Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Προθεσμία ταχθείσα σε κράτος μέλος με την αιτιολογημένη γνώμη - Μεταγενέστερη παύση της παράβασης - 'Εννομο συμφέρον προς εκδίκαση της προσφυγής
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
2. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Παράβαση - Δικαιολογία - Απαράδεκτη
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 169)
Διάδικοι
Στην υπόθεση 283/86,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Etienne Lasnet, νομικό σύμβουλο της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, plateau du Kirchberg,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου του Βελγίου, εκπροσωπούμενου από τον Jan Devadder, βοηθό σύμβουλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, Εξωτερικού Εμπορίου και Συνεργασίας με τις Αναπτυσσόμενες Χώρες, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη βελγική πρεσβεία,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή με την οποία ζητείται να διαπιστωθεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη λαμβάνοντας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για να συμμορφωθεί με την οδηγία 82/470/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 213, σ. 1), για τα μέτρα που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις μη μισθωτές δραστηριότητες των απασχολουμένων σε ορισμένες βοηθητικές υπηρεσίες των μεταφορών και των πρακτόρων ταξιδίων (ομάδα 718 ΔΤΤΒ), καθώς και των εναποθηκευτών (ομάδα 720 ΔΤΤΒ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία, καθώς και από το άρθρο 189, τρίτη παράγραφος, και το άρθρο 5, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους A. J. Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 25ης Φεβρουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Νοεμβρίου 1986, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο του Βελγίου, μη λαμβάνοντας τα αναγκαία νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα για να συμμορφωθεί με την οδηγία 82/470/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982 (ΕΕ L 213, σ. 1), για τα μέτρα που προορίζονται να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών για τις μη μισθωτές δραστηριότητες των απασχολουμένων σε ορισμένες βοηθητικές υπηρεσίες των μεταφορών και των πρακτόρων ταξιδίων (ομάδα 718 ΔΤΤΒ), καθώς και των εναποθηκευτών (ομάδα 720 ΔΤΤΒ), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία, καθώς και από το άρθρο 189, τρίτη παράγραφος, και το άρθρο 5, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ.
2 Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας 82/470, τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την οδηγία σε προθεσμία δεκαοκτώ μηνών από την κοινοποίησή της και αμέσως ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή. Η προθεσμία αυτή έληξε στις 2 Ιανουαρίου 1984.
3 Δεδομένου ότι δεν έλαβε από τη βελγική κυβέρνηση, εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, καμιά ανακοίνωση σχετικά με τα μέτρα μεταφοράς της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, η Επιτροπή απηύθυνε στη βελγική κυβέρνηση, στις 16 Απριλίου 1985, έγγραφο οχλήσεως με το οποίο την καλούσε να υποβάλει σχετικές παρατηρήσεις εντός προθεσμίας δύο μηνών. Επειδή οι παρατηρήσεις της βελγικής κυβερνήσεως, οι οποίες υποβλήθηκαν με τα από 2 και 28 Αυγούστου 1985 έγγραφα, δεν θεωρήθηκαν ικανοποιητικές από την Επιτροπή, η τελευταία διατύπωσε στις 11 Απριλίου 1986 αιτιολογημένη γνώμη βάσει του άρθρου 169, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης. Εις απάντηση της γνώμης αυτής, η βελγική κυβέρνηση με το από 4 Σεπτεμβρίου 1986 έγγραφο αναφέρθηκε στις δυσχέρειες που είχαν παρεμποδίσει τη θέσπιση των αναγκαίων μέτρων προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία. Διαπιστώνοντας ότι το Βασίλειο του Βελγίου δεν είχε ακόμη λάβει τα εν λόγω μέτρα, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή λόγω παραβάσεως.
4 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο.
5 Η βελγική κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι δεν έχει ακόμη λάβει όλα τα αναγκαία εσωτερικά μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας. Κατά την προφορική συζήτηση ανέφερε ότι, όσον αφορά τους πράκτορες ταξιδίων, η βελγική νομοθεσία ήταν προς το παρόν σύμφωνη με τις επιταγές της οδηγίας, μετά την έκδοση του βασιλικού διατάγματος της 22ας Οκτωβρίου 1987, με το οποίο τροποποιήθηκε το βασιλικό διάταγμα της 30ής Ιουνίου 1986, περί του καθεστώτος των πρακτόρων ταξιδίων. 'Οσον αφορά τους απασχολούμενους σε βοηθητικές υπηρεσίες των μεταφορών, η βελγική κυβέρνηση ανέφερε ότι καταρτίστηκε νομοσχέδιο για την τροποποίηση του νόμου της 26ης Ιουνίου 1967, περί του καθεστώτος των απασχολούμενων σε βοηθητικές υπηρεσίες μεταφοράς εμπορευμάτων, το νομοσχέδιο όμως αυτό δεν είχε ακόμη κατατεθεί στο Κοινοβούλιο προς ψήφιση, λόγω της διαλύσεως των νομοθετικών σωμάτων στο τέλος του προηγουμένου έτους.
6 Η αιτίαση ως προς τη θέσπιση μέτρων μεταφοράς της οδηγίας όσον αφορά τους πράκτορες ταξιδίων πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Πράγματι, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι η θεσπισθείσα από το Βασίλειο του Βελγίου νομοθεσία εξαφάνισε την παράβαση, πράγμα που αμφισβητείται από την Επιτροπή δεδομένου ότι δεν έχουν οριστεί οι αρμόδιοι εθνικοί οργανισμοί και αρχές που επιβάλλουν τα άρθρα 4 και 7 της οδηγίας, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι, όταν κράτος μέλος συμμορφώνεται με την οδηγία μετά την προθεσμία που καθορίστηκε δυνάμει της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 169 της Συνθήκης, εξακολουθεί να υπάρχει έννομο συμφέρον προς εκδίκαση της προσφυγής.
7 Πρέπει σχετικά να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, την ακολουθούμενη πρακτική ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξης για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλουν οι κοινοτικές οδηγίες.
8 Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό, ότι μη λαμβάνοντας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με την οδηγία 82/470 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, το Βασίλειο του Βελγίου παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
9 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Επειδή το καθού ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο του Βελγίου, μη λαμβάνοντας εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τηνοδηγία 82/470 του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1982, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά εξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy