Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Υπάλληλοι - Αναρρωτική άδεια - Ιατρική εξέταση - 'Ελλειψη υποχρεωτικής διαδικασίας - Εφαρμογή διαδικασίας στην οποία μετέχει η επιτροπή αναπηρίας - Επιτρέπεται - Απόφαση που επιβάλλει την εκ νέου ανάληψη εργασίας - Πλημμέλειες που αφορούν τις εργασίες της επιτροπής αναπηρίας - Δεν είναι κρίσιμες
(Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, άρθρα 59 και 78)
Περίληψη
Το άρθρο 59 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, το οποίο επιτρέπει την υποβολή του υπαλλήλου, ο οποίος κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω ασθενείας ή ατυχήματος, σε ιατρική εξέταση που διενεργείται από το όργανο στο οποίο υπάγεται, δεν επιβάλλει καμιά συγκεκριμένη διαδικασία για το σκοπό αυτό.
Αν εφαρμόσει το όργανο διαδικασία στην οποία μετέχει η επιτροπή αναπηρίας που προβλέπεται από το άρθρο 78 του κανονισμού, η οποία προσφέρει έτσι στον υπάλληλο ανώτερες εγγυήσεις από εκείνες που προβλέπονται από το άρθρο 59, ο ενδιαφερόμενος δεν μπορεί να προβάλει λυσιτελώς, κατά της αποφάσεως που του επιβάλλει να αναλάβει εκ νέου την εργασία του, πλημμέλειες που αφορούν τη διεξαγωγή των εργασιών της εν λόγω επιτροπής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 268/86,
Lise Clasen, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κάτοικος Roodt-sur-Syre (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενη από τον Kirsten Levinsen, δανό δικηγόρο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Marc Loesch, 8, rue Zithe,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον jurisconsulte Francesco Pasetti-Bombardella και τον M. Peter, προϊστάμενο τμήματος στη νομική υπηρεσία, επικουρούμενους από τον Henrik Worning, δανό δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την έδρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Kirchberg,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ακυρώσεως της διαταγής αναλήψεως εργασίας που περιλαμβάνεται στη διοικητική πράξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 3ης Μαρτίου 1986 και αίτηση να διαταχθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να υποβάλει την περίπτωση της προσφεύγουσας σε νέα επιτροπή αναπηρίας, να επαναλάβει την καταβολή των αποδοχών της εντόκως λόγω εκπροθέσμου καταβολής και να της καταβάλει τα έξοδα ταξιδίου για την ετήσια άδεια,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, R. Joliet και F. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. L. da Cruz Vilaca
γραμματέας: H. A. Ruehl, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 8ης Δεκεμβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Φεβρουαρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 30 Οκτωβρίου 1986 στη γραμματεία του Δικαστηρίου η Lise Clasen, υπάλληλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί να κηρυχθεί άκυρη η διαταγή αναλήψεως εργασίας που περιλαμβάνεται στη διοικητική πράξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 3ης Μαρτίου 1986 και κατόπιν αυτού να διαταχθεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να υποβάλει την περίπτωση της προσφεύγουσας στον έλεγχο νέας επιτροπής αναπηρίας, να επαναλάβει την καταβολή των αποδοχών,ιδίως των μηνιαίων λογιστικών μεταφορών στο λογαριασμό της προσφεύγουσας στη Δανία, καθώς και την καταβολή των εξόδων ταξιδίου για την ετήσια άδεια, όλα δε αυτά τα ποσά αναδρομικώς από 1ης Μαΐου 1986, και να πληρώσει τους τόκους λόγω καθυστερημένης καταβολής, εξαιτίας της καθυστερήσεως καταβολής των μισθών, με το ισχύον τραπεζικό επιτόκιο, από 1ης Ιουνίου 1986 μέχρις εκτελέσεως.
