Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Κανονισμός με τον οποίο αποκλείονται οι επιχειρηματίες κράτους μέλους από τις ευεργετικές διατάξεις συστήματος πριμοδοτήσεων που θεσπίσθηκε με προγενέστερο κανονισμό - Επιχειρηματίας που είχε πρόωρα υποβάλει αίτηση για τη χορήγηση πριμοδοτήσεων βάσει τους καταστάντος ανεφάρμοστου κανονισμού - Είναι απαράδεκτη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 173, εδάφιο 2 κανονισμός του Συμβουλίου 2239/86, άρθρο 6, παράγραφος 6)
Περίληψη
Μια διάταξη κανονισμού, με την οποία, στο πλαίσιο της εισαγωγής ενός ιδιαίτερου συστήματος σ' ένα κράτος μέλος, καταργείται η δυνατότητα υπαγωγής ενός επιχειρηματία στις ευεργετικές διατάξεις συστήματος πριμοδοτήσεων που θεσπίσθηκε με προγενέστερο κανονισμό, δεν αφορά ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης, τον εν λόγω επιχειρηματία, έστω και αν ο τελευταίος είχε υποβάλει, πριν από την έναρξη ισχύος της διατάξεως αυτής, αίτηση για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως βάσει του προηγούμενου συστήματος, εφόσον η αίτησή του, η οποία είχε κατατεθεί πρόωρα, δεν μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να παραγάγει έννομα αποτελέσματα πριν από τη θέσπιση του νέου συστήματος.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 253/86,
Sociedade Agro-Pecuaria Vicente Nobre, Lda., με έδρα το Rio Maior, Ribeira de Sao Joaο, Πορτογαλία, εκπροσωπούμενη από τον J. Jalles, δικηγόρο Λισσαβόνας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο J. Biver, 7, cote d' Eich, Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από το νομικό του σύμβουλο B. Schloh, επικουρούμενο από τον A. Lopes Sabino, μέλος της νομικής του υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Kaeser, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, boulevard Konrad-Adenauer, Λουξεμβούργο,
καθού,
υποστηριζόμενου από
την Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τη M. J. Merelo de Figueiredo Abecasis και τον L. Ines Fernandez, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Πορτογαλίας, 33, allee Scheffer,
και από
την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους P. Oliver και L. Antunes, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
παρεμβαίνουσες,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του άρθρου 6, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2239/86 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1986, για ειδική κοινή δράση για τη βελτίωση των αμπελοοινικών διαρθρώσεων στην Πορτογαλία (ΕΕ L 196, σ. 1) και, επικουρικώς, την αποκατάσταση της ζημίας που προέκυψε από τη μη εφαρμογή του κανονισμού (ΕΟΚ) 777/85 του Συμβουλίου, της 26ης Μαρτίου 1985 (ΕΕ L 88, σ. 8),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο τμήματος, T. Koopmans, K. Bahlmann, K. Κακούρη και T. F. O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 21ης Ιανουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Φεβρουαρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Οκτωβρίου 1986, η Sociedade Agro-Pecuaria Vicente Nobre, Lda., Rio Maior, Πορτογαλία, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί την ακύρωση του άρθρου 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 2239/86 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1986, για ειδική κοινή δράση για τη βελτίωση των αμπελοοινικών διαρθρώσεων στην Πορτογαλία (ΕΕ L 196, σ. 1) και, επικουρικώς, την αποκατάσταση της ζημίας που προέκυψε από τη μη εφαρμογή του κανονισμού 777/85 του Συμβουλίου της 26ης Μαρτίου 1985, για τη χορήγηση, για τις αμπελουργικές περιόδους 1985/86 μέχρι 1989/90, πριμοδοτήσεων για οριστική εγκατάλειψη ορισμένων εκτάσεων φυτευμένων με αμπέλους (ΕΕ L 88, σ. 8).
