Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Προνόμια και ασυλίες των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Μόνιμοι και μη μόνιμοι υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Απαλλαγή από εθνικούς φόρους των καταβαλλόμενων από τις Κοινότητες αποδοχών - 'Εκταση απαλλαγής - Φόρος ακινήτων που βαρύνει το μισθωτή - Μειώσεις της προκαταβολής μη ισχύουσες λόγω του ότι ο μισθωτής είναι μόνιμος ή μη μόνιμος υπάλληλος των Κοινοτήτων - Δεν επιτρέπεται
( Πρωτόκολλο περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άρθρο 11, εδάφιο 2 )
Περίληψη
Το άρθρο 13, δεύτερη παράγραφος, του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποσκοπεί στην απαλλαγή από κάθε εθνική φορολογική επιβάρυνση, είτε άμεση είτε έμμεση, των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται από τις Κοινότητες στους μόνιμους ή μη μόνιμους υπαλλήλους τους και απαγορεύει κάθε εθνική φορολογική επιβάρυνση, ασχέτως της φύσεως ή των λεπτομερειών επιβολής της, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να πλήττονται, άμεσα ή έμμεσα, οι μόνιμοι ή μη μόνιμοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων, λόγω του ότι εισπράττουν αποδοχές καταβαλλόμενες από τις Κοινότητες, έστω κι αν ο εν λόγω φόρος δεν υπολογίζεται κατ' αναλογία του ύψους των αποδοχών αυτών .
Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος δεν εφαρμόζει, προκειμένου περί φόρου ακινήτων ο οποίος βαρύνει στην πραγματικότητα το μισθωτή, μειωμένο συντελεστή εφόσον ο μισθωτής ή ο σύζυγός του απαλλάσσεται, ως μόνιμος ή μη μόνιμος υπάλληλος των Κοινοτήτων, εθνικού φόρου επί της καταβαλλόμενης από τις Κοινότητες αμοιβής, συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από την προαναφερθείσα διάταξη .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 260/86,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Philippe Combescot, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Εξωτερικών, διά του Jan Devadder, βοηθού συμβούλου στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας για την Ανάπτυξη, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την εδώ βελγική πρεσβεία, 4, rue des Girondins,
καθού,
στην οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη παρέχοντας το ευεργέτημα της μείωσης της προκαταβολής του φόρου ακινήτων σε περίπτωση που στην κατοικία διαμένει μισθωτής απαλλασσόμενος του φόρου φυσικών προσώπων δυνάμει διεθνών συμβάσεων και μη λαμβάνοντας μέτρα για την απόδοση των ποσών που αντιστοιχούν στις μειώσεις που δεν ίσχυσαν κατά τα προηγούμενα οικονομικά έτη, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 13, δεύτερη παράγραφος, και 14 του πρωτοκόλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και 7 της Συνθήκης .
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G . Bosco και O . Due, προέδρους τμήματος, U . Everling, K . Bahlmann, Y . Galmot και R . Joliet, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : J . Mischo
γραμματέας : D . Louterman, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και ύστερα από την προφορική διαδικασία της 3ης Δεκεμβρίου 1987 κατά την οποία η προσφεύγουσα εκπροσωπήθηκε από τη C . Berardis-Kayser, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιανουαρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη απόφαση
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Οκτωβρίου 1986, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 13, δεύτερη παράγραφος, και 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( εφεξής : το πρωτόκολλο ) και το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ
- θεσπίζοντας τις διατάξεις του άρθρου 17 του νόμου της 10ης Φεβρουαρίου 1981, ήδη άρθρου 162, παράγραφος 6, του code des impots sur les revenus ( κώδικα φορολογίας εισοδήματος ),
-εφαρμόζοντας στους μόνιμους ή μη μόνιμους υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, από το οικονομικό έτος 1981, τις εν λόγω διατάξεις με τις οποίες τους αφαιρείται το ευεργέτημα των μειώσεων της προκαταβολής του φόρου ακινήτων οι οποίες ισχύουν κανονικά για τα πρόσωπα που καταβάλλουν φόρο επί του μισθού τους στο βελγικό δημόσιο, χωρίς να αναγνωριστεί στους εν λόγω υπαλλήλους το δικαίωμα να αξιώσουν την απόδοση των καταβληθέντων σχετικά ποσών .
