Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1 . Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Σχηματισμός τιμών - Εθνικά μέτρα - Ασυμβίβαστα με την κοινοτική ρύθμιση - Κριτήρια
2 . Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Χοίρειο κρέας - Βόειο κρέας - Σύστημα τιμών - Εθνική νομοθεσία καθηλώσεως των τιμών στο στάδιο της χονδρικής πωλήσεως - Δεν επιτρέπεται
( Κανονισμοί του Συμβουλίου 121/67 και 806/68 )
Περίληψη
1 . Τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να παρεμβαίνουν με εθνικές διατάξεις, που θεσπίζονται μονομερώς, στο μηχανισμό των τιμών που προκύπτει από την κοινή οργάνωση αγοράς, όπου κεντρική θέση κατέχει ένα ενιαίο σύστημα τιμών . Πάντως οι διατάξεις ενός κοινοτικού γεωργικού κανονισμού που περιέχουν σύστημα τιμών, το οποίο εφαρμόζεται στα στάδια της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου, αφήνουν άθικτη την εξουσία των κρατών μελών - υπό την επιφύλαξη άλλων διατάξεων της Συνθήκης - να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για το σχηματισμό των τιμών στα στάδια του λιανικού εμπορίου και της καταναλώσεως, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι δεν θέτουν σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς, ιδίως δε το σύστημα των τιμών .
2 . Οι κανονισμοί 121/67 και 805/68 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του χοιρείου και, αντιστοίχως, του βοείου κρέατος, πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι στερούν τα κράτη μέλη από κάθε αρμοδιότητα να θεσπίζουν ή να εξακολουθούν να εφαρμόζουν εθνικό σύστημα καθηλώσεως των τιμών στο στάδιο της χονδρικής πωλήσεως προϊόντων που εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση αγοράς, η οποία ιδρύθηκε με τους δύο προαναφερθέντες κανονισμούς . Το ίδιο ισχύει και όταν το οικείο εθνικό σύστημα περιορίζει χρονικά την εφαρμογή του ή όταν περιλαμβάνει ρήτρα αναθεωρήσεως με σκοπό την προσαρμογή των καθηλωμένων τιμών προς τις τιμές που έχουν καθοριστεί βάσει των κοινοτικών κανονισμών .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 216/86,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Corte suprema di cassazione προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία το εν λόγω Δικαστήριο ζήτησε, στο πλαίσιο διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιόν του μεταξύ
F . Antonini, με τόπο επιδόσεως, για την παρούσα δίκη, τη Ρώμη,
και
Prefetto di Milano,
την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των κοινοτικών διατάξεων περί κοινής οργανώσεως γεωργικών αγορών στον τομέα του χοιρείου και βοείου κρέατος, για να κριθεί αν συμβιβάζεται με τις διατάξεις αυτές ένα εθνικό σύστημα ανωτάτων τιμών χονδρικής πωλήσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τέταρτο τμήμα )
συγκείμενο από τους Κ . Κακούρη, πρόεδρο τμήματος, T . Koopmans και G . C . Rodriguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγελέας : M . Darmon
γραμματέας : S . Hackspiel, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν :
- ο F . Antonini, αναιρεσείων στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος από τον M . D' Ottavi, δικηγόρο Ρώμης, και από τον M . Rapio, δικηγόρο Μιλάνου,
- η κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τον Ferrari Bravo, επικεφαλής της υπηρεσίας διπλωματικών διαφορών, επικουρούμενο από τον O . Fiumara, νομικό σύμβουλο του κράτους,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από το νομικό της σύμβουλο A . Prozzillo,
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 18ης Μαρτίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 14ης Μαΐου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 1986, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 7 Αυγούστου του ιδίου έτους, το Corte suprema di cassazione υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού 121/67 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1967, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του χοιρείου κρέατος ( GU 1967, σ . 2283 ), και του κανονισμού 805/68 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/003, σ . 72 ).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε στο πλαίσιο προσφυγής που ασκήθηκε από τον Francesco Antonini, χονδρέμπορο κρέατος, κατά διατάξεως του νομάρχη Μιλάνου, η οποία του επέβαλε πρόστιμο λόγω παραβάσεως της ιταλικής νομοθεσίας περί καθηλώσεως των τιμών που είχε επιβληθεί τότε από το νομοθετικό διάταγμα 427 της 24ης Ιουλίου 1973 ( GU 189 της 24.7.1973 ), το οποίο κατέστη νόμος υπό τον αριθμό 496 της 4ης Αυγούστου 1973 ( GU 216 της 22.8.1973 ).
3 Ο νομάρχης Μιλάνου, επιληφθείς της διαφοράς, απέρριψε την προσφυγή με την αιτιολογία ότι η παράβαση της νομοθεσίας καθηλώσεως των τιμών είχε αποδειχθεί και ότι η νομοθεσία έπρεπε να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με τους κοινοτικούς κανονισμούς περί κοινής οργανώσεως αγοράς . Στην αίτησή του αναιρέσεως ο Antonini προέβαλε ότι η απόφαση του νομάρχη δεν ερεύνησε αν, όσον αφορά τις χονδρικές πωλήσεις κρέατος, υφίσταται κανονιστική εξουσία του εθνικού νομοθέτη, δεδομένου ότι οι τιμές του χοιρείου και βοείου κρέατος ρυθμίζονται με κοινοτικούς κανονισμούς .
4 Στη διάταξη παραπομπής το Corte di Cassazione παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, αποκλείεται οιαδήποτε παρέβαση των κρατών μελών κατά το σχηματισμό των τιμών χονδρικής πωλήσεως στους τομείς που καλύπτονται απο κοινή οργάνωση αγοράς, η οποία στηρίζεται σε κοινό σύστημα τιμών, ότι όμως, αντιθέτως, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να ρυθμίζουν τις τιμές πωλήσεως στο στάδιο του λιανικού εμπορίου, υπό τον όρο ότι τα σχετικά εθνικά μέτρα δεν θα μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς . Πάντως, το Corte di cassazione φρονεί ότι ορισμένες αποφάσεις του Δικαστηρίου, ιδίως οι αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1976 ( Tasca, υπόθεση 65/75, Racc . σ . 291, και SADAM, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 88 έως 90/75, Racc . σ . 323 ) αφήνουν μάλλον να διαφαίνεται ότι το πρόβλημα των σχέσεων μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών περί τιμών και των γεωργικών κανονισμών της Κοινότητας πρέπει πάντοτε να λύεται με γνώμονα το συμβιβαστό των οικείων διατάξεων . Πράγματι, οι δύο προαναφερθείσες αποφάσεις δείχνουν ότι το Δικαστήριο θέλησε να ξεπεράσει τη διάκριση μεταξύ χονδρικών και λιανικών τιμών, κρίνοντας ότι υφίσταται πρόβλημα "συμβιβαστού" μεταξύ κοινοτικών διατάξεων και εθνικών διατάξεων περί τιμών "ανεξαρτήτως του σχετικού εμπορικού σταδίου ".
5 Για να λύσει την ερμηνευτική αυτή δυσχέρεια που προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το εθνικό δικαστήριο ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα :
"Η ρύθμιση, η οποία θεσπίζεται από τους κοινοτικούς κανονισμούς 121/67 της 13ης Ιουνίου 1967 και 805/68 της 27ης Ιουνίου 1968, που αφορούν την κοινή οργάνωση αγοράς στους τομείς αντίστοιχα του χοιρείου και του βοείου κρέατος, εμποδίζει τα κράτη μέλη να εκδώσουν - σχετικά με τη χονδρική πώληση του πιο πάνω κρέατος - κανόνες που δεν περιορίζονται μόνο στο να απαγορεύουν για δεδομένη περίοδο την αύξηση των τιμών που διαμορφώθηκαν ελεύθερα σε ορισμένη ημερομηνία, αλλά περιλαμβάνουν επίσης ρήτρα η οποία προβλέπει, μέσω διοικητικής διαδικασίας ad hoc, την προσαρμογή μεσοπρόθεσμα των καθηλωμένων τιμών προς τις τιμές που διαμορφώνονται σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις κοινοτικές τιμές;"
6 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, που συνοψίζεται στην απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1980 ( Kefer και Delmelle, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 95 και 96/79, Racc . σ . 103 ), οι κανονισμοί 121/67 και 806/68 ιδρύουν κοινές οργανώσεις αγορών όπου κεντρική θέση κατέχει ένα ενιαίο σύστημα τιμών που εφαρμόζεται στα στάδια της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου και ότι, υπό τις προϋποθέσεις αυτές, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παρεμβαίνουν με εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται μονομερώς στο μηχανισμό των τιμών που προκύπτει από το κοινό σύστημα . Σύμφωνα με την ίδια νομολογία, οι διατάξεις ενός κοινοτικού γεωργικού κανονισμού που περιέχουν σύστημα τιμών, το οποίο εφαρμόζεται στα στάδια της παραγωγής και του χονδρικού εμπορίου, αφήνουν άθικτη την εξουσία των κρατών μελών - υπό την επιφύλαξη άλλων διατάξεων της Συνθήκης - να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για το σχηματισμό των τιμών στα στάδια του λιανικού εμπορίου και της καταναλώσεως, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι δεν θέτουν σε κίνδυνο τους στόχους και τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς, ιδίως δε το σύστημά της τιμών .
7 Από τις πιο πάνω σκέψεις προκύπτει ότι μια εθνική νομοθεσία η οποία αποσκοπεί στο να θεσπίσει ή να ευνοήσει καθήλωση των τιμών παραγωγής ή χονδρικού εμπορίου, απαγορεύοντας την αύξησή τους για δεδομένη περίοδο, κείται, από τη φύση της, εκτός των αρμοδιοτήτων που επιφυλάσσονται στα κράτη μέλη αν τα προϊόντα στα οποία εφαρμόζεται ανήκουν στην κοινή οργάνωση αγοράς στους τομείς του χοιρείου και του βοείου κρέατος .
8 Είναι μεν αληθές ότι, όπως ορθώς παρατηρεί το εθνικό δικαστήριο, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου της 26ης Φεβρουαρίου 1976 ( Tasca και SADAM, προαναφερθείσες ) έκριναν ότι ο μονομερής καθορισμός από ένα κράτος μέλος των ανωτάτων τιμών ενός προϊόντος το οποίο υπάγεται σε κοινή οργάνωση αγοράς είναι ασυμβίβαστος με το βασικό κανονισμό "ανεξαρτήτως του οικείου εμπορικού σταδίου", εφόσον θέτει σε κίνδυνο τους στόχους και τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως, ιδίως δε του συστήματός της τιμών, πρέπει όμως να γίνει δεκτό ότι, στις υποθέσεις αυτές, ούτε τα προδικαστικά ερωτήματα που είχαν υποβληθεί από το εθνικό δικαστήριο ούτε η διατύπωση των εθνικών διατάξεων, το κύρος των οποίων αμφισβητούνταν στην κύρια δίκη, δεν επέτρεπαν να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων εμπορικών σταδίων . Το γεγονός ότι οι αποφάσεις αυτές δεν προβαίνουν, κατά την κρίση του ζητήματος αν συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο οι εθνικοί κανόνες περί σχηματισμού τιμών, σε διάκριση μεταξύ των διαφόρων εμπορικών σταδίων, δεν πρέπει να ερμηνευτεί ως τροποποίηση νομολογίας, η οποία εμφανίζεται πάγια .
9 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι κανονισμοί 121/67 και 805/68 είχαν ως αποτέλεσμα να μην έχουν πλέον τα κράτη μέλη αρμοδιότητα να θεσπίζουν ή να συνεχίσουν να εφαρμόζουν νομοθεσία που απαγορεύει την αύξηση τιμών κατά τη χονδρική πώληση χοιρείου και βοείου κρέατος .
10 Δεδομένου ότι, για τη χονδρική τιμή πωλήσεως χοιρείου και βοείου κρέατος, η Κοινότητα έχει αποκλειστική κανονιστική αρμοδιότητα που εμποδίζει οποιαδήποτε παρέμβαση των κρατών μελών, είναι απαραίτητο να ερευνηθεί αν μια τέτοια ειδική νομοθεσία θέτει ή όχι σε κίνδυνο τους στόχους ή τη λειτουργία της κοινής οργανώσεως στους οικείους τομείς η έρευνα όμως αυτή απαιτείται όταν τα εθνικά μέτρα αφορούν τις τιμές λιανικής πωλήσεως ή καταναλώσεως και κείνται έτσι σε επίπεδο που δεν ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Κοινότητας .
11 Το εθνικό δικαστήριο ερωτά επίσης αν η κρίση για το αν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο μια εθνική νομοθεσία καθηλώσεως των τιμών χονδρικής πωλήσεως χοιρείου και βοείου κρέατος πρέπει να είναι διαφορετική όταν η νομοθεσία αυτή περιλαμβάνει ρήτρα αναθεωρήσεως η οποία έχει ακριβώς ως σκοπό την προσαρμογή των καθηλωμένων τιμών στις τιμές που καθορίστηκαν βάσει των κοινοτικών κανονισμών . Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να είναι αρνητική, διότι η ρήτρα την οποία αναφέρει το εθνικό δικαστήριο δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρέμβαση ενός κράτους μέλους σε πεδίο αποκλειστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας .
12 Κατόπιν αυτών, στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι κανονισμοί 121/67 και 805/68 πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να εξακολουθούν να εφαρμόζουν εθνικό σύστημα καθηλώσεως των τιμών στο στάδιο της χονδρικής πωλήσεως προϊόντων που εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση αγοράς, η οποία ιδρύθηκε με τους δύο προαναφερθέντες κανονισμούς . Το ίδιο ισχύει και όταν το οικείο εθνικό σύστημα περιορίζει χρονικά την εφαρμογή του ή όταν περιλαμβάνει ρήτρα αναθεωρήσεως με σκοπό την προσαρμογή των καθηλωμένων τιμών προς τις τιμές που έχουν καθοριστεί δυνάμει των κοινοτικών κανονισμών .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
13 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Δημοκρατία και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τέταρτο τμήμα ),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το Corte Suprema di Cassazione με Διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 1986, αποφαίνεται :
Οι κανονισμοί 121/67 και 805/68 του Συμβουλίου περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του χοιρείου και, αντιστοίχως, του βοείου κρέατος, πρέπει να ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να εξακολουθούν να εφαρμόζουν εθνικό σύστημα καθηλώσεως των τιμών στο στάδιο της χονδρικής πωλήσεως προϊόντων που εμπίπτουν στην κοινή οργάνωση αγοράς, η οποία ιδρύθηκε με τους δύο προαναφερθέντες κανονισμούς . Το ίδιο ισχύει και όταν το οικείο εθνικό σύστημα περιορίζει χρονικά την εφαρμογή του ή όταν περιλαμβάνει ρήτρα αναθεωρήσεως με σκοπό την προσαρμογή των καθηλωμένων τιμών προς τις τιμές που έχουν καθοριστεί δυνάμει των κοινοτικών κανονισμών .
Full & Egal Universal Law Academy