2 Η προσφεύγουσα, η οποία είναι ιδιοκτήτρια αμπελώνα στην Πορτογαλία, υπέβαλε, στις 20 Ιουνίου 1986, στον πορτογάλο Υφυπουργό Γεωργικής Αναπτύξεως καθώς και στον πορτογάλο Υπουργό Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων δύο πανομοιότυπες αιτήσεις για τη χορήγηση πριμοδοτήσεων για την οριστική εγκατάλειψη της εκμεταλλεύσεως ενός αμπελώνα. Με τις δύο αυτές αιτήσεις, ζητήθηκε επίσης η κατάταξη της συγκεκριμένης αμπελουργικής έκτασης. Με διορθωτική επιστολή της 8ης Ιουλίου 1986, η προσφεύγουσα γνωστοποίησε στις ίδιες αρχές ότι οι αιτήσεις της υποβλήθηκαν δυνάμει του προαναφερθέντος κανονισμού 777/85 του Συμβουλίου.
3 Με έγγραφο της 31ης Ιουλίου 1986, ο Υφυπουργός Γεωργικής Αναπτύξεως απέρριψε τις αιτήσεις της προσφεύγουσας πληροφορώντας την ότι ο κανονισμός 777/85 δεν έχει εφαρμογή στην Πορτογαλία μετά την έκδοση του κανονισμού 2239/86 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουλίου 1986, για ειδική κοινή δράση για τη βελτίωση των αμπελοοινικών διαρθρώσεων στην Πορτογαλία.
4 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού 777/85, "οι εκμεταλλευόμενοι αμπελουργικές εκτάσεις ... τυγχάνουν, κατά τη διάρκεια των αμπελουργικών περιόδων 1985/86 έως 1989/90, μετά από αίτησή τους και υπό τους όρους που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, πριμοδότησης για οριστική εγκατάλειψη της αμπελοκαλλιέργειας ...". Με το άρθρο 3 του ίδιου κανονισμού καθορίζονται ορισμένες περιστάσεις λόγω των οποίων η χορήγηση της πριμοδότησης για την οριστική εγκατάλειψη αποκλείεται.
5 Με τον κανονισμό 2239/86, που τέθηκε σε ισχύ στις 21 Ιουλίου 1986, προβλέπονται ορισμένες δραστηριότητες αναδιαρθρώσεως, όπως η εκρίζωση αμπέλων, για τις οποίες ισχύει σύστημα ενισχύσεων. Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, στους εκμεταλλευόμενους αμπελουργικές εκτάσεις "χορηγείται, μετά από αίτησή τους, πριμοδότηση για την οριστική εγκατάλειψη της αμπελοκαλλιέργειας". Στο άρθρο 6, παράγραφος 6, ορίζεται ότι "κατά τη διάρκεια της κοινής δράσης, οι αμπελοκαλλιεργητές δεν λαμβάνουν την πριμοδότηση οριστικής εγκατάλειψης που προβλέπει ο κανονισμός 777/85".
6 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι το σύστημα πριμοδοτήσεων για την οριστική εγκατάλειψη της αμπέλου που έχει θεσπιστεί με τον κανονισμό 2239/86 είναι από αρκετές απόψεις λιγότερο ευνοϊκό από το σύστημα που προβλέπει ο κανονισμός 777/85. Φρονεί ότι με τον κανονισμό 2239/86 όχι μόνο δεν χορηγείται η πριμοδότηση σ' όσους είχαν υποβάλει σχετική αίτηση πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά ούτε και διασφαλίζεται το ποσό που οι ενδιαφερόμενοι θα δικαιούνταν δυνάμει του κανονισμού 777/85.