2 'Οταν πληροφορήθηκε ο διευθυντής προσωπικού και κοινωνικών υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι η Clasen, η οποία απείχε από την υπηρεσία λόγω ασθενείας επί 542 ημέρες μεταξύ της 13ης Ιανουαρίου 1982 και της 1ης Αυγούστου 1985, ότι υπέβαλε νέα αίτηση αναρρωτικής αδείας μέχρι της 3ης Σεπτεμβρίου 1985, την ειδοποίησε με έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 1985 ότι αποφάσισε να υποβάλει την περίπτωσή της στην επιτροπή αναπηρίας εντός του πλαισίου του άρθρου 78 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως). Με το έγγραφό του αυτό ο διευθυντής προσωπικού παρακάλεσε την Clasen να του γνωρίσει τον ιατρό που θα υποδείκνυε για να λάβει μέρος στην επιτροπή αναπηρίας, σύμφωνα με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως.
3 Η προσφεύγουσα υπέδειξε την Dr J. Christophersen, ιατρό Δανίας, το δε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο παρακάλεσε τον Dr. Fettmann, ιατρό ο οποίος ορίστηκε από το Κοινοβούλιο για να το εκπροσωπήσει στην επιτροπή αναπηρίας, να επικοινωνήσει με την Dr Christophersen για την επιλογή του τρίτου ιατρού ώστε να λειτουργήσει η επιτροπή.
4 Η επιτροπή αναπηρίας είχε ως έργο να διαπιστώσει αν η προσφεύγουσα είχε υποστεί μόνιμη αναπηρία, θεωρούμενη ως ολική και η οποία να τη θέτει σε αδυναμία εκτελέσεως των καθηκόντων που αντιστοιχούν σε θέση της σταδιοδρομίας της.
5 Ο Dr Fettmann ειδοποίησε με έγγραφο της 6ης Οκτωβρίου 1985 την Dr Christophersen ότι είχε ενημερώσει τον Dr Palgen, τρίτο ιατρό της επιτροπής αναπηρίας, και ότι προέβλεπε τη σύγκληση της επιτροπής στις 12 Δεκεμβρίου 1985.
6 Η Dr Christophersen έγραψε στις 9 Δεκεμβρίου 1985 στο Dr Fettmann ότι δεν διέθετε πρόσφατες πληροφορίες επί της περιπτώσεως της προσφεύγουσας, την οποία θα έβλεπε στις 19 Δεκεμβρίου 1985.
7 Στις 6 Ιανουαρίου 1986 διαβίβασε η Dr Christophersen στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ιατρική έκθεση με την οποία πρότεινε τη χορήγηση συντάξεως αναπηρίας στην Clasen.
8 Στις 30 Ιανουαρίου 1986 γνωστοποίησε ο Dr Fettmann τη λήψη της πιο πάνω εκθέσεως και ειδοποίησε την Dr Christophersen ότι η επιτροπή αναπηρίας θα συνεδρίαζε στις 17 Φεβρουαρίου 1986 στο γραφείο του. Στο έγγραφό του προσέθεσε ο Dr Fettmann, αναφερόμενος σε προηγούμενες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, ότι η Dr Christophersen είχε ειδοποιηθεί ότι δεν ήταν αναγκαία η προσωπική παρουσία της. Υποδείκνυε συγχρόνως στην Dr Christophersen ότι αν δεν συμφωνούσε με την έκθεση των δύο άλλων ιατρών, θα έπρεπε να μην υπογράψει την έκθεση που θα συντασσόταν, αλλά να την επιστρέψει, συνοδευόμενη ενδεχομένως μ' ένα σύντομο σημείωμα.
9 Στις 4 Φεβρουαρίου 1986 έγραψε η Dr Christophersen στον Dr Fettmann ότι δεν θα μπορούσε να βρίσκεται στο Λουξεμβούργο στις 17 Φεβρουαρίου 1986.
10 Στις 17 Φεβρουαρίου 1986 ο Dr Fettmann και ο Dr Palgen σημειώνοντας ότι η Dr Christophersen "είχε δικαιολογήσει την απουσία της με έγγραφο της 4ης Φεβρουαρίου 1986" και ότι είχε "στείλει αναλυτική έκθεση για την ασθενή της", συνέταξαν την έκθεση της επιτροπής αναπηρίας, καταλήγοντας ότι η Clasen δεν είχε υποστεί αναπηρία ούτε μόνιμη ούτε προσωρινή.
11 Με συστημένη επιστολή της 3ης Μαρτίου 1986, απεστάλη από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην Clasen αντίγραφο του πορίσματος της επιτροπής αναπηρίας. Με το έγγραφο αυτό παρεκάλεσε επίσης ο γενικός διευθυντής προσωπικού την Clasen να αναλάβει την εργασία της ανυπερθέτως, ενόψει του πορίσματος της επιτροπής.
12 Οι λόγοι ακυρώσεως μπορούν να διαρθρωθούν ως εξής:
-παράβαση του άρθρου 7, πρώτη παράγραφος, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
-παράβαση του άρθρου 7, τρίτη παράγραφος, του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
- ακούσια απουσία της Dr Christophersen από τη συνεδρίαση της επιτροπής αναπηρίας κατόπιν εσφαλμένων πληροφοριών
- πλημμελής σύσκεψη της επιτροπής αναπηρίας λόγω ελλείψεως απαρτίας
- παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 2, του παραρτήματος ΙΙ του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως
- παράβαση του άρθρου 78 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
13 Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αμφισβητεί το έννομο συμφέρον της προσφεύγουσας ν' ασκήσει την παρούσα προσφυγή καθώς και τη βασιμότητα των προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως.
14 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η διαδικασία, οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά του φακέλου δεν επαναλαμβάνονται πιο κάτω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
15 Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αμφισβητεί το παραδεκτό της προσφυγής, ισχυριζόμενο ότι η υπόθεση δεν έχει ως αφετηρία αίτηση της προσφεύγουσας να κριθεί ανάπηρη, η οποία απερρίφθη από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ). Η επιλεγείσα διαδικασία, μέσα στα πλαίσια της χρηστής διοικήσεως, είχε ως σκοπό να εξακριβωθεί αν οι εν λόγω απουσίες ήταν ή όχι δικαιολογημένες και συγχρόνως να προσδιοριστεί αν έπρεπε να κριθεί η υπάλληλος ανάπηρη. Θεωρεί δε ότι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να παραιτηθεί από τη διακριτική εξουσία που του παρέχει ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως για την κίνηση της διαδικασίας διαπιστώσεως της αναπηρίας και ότι τίποτε δεν εμπόδιζε να λάβει υπόψη τις γνωματεύσεις των Dr Fettmann και Palgen, ως ιατρικών κρίσεων, για να κρίνει παράτυπες τις απουσίες της προσφεύγουσας. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καταλήγει ότι κι αν ακόμα ήθελε αμφισβητηθεί το κύρος της διαδικασίας που ακολούθησε η επιτροπή αναπηρίας, αυτό δεν θα έθιγε καθόλου την απόφαση της ΑΔΑ, με την οποία παρακλήθηκε η προσφεύγουσα να αναλάβει την εργασία της, εφόσον η απόφαση αυτή στηριζόταν στη γνώμη των δύο ιατρών εμπειρογνωμόνων.
16 Η Clasen απαντά ότι η διαταγή της 3ης Μαρτίου 1986 αναφέρεται ρητά στην έκθεση της επιτροπής αναπηρίας αν η απόφαση της επιτροπής αναπηρίας ήταν ανεφάρμοστη λόγω πολλών διαδικαστικών πλημμελειών, αυτό θα έπρεπε να συνεπιφέρει και το ανεφάρμοστο της διαταγής της 3ης Μαρτίου 1986. Επομένως έχει έννομο συμφέρον ν' ασκήσει την προσφυγή.
