσία της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής, η υπό του τιμωρηθέντος υπαλλήλου ενώπιον του Δικαστηρίου ασκηθείσα προσφυγή πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη κατά το μέτρο που αφορά τη μεταρρύθμιση της επιβαλούσας την ποινή αποφάσεως .
2 . Οι προθεσμίες του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ και ιδίως αυτή εντός της οποίας το πειθαρχικό συμβούλιο οφείλει να εκδώσει τη γνώμη του δεν είναι ανατρεπτικές, αλλ' αποτελούν κανόνες χρηστής διοικήσεως, η μη τήρηση των οποίων, καίτοι μπορεί να συνεπάγεται την ευθύνη του οργάνου για τη ζημία που έχει ενδεχομένως προκληθεί στους ενδιαφερομένους, δεν μπορεί να επηρεάσει το κύρος της επιβαλούσας την πειθαρχική ποινή αποφάσεως .
3 . Καίτοι οι πράξεις της ιδιωτικής ζωής δεν μπορούν, κατά γενικό κανόνα, να δικαιολογήσουν πειθαρχικές ποινές, η ηθελημένη μη συμμόρφωση προς διάφορες δικαστικές αποφάσεις αποτελεί γεγονός ικανό να σπιλώσει την αξιοπρέπεια που αρμόζει στο λειτούργημα του δημόσιου υπαλλήλου και μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ως επιβαρυντική ως προς τη συμπεριφορά περίστασης ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις ακεραιότητας χαρακτήρα και εντιμότητας έναντι της διοικήσεως που έχει κάθε υπάλληλος, πράγμα που, άλλωστε, προσάπτεται, στον προσφεύγοντα .
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 175 και 209/86,
Μ ., πρώην υπάλληλος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τον F . Entringer, δικηγόρο Λουξεμβούργου, τον οποίο διόρισε και αντίκλητο στο Λουξεμβούργο, 2, rue du Palais de Justice,
προσφεύγων,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου και επικουρούμενου από τον M . Grossmann, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J . Kaeser, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
που έχουν ως αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης 528/86 του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1986, περί παύσεως του προσφεύγοντος κατ' εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
συγκείμενο από τους O . Due, πρόεδρο τμήματος, Κ . Bahlmann και T . F . O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : G . F . Mancini
γραμματέας : H . A . Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και ύστερα από την προφορική διαδικασία της 24ης Σεπτεμβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Ιουλίου και 5 Αυγούστου 1986, ο Μ . ( εφεξής : ο προσφεύγων ), πρώην υπάλληλος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε δύο προσφυγές με τις οποίες ζητεί την ακύρωση, άλλως τη μεταρρύθμιση, της απόφασης του γενικού γραμματέα του Συμβουλίου, που εκδόθηκε στις 13 Ιουνίου 1986, κατόπιν πειθαρχικής διαδικασίας και με την οποία του επιβλήθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, στοιχείο στ ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, η ποινή της παύσεως .
2 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο προσφεύγων, με δύο υπεύθυνες δηλώσεις που έκανε κατά την ανάληψη των καθηκόντων του την 1η Ιουλίου 1982 και επανέλαβε στις ετήσιες δηλώσεις του 1983 και 1984, βεβαίωσε ότι ήταν έγγαμος, ότι είχε δύο συντηρούμενα τέκνα και ότι η σύζυγός του δεν εισέπραττε οικογενειακά επιδόματα . Βάσει ακριβώς των δηλώσεων αυτών, το Συμβούλιο του κατέβαλλε, μέχρι τον Ιούνιο του 1985, τις σχετικές αποζημιώσεις, τα οικογενειακά επιδόματα και τα ετήσια έξοδα ταξιδιού, ενώ, στην πραγματικότητα, είχε εκδοθεί απόφαση περί διαζυγίου στις 14 Νοεμβρίου του 1981 . Στις 8 Ιουλίου 1982, ανατέθηκε στην πρώην σύζυγό του η άσκηση της γονικής μέριμνας των δύο τέκνων του, για τα οποία ο προσφεύγων υποχρεώθηκε να καταβάλλει διατροφή, οι δε ολλανδικές αρχές κατέβαλλαν στην πρώην σύζυγό του οικογενειακά επιδόματα για τα εν λόγω τέκνα μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1982 και εκ νέου, από 1ης Ιουλίου 1984, για το ένα εξ αυτών .
