Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Εργαζόμενοι - Δικαίωμα διαμονής των μελών των οικογενειών τους - Ανανέωση της αδείας διαμονής υπό την προϋπόθεση υπάρξεως κατάλληλης κατοικίας - Ανεπίτρεπτο
(Κανονισμός 1612/68 του Συμβουλίου, άρθρο 10, παράγραφος 3)
Περίληψη
Η ύπαρξη της θεωρουμένης για τους ημεδαπούς εργαζομένους ως κανονικής κατοικίας, προϋπόθεση από την οποία το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68 εξαρτά το δικαίωμα των μελών της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου να εγκαθίστανται μαζί του στο κράτος μέλος όπου αυτός εργάζεται, επιβάλλεται αποκλειστικά ως προϋπόθεση για την έλευση των μελών της οικογενείας του εργαζομένου πλησίον του. Μετά την ολοκλήρωση της επανενώσεως της οικογενείας, η κατάσταση του διακινουμένου εργαζομένου δεν πρέπει να διαφέρει από εκείνη των ημεδαπών εργαζομένων όσον αφορά τους όρους στεγάσεως. Κατά συνέπεια, λαμβάνοντας υπόψη τις εξουσίες που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη προκειμένου να αντιμετωπίζουν περιπτώσεις δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, είναι ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το προαναφερθέν άρθρο 10, παράγραφος 3, εθνική νομοθεσία προβλέπουσα τη μη ανανέωση της αδείας διαμονής μέλους της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου ή την a posteriori μείωση της διαρκείας ισχύος της λόγω του ότι η οικογενειακή κατοικία δεν μπορεί πλέον εξαιτίας της επελεύσεως νέου γεγονότος να θεωρηθεί ως κατάλληλη με βάση τα κριτήρια που ισχύουν συναφώς στον τόπο διαμονής, ενώ δεν προβλέπονται αναλόγου μεγέθους κυρώσεις για τους ημεδαπούς.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 249/86,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Joern Pipkorn, νομικό σύμβουλο, και Julian Currall, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kischberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τον Dietmar Knopp, δικηγόρο Κολωνίας, ειδικό πληρεξούσιο της κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη γραμματεία της πρεσβείας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, 20-22, avenue Emile-Reuter, L-2420,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθετικές διατάξεις που θέτουν ως απαραίτητη προϋπόθεση για την παράταση της ισχύος της αδείας διαμονής των μελών των οικογενειών των διακινουμένων εργαζομένων της Κοινότητας τη διαβίωσή τους υπό συνήθεις στεγαστικές συνθήκες και τούτο όχι μόνο κατά τον χρόνο εγκαταστάσεώς τους με τον ενδιαφερόμενο διακινούμενο εργαζόμενο, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33).
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, T. F. O' Higgins και F. Grevisse, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, M. Diez de Velasco και M. Zuleeg, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 24ης Νοεμβρίου 1988,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Δεκεμβρίου 1986, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθετικές διατάξεις που εξαρτούν την ανανέωση της αδείας διαμονής των μελών των οικογενειών των διακινουμένων εργαζομένων της Κοινότητας από την προϋπόθεση ότι διαβιώνουν σε κατάλληλη κατοικία και τούτο όχι μόνο κατά τον χρόνο εγκαταστάσεώς τους με τον ενδιαφερόμενο διακινούμενο εργαζόμενο, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968, περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων εντός της Κοινότητας.
2 Η Επιτροπή εκθέτει στην προσφυγή της ότι, κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, του Aufenthaltsgesetz EWG (νόμου περί διαμονής των υπηκόων των κρατών μελών της ΕΟΚ), όπως ίσχυε στις 31 Ιανουαρίου 1980 (BGBl. I 1980, 6.2.1980, σ. 117), "ύστερα από αίτηση χορηγείται άδεια διαμονής στα μέλη της οικογενείας (άρθρο 1, παράγραφος 2) προσώπου, ήδη κατόχου αδείας διαμονής, διαθέτοντος για το ίδιο και τα μέλη της οικογενείας του κατοικία, η οποία, με βάση τα κριτήρια που ισχύουν επί του θέματος στον τόπο διαμονής, κρίνεται ως κατάλληλη". Το ίδιο άρθρο διευκρινίζει στην παράγραφο 5, προτελευταία περίοδο, ότι η "ισχύς της χορηγουμένης στα μέλη της οικογενείας των εργαζομένων αδείας διαμονής παρατείνεται ύστερα από σχετική αίτηση για πέντε τουλάχιστον έτη, εφόσον εξακολουθούν να συντρέχουν οι αναγκαίες για τη χορήγησή της προϋποθέσεις", ενώ η παράγραφος 9 της διατάξεως αυτής προβλέπει ότι η "διάρκεια ισχύος της αδείας διαμονής μπορεί να μειωθεί a posteriori, εφόσον δεν πληρούνται πλέον οι αναγκαίες για τη χορήγησή της προϋποθέσεις". Σύμφωνα με καταγγελίες που έγιναν στην Επιτροπή, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αρνείται σε ορισμένες περιπτώσεις την παράταση της ισχύος της αδείας διαμονής στα μέλη της οικογενείας διακινουμένου εργαζομένου επ' απειλή λήψεως αστυνομικών μέτρων, όπως η αποπομπή τους στη χώρα καταγωγής τους, εφόσον η κατοικία του εργαζομένου και της οικογενείας του δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις που ισχύουν στον τόπο διαμονής.
3 Κρίνοντας ότι το άρθρο 7 του Aufenthaltsgesetz EWG είναι ασυμβίβαστο προς το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ και το άρθρο 10, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 1612/68, η Επιτροπή απηύθυνε στις 11 Σεπτεμβρίου 1984 προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έγγραφο οχλήσεως , σύμφωνα με το άρθρο 169, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. 'Υστερα από εξέταση των παρατηρήσεων που της απηύθυνε με έγγραφο της 6ης Νοεμβρίου 1984 η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Επιτροπή διατύπωσε στις 9 Σεπτεμβρίου 1985 αιτιολογημένη γώμη. Κρίνοντας τις παρατηρήσεις της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, όπως διατυπώνονται σε απάντηση της αιτιολογημένης γνώμης με έγγραφο της 4ης Δεκεμβρίου 1985, ως μη ικανοποιητικές, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς οι επίμαχες κοινοτικές και εθνικές διατάξεις, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
5 Το άρθρο 10, παράγραφοι 1 και 2, του προαναφερθέντος κανονισμού 1612/68 αναγνωρίζει κατ' ουσίαν στα μέλη της οικογενείας του διακινουμένου εργαζομένου, υπηκόου κράτους μέλους, το δικαίωμα να εγκαθίστανται με τον εργαζόμενο στο κράτος μέλος όπου αυτός εργάζεται η παράγραφος 3 της διατάξεως αυτής ορίζει ότι, "για την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 2, ο εργαζόμενος πρέπει να διαθέτει για την οικογένειά του κατοικία, η οποία θεωρείται κανονική για τους ημεδαπούς εργαζομένους στην περιφέρεια όπου απασχολείται, χωρίς ωστόσο η διάταξη αυτή να δύναται να οδηγήσει στη δημιουργία διακρίσεως μεταξύ των ημεδαπών εργαζομένων και των εργαζομένων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη". Οι απόψεις των διαδίκων διίστανται ως προς την ερμηνεία της διατάξεως αυτής.
6 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι η εν λόγω διάταξη έχει ως αντικείμενο να ρυθμίζει το δικαίωμα διαμονής καθ' όλο το χρόνο διαμονής στο κράτος υποδοχής και ότι η τήρηση της υποχρεώσεως που συνίσταται στην ύπαρξη κανονικής κατοικίας και ισχύει καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής, πρέπει, συνακόλουθα, να ελέγχεται τόσο κατά την άφιξη όσο και κατά τη διαμονή στο κράτος υποδοχής κάθε νέου μέλους της οικογενείας, ιδίως δε επ' ευκαιρία της ανανεώσεως της αδείας διαμονής. Υπό τις περιστάσεις αυτές, με το άρθρο 7 του Aufenthaltsgesetz EWG δεν παραβιάζεται το κοινοτικό δίκαιο.
