Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1 . Αλιεία - Κοινή διαρθρωτική πολιτική - Προσωρινή αρμοδιότητα των κρατών μελών - Ρύθμιση από ένα κράτος μέλος της αλιείας στην αποκλειστική ζώνη αλιείας του - Σύνθεση των πληρωμάτων των πλοίων που είναι νηολογημένα στο κράτος αυτό - Ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό υπηκόων χωρών της Κοινότητας - Επιτρέπεται
( Πράξη προσχωρήσεως του 1972, άρθρα 100 και 102 κανονισμοί του Συμβουλίου 101/76, άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1, και 170/83, άρθρο 6 )
2 . Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - 'Ιση μεταχείριση - Διάκριση λόγω ιθαγένειας - 'Εννοια - Εθνικά μέτρα που εφαρμόζονται σε όλους όσους υπάγονται στη δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους - Δεν καλύπτονται
( Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 7 )
Περίληψη
1.Τα άρθρα 100 και 102 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972, τα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76 και το άρθρο 6 του κανονισμού 170/83 δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθεσία που να προβλέπει ότι ένα ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των μελών των πληρωμάτων των σκαφών που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγιά τους και αλιεύουν εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας τους πρέπει να έχει την ιθαγένεια χώρας της Κοινότητας .
2 . Δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 7 της Συνθήκης η νομοθεσία κράτους μέλους που προβλέπει ότι ένα ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των μελών των πληρωμάτων των σκαφών που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγιά του και αλιεύουν εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας του πρέπει να έχει την ιθαγένεια χώρας της Κοινότητας . Δεν έχει σημασία από την άποψη αυτή το γεγονός ότι σε άλλα κράτη μέλη δεν τίθεται τέτοιος όρος, εφόσον ο ανωτέρω όρος δεν είναι καθαυτός αντίθετος προς το κοινοτικό δίκαιο και ισχύει ομοιόμορφα για όλους όσοι υπάγονται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 223/86,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court της Ιρλανδίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μεταξύ
Pesca Valentia Limited
και
Minister for Fisheries and Forestry ( Υπουργού Αλιείας και Δασών ) της Ιρλανδίας και Attorney General,
η έκδοση προδικαστικής απόφασης ως προς την ερμηνεία των άρθρων 100 και 102 της πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας ( ΕΕ, ειδική έκδοση στην αγγλική γλώσσα, L 73 της 27.3.1972 ), των άρθρων 1 και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 04/001, σ . 61 ), του άρθρου 6 του κανονισμού 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ . 1 ), και του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα )
συγκείμενο από τους O . Due, πρόεδρο τμήματος, T . Koopmans, K . Bahlmann, Κ . Κακούρη, T . F . O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : J . Mischo
γραμματέας : Β . Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν :
-η εταιρία Pesca Valentia Limited, προσφεύγουσα στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενη κατά την προφορική διαδικασία από τους R . Conway, solicitor, και P . Sreenan, barrister, και κατά την έγγραφη διαδικασία από τους Conway, Kelleher και Tobin, solicitors,
- η ιρλανδική κυβέρνηση, ο Υπουργός Αλιείας και Δασών της Ιρλανδίας και ο Attorney General, εκπροσωπούμενοι κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από τους V . Landy, senior counsel, J . O' Reilly, barrister, και κατά την έγγραφη και προφορική διαδικασία από τον L . J . Dockery,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον P . Oliver, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
- η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη κατά την προφορική διαδικασία από τους Ch . Bellamy, barrister, και N . Green, barrister, και κατά την έγγραφη και προφορική διαδικασία από τον H . R . L . Purse, του Treasury Solicitor' s Department, Queen Anne' s Chambers,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 2ας Ιουλίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1987,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 28ης Μαΐου 1986, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 18 Αυγούστου 1986, το High Court της Ιρλανδίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, των άρθρων 100 και 102 της πράξεως προσχωρήσεως στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες του Βασιλείου της Δανίας, της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας ( στο εξής : πράξη προσχωρήσεως ), των άρθρων 1 και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας ( ΕΕ ειδ . έκδ . 04/001, σ . 61 ), καθώς και του άρθρου 6 του κανονισμού 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ . 1 ).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ του Υπουργού Αλιείας και Δασών και του Attorney General της Ιρλανδίας, αφενός, και μιας ιρλανδικής επιχειρήσεως αλιείας, της Pesca Valentia Ltd ( στο εξής : προσφεύγουσα ), αφετέρου .
3 Το 1983 η Ιρλανδία εξέδωσε τον Fisheries Amendment Act ( τροποποιητικό νόμο περί αλιείας ), ο οποίος τροποποιούσε μεταξύ άλλων τη σχετική εθνική νομοθεσία, τον Fisheries Consolidation Act ( ενιαίο νόμο περί αλιείας ) του 1959, με την προσθήκη ενός άρθρου ( του 222 Β ), σύμφωνα με το οποίο η χρήση αλιευτικού σκάφους νηολογημένου στην Ιρλανδία είτε εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας της Ιρλανδίας είτε εκτός αυτής επιτρέπεται μόνο στον κάτοχο αδείας που να έχει εκδοθεί από τον υπουργό, ο οποίος έχει την ευχέρεια να περιλάβει στην άδεια αυτή τον όρο να είναι το 75% τουλάχιστον των μελών του πληρώματος του σκάφους υπήκοοι της ΕΟΚ . Ο υπουργός, πάντως, έχει τη δυνατότητα να εξαιρέσει ορισμένες κατηγορίες αλιευτικών πλοίων από την υποχρέωση κατοχής της άδειας βάσει της δυνατότητας αυτής ο υπουργός έχει εξαιρέσει τα πλοία που έχουν μήκος μικρότερο από 65 πόδια .
4 Στην προσφεύγουσα χορηγήθηκε άδεια για το χρονικό διάστημα από 17 Αυγούστου 1984 μέχρι 17 Αυγούστου 1985, η οποία περιείχε τον προαναφερθέντα όρο σχετικά με την ιθαγένεια των μελών των πληρωμάτων . Η προσφεύγουσα δεν μπόρεσε να συμμορφωθεί με τον όρο αυτό, επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμοι ιρλανδοί εργαζόμενοι, και χρησιμοποιούσε πληρώματα από ισπανούς κυρίως αλιείς . Για το λόγο αυτό ασκήθηκε κατ' αυτής ποινική δίωξη, στο πλαίσιο της οποίας η προσφεύγουσα ισχυρίσθηκε ότι η ιρλανδική νομοθεσία αντιβαίνει προς τις προαναφερθείσες διατάξεις της πράξεως προσχωρήσεως και των κοινοτικών κανονισμών που αναφέρθηκαν παραπάνω .
5 Το High Court της Ιρλανδίας, θεωρώντας αναγκαία την ερμηνεία των διατάξεων αυτών του κοινοτικού δικαίου, ανέστειλε τη διαδικασία και ζήτησε από το Δικαστήριο να εκδώσει προδικαστική απόφαση επί των εξής ερωτημάτων :
"1)Απαγορεύουν τα άρθρα 100 και 102 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972, τα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 101/76 και το άρθρο 6 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 170/83 στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθεσία που να προβλέπει ότι ένα ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των μελών των πληρωμάτων των σκαφών που αλιεύουν εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας τους πρέπει να έχει την ιθαγένεια χώρας της ΕΟΚ;
2)Αντίκειται η νομοθεσία αυτή προς το άρθρο 7 της Συνθήκης της Ρώμης για το λόγο ότι εισάγει διακρίσεις λόγω ιθαγένειας;"
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, καθώς και οι έγγραφες παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται παρακάτω παρά μόνον εφόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Επί του πρώτου ερωτήματος
7 'Οπως προκύπτει από τη Διάταξη παραπομπής, το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στη νομοθεσία κράτους μέλους που αφορά τα αλιευτικά πλοία τα νηολογημένα στο κράτος μέλος αυτό .