3 Εξάλλου, κατόπιν πέντε ερήμην αποφάσεων ο προσφεύγων υποχρεώθηκε στην πληρωμή χρεών περίπου 1 350 000 ΒFR στο πλαίσιο της εκτέλεσης των αποφάσεων αυτών υποβλήθηκαν στη διοίκηση του Συμβουλίου σχετικές αιτήσεις .
4 Στις 28 Οκτωβρίου 1985, ο γενικός γραμματέας του Συμβουλίου, υπό την ιδιότητά του ως αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής ( ΑΔΑ ), απέστειλε στον προσφεύγοντα έγγραφο στο οποίο εκτίθενταν οι πράξεις για τις οποίες είχε κατηγορηθεί . 'Υστερα από ακρόαση του ενδιαφερομένου, η ΑΔΑ παρέπεμψε την υπόθεση, σύμφωνα με το άρθρο 87, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, στο πειθαρχικό συμβούλιο .
5 Με την από 16 Μαΐου 1986 γνώμη του, το πειθαρχικό συμβούλιο έκρινε ότι οι ψευδείς δηλώσεις του προσφεύγοντος συνιστούσαν παράβαση του σχετικού με την ακεραιότητα του χαρακτήρα καθήκοντός του, για την οποία η ενδεδειγμένη ποινή θα ήταν ο υποβιβασμός προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα επανορθώσεως .
6 Με την επίδικη απόφαση της 13ης Ιουνίου 1986, η ΑΔΑ, ύστερα από νέα ακρόαση του προσφεύγοντος, έκρινε ότι η ποινή που είχε προταθεί από το πειθαρχικό συμβούλιο ήταν δυσανάλογα μικρή προς τη σοβαρότητα των πράξεων για τις οποίες είχε κατηγορηθεί ο προσφεύγων και, κατά συνέπεια, αποφάσισε την παύση του .
7 Ο προσφεύγων προσέβαλε την απόφαση αυτή επικαλούμενος διαδικαστικής φύσεως πλημμέλειες, ανεπαρκή αιτιολογία και προφανή πλάνη . Το Συμβούλιο αντέτεινε ότι οι προσφυγές είναι όχι μόνο αβάσιμες αλλά και απαράδεκτες, η πρώτη κατά το μέτρο που με αυτή διώκεται η μεταρρύθμιση της απόφασης και η δεύτερη κατά το μέτρο που το αντικείμενό της δεν διαφέρει από το της πρώτης .
8 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, η σχετική κοινοτική κανονιστική ρύθμιση, η ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία και οι λόγοι και επιχειρήματα των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Επί του παραδεκτού
9 'Οσον αφορά την ένσταση απαραδέκτου που προτάθηκε κατά της πρώτης προσφυγής ( 175/86 ), πρέπει να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, ιδίως με τις αποφάσεις του της 30ής Μαΐου 1973 ( De Greef κατά Επιτροπής, 46/72, Rec . σ . 543 ) και της 29ης Ιανουαρίου 1985 ( F . κατά Επιτροπής, 228/83, Συλλογή σ . 275 ), ότι η επιλογή της ενδεδειγμένης ποινής εμπίπτει στη δικαιοδοσία της ΑΔΑ, εφόσον έχουν αποδειχθεί οι πράξεις για τις οποίες κατηγορήθηκε ο υπάλληλος . Επομένως, η προσφυγή 175/86 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέτρο που ο προσφεύγων ζητεί τη μεταρρύθμιση της επίδικης απόφασης .
10 'Οσον αφορά τη δεύτερη προσφυγή ( 209/86 ), επιβάλλεται η επισήμανση ότι αυτή ερείδεται κατ' ουσίαν στο από 4 Ιουνίου 1986 εμπιστευτικής φύσεως έγγραφο της ΑΔΑ προς τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, στο οποίο η απόφαση περί επιβολής βαρύτερης ποινής αιτιολογούνταν διαφορετικά απ' ό,τι στην επίδικη απόφαση της 13ης Ιουνίου 1986 . Ο προσφεύγων, αφού έλαβε γνώση αυτού του εγγράφου, θεώρησε ότι μπορούσε να αντλήσει επιχείρημα προς στήριξη των λόγων ακυρώσεως που είχε ήδη προβάλει με την πρώτη του προσφυγή . Υπό τις συνθήκες αυτές, η δεύτερη προσφυγή, που κατατέθηκε εμπροθέσμως, πρέπει να θεωρηθεί παραδεκτή .