2 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η εν λόγω προκαταβολή του φόρου ακινήτων επιβάλλεται επί του βάσει του σχετικού κτηματολογίου υπολογιζομένου εισοδήματος εκ των κειμένων στο Βέλγιο ακινήτων . Η προκαταβολή αυτή οφείλεται από τον κύριο, το νεμόμενο, τον εμφυτευτή ( emphyteote ), τον έχοντα δικαίωμα επιφανείας ( superficiaire ) ή τον επικαρπωτή των υποκείμενων σε φορολογία πραγμάτων . Είναι δυνατό να ισχύουν μειώσεις της προκαταβολής, ιδίως με γνώμονα την κοινωνική κατάσταση του ενοίκου του ακινήτου . 'Ετσι, δυνάμει του άρθρου 162, παράγραφος 1, περιπτώσεις 2 και 3, του βελγικού κώδικα φορολογίας εισοδήματος, εφαρμόζεται μείωση 10 έως 20 %, ανάλογα με την περίπτωση, εφόσον το ακίνητο κατοικείται από ανάπηρο πολέμου, μειονεκτούν άτομο ή οικογενειάρχη με δύο τουλάχιστον εν ζωή τέκνα ή ένα μειονεκτούν μέλος της οικογένειάς του . Οι μειώσεις αυτές, οι οποίες σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, εκπίπτουν από το μίσθωμα, ασχέτως οποιασδήποτε αντίθετης συμφωνίας, δεν ισχύουν, εντούτοις, όταν το ακίνητο κατοικείται, ιδίως, "από μισθωτή ο οποίος, είτε ο ίδιος είτε ο σύζυγός του, απαλλάσσεται του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων δυνάμει διεθνών συμβάσεων", σύμφωνα με την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, η οποία εισήχθη με το άρθρο 17 του νόμου περί διορθώσεως της φορολογικής βάσεως όσον αφορά φορολογικές και οικονομικές διατάξεις, της 10ης Φεβρουαρίου 1981 .
3 Η υπό κρίση προσφυγή στρέφεται, κατ' ουσία, κατά του γεγονότος ότι με την προαναφερθείσα φορολογική νομοθεσία η εν λόγω μείωση της προκαταβολής του φόρου ακινήτων δεν ισχύει σε περίπτωση που ο μισθωτής, ή ο σύζυγός του, είναι μόνιμος ή μη μόνιμος υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και, σύμφωνα με τις διατάξεις του πρωτοκόλλου, απαλλάσσεται, υπ' αυτή του την ιδιότητα, από το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων .
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς η επίδικη βελγική νομοθεσία, οι σχετικές κοινοτικές διατάξεις καθώς και οι αιτιάσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Επί της πρώτης αιτιάσεως της Επιτροπής
5 Η πρώτη αιτίαση ερείδεται στην άποψη ότι η εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 162, παράγραφος 6, του κώδικα φορολογίας εισοδήματος είναι αντίθετη τόσο προς τα άρθρα 13, δεύτερη παράγραφος, και 14 του πρωτοκόλλου όσο και προς το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ .
6 Προς στήριξη της άποψης αυτής, η Επιτροπή ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι η επίδικη νομοθεσία έχει ως αποτέλεσμα να πλήττεται ο κύριος του ακινήτου με υψηλότερο συντελεστή όσον αφορά την προκαταβολή του φόρου ακινήτων όταν ο μισθωτής είναι μόνιμος ή μη μόνιμος υπάλληλος των Κοινοτήτων . Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την οικονομική πραγματικότητα, η προκαταβολή του φόρου ακινήτων μετακυλίεται από τον κύριο του ακινήτου στο μισθωτή, οι υπάλληλοι των Κοινοτήτων είναι αυτοί που, σε τελική ανάλυση, επιβαρύνονται με τον υψηλότερο συντελεστή, πράγμα αντίθετο προς το άρθρο 13, δεύτερη παράγραφος, του πρωτοκόλλου, σύμφωνα με το οποίο οι υπάλληλοι αυτοί "απαλλάσσονται από την επιβολή εσωτερικών φόρων επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών, που καταβάλλονται από τις Κοινότητες ".
7 Εξάλλου η Επιτροπή διατείνεται ότι η βαλλόμενη νομοθεσία αντίκεται προς το άρθρο 14 του πρωτοκόλλου, σύμφωνα με το οποίο, όσον αφορά τους φόρους επί των λοιπών εισοδημάτων, οι μόνιμοι ή μη μόνιμοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων θεωρούνται ότι διατηρούν τη φορολογική κατοικία την οποία είχαν κατά το χρόνο της εισόδου τους στην υπηρεσία των Κοινοτήτων .
8 Τέλος, η Επιτροπή προβάλλει ότι η νομοθεσία αυτή, με το να επιφυλάσσει, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία, διαφορετική μεταχείριση μεταξύ, αφενός, των εργαζομένων βελγικής ιθαγενείας και ιθαγενείας άλλων κρατών μελών που είναι μισθωτές της κατοικίας στην οποία διαμένουν και, αφετέρου, των μονίμων και μη μονίμων υπαλλήλων των Κοινοτήτων που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση, εισάγει δυσμενή λόγω ιθαγενείας διάκριση, απαγορευόμενη από το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ .
9 Η βελγική κυβέρνηση, χωρίς να αμφισβητεί την παράβαση που της προσάπτεται, αναφέρεται εντούτοις στις πρακτικές δυσχέρειες που συναντά για την κατάργηση της επίδικης νομοθεσίας .
10 'Οσον αφορά, πρώτον, το επιχείρημα που αντλείται από την παράβαση του άρθρου 13, δεύτερη παράγραφος, του πρωτοκόλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η διάταξη αυτή, σύμφωνα με τη διατύπωση και την οικονομία της, αποσκοπεί την απαλλαγή από κάθε εθνική φορολογική επιβάρυνση, είτε άμεσα είτε έμμεσα, των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλονται από τις Κοινότητες στους υπαλλήλους τους . Κατά συνέπεια, το άρθρο αυτό απαγορεύει κάθε εθνική φορολογική επιβάρυνση, ασχέτως της φύσεως ή των λεπτομερειών επιβολής της, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να πλήττονται, άμεσα ή έμμεσα, οι μόνιμοι ή μη μόνιμοι υπάλληλοι των Κοινοτήτων, λόγω του ότι εισπράττουν αποδοχές καταβαλλόμενες από τις Κοινότητες έστω κι αν ο εν λόγω φόρος δεν υπολογίζεται κατ' αναλογία του ύψους των αποδοχών αυτών .
11 Είναι αληθές ότι υπόχρεοι στην προκαταβολή του φόρου ακινήτων για την οποία γίνεται εν προκειμένω λόγος είναι οι κύριοι και όχι οι μισθωτές των ακινήτων . Εντούτοις, σε περίπτωση εκμισθώσεως μιας οικίας, την οικονομική επιβάρυνση της προκαταβολής του φόρου ακινήτου φέρουν, από οικονομική άποψη, οι μισθωτές του ακινήτου . Γι' αυτό ακριβώς το λόγο, το άρθρο 162, παράγραφος 3, του κώδικα φορολογίας εισοδήματος προβλέπει ότι οι μειώσεις της προκαταβολής εκπίπτουν από το μίσθωμα, παρά οποιαδήποτε αντίθετη συμφωνία .
12 Υπό τις συνθήκες αυτές, η εξάρτηση της ισχύος των εν λόγω μειώσεων υπό την προϋπόθεση ότι ούτε ο μισθωτής του ακινήτου ούτε και ο σύζυγός του είναι μόνιμος ή μη μόνιμος υπάλληλος των Κοινοτήτων και, υπ' αυτήν του την ιδιότητα, απαλλάσσεται του φόρου φυσικών προσώπων δυνάμει του άρθρου 13, δεύτερη παράγραφος, του πρωτοκόλλου, καταλήγει στο να επιβάλλεται σ' αυτή την κατηγορία προσώπων, κατά το μέτρο που συντρέχουν ως προς αυτά οι λοιπές προϋποθέσεις της βελγικής νομοθεσίας για την εφαρμογή της μειώσεως, μια πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση, δηλαδή η διαφορά μεταξύ του ποσού που προκύπτει από την εφαρμογή του κανονικού συντελεστή και αυτού που προκύπτει από την εφαρμογή του μειωμένου συντελεστή, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι ο μισθός που τα εν λόγω πρόσωπα λαμβάνουν δεν υπόκειται στους εθνικούς φόρους . Μια τέτοια επιβάρυνση είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 13, δεύτερη παράγραφος, όπως διευκρινίζονται πιο κάτω .
13 Αντιθέτως, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αιτίαση που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 14 του πρωτοκόλλου, όσον αφορά τη φορολογική κατοικία των μόνιμων ή μη μόνιμων υπαλλήλων των Κοινοτήτων . 'Οπως η ίδια η Επιτροπή δέχτηκε, η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει το να υπόκεινται οι υπάλληλοι αυτοί, έστω και αν έχουν τη φορολογική τους κατοικία σε άλλο κράτος μέλος, στην προκαταβολή του φόρου ακινήτων στο Βέλγιο . Επομένως, ούτε η εν λόγω διάταξη μπορεί να εμποδίσει τη μη εφαρμογή, ως προς τους εν λόγω υπαλλήλους, ενδεχόμενων μειώσεων της προκαταβολής αυτής .
14 Ούτε, πολύ περισσότερο, είναι δυνατό να γίνει δεκτό ότι το Βασίλειο του Βελγίου έχει παραβεί το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ . 'Οντως, με το άρθρο 162, παράγραφος 6, του κώδικα φορολογίας εισοδήματος αποκλείεται η εφαρμογή των μειώσεων εφόσον ο μισθωτής του ακινήτου, ή ο σύζυγός του, είναι μόνιμος ή μη μόνιμος υπάλληλος των Κοινοτήτων, χωρίς να γίνεται εν προκειμένω καμιά διάκριση μεταξύ βέλγων υπηκόων και υπηκόων άλλων κρατών μελών . Επομένως, η επίδικη νομοθεσία δεν συνεπάγεται μια διαφορά μεταχειρίσεως στηριζόμενη στην ιθαγένεια των ενδιαφερομένων .
15 Ενόψει όλων των προηγούμενων σκέψεων, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη εφαρμόζοντας τις σχετικές με τη μείωση της προκαταβολής του φόρου ακινήτων διατάξεις όταν ο μισθωτής μιας οικίας, ή ο σύζυγός του, είναι μόνιμος ή μη μόνιμος υπάλληλος των Κοινοτήτων και, υπ' αυτήν του την ιδιότητα, απαλλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 13, δεύτερη παράγραφος, του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων των εθνικών φόρων επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλουν οι Κοινότητες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη αυτή .
Επί της δεύτερης αιτιάσεως της Επιτροπής
16 Η δεύτερη αιτίαση στρέφεται κατ' ουσίαν κατά του γεγονότος ότι το Βασίλειο του Βελγίου όντως εφαρμόζει τις βαλλόμενες διατάξεις της νομοθεσίας του και δεν μεριμνά για την απόδοση των αδικαιολογήτως κατά τη διάρκεια των προηγούμενων οικονομικών ετών εισπραχθέντων ποσών .
17 Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι η επίκριση αυτή αφορά την εφαρμογή της επίδικης νομοθεσίας και δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ως χωριστή αιτίαση . Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει λόγος το Δικαστήριο να αποφανθεί χωριστά επί του σημείου αυτού .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
18 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα . Δεδομένου ότι το Βασίλειο του Βελγίου ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει :
1 ) Το Βασίλειο του Βελγίου, μη εφαρμόζοντας τις σχετικές με τη μείωση της προκαταβολής του φόρου ακινήτων διατάξεις όταν ο μισθωτής μιας κατοικίας, ή ο σύζυγός του, είναι μόνιμος ή μη μόνιμος υπάλληλος των Κοινοτήτων και, υπ' αυτήν του την ιδιότητα απαλλάσσεται, σύμφωνα με το άρθρο 13, δεύτερη παράγραφος, του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, των εθνικών φόρων επί των αποδοχών, μισθών και λοιπών αμοιβών που καταβάλλουν οι Κοινότητες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη αυτή .
2 ) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα .
Full & Egal Universal Law Academy