17 'Οσον αφορά τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου που προβάλλει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πρέπει καταρχάς να διαπιστωθεί ότι με το έγγραφο που αποτελεί αντικείμενο της προσφυγής το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έκρινε επί θέματος συνταξιοδοτήσεως λόγω αναπηρίας. Μόνο κατά το μέτρο που μπορεί να θεωρηθεί το έγγραφο αυτό ότι αποδέχεται σιωπηρά ότι οι απουσίες της προσφεύγουσας ήταν αδικαιολόγητες από άποψη υγείας, θα μπορούσε να θεωρηθεί το έγγραφο αυτό ότι συνιστά απόφαση που μπορεί να προκαλέσει βλάβη στην προσφεύγουσα.
18 Εφόσον γίνει δεκτό ότι αυτό είναι το νόημα που πρέπει να αποδοθεί στο προσβαλλόμενο έγγραφο, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι το άρθρο 59 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, κατά το οποίο ο υπάλληλος που κωλύεται να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω ασθενείας μπορεί να υποβληθεί σε κάθε είδους ιατρική εξέταση από το όργανο στο οποίο υπάγεται, δεν επιβάλλει καμιά συγκεκριμένη διαδικασία για το σκοπό αυτό.
19 Προσφεύγοντας στη διαδικασία του άρθρου 78 και υιοθετώντας τις συγκλίνουσες γνωματεύσεις των δύο ιατρών οι οποίες συντάχθηκαν ενόψει εκθέσεως που συνέταξε ο ιατρός εμπιστοσύνης τον οποίο υπέδειξε η ενδιαφερομένη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προσέφερε στην προσφεύγουσα ανώτερες εγγυήσεις από εκείνες που προβλέπονται από το άρθρο 59.
20 Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι οι πλημμέλειες οι οποίες προβάλλονται για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε βάσει του άρθρου 78, ακόμα και αν αποδεικνύονταν, δεν μπορούν να θίξουν την προσβαλλόμενη πράξη.
21 Κατά συνέπεια, ναι μεν είναι παραδεκτή η προσφυγή κατά της προσβαλλόμενης πράξης κατά το μέρος που διατάσσεται η προσφεύγουσα να αναλάβει την εργασία της, αρνούμενη σιωπηρά να δεχτεί ότι οι απουσίες της είναι δικαιολογημένες για λόγους υγείας, πρέπει όμως να διαπιστωθεί ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως είναι αλυσιτελείς όσον αφορά το έτσι νοούμενο περιεχόμενο της πράξεως. Κατόπιν αυτού, η προσφυγή, η οποία στηρίζεται αποκλειστικά σ' αυτούς τους λόγους ακυρώσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
22 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, κατά δε το άρθρο 70 του ίδιου κανονισμού, προκειμένου περί προσφυγών που ασκούνται από μη μονίμους υπαλλήλους των Κοινοτήτων, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους. Πάντως, κατά το άρθρο 69, παράγραφος 3, εδάφιο 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει ακόμα και το νικήσαντα διάδικο στην καταβολή προς τον αντίδικο των εξόδων στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί, αν κρίνει ότι τα έξοδα αυτά προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως. Πρέπει εν προκειμένω να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θέτοντας σε κίνηση μια διαδικασία βάσει του άρθρου 78 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, την οποία δεν συνέχισε περαιτέρω παρά μόνο για την εφαρμογή του άρθρου 59, παραπλάνησε την προσφεύγουσα, κάνοντάς την να ασκήσει την προσφυγή της κατά τον τρόπο που την άσκησε. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, πρέπει να γίνει εφαρμογή του άρθρου 69, παράγραφος 3, εδάφιο 2, του κανονισμού διαδικασίας και να επιβληθούν όλα τα έξοδα της δίκης εις βάρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο φέρει όλα τα δικαστικά έξοδα, περιλαμβανομένων και των εξόδων της προσφεύγουσας.
Full & Egal Universal Law Academy