Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή ακυρώσεως - Προσφυγή επιχειρήσεως κατά ατομικής αποφάσεως της ΕΚΑΧ της οποίας δεν είναι αποδέκτης - Απόφαση που επιτρέπει την παροχή ευεργετημάτων σε ανταγωνίστριες επιχειρήσεις
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 33, εδάφιο 2)
2. Προσφυγή ακυρώσεως - Προθεσμίες - 'Εναρξη - Πράξη που δεν δημοσιεύτηκε ούτε κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα - Ακριβής γνώση του περιεχομένου και των αιτιολογικών σκέψεων - Υποχρέωση να ζητηθεί το πλήρες κείμενο της πράξεως εντός εύλογης προθεσμίας αφότου έγινε γνωστή η ύπαρξή της
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 33, εδάφιο 3)
3. ΕΚΑΧ - Παραγωγή - Σύστημα παραγωγής και παραδόσεως χάλυβα - Καθορισμός των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς σε περίπτωση συγκεντρώσεως - Προσαρμογή - Χορήγηση προσθέτων αναφορών ως κίνητρο για το κλείσιμο εγκαταστάσεων - Η γενική απόφαση 3485/85 δεν παρέχει νομική βάση
(Γενική απόφαση 3485/85, άρθρο 13)
Περίληψη
1. Ατομική απόφαση της Επιτροπής αφορά μια επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 33, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, όταν επιτρέπει την παροχή ευεργετημάτων σε μία ή περισσότερες επιχειρήσεις που την ανταγωνίζονται.
Στο πλαίσιο του συστήματος παραγωγής και παραδόσεως χάλυβα, απόφαση της Επιτροπής αφορά επιχείρηση που παράγει μία μόνο κατηγορία προϊόντων όταν χορηγεί, για την εν λόγω κατηγορία, πρόσθετες παραγωγές και ποσότητες αναφοράς σε ανταγωνίστρια επιχείρηση.
2. Ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, εναπόκειται στον γνωρίζοντα την ύπαρξη πράξεως που τον αφορά να ζητήσει το πλήρες κείμενό της εντός ευλόγου προθεσμίας, με την επιφύλαξη όμως αυτή, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να υπολογιστεί παρά μόνον από την ημέρα που ο τρίτος ενδιαφερόμενος έλαβε ακριβή γνώση του περιεχομένου και των αιτιολογικών σκέψεων της εν λόγω πράξεως κατά τρόπο που να του επιτρέπει να ασκήσει το δικαίωμά του για προσφυγή.
3. Το άρθρο 13, σημείο 4, της γενικής αποφάσεως 3485/85 παρέχει στην Επιτροπή, σε περιπτώσεις συγκεντρώσεως επιχειρήσεων, χωρισμού συγκεντρωμένων επιχειρήσεων ή δημιουργίας ανεξαρτήτων επιχειρήσεων, την εξουσία να προβαίνει στις αναγκαίες προσαρμογές των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς, να τροποποιεί δηλαδή τα αποτελέσματα των υπολογισμών που πραγματοποιήθηκαν, προκειμένου να χορηγήσει, στις περιπτώσεις αυτές, νέες αναφορές, κατά τους βασικούς κανόνες που προβλέπουν τα σημεία 1, 2 και 3 του εν λόγω άρθρου.
Ωστόσο, ούτε το κείμενο της διατάξεως ούτε η αιτιολογία της γενικής αποφάσεως παρέχουν κριτήρια που να καθορίζουν υπό ποιες προϋποθέσεις οι προσαρμογές αυτές μπορούν να κριθούν ως "αναγκαίες", με συνέπεια να πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός του συστήματος των ποσοστώσεων ο οποίος είναι η κατανομή κατά το δικαιότερο δυνατό τρόπο, σε όλες τις επιχειρήσεις, των περιορισμών της παραγωγής που καθιστά αναγκαίους η κρίση στον τομέα σιδήρου και χάλυβα. Κατά συνέπεια, οι προσαρμογές που μπορεί να επιφέρει η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 13, σημείο 4, μπορούν να θεωρηθούν ως αναγκαίες μόνο στην περίπτωση που η εφαρμογή των βασικών κανόνων καταλήγει σε αποτελέσματα που κρίνονται ως άδικα. Συνεπώς, η χορήγηση προσθέτων ποσοστώσεων ως κίνητρο για το κλείσιμο εγκαταστάσεων δεν μπορεί να στηριχθεί στο άρθρο 13, σημείο 4.
Συνεπώς, καίτοι νομίμως μπορεί η Επιτροπή να ακολουθεί, στο πλαίσιο των ευθυνών της για τη διαχείριση της κρίσεως στον τομέα σιδήρου και χάλυβα, μια πολιτική κινήτρων υπέρ της αναδιάρθρωσης, ακόμα και με τη χορήγηση προσθέτων αναφορών ως αντιστάθμισμα για το κλείσιμο εγκαταστάσεων που έχουν ως συνέπεια μείωση της δυναμικότητας παραγωγής, δεν μπορεί, ωστόσο, να εφαρμόσει την πολιτική αυτή εκδίδοντας ατομικές αποφάσεις για τις οποίες δεν προβλέπεται νομικό έρεισμα στην εφαρμοστέα γενική απόφαση.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 236/86,
Dillinger Huettenwerke AG, εταιρία του γερμανικού δικαίου, με έδρα το Dillingen-Saar (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Κολωνίας Arved Deringer, Claus Tessin, Hansjuergen Herrmann και Jochim Sedemund, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Jacques Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Rolf Waegenbaur, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της ατομικής αποφάσεως SG (86) D/3794 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 1986, που απευθύνεται στην British Steel Corporation, κατ' εφαρμογή του άρθρου 13, σημεία 1 και 4, της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1985, για παράταση της ισχύος του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 340, σ. 5),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο τμήματος, G. C. Rodriguez Iglesias, T. Koopmans, K. Bahlmann και Κ. Κακούρη, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδίκασίας της 19ης Ιανουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Απριλίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 5 Σεπτεμβρίου 1986 η εταιρία Dillinger Huettenwerke AG άσκησε, δυνάμει του άρθρου 33, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί ακύρωση της ατομικής αποφάσεως SG (86) D/3794 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 1986, που απευθύνεται στην εταιρία British Steel Corporation (στο εξής: ΒSC).
2 Η ΒSC παράγει ευρύ φάσμα προϊόντων σιδήρου και χάλυβα, ιδίως διάφορα ελασματοποιημένα προϊόντα που εμπίπτουν στις κατηγορίες Ια, Ιβ, Ιγ και ΙΙ του κοινοτικού συστήματος προϊόντων σιδήρου και χάλυβα. Το 1985, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ της ΒSC και της εταιρίας Alfa Steel Ltd, η οποία ειδικευόταν, στο εργοστάσιό της στο Newport (Ουαλλία), στην παραγωγή φαρδιών ταινιών θερμής ελάσεως της κατηγορίας Ια, ιδρύθηκε μια νέα εταιρία, η Νewport Plant Co. Ltd, η οποία ανέλαβε τις εγκαταστάσεις του Νewport και της οποίας το σύνολο των μετοχών περιήλθε στην κυριότητα της ΒSC. Η συγκέντρωση αυτή, κατά την έννοια του άρθρου 66 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, εγκρίθηκε από την Επιτροπή. Κατόπιν, οι εγκαταστάσεις του Νewport έκλεισαν.
3 Οι διάδικοι διαφωνούν ως προς την ημερομηνία διακοπής της λειτουργίας. Βάσει αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η Επιτροπή κατόπιν αιτήσεως του Δικαστηρίου και ελλείψει αντιθέτων αποδείξεων εκ μέρους της προσφεύγουσας, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω εγκαταστάσεις έκλεισαν οριστικώς στις 20 Δεκεμβρίου 1985.
4 Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία στηρίχθηκε στην απόφαση 3485/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1985, για παράταση της ισχύος του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 340, σ. 5), η Επιτροπή ανακοίνωσε στην ΒSC τις νέες της αναφορές, που ισχύουν από το πρώτο τρίμηνο του 1986, χορηγώντας της, εκτός από τις αρχικές αναφορές που διέθετε η Alfa Steel βάσει της παραγωγής του εργοστασίου του Νewport, πρόσθετες αναφορές 345 108 τόνων για την παραγωγή και 228 892 τόνων για την παράδοση, τις οποίες κατένειμε στο σύνολο των εξελασμένων προϊόντων που παρήγαγε η ΒSC, κατ' αναλογία των αναφορών που διέθετε η ΒSC στις διάφορες κατηγορίες.
5 Η προσφεύγουσα εταιρία, η οποία παράγει αποκλειστικώς εξελασμένα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙ, αμφισβητεί τη νομιμότητα των προσθέτων αναφορών που χορηγήθηκαν στην ΒSC, καθόσον οι αυξήσεις αυτές, αφενός μεν, υπερβαίνουν τις αναφορές που διέθετε η εν λόγω εταιρία, καθώς και εκείνες που διέθετε η Alfa Steel για τις εγκαταστάσεις της στο Νewport πριν από την εξαγορά του Νewport από την ΒSC, αφετέρου δε, χορηγήθηκαν από την Επιτροπή στην ΒSC σε κατηγορίες για τις οποίες το Νewport δεν διέθετε καμία αναφορά πριν από την εξαγορά του.
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
7 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καίτοι δεν απευθύνεται στην προσφεύγουσα εταιρία, την αφορά, κατά την έννοια του άρθρου 33, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
8 Πράγματι, πρέπει να τονιστεί, όπως έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο (ιδίως στις αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1960, Chambre syndicale de la siderurgie de l' Est de la France, 24 και 34/58, Slg. 1960, σ. 573, και της 19ης Σεπτεμβρίου 1985, Hoogovens Groep, 172 και 226/83, Συλλογή 1985, σ. 2831), απόφαση της Επιτροπής αφορά μια επιχείρηση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, όταν προβλέπει ευνοϊκές ρυθμίσεις για μία ή περισσότερες άλλες επιχειρήσεις οι οποίες την ανταγωνίζονται.
9 Η προσφεύγουσα και η ΒSC αποτελούν, πράγματι, επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα οι οποίες ανταγωνίζονται μεταξύ τους καθόσον παράγουν χάλυβα που εμπίπτει στην κατηγορία ΙΙ του κοινοτικού συστήματος προϊόντων σιδήρου και χάλυβα. Κατά συνέπεια, η επίδικη απόφαση αφορά την προσφεύγουσα, καθόσον χορηγεί στην ΒSC πρόσθετες αναφορές για τα προϊόντα της εν λόγω κατηγορίας.
10 Αντιθέτως, επιβάλλεται αυτεπαγγέλτως να διαπιστωθεί ότι καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση χορηγεί στην ΒSC πρόσθετες αναφορές για άλλα προϊόντα εκτός της εν λόγω κατηγορίας, δεν αφορά την προσφεύγουσα η οποία είναι επιχείρηση μονοπαραγωγική.
11 Η Επιτροπή υποστηρίζει, επίσης, ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη επειδή ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός που προβλέπει το άρθρο 33, εδάφιο 3, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης πράξεως, η προθεσμία αυτή υπολογίζεται - όπως προβλέπει το άρθρο 173, εδάφιο 3, της Συνθήκης ΕΟΚ - από την ημέρα κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση. Στην παρούσα υπόθεση, η προσφεύγουσα έλαβε γνώση του ουσιαστικού περιεχομένου της προσβαλλομένης πράξεως, ιδίως με το από 14ης Μαΐου 1986 έγγραφο της Association europeenne de la siderurgie (Eurofer).
12 Αντιθέτως, η προσφεύγουσα τονίζει ότι έλαβε πλήρη γνώση του ακριβούς περιεχομένου και των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεως με το υπόμνημα αντικρούσεως της Επιτροπής. Σε περίπτωση, όμως, που δεν υπάρχει δημοσίευση ή κοινοποίηση της πράξεως, η προθεσμία ασκήσεως της προσφυγής πρέπει να υπολογίζεται από την ημέρα που ο ενδιαφερόμενος έλαβε ακριβή γνώση της πράξεως.
13 Πρέπει σχετικώς να διαπιστωθεί, καταρχάς, ότι καίτοι μεταγενέστερα προέκυψε ότι το από 14ης Μαΐου 1986 έγγραφο της Eurofer περιείχε ακριβή σύνοψη του ουσιώδους περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι αυτό είναι αληθές και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να είναι βέβαιη, ιδίως ως προς την αιτιολογία της πράξεως. Εξάλλου, όπως η ίδια η προσφεύγουσα τόνισε, χωρίς η Επιτροπή να το αμφισβητήσει, η τελευταία, σε απάντηση αιτήματος της Eurofer, που υποβλήθηκε με έγγραφο της 9ης Ιουνίου 1986, για παροχή περισσοτέρων πληροφοριών ως προς την επίδικη απόφαση, αρνήθηκε να κοινοποιήσει την εν λόγω απόφαση περιοριζόμενη να επιβεβαιώσει το νομικό της έρεισμα και να παραπέμψει σ' αυτό.
14 'Οπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με το άρθρο 173, εδάφιο 3, της Συνθήκης ΕΟΚ (αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1980, Koenecke, 76/79, Slg. 1980, σ. 665 και της 5ης Μαρτίου 1986, Tezi Textiel, 59/84, Συλλογή 1986, σ. 887), ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, εναπόκειται στον γνωρίζοντα την ύπαρξη πράξεως που τον αφορά να ζητήσει το πλήρες κείμενό της εντός ευλόγου προθεσμίας, με την επιφύλαξη όμως αυτή, η προθεσμία ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να υπολογιστεί παρά μόνο από την ημέρα που ο τρίτος ενδιαφερόμενος έλαβε ακριβή γνώση του περιεχομένου και των αιτιολογικών σκέψεων της εν λόγω πράξεως κατά τρόπο που να του επιτρέπει να ασκήσει το δικαίωμά του για προσφυγή.
15 Στην παρούσα υπόθεση η Eurofer - ένωση στην οποία ανήκε η προσφεύγουσα - ζήτησε, επιμελώς, συμπληρωματικές πληροφορίες για την επίδικη απόφαση η δε Επιτροπή αρνήθηκε να τις παράσχει, με αποτέλεσμα η προσφεύγουσα να προσβάλει την εν λόγω απόφαση χωρίς να είναι βέβαιη ότι γνωρίζει όλα τα κρίσιμα στοιχεία της.
16 Υπό τις προϋποθέσεις αυτές το επιχείρημα της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
17 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή, καθόσον αποβλέπει στην ακύρωση της αποφάσεως που απευθύνεται στην ΒSC και καθόσον χορηγεί στην εν λόγω εταιρία πρόσθετες αναφορές παραγωγής και παραδόσεως για τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙ.
Επί της ουσίας
18 Ο πρώτος λόγος που προβάλλει η προσφεύγουσα προς στήριξη της προσφυγής της αναφέρεται στην έλλειψη νομίμου βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Θεωρεί ότι το άρθρο 13 της προαναφερθείσης γενικής αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ δεν παρείχε στην Επιτροπή την εξουσία να χορηγήσει στην ΒSC τις αμφισβητούμενες πρόσθετες αναφορές.
19 Το προαναφερθέν άρθρο 13, θέτει τους γενικούς κανόνες για τον καθορισμό των παραγωγών αναφοράς και των ποσοτήτων αναφοράς των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα σε περίπτωση συγκεντρώσεως (σημείο 1), χωρισμού (σημείο 2), ή δημιουργίας νέων ανεξαρτήτων επιχειρήσεων από επιχειρήσεις οι οποίες εκχωρούν στις νέες επιχειρήσεις εγκαταστάσεις που στο παρελθόν αποτελούσαν τμήμα του παραγωγικού εξοπλισμού τους (σημείο 3). Στο σημείο 4 του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι:
"Η Επιτροπή προβαίνει στις αναγκαίες, ενδεχομένως, ρυθμίσεις λαμβάνοντας σαν βάση, κατά περίπτωση, τη γνώμη ομάδας εμπειρογνωμόνων."
20 Η Επιτροπή στηρίχθηκε στην τελευταία αυτή διάταξη προκειμένου να χορηγήσει στην ΒSC τις επίδικες πρόσθετες αναφορές. Θεωρεί ότι το προαναφερθέν άρθρο 13, σημείο 4, της παρέχει την εξουσία να ανταμείψει, με τη χορήγηση προσθέτων αναφορών, τις επιχειρήσεις οι οποίες προχώρησαν σε συγκέντρωση σε συνδυασμό με το κλείσιμο εγκαταστάσεων, καθώς και ότι της παρέχει, με τον τρόπο αυτόν, τη δυνατότητα να εφαρμόσει μια πολιτική κινήτρων για τη μείωση της δυναμικότητας παραγωγής, επιτυγχάνοντας την αναδιάρθρωση του τομέα σιδήρου και χάλυβα.
21 Προκειμένου να εξεταστεί αν η ερμηνεία αυτή, την οποία η προσφεύγουσα αμφισβητεί, είναι ή όχι ορθή, πρέπει να εξεταστεί το σημείο 4 του άρθρου 13 σε σχέση με τα τρία προηγούμενα σημεία του ιδίου άρθρου και να ληφθούν υπόψη οι προηγούμενες διατυπώσεις της εν λόγω διατάξεως στις γενικές αποφάσεις τις σχετικές με το σύστημα επιτηρήσεως και ποσοστώσεων παραγωγής ορισμένων προϊόντων για τις επιχειρήσεις της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα κατά τα προηγούμενα έτη.