Επί της ουσίας
α ) 'Οσον αφορά την πειθαρχική διαδικασία
11 Πρώτον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι ο γενικός γραμματέας είχε ήδη λάβει θέση εναντίον του πριν παραπέμψει την υπόθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο . Αυτό προκύπτει από το προαναφερθέν έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου του 1985, στο οποίο υπάρχει η εξής εισαγωγική φράση :
"Πληροφορήθηκα ότι, αφότου αναλάβατε υπηρεσία, την 1η Ιουλίου του 1982, έχετε παραβεί σοβαρά και εκ προθέσεως τις υποχρεώσεις που υπέχετε από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως ."
'Ετσι, ο γενικός γραμματέας στέρησε από τον προσφεύγοντα το δικαίωμα να κριθεί από αμερόληπτο και ανεξάρτητο δικαιοδοτικό όργανο .
12 Σχετικά, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά το άρθρο 87 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η ΑΔΑ είναι υποχρεωμένη να ακούσει τον υπάλληλο πριν κινήσει την πειθαρχική διαδικασία . Ο κανόνας αυτός προϋποθέτει ότι πρέπει προηγουμένως να γνωστοποιηθούν στον υπάλληλο οι πράξεις για τις οποίες κατηγορείται . Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του παραρτήματος ΙΧ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η προσφυγή στο πειθαρχικό συμβούλιο γίνεται με αναφορά της ΑΔΑ στην οποία σημειώνονται με σαφήνεια τα προσαπτόμενα και, εφόσον συντρέχει λόγος, οι συνθήκες υπό τις οποίες έχουν συντελεστεί . Στις ανακοινώσεις αυτές, η ΑΔΑ πρέπει κατ' ανάγκη να βασίζεται σε προσωρινή εκτίμηση της συμπεριφοράς του υπαλλήλου και δεν πρέπει, σε καμιά περίπτωση, να αποκρύπτει το σοβαρό και εσκεμμένο χαρακτήρα των πράξεων που απορρέει, ενδεχομένως, από την εκτίμηση αυτή . Στην προκείμενη περίπτωση, στο έγγραφο της 28ης Οκτωβρίου 1985, ο γενικός γραμματέας υπογράμμισε τον προσωρινό χαρακτήρα της εκτίμησης με τις λέξεις "πληροφορήθηκα ότι ...". Επομένως, η πρώτη αυτή αιτίαση του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθεί .
13 Δεύτερον, ο προσφεύγων προσάπτει στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου ότι τον κάλεσε να υπερασπίσει εαυτόν εντός 15 ημερών από της λήψεως της αναφοράς της ΑΔΑ, ενώ το άρθρο 4, παράγραφος 1, του παραρτήματος ΙΧ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως του παρέχει προθεσμία τουλάχιστον 15 ημερών .
14 Η αιτίαση αυτή είναι προφανώς αβάσιμη . Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου όχι μόνο παρέσχε στον ενδιαφερόμενο την προβλεπόμενη στην προαναφερθείσα διάταξη προθεσμία, αλλά ο τελευταίος είχε όντως στη διάθεσή του πολύ μεγαλύτερη προθεσμία, ο δε πρόεδρος του εν λόγω συμβουλίου επανειλημμένα του υπέμνησε το δικαίωμά του να υπερασπίσει εαυτόν .
15 Τρίτον, ο προσφεύγων επικαλείται το γεγονός ότι δεν τηρήθηκε η προθεσμία του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ, κατά το οποίο το πειθαρχικό συμβούλιο εκδίδει τη γνώμη του εντός προθεσμίας ενός μηνός από την ημέρα κατά την οποία επελήφθη της υποθέσεως .
16 Σχετικά με το λόγο αυτό, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι προθεσμίες του άρθρου 7 του παραρτήματος ΙΧ δεν είναι ανατρεπτικές, αλλ' αποτελούν κανόνες χρηστής διοικήσεως, η μη τήρηση των οποίων μπορεί να συνεπάγεται την ευθύνη του οργάνου για τη ζημία που έχει ενδεχομένως προκληθεί στους ενδιαφερομένους ( βλέπε τις αποφάσεις της 4ης Φεβρουαρίου 1970, Van Eick κατά Επιτροπής, 13/69, Rec . σ . 3, και την προαναφερθείσα απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1980, F . κατά Επιτροπής ). Δεδομένου ότι η υπέρβαση της προθεσμίας του ενός μήνα ουδόλως επηρέασε το κύρος της επίδικης απόφασης, η τρίτη αυτή αιτίαση πρέπει να απορριφθεί και, ως εκ τούτου, ολόκληρος ο λόγος ακυρώσεως που αφορά τη διαδικασία .
β ) 'Οσον αφορά την αιτιολογία
17 Ο προσφεύγων προσάπτει στην ΑΔΑ ότι αιτιολόγησε ανεπαρκώς τη βαρύτερη, σε σχέση με αυτή που είχε προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο, ποινή της προσάπτει επίσης το γεγονός ότι, με το προαναφερθέν έγγραφο της 4ης Ιουνίου 1986 προς τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, αιτιολόγησε την επιβολή βαρύτερης ποινής στηριχθείσα σε γεγονός το οποίο ούτε αναφέρεται στην επίδικη απόφαση ούτε αποτέλεσε το αντικείμενο της πειθαρχικής διαδικασίας, δηλαδή το γεγονός "της προσπάθειας αποφυγής συμμετοχής στην πειθαρχική διαδικασία διά της χρησιμοποιήσεως διαδικαστικής φύσεως μέσων ".
18 Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι, στην επίδικη απόφαση, η ΑΔΑ αιτιολόγησε την επιβολή βαρύτερης ποινής προβάλλοντας :
- τις ψευδείς δηλώσεις από τις οποίες αποδεικνύεται η σταθερή πρόθεση του προσφεύγοντος προσβολής του δεσμού εντιμότητας και εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ υπαλλήλων και δημόσιας υπηρεσίας και από τις οποίες καταφαίνεται το μη ακέραιο του χαρακτήρα του
- τις εκ μέρους του προσφεύγοντος παραβάσεις των ιδιωτικής φύσεως υποχρεώσεών του, οι οποίες απορρέουν από δικαστικές αποφάσεις, πράγμα που αποδεικνύει την καταφανή περιφρόνησή του προς τις δικαστικές αρχές της χώρας όπου υπηρετεί και θίγει ιδιαίτερα την αξιοπρέπεια που αρμόζει στο λειτούργημά του
- το γεγονός ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η ανόρθωση που επικαλείται το πειθαρχικό συμβούλιο καθίσταται θεωρητικής φύσεως
- την έλλειψη κάθε ελαφρυντικής περιστάσεως .
'Οσον αφορά, άλλωστε, το τελευταίο αυτό ζήτημα, η ΑΔΑ έχει υπογραμμίσει, και στην επίδικη απόφασή της, ότι ο προσφεύγων, αντί να δικαιολογηθεί επί της ουσίας, οχυρώθηκε πίσω από ισχυρισμούς σχετικά με πολλές διαδικαστικής φύσεως πλημμέλειες στις οποίες, κατ' αυτόν, υπέπεσε η ΑΔΑ και το πειθαρχικό συμβούλιο .
19 Πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ΑΔΑ, με την επίδικη απόφαση, αιτιολόγησε την επιβολή βαρύτερης πειθαρχικής ποινής κατά τρόπο που κατέστησε δυνατό στον προσφεύγοντα να λάβει γνώση των ουσιωδών στοιχείων που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφασή της και στο Δικαστήριο να ελέγξει τη νομιμότητα αυτής της απόφασης . Πρέπει να προστεθεί ότι από το προαναφερθέν έγγραφο της 4ης Ιουνίου 1986 ουδόλως προκύπτει η συνδρομή άλλων λόγων που να επηρεάζουν την απόφαση, καίτοι δεν μνημονεύονται στην αιτιολογία της τελευταίας . Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι ο στρεφόμενος κατά της αιτιολογίας της αποφάσεως λόγος πρέπει να απορριφθεί .
γ ) 'Οσον αφορά την ύπαρξη προφανούς πλάνης
20 Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η επίδικη απόφαση είναι προφανώς πεπλανημένη όσον αφορά τόσο την εικαζόμενη κακή πίστη όσο και τη φερόμενη δόλια προαίρεση . Δεδομένου ότι, κατά το ολλανδικό δικονομικό σύστημα, οι αποφάσεις διαζυγίου και περί γονικής μέριμνας των τέκνων δεν επιδίδονται προσωπικώς στους ενδιαφερομένους ούτε αποστέλλονται στην κατοικία τους, ο προσφεύγων ουδέποτε έλαβε γνώση των εν λόγω αποφάσεων, η δε σύζυγός του εισέπραττε τα ολλανδικά οικογενειακά επιδόματα εν αγνοία του . Εξάλλου, λόγω του ότι είχε υποχρεωθεί με δικαστικές αποφάσεις να συνεισφέρει στα έξοδα διατροφής των τέκνων και το ένα εξ αυτών διέμεινε μαζί του για μεγάλο διάστημα κατά την κρίσιμη περίοδο, δικαιούνταν τις ίδιες σχεδόν αποζημιώσεις και επιδόματα με αυτές που είχε καταβάλει το Συμβούλιο βάσει των αντικειμενικώς ανακριβών δηλώσεων, πράγμα που απέκλειε δόλια προαίρεση .
21 Χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αποφανθεί το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία των εξηγήσεων σχετικά με την εκ μέρους του προσφεύγοντος άγνοια των προσαπτόμενων πράξεων, ενώ ο ίδιος έχει νομική κατάρτιση και επικουρήθηκε από δικηγόρο ενώπιον των ολλανδικών δικαστηρίων, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι ο προσφεύγων, ο οποίος γνώριζε ότι η σύζυγός του είχε ασκήσει κατ' αυτού αγωγή διαζυγίου, όφειλε να ενημερωθεί σχετικά με το στάδιο στο οποίο βρισκόταν η σχετική διαδικασία πριν κάνει τις επίδικες δηλώσεις . γνώριζε ότι οι δηλώσεις αυτές επρόκειτο να αποτελέσουν τη βάση για την καταβολή των διαφόρων αποζημιώσεων και επιδομάτων και, έστω και αν, σε τελευταία ανάλυση, η χρηματοοικονομική ζημία που υπέστη το Συμβούλιο είναι σχετικά περιορισμένη, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επρόκειτο για ψευδείς δηλώσεις αντίθετες προς το δεσμό εντιμότητας και εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις σχέσεις μεταξύ διοίκησης και υπαλλήλων και ασυμβίβαστες προς την απαιτούμενη από κάθε υπάλληλο ακεραιότητα του χαρακτήρα .
22 'Οσον αφορά τα ιδιωτικής φύσεως χρέη, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι είναι δικαίωμα κάθε οφειλέτη να αφήσει να δικαστεί ερήμην και ότι η μη εξόφληση των χρεών αυτών εμπίπτει στη σφαίρα της ιδιωτικής του ζωής, πράγμα που δεν μπορεί, καθαυτό, να δικαιολογήσει τη λήψη πειθαρχικών μέτρων . Προς επίρρωση αυτής της απόψεως, ο προσφεύγων επικαλείται το γεγονός ότι σε προγενέστερη πρόταση του ιεραρχικώς προϊσταμένου του για την επιβολή επ' αυτού πειθαρχικής ποινής λόγω μη εξοφλήσεως χρεών δεν δόθηκε συνέχεια από την ΑΔΑ .
23 Καίτοι είναι αληθές ότι οι πράξεις της ιδιωτικής ζωής δεν μπορούν, κατά γενικό κανόνα, να δικαιολογήσουν πειθαρχικές ποινές, πρέπει εντούτοις να γίνει δεκτό ότι η ηθελημένη μη συμμόρφωση προς δικαστικές αποφάσεις για την καταβολή σημαντικότατου συνολικώς ποσού αποτελεί γεγονός ικανό να σπιλώσει την αξιοπρέπεια που αρμόζει στο λειτούργημα του δημόσιου υπαλλήλου . Επομένως, η συμπεριφορά αυτή μπορούσε, στην προκείμενη περίπτωση, να θεωρηθεί ως συνιστώσα επιβαρυντική περίσταση .
24 Από τις προηγούμενες σκέψεις απορρέει ότι, από τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος, δεν προέκυψε προφανής πλάνη της ΑΔΑ και ότι, ως εκ τούτου, ο τελευταίος λόγος πρέπει, επίσης, να απορριφθεί .
25 Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Σύμφωνα όμως με το άρθρο 70 του εν λόγω κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών υπαλλήλων των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
αποφασίζει :
1 ) Απορρίπτει την προσφυγή .
2 ) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα, περιλαμβανομένων και αυτών που αφορούν τη δίκη επί των ασφαλιστικών μέτρων .
Full & Egal Universal Law Academy