8 Το άρθρο 100 της πράξεως προσχωρήσεως προβλέπει ότι "κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 2 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2141/70, περί της θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας, επιτρέπεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1982 στα κράτη μέλη της Κοινότητας να περιορίσουν την άσκηση της αλιείας στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή στη δικαιοδοσία τους και που ευρίσκονται εντός του ορίου έξι ναυτικών μιλίων, υπολογιζομένου από τις γραμμές βάσεως του παρακτίου κράτους μέλους, στα σκάφη των οποίων η αλιευτική δραστηριότητα ασκείται στα ύδατα αυτά και από λιμένες της παρακτίου γεωγραφικής ζώνης ". Με το άρθρο 6 του κανονισμού 170/83 το όριο των έξι ναυτικών μιλίων αυξήθηκε στα δώδεκα ναυτικά μίλια και η μεταβατική περίοδος παρατάθηκε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1992 .
9 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα άρθρα αυτά έχουν ως μοναδικό σκοπό να επιτρέψουν στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από την αρχή της ισότητας των αλιέων της Κοινότητας ως προς την άσκηση της αλιείας κατά το χρονικό διάστημα και στις ζώνες που καθορίζονται στα άρθρα αυτά και δεν αφορούν τους όρους σχετικά με τη σύνθεση των πληρωμάτων των πλοίων που αλιεύουν στις ζώνες αυτές . Κατά συνέπεια, δεν επιβάλλουν στα κράτη μέλη καμία απαγόρευση λήψεως μέτρων σαν τα μέτρα που θεσπίστηκαν με την ιρλανδική νομοθεσία της οποίας το κύρος αμφισβητείται στη δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου .
10 Το άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως προβλέπει ότι "το αργότερο από το έκτο έτος μετά την προσχώρηση το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής, καθορίζει τους όρους ασκήσεως των αλιευτικών δραστηριοτήτων για να εξασφαλίσει την προστασία των αλιευτικών αποθεμάτων και τη διατήρηση των βιολογικών πόρων της θαλάσσης ". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι από την 1η Ιανουαρίου 1979 η εξουσία λήψεως μέτρων διατηρήσεως των θαλάσσιων πόρων ανήκει "πλήρως και οριστικώς" στην Κοινότητα, όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο στην απόφαση της 5ης Μαΐου 1981 στην υπόθεση 804/79 ( Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1981, σ . 1045 ) και σε πολλές μεταγενέστερες αποφάσεις ( βλέπε, τελευταία, την απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1984 στην υπόθεση 24/83, Gewiese, Συλλογή 1984, σ . 817 ). Η εξουσία αυτή της Κοινότητας ασκήθηκε πράγματι με την έκδοση του προαναφερθέντος κανονισμού 170/83 και του κανονισμού 171/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί ορισμένων προσωρινών τεχνικών μέτρων διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων ( ΕΕ L 24, σ . 14 ).
11 Πρέπει, πάντως, να παρατηρηθεί ότι η εθνική ρύθμιση κατά την οποία ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των πληρωμάτων των αλιευτικών πλοίων του οικείου κράτους μέλους πρέπει να έχει την ιθαγένεια χώρας της ΕΟΚ δεν αποτελεί ούτε κατά το αντικείμενό της ούτε κατά το σκοπό της μέτρο διατηρήσεως των αλιευτικών πόρων, αφού η εφαρμογή του μέτρου αυτού δεν μπορεί καθαυτή να έχει επιπτώσεις επί των πόρων αυτών . Κατά συνέπεια, από το άρθρο 102 της πράξεως προσχωρήσεως δεν μπορεί να συναχθεί ότι απαγορεύεται στά κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα όπως αυτά που περιέχει η επίμαχη ιρλανδική νομοθεσία .
12 Το εθνικό δικαστήριο αναφέρεται επίσης στα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 2141/70 του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1970 .
13 Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι ο κανονισμός αυτός καθιέρωσε πράγματι ένα σύστημα που έχει ως σκοπό να συντονίσει τη διαρθρωτική πολιτική των κρατών μελών και να επιβάλει την τήρηση των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων εις βάρος των υπηκόων των άλλων κρατών μελών και της ισότητας των προϋποθέσεων για την πρόσβαση και εκμετάλλευση του αλιευτικού πλούτου . Ενόψει δε της πραγματοποιήσεως των σκοπών του κανονισμού, προβλέπεται η υποχρέωση των κρατών μελών να ενημερώνουν την Επιτροπή ( άρθρα 5 και 10 ), η δυνατότητα λήψεως κοινοτικών μέτρων σχετικά με την άσκηση της αλιείας ( άρθρο 4 ), καθώς και μια διαδικασία ( άρθρο 6 ) για τη λήψη κοινοτικών μέτρων σχετικά με το συντονισμό της διαρθρωτικής πολιτικής των κρατών μελών στην αλιεία ( άρθρο 7 ). Από τις διατάξεις πάντως του κανονισμού προκύπτει ότι, μέχρις ότου αρχίσουν να ισχύουν τέτοια κοινοτικά μέτρα, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν τους δικούς τους κανόνες στην αλιεία που πραγματοποιείται στα θαλάσσια ύδατα τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους ( άρθρο 2 ) και να καθορίζουν τη διαρθρωτική πολιτική τους στον τομέα αυτό ( άρθρο 1 ). Πρέπει, εξάλλου, να παρατηρηθεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού αναφέρονται στα αλιευτικά σκάφη "υπό σημαία" ενός των κρατών μελών ή τα "νηολογημένα" σε ένα από τα κράτη αυτά, ενώ ο ορισμός των εννοιών αυτών επαφίεται στους νομοθέτες των κρατών μελών .
14 Κατά συνέπεια, στο παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια, στο πλαίσιο των κανόνων του κοινού συστήματος που θεσπίζεται με τον κανονισμό αυτό ή κατ' εφαρμογή των διατάξεών του, να λαμβάνουν μέτρα για τη ρύθμιση της αλιείας στα θαλάσσια ύδατα της δικαιοδοσίας τους από σκάφη που φέρουν τη σημαία τους . Κατά συνέπεια, ούτε το άρθρο 1 ούτε το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν μέτρα όπως το επίμαχο εν προκειμένω σχετικά με τη σύνθεση των πληρωμάτων των αλιευτικών πλοίων που πλέουν υπό τη σημαία τους και αλιεύουν στα θαλάσσια ύδατα της δικαιοδοσίας τους .
15 Κατόπιν των ανωτέρω, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 100 και 102 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972, τα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76 και το άρθρο 6 του κανονισμού 170/83 δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθεσία που να προβλέπει ότι ένα ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των μελών των πληρωμάτων των σκαφών που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγιά τους και αλιεύουν εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας τους πρέπει να έχει την ιθαγένεια χώρας της Κοινότητας .
Επί του δευτέρου ερωτήματος
16 Με το δεύτερο ερώτημα το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν η νομοθεσία κράτους μέλους που προβλέπει ότι ένα ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των μελών των πληρωμάτων των σκαφών που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγιά του και αλιεύουν εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας του πρέπει να έχει την ιθαγένεια χώρας της Κοινότητας αντιβαίνει προς το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, το οποίο απαγορεύει όλες τις διακρίσεις λόγω ιθαγένειας .
17 Κατά την προσφεύγουσα, ο όρος αυτός που επιβάλλει η εθνική νομοθεσία αντιβαίνει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγένειας, η οποία διακηρύσσεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 58 της Συνθήκης και το άρθρο 2 του κανονισμού 101/76 . Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι λόγω του όρου αυτού τόσο η ίδια όσο και άλλες ιρλανδικές επιχειρήσεις περιέρχονται σε δυσμενέστερη θέση έναντι των ανταγωνιστών τους στα άλλα κράτη μέλη στα οποία δεν επιβάλλονται προϋποθέσεις σχετικά με την ιθαγένεια των πληρωμάτων των αλιευτικών σκαφών .