7 Αντίθετα, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68 αφορά αποκλειστικά τον χρόνο κατά τον οποίο τα μέλη της οικογενείας του διακινουμένου εργαζομένου εγκαθίστανται υπό την αυτή στέγη. Κατά συνέπεια, η προβλεπόμενη στην εν λόγω παράγραφο προϋπόθεση στεγάσεως έχει την έννοια ότι τα κράτη μέλη μπορούν να την επικαλεστούν μόνον επ' ευκαιρία της αρχικής αφίξεως των μελών της οικογενείας του εργαζομένου στο έδαφός τους.
8 Καταρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου προσδιορίζουν το περιεχόμενο της αρχής περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, όπως διατυπώνεται στα άρθρα 48 και 49 της Συνθήκης ΕΟΚ. Συνεπώς, ο κανονισμός αυτός πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως των ανωτέρω διατάξεων της Συνθήκης που επιβάλλουν τη θέσπιση όλων των αναγκαίων μέτρων για τη βαθμιαία επίτευξη της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων.
9 Πρέπει επίσης να υπομνηστεί συναφώς ότι, όπως έχει δεχθεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 8ης Απριλίου 1976 (στην υπόθεση 48/75, Royer, Slg. 1976, σ. 497), το δικαίωμα των υπηκόων κράτους μέλους να εισέρχονται σε άλλο κράτος μέλος και να διαμένουν σ' αυτό για τους σκοπούς που επιδιώκει η Συνθήκη - ιδίως για την αναζήτηση ή άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας, έμμισθης ή ανεξάρτητης ή τη μετάβασή τους σ' αυτό για την επανένωσή τους με τον/τη σύζυγο ή την οικογένειά τους - αποτελεί δικαίωμα αναγνωριζόμενο ευθέως από τη Συνθήκη ή, ανάλογα με την περίπτωση, από τις διατάξεις που θεσπίστηκαν προς εκτέλεσή της, το δικαίωμα δε αυτό κτάται ανεξάρτητα από την έκδοση εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους αδείας διαμονής.
10 Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 1612/68 πρέπει να ερμηνευθεί υπό το φως του απαιτουμένου σεβασμού της οικογενειακής ζωής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 της σύμβασης για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Ο σεβασμός αυτός αποτελεί μέρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, επιβεβαιωθείσα στο προοίμιο της Ευρωπαϊκής Ενιαίας Πράξης, αναγνωρίζονται από το κοινοτικό δίκαιο.
11 Τέλος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68 επιβάλλεται να ερμηνευθεί σε συνάρτηση με το σύστημα και τον σκοπό του κανονισμού. 'Οπως προκύπτει από το σύνολο των εν λόγω διατάξεων, το Συμβούλιο, προκειμένου να διευκολύνει την κυκλοφορία των μελών της οικογενείας των εργαζομένων, έλαβε υπόψη, αφενός μεν, τη σημασία που από ανθρωπιστική άποψη αποδίδει ο εργαζόμενος στην έλευση της οικογενείας του πλησίον του, αφετέρου δε, την ευρύτερη σημασία που ενέχει η ενσωμάτωση του ιδίου και της οικογενείας του στο κράτος μέλος υποδοχής, χωρίς καμιά διαφορά ως προς τη μεταχείριση σε σχέση με τους ημεδαπούς.
12
'Οπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που προηγήθηκαν, το προαναφερθέν άρθρο 10, παράγραφος 3, έχει την έννοια ότι η ύπαρξη της θεωρουμένης ως κανονικής κατοικίας επιβάλλεται αποκλειστικά ως προϋπόθεση για την έλευση πλησίον του εργαζομένου των μελών της οικογενείας του, ενώ μετά την ολοκλήρωση της επανενώσεως της οικογενείας η κατάσταση του διακινουμένου εργαζομένου δεν πρέπει να διαφέρει από εκείνη των ημεδαπών εργαζομένων όσον αφορά τους όρους στεγάσεως.
13 Κατά συνέπεια, σε περίπτωση κατά την οποία η θεωρούμενη κατά τη στιγμή της αφίξεως των μελών της οικογενείας του διακινουμένου εργαζομένου ως κανονική κατοικία δεν ανταποκρίνεται πλέον προς την απαίτηση αυτή λόγω της επελεύσεως νέου γεγονότος, όπως η γένεση ή η ενηλικίωση τέκνου, τα ενδεχομένως ληπτέα μέτρα έναντι των μελών της οικογενείας του εργαζομένου δεν πρέπει να διαφέρουν από τα απαιτούμενα για τους ημεδαπούς και να οδηγούν σε διάκριση μεταξύ ημεδαπών και λοιπών κοινοτικών υπηκόων.
14 Η επιβολή διαφορετικών κυρώσεων συνάδει προς τους επιδιωκομένους με το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68 στόχους μόνο σε περίπτωση που ο διακινούμενος εργαζόμενος εξευρίσκει κατάλληλη κατοικία αποκλειστικά και μόνο για να καταστεί δυνατή η χορήγηση του δικαιώματος διαμονής στα μέλη της οικογενείας του, στη συνέχεια δε την εγκαταλείπει μετά τη λήψη της σχετικής αδείας.
15 Κατά συνέπεια, η γερμανική νομοθεσία είναι ασυμβίβαστη με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο στο μέτρο που προβλέπει τη μη ανανέωση της αδείας διαμονής ή την a posteriori μείωση της διαρκείας ισχύος της αδείας διαμονής μέλους της οικογενείας του διακινουμένου εργαζομένου λόγω του γεγονότος ότι η οικογενειακή κατοικία δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως κατάλληλη με βάση τα κριτήρια που ισχύουν συναφώς στον τόπο διαμονής, ενώ δεν προβλέπονται αναλόγου μεγέθους κυρώσεις για τους ημεδαπούς.
16 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα της ελεύθερης κυκλοφορίας πρέπει να περιορίζεται όταν απειλούνται η δημόσια ασφάλεια και η δημόσια τάξη η διαβίωση σε ακατάλληλη κατοικία διαταράσσει τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια τάξη, έννοιες που κατά την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας πρέπει να προσδιορίζονται βάσει εθνικών κριτηρίων το επίδικο άρθρο 7 του Aufenthaltsgesetz EWG δεν επιτελεί κατ' ουσίαν κατασταλτική λειτουργία, αλλά διαδραματίζει προληπτικό ρόλο πρόκειται για μέτρο το οποίο είναι αναγκαίο, ώστε να παροτρύνει τους εργαζομένους να τηρούν την προϋπόθεση στεγάσεως. Συνεπώς, η διάταξη αυτή δικαιολογείται βάσει του άρθρου 48 της Συνθήκης.
17 Πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977 (υπόθεση 30/77, Bouchereau, Slg. 1977, σ. 1999), η επίκληση της εννοίας της δημοσίας τάξεως προϋποθέτει την ύπαρξη, πέραν της διασαλεύσεως της κοινωνικής τάξεως που συνιστά οποιαδήποτε παράβαση του νόμου, πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, θίγουσας θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας.
18 Πρέπει περαιτέρω να υπομνηστεί ότι, ενόψει του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 64/221/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1964, περί του συντονισμού των ειδικών μέτρων για τη διακίνηση και τη διαμονή αλλοδαπών, τα οποία δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας ή δημοσίας υγείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 16), σύμφωνα με το οποίο "τα μέτρα δημοσίας τάξεως ή δημοσίας ασφαλείας πρέπει να βασίζονται αποκλειστικά στην προσωπική συμπεριφορά του ατόμου που αφορούν", το Δικαστήριο διευκρίνισε, με την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1975 (υπόθεση 67/74, Bonsignore, Slg. 1975, σ. 297), ότι, "όσον αφορά τα μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία της δημοσίας τάξεως και της δημοσίας ασφαλείας, δεν μπορούν να αντιταχθούν έναντι των υπηκόων των κρατών μελών της Κοινότητας λόγοι που δεν αφορούν ατομικές περιπτώσεις" ή "εντάσσονται στο πλαίσιο γενικής προλήψεως".