22 Η δυνατότητα της Επιτροπής να προβαίνει στις "αναγκαίες ρυθμίσεις" προβλεπόταν μόνο για την περίπτωση χωρισμού και δημιουργίας ανεξαρτήτων επιχειρήσεων από το άρθρο 13, σημεία 2 και 3, των γενικών αποφάσεων για τα έτη 1982, 1983 και 1984 ((1696/82/ΕΚΑΧ, της 30ής Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 191, σ. 1) 2177/83/ΕΚΑΧ, της 28ης Ιουλίου 1983 (ΕΕ L 208, σ. 1) 234/84/ΕΚΑΧ, της 31ης Ιανουαρίου 1984 (ΕΕ L 29, σ. 1) )).
23 Κατά την όγδοη αιτιολογική σκέψη της προαναφερθείσης γενικής αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ, η Επιτροπή έκρινε ότι έπρεπε:
"να επεκταθεί αυτή η δυνατότητα στις συγχωνεύσεις, κυρίως όταν αυτές οδηγούν στην κατάργηση ελασματουργείων εν θερμώ, η οποία συμβάλλει κατά τρόπο ιδιαίτερα σημαντικό στη μείωση της δυναμικότητας παραγωγής, που δεν αντισταθμίζεται ούτε με αυξήσεις της δυναμικότητας παραγωγής ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως αντιστάθμισμα χορηγούμενων ενισχύσεων".
24 'Οπως προκύπτει από το γράμμα και την οικονομία του άρθρου 13 της εν λόγω γενικής αποφάσεως, καθώς και από την προαναφερθείσα όγδοη αιτιολογική σκέψη, το νέο σημείο 4 αφορά τις περιπτώσεις συγκεντρώσεως, χωρισμού και δημιουργίας επιχειρήσεων, που ρυθμίζονται αντιστοίχως στα σημεία 1, 2 και 3 του εν λόγω άρθρου. Η εξουσία της Επιτροπής να προβαίνει στις αναγκαίες προσαρμογές σε περίπτωση συγκεντρώσεως, είναι, κατά συνέπεια, η ίδια με την εξουσία που διαθέτει σε περίπτωση χωρισμού ή σε περίπτωση δημιουργίας ανεξαρτήτων επιχειρήσεων.
25 Στις τρεις αυτές περιπτώσεις που προβλέπει το άρθρο 13, τα σημεία 1, 2 και 3 προβλέπουν ακριβείς κανόνες για τη χορήγηση νέων αναφορών. 'Οπως προκύπτει από το σύστημα του εν λόγω άρθρου, οι "ρυθμίσεις", για τις οποίες γίνεται λόγος στο σημείο 4, συνιστούν τροποποιήσεις σε σύγκριση με το εξαγόμενο των υπολογισμών που προβλέπουν τα προηγούμενα σημεία, τα οποία αποτελούν τους βασικούς κανόνες.
26 Το κείμενο της διατάξεως και η αιτιολογία της γενικής αποφάσεως δεν παρέχουν κριτήρια που να καθορίζουν υπό ποιες προϋποθέσεις οι προσαρμογές αυτές μπορούν να κριθούν ως "αναγκαίες". Κατά συνέπεια, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο σκοπός του συστήματος των ποσοστώσεων ο οποίος, όπως προκύπτει από το άρθρο 58, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, είναι η κατανομή κατά το δικαιότερο δυνατό τρόπο, σε όλες τις επιχειρήσεις, των περιορισμών της παραγωγής που καθιστά αναγκαίους η κρίση στον τομέα σιδήρου και χάλυβα.
27 Κατά συνέπεια, οι προσαρμογές που μπορεί να επιφέρει η Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 13, σημείο 4, μπορούν να θεωρηθούν ως αναγκαίες μόνο στην περίπτωση που η εφαρμογή των βασικών κανόνων καταλήγει σε αποτελέσματα που κρίνονται ως άδικα.
28 Για να καθορίσει αν πράγματι αυτό συμβαίνει, η Επιτροπή, η οποία μπορεί ενδεχομένως να ζητήσει τη γνώμη ομάδας εμπειρογνωμόνων, διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως των ειδικών περιστάσεων της κάθε συγκεντρώσεως, χωρισμού, ή δημιουργίας ανεξαρτήτων επιχειρήσεων. Μπορεί, ιδίως, να λάβει υπόψη της το γεγονός ότι μια συγκέντρωση συνεπάγεται, όπως στην παρούσα περίπτωση, το κλείσιμο εγκαταστάσεων. Ορθώς η προαναφερθείσα αιτιολογική σκέψη 8 της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ αναφέρεται στο ενδεχόμενο αυτό.
29 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή χορήγησε στην ΒSC τις επίδικες πρόσθετες αναφορές ως αντιστάθμισμα για την προσπάθεια αναδιαρθρώσεως που συνιστά το κλείσιμο των εγκαταστάσεων του Νewport, που είχε ως αποτέλεσμα σημαντική μείωση της δυναμικότητας παραγωγής και δεν θα είχε πραγματοποιηθεί, κατά την άποψη της Επιτροπής, χωρίς την παροχή του κινήτρου αυτού. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ένα τέτοιο κίνητρο βαίνει πέραν των "αναγκαίων ρυθμίσεων" που προβλέπει το άρθρο 13, σημείο 4.
30 Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τη σύγκριση μεταξύ του συστήματος της γενικής αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ και του συστήματος των αντιστοίχων γενικών αποφάσεων για τα προηγούμενα έτη. Πράγματι, οι γενικές αποφάσεις για τα έτη 1983 και 1984 (προαναφερθείσες) περιελάμβαναν το άρθρο 14β και 14Β αντιστοίχως, το οποίο παρείχε στην Επιτροπή την εξουσία να χορηγεί πρόσθετες ποσοστώσεις σε μια επιχείρηση στο πλαίσιο προγράμματος αναδιαρθρώσεως που έχει εγκρίνει η Επιτροπή και εφόσον τηρούνται ορισμένες προϋποθέσεις που καθορίζει το εν λόγω άρθρο. 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, η Επιτροπή είχε αρχικώς την πρόθεση να ενισχύσει αυτόν το μηχανισμό παροχής κινήτρων για την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων με τη γενική απόφαση για την παράταση του συστήματος για το έτος 1985, δεν προχώρησε, όμως, στην ενέργεια αυτή λόγω της αντιδράσεως που εκδηλώθηκε στους κόλπους του Συμβουλίου.
31 Κατά συνέπεια, το άρθρο 13, σημείο 4, της τελευταίας αυτής αποφάσεως δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι παρέχει στην Επιτροπή, μόνο για την περίπτωση συγκεντρώσεως επιχειρήσεων, την εξουσία να χορηγεί πρόσθετες αναφορές ως κίνητρο για το κλείσιμο εγκαταστάσεων που έχουν ως συνέπεια μείωση της δυναμικότητας παραγωγής, εφόσον η ίδια δεν προέβλεψε τη θέσπιση νομικού ερείσματος που να της παρέχει την εξουσία αυτή κατά τρόπο γενικό.
32 Καίτοι νομίμως μπορεί η Επιτροπή να ακολουθεί, στο πλαίσιο των ευθυνών της για τη διαχείριση της κρίσεως στον τομέα σιδήρου και χάλυβα, μια πολιτική κινήτρων υπέρ της αναδιάρθρωσης, ακόμα και με τη χορήγηση προσθέτων αναφορών ως αντιστάθμισμα για το κλείσιμο εγκαταστάσεων που έχουν ως συνέπεια μείωση της δυναμικότητας παραγωγής, δεν μπορεί, ωστόσο, να εφαρμόζει την πολιτική αυτή εκδίδοντας ατομικές αποφάσεις για τις οποίες δεν προβλέπεται νομικό έρεισμα στην εφαρμοστέα γενική απόφαση.
33 'Οπως προκύπτει από τα ανωτέρω, και χωρίς να απαιτείται να εξεταστούν οι υπόλοιποι λόγοι που προέβαλε η προσφεύγουσα, η επίδικη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί επειδή, ωστόσο, η προσφυγή κρίθηκε μερικώς απαράδεκτη, η ακύρωση πρέπει να αφορά εκείνα μόνο τα σημεία που προβλέπουν τη χορήγηση στην ΒSC προσθέτων αναφορών για τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
34 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η Επιτροπή ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση SG (86) D/3794 της Επιτροπής, της 26ης Μαρτίου 1986, που απευθύνεται στην British Steel Corporation, καθόσον προβλέπει, για τα προϊόντα της κατηγορίας ΙΙ, τη χορήγηση προσθέτων αναφορών παραγωγής (161 500 τόνους) και παραδόσεως (128 100 τόνους).
2)Η προσφυγή είναι απαράδεκτη κατά τα λοιπά.
3) Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy