Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Γεωργία - Κοινή οργάνωση των αγορών - Οίνος - Οίνοι ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών - Κανόνες για την παραγωγή - Οίνος προερχόμενος από ποικιλίες αμπέλου που δεν ανήκουν στο είδος Vitis vinifera και για τις οποίες διεξάγονται δοκιμαστικές καλλιέργειες - Χαρακτηρισμός του ως οίνου ποιότητας που παράγεται εντός καθορισμένων περιοχών - Αποκλείεται
((Κανονισμοί του Συμβουλίου 338/79, άρθρο 4, παράγραφος 1, και άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), και 347/79, άρθρο 13, παράγραφος 4))
Περίληψη
Η παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις περί φυτεύσεως και κατατάξεως των ποικιλιών αμπέλου, την οποία προβλέπει το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79, δεν ισχύει για την παραγωγή των οίνων ποιότητας που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών, δεδομένου ότι οι οίνοι αυτοί υπόκεινται στις ιδιαίτερες και συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπει ο ειδικός κανονισμός 338/79. Συνεπώς το εν λόγω άρθρο 13, παράγραφος 4, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), πρώτο εδάφιο, και με το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 338/79 έχει την έννοια ότι ο οίνος ο παραγόμενος από ποικιλίες αμπέλου που δεν ανήκουν στο είδος Vitis vinifera και για τις οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς, επιστημονικές έρευνες ή εργασίες επιλογής ή διασταυρώσεως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως οίνος ποιότητας παραγόμενος εντός καθορισμένων περιοχών.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 265/86,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Verwaltungsgericht της Τrier προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του δικαστηρίου αυτού μεταξύ
Egon Mueller
και
Landwirtschaftskammer Rheinland-Pfalz (Γεωργικού Επιμελητηρίου της Ρηνανίας-Παλατινάτου),
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί των γενικών κανόνων κατατάξεως των ποικιλιών αμπέλου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 181), και των άρθρων 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), πρώτο εδάφιο, και 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 338/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί καθορισμού ειδικών διατάξεων σχετικών με τους οίνους ποιότητος που παράγονται εντός ορισμένων περιοχών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 159), προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αν ο οίνος που παράγεται από ποικιλία αμπέλου που προέρχεται από διασταύρωση ποικιλιών αμπέλου που ανήκουν σε διαφορετικά είδη και για τις οποίες διεξάγονται δοκιμαστικές καλλιέργειες μπορεί να χαρακτηριστεί ως οίνος ποιότητας παραγόμενος εντός καθορισμένων περιοχών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, T. Koopmans και Κ. Κακούρη, δικαστές
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaca
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
- ο Egon Mueller, προσφεύγων στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενος κατά την προφορική διαδικασία από το δικηγόρο Arthur Schoett,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη κατά την έγγραφη και την προφορική διαδικασία από τον Peter Karpenstein, νομικό της σύμβουλο, επικουρούμενο κατά την προφορική διαδικασία από τον Alfred Reichardt, τεχνικό σύμβουλο,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Ιανουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με Διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 1986, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 24 Σεπτεμβρίου 1986, το Verwaltungsgericht της Τrier υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, ένα προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί των γενικών κανόνων κατατάξεως των ποικιλιών αμπέλου (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 181), του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), πρώτο εδάφιο, και του άρθρου 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 338/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί καθορισμού ειδικών διατάξεων σχετικών με τους οίνους ποιότητος που παράγονται εντός καθορισμένων περιοχών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 159).
2 Το ερώτημα αυτό ανέκυψε κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ του Mueller και του Γεωργικού Επιμελητηρίου της Ρηνανίας-Παλατινάτου σχετικά με το ζήτημα αν μπορεί να χαρακτηριστεί ως οίνος ποιότητας παραγόμενος εντός καθορισμένων περιοχών (στο εξής: οίνος καθορισμένης ποιότητας) ο οίνος που παράγεται από ποικιλία αμπέλου που προέρχεται από διασταύρωση ποικιλιών αμπέλου που ανήκουν σε διαφορετικά είδη και για τις οποίες διεξάγονται δοκιμαστικές καλλιέργειες.
3 Από τη δικογραφία προκύπτει ότι το 1972 και το 1973 το Υπουργείο Γεωργίας, Αμπελουργίας και Περιβάλλοντος της Ρηνανίας-Παλατινάτου είχε εγκρίνει, βάσει της ισχύουσας τότε κοινοτικής νομοθεσίας, τα καλλιεργητικά συμφωνητικά του Μueller σχετικά με τη δοκιμαστική καλλιέργεια μιας ποικιλίας αμπέλου που προερχόταν από διασταύρωση ποικιλιών των ειδών Vitis vinifera και Vitis riparia.
4 Μέχρι το 1984 οι οίνοι που παράγονταν από την εν λόγω ποικιλία εντός των επιτρεπομένων ορίων αναμίξεως αναγνωρίζονταν στο ομόσπονδο κράτος της Ρηνανίας-Παλατινάτου ως οίνοι καθορισμένης ποιότητας. Το επόμενο όμως έτος το Γεωργικό Επιμελητήριο του ομόσπονδου αυτού κράτους αρνήθηκε να αναγνωρίσει ως οίνο καθορισμένης ποιότητας ένα είδος οίνου που είχε παραχθεί κατά 10 % από την εν λόγω ποικιλία, με το αιτιολογικό ότι, βάσει των οδηγιών του Υπουργείου, οι οίνοι που παράγονταν από ποικιλίες αμπέλου που προέρχονταν από διασταύρωση μεταξύ ειδών δεν επιτρεπόταν πλέον, μετά την εσοδεία του 1985, να λαμβάνουν επίσημο αριθμό ελέγχου ως οίνοι καθορισμένης ποιότητας.
5 Κατόπιν της απορρίψεως της ενστάσεώς του, ο Mueller άσκησε προσφυγή ενώπιον του Verwaltungsgericht της Τrier. Το δικαστήριο αυτό έκρινε ότι η επίλυση της διαφοράς εξαρτάται από την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων των σχετικών κοινοτικών κανονισμών, ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο ερώτημα:
"Μπορεί κατά το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΟΚ) 347/79 να αναγνωριστεί ως οίνος ποιότητας που παράγεται εντός καθορισμένης περιοχής ο οίνος από ποικιλίες αμπέλου, για τις οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη εξετάσεις καλλιεργητικής συμπεριφοράς, επιστημονικές έρευνες ή εργασίες διασταυρώσεως ή επιλογής, ή αυτό αντίκειται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), εδάφιο 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 4, παράγραφος 1, εδάφιο 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 338/79;"
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και οι επίμαχες κοινοτικές διατάξεις, καθώς και η εξέλιξη της διαδικασίας και οι παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
7 Πρέπει να σημειωθεί ότι, κατά το άρθρο 31 του κανονισμού 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 454/80 του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 1980 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/028, σ. 15), οι γενικοί κανόνες κατατάξεως των ποικιλιών αμπέλου θεσπίζονται από το Συμβούλιο και προβλέπουν την κατάταξη των ποικιλιών αυτών σε "συνιστώμενες", "επιτρεπόμενες" και "προσωρινά επιτρεπόμενες".
8 Το ίδιο άρθρο ορίζει ακόμη ότι οι τρεις αυτές κατηγορίες ποικιλιών είναι οι μόνες που επιτρέπεται να φυτεύονται στην Κοινότητα, προβλέπει όμως τη δυνατότητα των κρατών μελών να παρεκκλίνουν από την απαγόρευση αυτή, εφόσον πρόκειται για πειραματική καλλιέργεια νέας ποικιλίας.
9 Κατά το άρθρο 49, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, τόσο οι επιτραπέζιοι οίνοι και οι οίνοι ποιότητας όσο και το γλεύκος σταφυλών και οι οίνοι λικέρ πρέπει να παράγονται μόνο από "συνιστώμενες" ή "επιτρεπόμενες" ποικιλίες κατά την έννοια του ανωτέρω άρθρου 31, εκτός αν το Συμβούλιο έχει θεσπίσει σχετικά παρέκκλιση.
10 Ο προαναφερθείς εκτελεστικός κανονισμός 347/79 καθορίζει στα άρθρα 6 και επόμενα τα κριτήρια για την κατάταξη των ποικιλιών αμπέλου σε μία από τις τρεις ανωτέρω κατηγορίες λαμβάνοντας κυρίως ως βάση την ποιότητα του παραγομένου οίνου.
11 Κατά το άρθρο 13, παράγραφοι 1 και 2, του ίδιου κανονισμού απαγορεύεται η φύτευση ποικιλιών αμπέλου που δεν περιλαμβάνονται στην κατάταξη. Τα κράτη μέλη πάντως μπορούν να δέχονται παρεκκλίσεις από την απαγόρευση αυτή, εφόσον πρόκειται μεταξύ άλλων για την εξέταση της καλλιεργητικής συμπεριφοράς μιας ποικιλίας αμπέλου που δεν περιλαμβάνεται στην κατάταξη.
12 Ο ίδιος ο κανονισμός προβλέπει μια εξαίρεση από τον κανόνα αυτό στην παράγραφο 4 του προαναφερθέντος άρθρου 13, η οποία έχει ως εξής:
"Τα προϊόντα που προέρχονται από μια ποικιλία αμπέλου για την οποία ευρίσκονται σε εξέλιξη εξετάσεις καλλιεργητικής συμπεριφοράς, επιστημονικές έρευνες ή εργασίες επιλογής ή διασταυρώσεως που αναφέρονται στην παράγραφο 2 θεωρούνται σαν ισοδύναμα προς τα προϊόντα τα λαμβανόμενα από επιτρεπόμενες ποικιλίες αμπέλου."
13 Πρέπει εξάλλου να τονιστεί ότι οι οίνοι καθορισμένης ποιότητας αποτελούν το αντικείμενο των ειδικών διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού 338/79.
14 'Ετσι, το άρθρο 4 του κανονισμού αυτού θέτει τις ακόλουθες προϋποθέσεις για το χαρακτηρισμό ενός οίνου ως οίνου καθορισμένης ποιότητας: α) οι ποικιλίες που είναι κατάλληλες για την παραγωγή των οίνων καθορισμένης ποιότητας που παράγονται στο έδαφος κάθε κράτους μέλους πρέπει να περιλαμβάνονται σε κατάλογο που καταρτίζει το κράτος αυτό β) οι ποικιλίες αυτές πρέπει να ανήκουν στο είδος Vitis vinifera και γ) οι εν λόγω ποικιλίες πρέπει να ανήκουν στις "συνιστώμενες" ή "επιτρεπόμενες" κατηγορίες, οι οποίες αναφέρθηκαν παραπάνω.
15 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι οι οίνοι καθορισμένης ποιότητας λαμβάνονται μόνο από σταφυλές προερχόμενες από ποικιλίες που περιλαμβάνονται στον προαναφερθέντα κατάλογο που καταρτίζει κάθε κράτος μέλος και τρυγούνται εντός της καθορισμένης περιοχής.
16 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα που έθεσε το εθνικό δικαστήριο, πρέπει καταρχάς να εξεταστεί αν οι τελευταίες αυτές διατάξεις τροποποιήθηκαν κατόπιν της θεσπίσεως εξαιρέσεως με το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79, σύμφωνα με την οποία τα προϊόντα που προέρχονται από ποικιλία αμπέλου για την οποία διεξάγονται, μεταξύ άλλων, δοκιμαστικές καλλιέργειες θεωρούνται ισοδύναμα προς τα προϊόντα τα λαμβανόμενα από ποικιλίες αμπέλου που ανήκουν στην κατηγορία των "επιτρεπομένων" ποικιλιών.
17 Ο προσφεύγων της κύριας δίκης υποστήριξε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι η εξομοίωση που προβλέπει η διάταξη αυτή πρέπει να θεωρηθεί πλήρης και ότι επομένως τα προϊόντα τα λαμβανόμενα από ποικιλία αμπέλου για την οποία διεξάγονται δοκιμαστικές καλλιέργειες πρέπει να θεωρούνται κατάλληλα για την παραγωγή οίνων καθορισμένης ποιότητας.
18 Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι η εξομοίωση των προϊόντων που προέρχονται από ποικιλία αμπέλου, για την οποία διεξάγονται μεταξύ άλλων δοκιμαστικές καλλιέργειες, προς τα προϊόντα τα λαμβανόμενα από "επιτρεπόμενες" ποικιλίες αμπέλου δεν καλύπτει παρά μία μόνο από τις τρεις προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 4 του κανονισμού 338/79 για το χαρακτηρισμό ενός οίνου ως οίνου καθορισμένης ποιότητας, δηλαδή την προϋπόθεση ότι ο οίνος καθορισμένης ποιότητας πρέπει να παράγεται από ποικιλίες που ανήκουν στις "συνιστώμενες" ή "επιτρεπόμενες" κατηγορίες. Αντίθετα, οι δύο άλλες προϋποθέσεις, και συγκεκριμένα η προϋπόθεση ότι ο κατάλογος που προβλέπεται στην προαναφερθείσα διαταξη μπορεί να περιλαμβάνει μόνο ποικιλίες του είδους Vitis vinifera, δεν μπρεί να θεωρηθεί ότι καλύπτονται από την εν λόγω εξομοίωση, η οποία επομένως δεν αρκεί μόνη της για να χαρακτηριστεί ο παραγόμενος οίνος ως οίνος καθορισμένης ποιότητας.
19 Ο προσφεύγων της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι η επίμαχη εξαίρεση του άρθρου 13, παράγραφος 4, δεν θα είχε πρακτική χρησιμότητα, αν αποκλειόταν η δυνατότητα παραγωγής οίνου καθορισμένης ποιότητας από σταφύλια ποικιλίας αμπέλου για την οποία διεξάγονται δοκιμαστικές καλλιέργειες.
20 Το επιχείρημα αυτό δεν είναι βάσιμο. Πράγματι, σκοπός του άρθρου 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79 είναι να καταστεί δυνατή, κατά παρέκκλιση από τις γενικές διατάξεις περί φυτεύσεως και κατατάξεως των ποικιλιών αμπέλου, η παραγωγή των προϊόντων που απαριθμούνται στο άρθρο 49, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79, δηλαδή των επιτραπέζιων οίνων, των οίνων ποιότητας, του γλεύκους σταφυλών και των οίνων λικέρ, από σταφύλια ποικιλιών αμπέλου για τις οποίες διεξάγονται μεταξύ άλλων δοκιμαστικές καλλιέργειες. Από την εξαίρεση αυτή δεν καλύπτονται μόνο οι οίνοι ποιότητας οι παραγόμενοι εντός καθορισμένων περιοχών, δεδομένου ότι γι' αυτούς ισχύουν οι ιδιαίτερες και συγκεκριμένες προϋποθέσεις που προβλέπει ο ειδικός κανονισμός 338/79.
21 Τέλος, αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει ο προσφεύγων της κύριας δίκης, από το γεγονός ότι ο κανονισμός 347/79, στον οποίο περιλαμβάνεται το επίμαχο άρθρο 13, παράγραφος 4, είναι μεταγενέστερος από τον κανονισμό 338/79 δεν μπορεί να συναχθεί κανένα επιχείρημα με το οποίο να ανασκευάζεται η ερμηνεία αυτή.
22 Κατά συνέπεια, στο ερώτημα που έθεσε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 338/79 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι ο οίνος ο παραγόμενος από ποικιλίες αμπέλου που δεν ανήκουν στο είδος Vitis vinifera και για τις οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς, επιστημονικές έρευνες ή εργασίες επιλογής ή διασταυρώσεως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως οίνος ποιότητας παραγόμενος εντός καθορισμένων περιοχών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία υπέβαλε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με Διάταξη της 9ης Σεπτεμβρίου 1986 το Verwaltungsgericht της Τrier, αποφαίνεται:
Το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 347/79 του Συμβουλίου, σε συνδυασμό με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο α), πρώτο εδάφιο, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 338/79 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι ο οίνος ο παραγόμενος από ποικιλίες αμπέλου που δεν ανήκουν στο είδος Vitis vinifera και για τις οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη δοκιμές καλλιεργητικής συμπεριφοράς, επιστημονικές έρευνες ή εργασίες επιλογής ή διασταυρώσεως δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως οίνος ποιότητας παραγόμενος εντός καθορισμένων περιοχών.
Full & Egal Universal Law Academy