7 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 2239/86 παραβιάζει ορισμένες γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου και συγκεκριμένα τις αρχές της ασφάλειας του δικαίου, του σεβασμού των κεκτημένων δικαιωμάτων, της μη αναδρομικότητας των νόμων και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
8 Τόσο το Συμβούλιο όσο και η Πορτογαλική Δημοκρατία και η Επιτροπή, που παρεμβαίνουν υπέρ αυτού, προτείνουν ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής, ισχυριζόμενοι ότι δεν συντρέχουν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, όσον αφορά το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως κανονισμού η οποία ασκείται από φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Ο εν λόγω κανονισμός δεν αφορά την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά, εφόσον οι αιτήσεις της περί χορηγήσεως ενισχύσεων δεν μπορούσαν να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα πριν από την έναρξη της περιόδου 1986/87, δηλαδή πριν από την 1η Σεπτεμβρίου 1986.
9 Το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνουσες θεωρούν επίσης απαράδεκτο το περί αποκαταστάσεως της ζημίας αίτημα εφόσον η προσφεύγουσα δεν πληροί τους όρους του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού διαδικασίας. Φρονούν ότι το σχετικό δικόγραφο δεν περιέχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη ζημίας.
10 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του αιτήματος ακυρώσεως
11 Κατά το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να ασκήσει προσφυγή κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ' αυτό, καθώς και κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
12 Σχετικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο κανονισμός 2239/86 είναι γενικής ισχύος εφόσον εφαρμόζεται αορίστως επί ενός συνόλου επιχειρηματιών με σκοπό τη συνολική βελτίωση των αμπελοοινικών διαρθρώσεων στην Πορτογαλία βάσει ορισμένων αντικειμενικών κριτηρίων.
13 'Οσον αφορά το ζήτημα αν το άρθρο 6, παράγραφος 6, του κανονισμού 2239/86 αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα, πρέπει καταρχάς να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και ιδίως κατά την πρόσφατη απόφαση της 24ης Φεβρουαρίου 1987 (Deutz und Geldermann κατά Συμβουλίου, 26/86, Συλλογή 1987, σ. 941), προκειμένου να θεωρηθεί ότι μια πράξη αφορά ατομικώς υποκείμενα δικαίου διαφορετικά από αυτά προς τα οποία απευθύνεται, πρέπει η έννομη κατάσταση των πρώτων να θίγεται λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως η οποία τα διαφοροποιεί σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και τα εξατομικεύει όπως ακριβώς και τα πρόσωπα προς τα οποία απευθύνεται.
14 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση διότι είχε υποβάλει αιτήσεις περί χορηγήσεως ενισχύσεων σύμφωνα με τον κανονισμό 777/85. Η άποψη αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Πράγματι, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να επιλυθεί το πρόβλημα αν μια αίτηση που υποβάλλεται εντός της προβλεπόμενης από την εν λόγω διάταξη προθεσμίας μπορεί να εξατομικεύσει έναν αμπελοκαλλιεργητή, αρκεί να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είχε υποβάλει, στις 20 Ιουνίου 1986, δύο αιτήσεις με τις οποίες ζητούσε τη χορήγηση πριμοδοτήσεων για την οριστική εγκατάλειψη της εκμεταλλεύσεως αμπελώνα δεν μπορεί να την εξατομικεύσει σε σχέση με τους άλλους αμπελοκαλλιεργητές που αφορά ο εν λόγω κανονισμός. Τέτοιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να έχει η αίτηση που υποβλήθηκε πρόωρα όπως εν προκειμένω.
15 Ενόψει όλων των προηγούμενων σκέψεων, η προσφυγή ακυρώσεως πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Επί του αιτήματος αποζημιώσεως
16 'Οσον αφορά το παραδεκτό του αιτήματος αποζημιώσεως, πρέπει, καταρχάς να παρατηρηθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 1986 (Krohn κατά Επιτροπής, 175/84, Συλλογή 1986, σ. 753), η αγωγή αποζημιώσεως βάσει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης θεσπίστηκε ως αυτοτελές ένδικο βοήθημα που επιτελεί ιδιαίτερη λειτουργία στο πλαίσιο του συστήματος παροχής έννομης προστασίας και υπάγεται σε προϋποθέσεις ασκήσεως που έχουν οριστεί έτσι ώστε να υπηρετούν το σκοπό του.
17 Το καθού και οι παρεμβαίνουσες ισχυρίζονται ότι το αίτημα αποζημιώσεως είναι απαράδεκτο δεδομένου ότι η προσφεύγουσα δεν πληροί τους όρους του άρθρου 38, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού διαδικασίας. Στο δικόγραφο προσφυγής δεν περιλαμβάνεται κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να διαπιστωθεί οποιαδήποτε ζημία σε βάρος της προσφεύγουσας.
18 Το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Πράγματι, πρέπει να παρατηρηθεί ότι από τις διευκρινίσεις της προσφεύγουσας προκύπτει ότι αντικείμενο του αιτήματος αποζημιώσεως αποτελεί η βάσει του κανονισμού 777/85 πριμοδότηση για την εγκατάλειψη της αμπελοκαλλιέργειας, πριμοδότηση η οποία έπρεπε, κατ' αυτήν, να της έχει χορηγηθεί.
19 'Οσον αφορά το βάσιμο του αιτήματος αυτού, πρέπει να υπομνηστεί η νομολογία του Δικαστηρίου κατά την οποία, για να υφίσταται, δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, ευθύνη της Κοινότητας, προϋποτίθεται η συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων που αφορούν τον παράνομο χαρακτήρα των ενεργειών που αποδίδονται στα κοινοτικά όργανα, την ύπαρξη της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ενεργειών αυτών και της προβαλλόμενης ζημίας (βλέπε ιδίως απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1987, Zuckerfabrik Bedburg και λοιποί κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, 281/84, Συλλογή 1987, σ. 49). Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, προκειμένου περί κανονιστικών πράξεων, ο παράνομος χαρακτήρας της σχετικής ενέργειας πρέπει να συνιστά κατάφωρη παράβαση υπέρτερου κανόνα δικαίου που προστατεύει τους ιδιώτες.
20 Η προσφεύγουσα φρονεί ότι εν προκειμένω έχουν παραβιαστεί οι αρχές του σεβασμού των κεκτημένων δικαιωμάτων, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας του δικαίου και της μη αναδρομικότητας των νόμων.
21 'Οσον αφορά το σεβασμό των κεκτημένων δικαιωμάτων, έχει ήδη διαπιστωθεί ότι η εκ μέρους της προσφεύγουσας υποβολή αιτήσεων για ενισχύσεις ήταν πρόωρη. Εξ αυτού έπεται ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, δεν δημιουργήθηκε υπέρ της προσφεύγουσας κανένα κεκτημένο δικαίωμα που θα μπορούσε να έχει παραβιαστεί.
22 'Οσον αφορά την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να αναγνωριστεί ότι όχι μόνο το πρωτόκολλο αριθ. 24 της πράξεως προσχωρήσεως, για τις γεωργικές διαρθρώσεις της Πορτογαλίας (ΕΕ L 302, σ. 464) προβλέπει ότι οι προϋποθέσεις επιλογής για την εκ μέρους της Κοινότητας χρηματοδότηση πρέπει να προσαρμοστούν προς την ιδιαιτερότητα της κατάστασης της Πορτογαλίας, αλλά επίσης ότι, κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 777/85, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει την τροποποίηση του ποσού της πριμοδότησης. Επομένως η προσφεύγουσα κατ' ουδένα τρόπο μπορούσε να προσδοκά δικαιολογημένα τη χορήγηση πριμοδοτήσεων.
23 Εξάλλου, δεδομένου ότι ο κανονισμός 2239/86 άρχισε να εφαρμόζεται από την περίοδο 1986/87, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν παραβιαστεί ούτε η αρχή της ασφάλειας του δικαίου ούτε η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
24 Επομένως, το αίτημα αποζημιώσεως δεν είναι βάσιμο.
25 Κατά συνέπεια, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων των παρεμβάντων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων των παρεμβάντων.
Full & Egal Universal Law Academy