18 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1969 στην υπόθεση 14/68 ( Wilhelm κατά Bundeskartellamt, ΕCR 1969, σ . 1 ), το άρθρο 7 της Συνθήκης δεν αφορά τις διαφορές στη μεταχείριση και τις στρεβλώσεις που ενδεχομένως προκύπτουν για τα πρόσωπα και τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στη δικαιοδοσία της Κοινότητας από τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ των νομοθεσιών των διαφόρων κρατών μελών, εφόσον οι νομοθεσίες αυτές εφαρμόζονται σε όλα τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής τους σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια και ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους . Ομοίως, στην απόφαση της 3ης Ιουλίου 1979 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 185 έως 204/78 ( Van Dam, ΕCR 1979, σ . 2345 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος εφαρμόζει σε ορισμένο τομέα αυστηρότερες διατάξεις από ό,τι τα άλλα κράτη μέλη δεν αποτελεί παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων που καθιερώνει το άρθρο 7 της Συνθήκης, εφόσον οι εν λόγω διατάξεις, οι οποίες πρέπει κατά τα λοιπά να είναι σύμφωνες προς το κοινοτικό δίκαιο, εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο σε όλους όσους υπάγονται στη δικαιοδοσία του εν λόγω κράτους .
19 Η προσφεύγουσα παρατηρεί στη συνέχεια ότι ο επίμαχος όρος έχει ως αποτέλεσμα δυσμενή διάκριση εις βάρος της και εις βάρος των άλλων ιρλανδικών επιχειρήσεων αλιείας που βρίσκονται στην ίδια θέση, ενώ ευνοεί άλλες επιχειρήσεις που δρουν στην Ιρλανδία, τα πλοία των οποίων είναι ελεύθερα να αλιεύουν χωρίς οι άδειες που τους χορηγούνται να υπόκεινται σε παρόμοιους όρους .
20 Στο σημείο αυτό πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η απαγόρευση των διακρίσεων που επιβάλλει το άρθρο 7 της Συνθήκης δεν αφορά παρά μόνο τις διακρίσεως λόγω ιθαγένειας και ότι επομένως δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής αυτής σε περιπτώσεις όπως η προκειμένη, στην οποία η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η επίμαχη εθνική νομοθεσία οδηγεί σε διακρίσεις εις βάρος ορισμένων ιρλανδικών επιχειρήσεων αλιείας και ευνοεί άλλες, επίσης ιρλανδικές, επιχειρήσεις αλιείας .
21 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ η νομοθεσία κράτους μέλους που προβλέπει ότι ένα ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των μελών των πληρωμάτων των σκαφών που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγιά του και αλιεύουν εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας του πρέπει να έχει την ιθαγένεια χώρας της Κοινότητας .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( έκτο τμήμα ),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με Διάταξη της 28ης Μαΐου 1986 το High Court της Ιρλανδίας, αποφαίνεται :
1)Τα άρθρα 100 και 102 της πράξεως προσχωρήσεως του 1972, τα άρθρα 1 και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76 και το άρθρο 6 του κανονισμού 170/83 δεν απαγορεύουν στα κράτη μέλη να θεσπίζουν νομοθεσία που να προβλέπει ότι ένα ορισμένο τουλάχιστον ποσοστό των μελών των πληρωμάτων των σκαφών που είναι εγγεγραμμένα στα νηολόγιά τους και αλιεύουν εντός της αποκλειστικής ζώνης αλιείας τους πρέπει να έχει την ιθαγένεια χώρας της Κοινότητας .
2 ) Η εθνική αυτή νομοθεσία δεν αντιβαίνει προς το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ .
Full & Egal Universal Law Academy