19 Πρέπει στη συνέχεια να υπογραμμιστεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 10ης Μαΐου 1982 (συνεκδικασθείσες υποθέσεις 115 και 116/81, Adoui και Cornuaille, Συλλογή 1982, σ. 1665), μολονότι το κοινοτικό δίκαιο δεν επιβάλλει στα κράτη μέλη ομοιόμορφη κλίμακα αξιών ως προς την εκτίμηση της συμπεριφοράς που μπορεί να θεωρηθεί ως αντικειμένη προς τη δημόσια τάξη, εντούτοις, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ορισμένη συμπεριφορά δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αρκετά επίμεμπτη για να δικαιολογήσει περιορισμούς στην είσοδο ή διαμονή στο κράτος μέλος υπηκόου άλλου κράτους μέλους, στην περίπτωση κατά την οποία το πρώτο κράτος μέλος δεν λαμβάνει, σε σχέση με την ίδια συμπεριφορά και όταν αυτή προέρχεται από τους δικούς του υπηκόους, κατασταλτικά ή άλλα πραγματικά και αποτελεσματικά μέτρα, προορισμένα για την καταπολέμηση της συμπεριφοράς αυτής. Συνεπώς, το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί, επικαλούμενο την επιφύλαξη περί δημοσίας τάξεως των άρθρων 48 και 56 της Συνθήκης, να απομακρύνει από το έδαφός του υπήκοο άλλου κράτους μέλους ή να αρνηθεί την είσοδό του στο έδαφός του λόγω συμπεριφοράς η οποία, όταν επιδεικνύεται από δικούς του υπηκόους, δεν οδηγεί στη λήψη κατασταλτικών ή άλλων πραγματικών και αποτελεσματικών μέτρων προορισμένων για την καταπολέμησή της.
20 Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ιδιαίτερα δε σύμφωνα με την απόφαση της 7ης Ιουλίου 1976 (υπόθεση 118/75, Watson και Belmann, Slg. 1976, σ. 1185), το μέτρο της απελάσεως συνιστά αναίρεση του ιδίου του δικαιώματος που απονέμει και εγγυάται η Συνθήκη, η επιβολή δε της κυρώσεως αυτής δεν δικαιολογείται, αν είναι τόσο δυσανάλογη προς τη σοβαρότητα της παραβάσεως, ώστε να εμποδίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων.
21 Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίστηκε επίσης ότι ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζουν στην πράξη οι γερμανικές αρχές το άρθρο 7 του νόμου περί διαμονής των υπηκόων ΕΟΚ (Aufenthaltsgesetz EWG) δεν οδηγεί σε διακρίσεις σε βάρος των οικογενειών των διακινουμένων εργαζομένων και ότι ουδέποτε απελάθηκε μέλος της οικογενείας εργαζομένου.
22 Πρέπει συναφώς να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, οι διοικητικές απλώς πρακτικές, οι οποίες εξ ορισμού μπορούν να μεταβάλλονται κατά το δοκούν από τη διοίκηση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη.
23 'Οπως προκύπτει από το σύνολο των προεκτεθέντων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθετικές διατάξεις που εξαρτούν την ανανέωση της αδείας διαμονής των μελών της οικογενείας των διακινουμένων εργαζομένων της Κοινότητας από την προϋπόθεση ότι διαβιώνουν σε κατάλληλη κατοικία και μάλιστα όχι μόνο κατά το χρόνο εγκαταστάσεώς τους με τον ενδιαφερόμενο διακινούμενο εργαζόμενο, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968.
24 Ενόψει του ότι η γερμανική νομοθεσία είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 10, παράγραφος 3, του προαναφερθέντος κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, παρέλκει η εξέταση της αιτιάσεως της Επιτροπής ότι η εν λόγω νομοθεσία είναι ασυμβίβαστη και προς το άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Επειδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφαίνεται:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθετικές διατάξεις που εξαρτούν την ανανέωση της αδείας διαμονής των μελών της οικογενείας διακινούμενων εργαζομένων της Κοινότητας από την προϋπόθεση ότι διαβιώνουν σε κατάλληλη κατοικία και μάλιστα όχι μόνο κατά τον χρόνο εγκαταστάσεώς τους με τον ενδιαφερόμενο διακινούμενο εργαζόμενο, αλλά και καθ' όλη τη διάρκεια της διαμονής τους, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1612/68 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1968.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy