Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Ισότητα μεταχειρίσεως - Εκπαίδευση στις επαγγελματικές σχολές - 'Εννοια - Πανεπιστημιακή εκπαίδευση - Εξαιρείται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 128 - Κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7, παράγραφος 3)
2. Συνθήκη ΕΟΚ - Καθ' ύλη πεδίο εφαρμογής - Υποτροφία που χορηγείται στους σπουδαστές για τα έξοδα διατροφής και εκπαιδεύσεώς τους - Δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της Συνθήκης - 'Ορια - 'Εξοδα για την πρόσβαση στην εκπαίδευση
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 7 και 128)
3. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενος - 'Εννοια - Επαγγελματική δραστηριότητα περιορισμένης διάρκειας που ασκείται ενόψει πανεπιστημιακών σπουδών στον ίδιο τομέα - Περιλαμβάνεται - Κοινωνικά πλεονεκτήματα - Ορισμένη διάρκεια της επαγγελματικής δραστηριότητας ως προϋπόθεση χορηγήσεως - Δεν επιτρέπεται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 48 - Κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7, παράγραφος 2)
4. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Ισότητα μεταχειρίσεως - Κοινωνικά πλεονεκτήματα - 'Εννοια - Υποτροφία για την κάλυψη των εξόδων διατροφής και εκπαιδεύσεως που χορηγείται ενόψει της πραγματοποιήσεως πανεπιστημιακών σπουδών για την απόκτηση επαγγελματικών προσόντων - Περιλαμβάνεται - 'Ορια
(Κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 7, παράγραφος 2)
5. Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Δικαίωμα προσβάσεως των τέκνων των εργαζομένων στην εκπαίδευση που παρέχεται στο κράτος υποδοχής - Τέκνο που γεννήθηκε όταν οι γονείς του δεν διέμεναν πλέον στο κράτος υποδοχής - Εξαιρείται
(Κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 12)
Περίληψη
1. Οι πανεπιστημιακές σπουδές οι οποίες προετοιμάζουν το σπουδαστή για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή του παρέχουν την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχολήσεως αποτελούν επαγγελματική εκπαίδευση. Τα πανεπιστήμια δεν πρέπει πάντως να θεωρούνται ως "επαγγελματικές σχολές" κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας. Πράγματι, η έννοια της επαγγελματικής σχολής που χρησιμοποιείται στη διάταξη αυτή δεν καλύπτει όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα στα οποία παρέχεται και επαγγελματική εκπαίδευση. Η έννοια αυτή αφορά μόνο τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρέχουν εκπαίδευση μόνον η οποία είτε παρεμβάλλεται στην επαγγελματική δραστηριότητα είτε έχει άμεση σχέση μ' αυτή, όπως π.χ. κατά τη διάρκεια της περιόδου μαθητείας. Αυτό δεν συμβαίνει με τα πανεπιστήμια.
2. Μολονότι οι όροι προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση, στην οποία περιλαμβάνονται γενικά και οι πανεπιστημιακές σπουδές, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης σε σχέση με το άρθρο 7, εντούτοις στο πεδίο αυτό δεν εμπίπτουν, κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, οι υποτροφίες που χορηγούν τα κράτη μέλη στους υπηκόους τους για τις σπουδές αυτές, εκτός αν σκοπός της υποτροφίας αυτής είναι η κάλυψη των τελών εγγραφής ή άλλων τελών, π.χ. των διδάκτρων, τα οποία απαιτούνται για να υπάρξει η δυνατότητα προσβάσεως στην εκπαίδευση.
3. Η έννοια του εργαζομένου κατά το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και τον κανονισμό 1612/68 έχει κοινοτικό περιεχόμενο. Ως εργαζόμενος πρέπει να θεωρείται οποιοσδήποτε ασκεί πραγματικές και γνήσιες δραστηριότητες, ενώ αποκλείονται οι δραστηριότητες που είναι τόσο περιορισμένες, ώστε εμφανίζονται ως καθαρά περιθωριακές και επουσιώδεις. Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς ένα άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή. Το κοινοτικό δίκαιο δεν θέτει πρόσθετους όρους προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα άτομο ως εργαζόμενος. Κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν μονομερώς ως προϋπόθεση της χορηγήσεως των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου εργασίας.
Πρέπει να θεωρηθεί ως εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος συνάπτει σχέση εργασίας στο κράτος υποδοχής για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών με σκοπό να αρχίσει στη συνέχεια πανεπιστημιακές σπουδές στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο και ο οποίος δεν θα είχε προσληφθεί από τον εργοδότη του, αν δεν είχε ήδη γίνει δεκτός στο πανεπιστήμιο.
4. Η υποτροφία που χορηγείται για την κάλυψη των εξόδων διατροφής και εκπαιδεύσεως, προκειμένου να πραγματοποιηθούν πανεπιστημιακές σπουδές που οδηγούν στην απόκτηση τυπικών προσόντων για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος, αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα, το οποίο μπορεί να αξιώσει, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους που αρχίζει να σπουδάζει στο κράτος υποδοχής, αφού έχει ασκήσει στο κράτος αυτό επαγγελματικές δραστηριότητες, εφόσον το αντικείμενο των σπουδών αυτών έχει σχέση με την προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα.
Από τα ανωτέρω όμως δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο υπήκοος κράτους μέλους δικαιούται υποτροφία σπουδών λόγω της ιδιότητάς του ως εργαζομένου, εφόσον είναι αποδεδειγμένο ότι απέκτησε την ιδιότητα αυτή ως συνέπεια και μόνο του ότι είχε γίνει δεκτός στο πανεπιστήμιο για να αρχίσει τις εν λόγω σπουδές. Πράγματι, η σχέση εργασίας, από την οποία και μόνο μπορούν να γεννηθούν τα δικαιώματα που απονέμει ο κανονισμός 1612/68, δεν είναι στην περίπτωση αυτή παρά μόνο δευτερεύον στοιχείο σε σχέση με τις σπουδές που θα χρηματοδοτούσε η υποτροφία.
5. Το άρθρο 12 του κανονισμού 1612/68 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει δικαιώματα προσβάσεως στην εκπαίδευση μόνο στα τέκνα που έχουν ζήσει με τους γονείς τους ή με τον έναν από αυτούς σε ένα κράτος μέλος, ενόσω ένας τουλάχιστον από τους γονείς του διέμενε στο εν λόγω κράτος ως εργαζόμενος. Επομένως, δεν παρέχει δικαιώματα στο τέκνο του εργαζομένου το οποίο γεννήθηκε αφού ο εργαζόμενος έπαυσε να εργάζεται και να διαμένει στο κράτος υποδοχής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 197/86,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Court of Session της Σκωτίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μεταξύ
Steven Malcolm Brown
και
Secretary of State for Scotland,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 7 και 128 της Συνθήκης ΕΟΚ καθώς και των άρθρων 7 και 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling, K. Bahlmann, Y. Galmot, Κ. Κακούρη, R. Joliet, T. F. O' Higgins και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- ο S. M. Brown, εκπροσωπούμενος από τον R. Mackay, QC, και το δικηγόρο M. G. Clarke,
- η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον Zuleeg,
- το Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τον L. Mikaelsen,
- το Ηνωμένο Βασίλειο, εκπροσωπούμενο από τους H. R. Purse και D. Donaldson, QC,
- η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον J. Currall,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 21ης Μαΐου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 27ης Ιουνίου 1986, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 31 Ιουλίου 1986, το Court of Session της Σκωτίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, πέντε προδικαστικά ερωτήματα, που αφορούν συγκεκριμένα την ερμηνεία του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ και των άρθρων 7 και 12 του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση της προσφυγής που άσκησε ο Brown, προσφεύγων της κύριας δίκης (στο εξής: προσφεύγων), κατά της αρνήσεως της Scottish Education Department (SED), διοικητικής μονάδας που εξαρτάται από τον Secretary of State for Scotland (Υπουργό Σκωτίας), καθού της κύριας δίκης, να του χορηγήσει σπουδαστικό επίδομα.
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο προσφεύγων έχει δύο ιθαγένειες, τη γαλλική και τη βρετανική. Ο προσφεύγων έζησε στη Γαλλία μέχρις ότου έλαβε το απολυτήριο μέσης εκπαιδεύσεως και στη συνέχεια μετέβη, στις αρχές του 1984, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Από τις 9 Ιανουαρίου μέχρι τις 14 Σεπτεμβρίου 1984 εργάστηκε σε εταιρία του Εδιμβούργου. Η εργασία αυτή χαρακτηρίζεται στην απόφαση παραπομπής ως "προπανεπιστημιακή επαγγελματική εκπαίδευση". Τον Οκτώβριο 1984 άρχισε να σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ με σκοπό να λάβει πτυχίο ηλεκτρολόγου-μηχανολόγου.
4 Η SΕD αρνήθηκε για διάφορους λόγους που βασίζονταν στο εθνικό δίκαιο να χορηγήσει στον προσφεύγοντα σπουδαστικό επίδομα που περιελάμβανε αφενός μια υποτροφία για τα έξοδα συντηρήσεώς του, το ύψος της οποίας είναι συνάρτηση του εισοδήματος των γονέων, και αφετέρου την απευθείας καταβολή των διδάκτρων από τη SΕD στο πανεπιστήμιο, ανεξάρτητα από τα εισοδήματα του σπουδαστή ή των γονέων του.
5 Ο προσφεύγων ομολόγησε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα βάσει των διατάξεων του εθνικού δικαίου. Εντούτοις όμως προσέφυγε στη δικαιοσύνη κατά της απορριπτικής αποφάσεως της SΕD, ισχυριζόμενος ότι δικαιούται το σπουδαστικό επίδομα δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, βάσει μιας από τις ακόλουθες τέσσερις διατάξεις: του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως ερμηνεύτηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985 (υπόθεση 293/83, Gravier, Συλλογή 1985, σ. 606), του άρθρου 7, παράγραφος 3, του άρθρου 7, παράγραφος 2, και του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68.
6 Επειδή και οι δύο διάδικοι ζήτησαν από το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα:
"1) Αποτελεί ο κύκλος σπουδών μηχανολογίας με πλήρη παρακολούθηση σε πανεπιστήμιο, ο οποίος οδηγεί στη χορήγηση πτυχίου χάρη στο οποίο ο πτυχιούχος πληροί τις από άποψη σπουδών προϋποθέσεις για να γίνει μέλος του επαγγελματικού συλλόγου των ηλεκτρολόγων-μηχανολόγων, πράγμα το οποίο στη συνέχεια του δίνει τη δυνατότητα, μετά την απόκτηση επιπλέον επαγγελματικής πείρας, να εγγραφεί στα σχετικά μητρώα ως επαγγελματίας μηχανολόγος και να χρησιμοποιεί τον τίτλο του '' chartered engineer' ':
α) επαγγελματική εκπαίδευση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ, σε σχέση με το άρθρο 7 της Συνθήκης αυτής, όπως ερμηνεύτηκε στην υπόθεση 152/82, Forcheri κατά Βελγίου, και στην υπόθεση 293/83, Gravier κατά Δήμου Λιέγης,
ή/και
β) εκπαίδευση σε επαγγελματική σχολή, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 του Συμβουλίου;
2) Πρέπει στην έννοια της φοίτησης σε επαγγελματικές σχολές να δοθεί, σε σχέση με το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, όπως ερμηνεύτηκε στην υπόθεση 152/82, Forcheri κατά Βελγίου, και στην υπόθεση 293/83, Gravier κατά Δήμου Λιέγης, η ερμηνεία ότι περιλαμβάνει την καταβολή από κράτος μέλος, βάσει διατάξεων της εθνικής του νομοθεσίας, προς όσους ή για λογαριασμό όσων φοιτούν σε επαγγελματικές σχολές: α) των διδάκτρων τους ή/και β) των εξόδων διατροφής τους;
3) Πρέπει ο υπήκοος κράτους μέλους που κατοικούσε σε αυτό το κράτος μέλος και εισέρχεται σε άλλο κράτος μέλος (' 'κράτος υποδοχής' ') να θεωρηθεί ως '' εργαζόμενος' ' κατά την έννοια του άρθρου 7 του κανονισμού 1612/68, εφόσον:
α) ο ενδιαφερόμενος εργάστηκε ως μισθωτός με πλήρες ωράριο που καλύπτεται από σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως ως εκπαιδευόμενος ηλεκτρολόγος για περίοδο οκτώ μηνών πριν εισέλθει στο πανεπιστήμιο,
β) πριν ο ενδιαφερόμενος εισέλθει στο κράτος υποδοχής, είχε ήδη κανονίσει ότι μετά το πέρας του οκταμήνου θα άρχιζε σπουδές μηχανολογίας με πλήρη παρακολούθηση σε πανεπιστήμιο του κράτους υποδοχής,
γ) δεν θα είχε προσληφθεί από τον εργοδότη του στη θέση που προσλήφθηκε, αν δεν είχε γίνει δεκτός στο πανεπιστήμιο
και
δ) άρχισε να εργάζεται για να αποκτήσει πείρα εργασίας στη βιομηχανία ηλεκτρικών μηχανών;
4) Αν ένας εργαζόμενος σταματήσει να απασχολείται ως μισθωτός προκειμένου να αρχίσει, και πράγματι αρχίζει, πανεπιστημιακές σπουδές ηλεκτρολογίας-μηχανολογίας, με την πρόθεση να γίνει μηχανολόγος και να ασκήσει το σχετικό επάγγελμα, δικαιούται, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, το επίδομα που καταβάλλεται, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, στους σπουδαστές για α) τα δίδακτρά τους ή/και β) τα έξοδα διατροφής τους;
5) Μπορεί το τέκνο υπηκόου κράτους μέλους το οποίο διαμένει στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (του '' κράτους υποδοχής' ') να απαιτήσει την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, όταν ο γονέας του, ο οποίος ούτε εργάζεται ούτε διαμένει πλέον στο κράτος υποδοχής, διέμενε ή εργάστηκε στο κράτος υποδοχής για τελευταία φορά πριν από τη γέννηση του τέκνου, η δε διαμονή του τέκνου στο κράτος υποδοχής δεν οφείλεται στην εργασία του γονέα του στο κράτος αυτό;"
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς το νομικό πλαίσιο και τα περιστατικά της υποθέσεως καθώς και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
Επί του πρώτου ερωτήματος
8 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου ερωτήματος το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν οι πανεπιστημιακές σπουδές που περιγράφονται στη Διάταξη παραπομπής αποτελούν επαγγελματική εκπαίδευση κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΟΚ.
9 Πρέπει να τονιστεί ευθύς εξαρχής ότι στο πλαίσιο του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ το Δικαστήριο οφείλει να παράσχει στο εθνικό δικαστήριο τα αναγκαία ερμηνευτικά κριτήρια για το χαρακτηρισμό των επίμαχων σπουδών.
10 Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985, οι σπουδές που προετοιμάζουν το σπουδαστή για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή του παρέχουν την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχολήσεως περιλαμβάνονται εννοιολογικώς στην επαγγελματική εκπαίδευση. Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988 στην υπόθεση 24/86 (Blaizot, Συλλογή 1988, σ. 379), οι πανεπιστημιακές σπουδές πληρούν γενικά αυτές τις προϋποθέσεις, εκτός από ορισμένους κύκλους ειδικών σπουδών, οι οποίοι, λόγω της ιδιάζουσας φύσης τους, απευθύνονται σε πρόσωπα τα οποία μάλλον επιθυμούν να εμβαθύνουν τις γενικές τους γνώσεις παρά να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα.
11 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν τα πανεπιστήμια που παρέχουν επαγγελματική εκπαίδευση μπορούν να θεωρηθούν ως επαγγελματικές σχολές κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68.
12 Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι, προκειμένου ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα να θεωρηθεί ως επαγγελματική σχολή κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, δεν αρκεί να παρέχει απλώς και επαγγελματική εκπαίδευση. Η έννοια της επαγγελματικής σχολής είναι στενότερη και αφορά μόνο τα εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρέχουν εκπαίδευση μόνο η οποία είτε παρεμβάλλεται στην επαγγελματική δραστηριότητα είτε έχει άμεση σχέση με αυτή, όπως π.χ. κατά τη διάρκεια της περιόδου μαθητείας. Αυτό δεν συμβαίνει με τα πανεπιστήμια.
13 Στο πρώτο επομένως ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση, πρώτον, ότι οι πανεπιστημιακές σπουδές οι οποίες προετοιμάζουν το σπουδαστή για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή του παρέχουν την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχολήσεως αποτελούν επαγγελματική εκπαίδευση και, δεύτερον, ότι τα πανεπιστήμια δεν πρέπει να θεωρούνται ως "επαγγελματικές σχολές" κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
14 Με το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ σε σχέση με το άρθρο 7 η καταβολή από κράτος μέλος για λογαριασμό των φοιτητών των πανεπιστημιακών διδάκτρων καθώς και υποτροφιών για τα έξοδα διατροφής τους.
15 Πρέπει ευθύς εξαρχής να υπενθυμιστεί ότι με την προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985 το Δικαστήριο έκρινε, πρώτον, ότι η άνιση μεταχείριση λόγω της ιθαγένειας πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά διάκριση που απαγορεύεται από το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης αυτής, και, δεύτερον, ότι οι όροι προσβάσεως στην επαγγελματική εκπαίδευση εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης.
Στην προαναφερθείσα απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988 το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι οι πανεπιστημιακές σπουδές πληρούν γενικά τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να θεωρηθούν ως τμήμα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως κατά την έννοια της Συνθήκης ΕΟΚ.
16 Αντίθετα, το Δικαστήριο δεν χρειάστηκε στις προαναφερθείσες αποφάσεις να αποφανθεί επί του ζητήματος αν ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους δικαιούται, όταν αρχίζει τέτοιες σπουδές, την κρατική υποτροφία που χορηγείται στους ημεδαπούς.
17 'Οπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985, η υποτροφία αυτή εμπίπτει, ως προϋπόθεση για την πρόσβαση στην επαγγελματική εκπαίδευση, στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ, μόνο εφόσον σκοπός της είναι η κάλυψη των τελών εγγραφής ή άλλων τελών, π.χ. των διδάκτρων, τα οποία απαιτούνται για να υπάρξει η δυνατότητα προσβάσεως στην εκπαίδευση, και ότι συνεπώς μόνο στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας που καθιερώνεται με το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
18 Υπό την επιφύλαξη αυτή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου η υποτροφία που χορηγείται στους σπουδαστές για την κάλυψη των εξόδων φοιτήσεως και διατροφής τους δεν εμπίπτει καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ σε σχέση με το άρθρο 7. Πράγματι, η υποτροφία αυτή ανάγεται αφενός στην εκπαιδευτική πολιτική, η οποία δεν ανήκει άνευ ετέρου στην αρμοδιότητα των κοινοτικών οργάνων (βλέπε απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1985, όπ.π.), και αφετέρου στην κοινωνική πολιτική, η οποία υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών μόνο εφόσον δεν διέπεται από ειδικές διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ (βλέπε απόφαση της 9ης Ιουλίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 281, 283, 284, 285 και 287/85, Γερμανία και λοιποί κατά Επιτροπής - μεταναστευτική πολιτική - Συλλογή 1987, σ. 3203).
19 Στο δεύτερο ερώτημα συνεπώς πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ σε σχέση με το άρθρο 7 εμπίπτει η καταβολή από τα κράτη μέλη για λογαριασμό των φοιτητών των πανεπιστημιακών διδάκτρων, αλλ' όχι η καταβολή των υποτροφιών με τις οποίες σκοπείται η κάλυψη των εξόδων διατροφής τους.
Επί του τρίτου ερωτήματος
20 Με το τρίτο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν πρέπει να θεωρηθεί ως εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος συνάπτει σχέση εργασίας στο κράτος υποδοχής για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών με σκοπό να αρχίσει στη συνέχεια πανεπιστημιακές σπουδές στο κράτος αυτό και στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο και ο οποίος δεν θα είχε προσληφθεί από τον εργοδότη του αν δεν είχε ήδη γίνει δεκτός από το πανεπιστήμιο.
21 Στο σημείο αυτό πρέπει καταρχάς να τονιστεί ότι η έννοια του εργαζομένου κατά το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και τον κανονισμό 1612/68 έχει κοινοτικό περιεχόμενο. 'Οπως όμως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, ως εργαζόμενος πρέπει να θεωρείται οποιοσδήποτε ασκεί πραγματικές και γνήσιες δραστηριότητες, ενώ αποκλείονται οι δραστηριότητες που είναι τόσο περιορισμένες, ώστε εμφανίζονται ως καθαρά περιθωριακές και επουσιώδεις (απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Μαρτίου 1982 στην υπόθεση 53/81, Levin, Συλλογή 1982, σ. 1035, και απόφαση της 3ης Ιουνίου 1986 στην υπόθεση 139/85, Kempf, Συλλογή 1986, σ. 1746). Το κύριο χαρακτηριστικό της σχέσεως εργασίας είναι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο παρέχει, κατά τη διάρκεια ορισμένου χρόνου, προς ένα άλλο πρόσωπο και υπό τη διεύθυνση αυτού του τελευταίου υπηρεσίες έναντι των οποίων λαμβάνει αμοιβή (απόφαση του Δικαστηρίου της 3ης Ιουλίου 1986 στην υπόθεση 66/85, Lawrie-Blum, Συλλογή 1986, σ. 2121).
22 Επιβάλλεται να διευκρινιστεί ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν θέτει πρόσθετους όρους προκειμένου να χαρακτηριστεί ένα άτομο ως εργαζόμενος και ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν μονομερώς ως προϋπόθεση της χορηγήσεως των κοινωνικών πλεονεκτημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 τη συμπλήρωση ορισμένου χρόνου εργασίας (βλέπε απόφαση της 6ης Ιουνίου 1985 στην υπόθεση 157/84, Frascogna, Συλλογή 1985, σ. 1744).
23 Κατά συνέπεια, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι πρέπει να θεωρηθεί ως εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος συνάπτει σχέση εργασίας στο κράτος υποδοχής για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών με σκοπό να αρχίσει στη συνέχεια πανεπιστημιακές σπουδές στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο και ο οποίος δεν θα είχε προσληφθεί από τον εργοδότη του, αν δεν είχε ήδη γίνει δεκτός από το πανεπιστήμιο.
Επί του τετάρτου ερωτήματος
24 Το πρώτο σκέλος του τέταρτου ερωτήματος, το οποίο αφορά τα δίδακτρα, δεν έχει πλέον αντικείμενο, κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο δεύτερο ερώτημα. Το δεύτερο σκέλος του τέταρτου ερωτήματος αφορά το ζήτημα αν ο εργαζόμενος ο οποίος τελεί υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις που εκθέτει το εθνικό δικαστήριο δικαιούται βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 το επίδομα που καταβάλλεται στους σπουδαστές για την κάλυψη των εξόδων διατροφής τους, όταν ο εργαζόμενος αυτός αρχίζει πανεπιστημιακές σπουδές στο κράτος υποδοχής.
25 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σημερινή του απόφαση στην υπόθεση 39/86 (Lair, Συλλογή 1988, σ. 3161), η υποτροφία που χορηγείται για την κάλυψη των εξόδων διατροφής και εκπαιδεύσεως, προκειμένου να πραγματοποιηθούν πανεπιστημιακές σπουδές που οδηγούν στην απόκτηση τυπικών προσόντων για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος, αποτελεί κοινωνικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68.
26 Στην ίδια απόφαση το Δικαστήριο έκρινε ότι ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους που αρχίζει στο κράτος υποδοχής, αφού έχει ασκήσει στο κράτος αυτό επαγγελματικές δραστηριότητες, πανεπιστημιακές σπουδές που οδηγούν στην απόκτηση επαγγελματικού διπλώματος πρέπει να θεωρηθεί ότι εξακολουθεί να έχει την ιδιότητα του εργαζομένου και επομένως μπορεί να ζητήσει την εφαρμογή των ευεργετικών διατάξεων του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι υπάρχει σχέση μεταξύ της προηγούμενης επαγγελματικής δραστηριότητας και των εν λόγω σπουδών.
27 Πρέπει πάντως να τονιστεί ότι η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι ο υπήκοος κράτος μέλους δικαιούται σε άλλο κράτος μέλος υποτροφία σπουδών λόγω της ιδιότητάς του ως εργαζομένου, εφόσον είναι αποδεδειγμένο ότι απέκτησε την ιδιότητα αυτή ως συνέπεια και μόνο του ότι είχε γίνει δεκτός στο πανεπιστήμιο για να αρχίσει τις εν λόγω σπουδές. Πράγματι, η σχέση εργασίας, από την οποία και μόνο μπορούν να γεννηθούν τα δικαιώματα που απονέμει ο κανονισμός 1612/68, δεν είναι στην περίπτωση αυτή παρά μόνο δευτερεύον στοιχείο σε σχέση με τις σπουδές που θα χρηματοδοτούσε η υποτροφία.
28 Στο τέταρτο επομένως ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο εργαζόμενος υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος συνάπτει σχέση εργασίας για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών με σκοπό να αρχίσει στη συνέχεια στο κράτος υποδοχής σπουδές στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο και ο οποίος δεν θα είχε προσληφθεί από τον εργοδότη του, αν δεν είχε ήδη γίνει δεκτός από το πανεπιστήμιο, δεν έχει το δικαίωμα, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, να λάβει για τις σπουδές του το επίδομα που καταβάλλεται στους φοιτητές που είναι υπήκοοι του κράτους υποδοχής και προορίζεται για την κάλυψη των εξόδων διατροφής τους.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
29 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο πέμπτο ερώτημα, πρέπει να αναφερθεί ότι ο προσφεύγων γεννήθηκε αφού οι γονείς του είχαν παύσει να εργάζονται και να διαμένουν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Επομένως στο κράτος αυτό δεν είχε ποτέ την ιδιότητα μέλους της οικογενείας εργαζομένου.
30 Από την πέμπτη αιτιολογική σκέψη όμως του κανονισμού 1612/68 προκύπτει ότι ο κανονισμός αυτός αποβλέπει στην καθιέρωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων κατόπιν κυρίως της καταργήσεως των εμποδίων στην κινητικότητα των εργαζομένων, ιδίως όσον αφορά το δικαίωμα του εργαζομένου να συνοδεύεται από την οικογένειά του και τις προϋποθέσεις ενσωματώσεως της οικογένειας αυτής στη χώρα υποδοχής. Κατά συνέπεια, το άρθρο 12 του κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει δικαιώματα μόνο στα τέκνα που έχουν ζήσει με τους γονείς τους ή με τον έναν από αυτούς σε ένα κράτος μέλος, ενόσω ένας τουλάχιστον από τους γονείς του διέμενε στο εν λόγω κράτος ως εργαζόμενος. Επομένως, δεν παρέχει δικαιώματα στο τέκνο του εργαζομένου το οποίο γεννήθηκε αφού ο εργαζόμενος έπαυσε να εργάζεται και να διαμένει στο κράτος υποδοχής.
31 Στο πέμπτο επομένως ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το τέκνο υπηκόου κράτους μέλους το οποίο κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους δεν μπορεί να απαιτήσει την εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, αν ο γονέας του, ο οποίος δεν διαμένει πλέον στο κράτος υποδοχής, διέμενε σ' αυτό ως εργαζόμενος για τελευταία φορά πριν από τη γέννηση του τέκνου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, το Βασίλειο της Δανίας και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 27ης Ιουνίου 1986 το Court of Session της Σκωτίας, αποφαίνεται:
1) - Οι πανεπιστημιακές σπουδές οι οποίες προετοιμάζουν το σπουδαστή για την απόκτηση τυπικού προσόντος για συγκεκριμένο επάγγελμα ή απασχόληση ή του παρέχουν την ιδιαίτερη ικανότητα για την άσκηση του εν λόγω επαγγέλματος ή της εν λόγω απασχολήσεως αποτελούν επαγγελματική εκπαίδευση.
- Τα πανεπιστήμια δεν πρέπει να θεωρούνται ως "επαγγελματικές σχολές" κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
2) Στο πεδίο εφαρμογής της Συνθήκης ΕΟΚ σε σχέση με το άρθρο 7 εμπίπτει η καταβολή από τα κράτη μέλη για λογαριασμό των φοιτητών των πανεπιστημιακών διδάκτρων, αλλ' όχι η καταβολή των υποτροφιών με τις οποίες σκοπείται η κάλυψη των εξόδων διατροφής τους.
3) Πρέπει να θεωρηθεί ως εργαζόμενος κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68 Ο υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος συνάπτει σχέση εργασίας στο κράτος υποδοχής για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών με σκοπό να αρχίσει στη συνέχεια πανεπιστημιακές σπουδές στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο και ο οποίος δεν θα είχε προσληφθεί από τον εργοδότη του, αν δεν είχε ήδη γίνει δεκτός στο πανεπιστήμιο.
4) Ο εργαζόμενος υπήκοος άλλου κράτους μέλους ο οποίος συνάπτει σχέση εργασίας για χρονικό διάστημα οκτώ μηνών με σκοπό να αρχίσει στη συνέχεια στο κράτος υποδοχής σπουδές στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο και ο οποίος δεν θα είχε προσληφθεί από τον εργοδότη του, αν δεν είχε ήδη γίνει δεκτός από το πανεπιστήμιο, δεν έχει το δικαίωμα, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 1612/68, να λάβει για τις σπουδές του το επίδομα που καταβάλλεται στους φοιτητές που είναι υπήκοοι του κράτους υποδοχής και προορίζεται για την κάλυψη των εξόδων διατροφής τους.
5) Το τέκνο υπηκόου κράτους μέλους το οποίο κατοικεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους δεν μπορεί να απαιτήσει την εφαρμογή του άρθρου 12 του κανονισμού 1612/68, αν ο γονέας του, ο οποίος δεν διαμένει πλέον στο κράτος υποδοχής, διέμενε σ' αυτό ως εργαζόμενος για τελευταία φορά πριν από τη γέννησή του.
Full & Egal Universal Law Academy