Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1 . Κοινοτικό δίκαιο - Αρχές - Ανωτέρα βία - 'Εννοια
2 . Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Βόειο κρέας - Αγορά κρέατος παρεμβάσεως προοριζόμενου για εξαγωγή - Μεταφορά πραγματοποιηθείσα από ανεξάρτητο επιχειρηματία υπό μορφή υπεργολαβίας - Κλοπή των εμπορευμάτων - Μη τήρηση εκ μέρους του αγοραστή της υποχρεώσεως προς εξαγωγή - Περίπτωση ανωτέρας βίας - Δεν υφίσταται
( Κανονισμός 1687/76 της Επιτροπής, άρθρο 11 )
3 . Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγοράς - Βόειο κρέας - Αγορά κρέατος παρεμβάσεως προοριζόμενου για εξαγωγή - Σύστημα ασφάλειας - Κατάπτωση της ασφάλειας κατ' αναλογία της μη εξαχθείσας ποσότητας - Αρχή της αναλογικότητας - Παραβίαση - Δεν υφίσταται
( Κανονισμός 1687/76 της Επιτροπής, άρθρο 13, παράγραφος 5 )
Περίληψη
1 . Αν η έννοια της ανωτέρας βίας δεν προϋποθέτει απόλυτη αδυναμία, απαιτεί εντούτοις η μη πραγματοποίηση του εν λόγω γεγονότος να οφείλεται σε περιστάσεις ξένες προς αυτόν που την επικαλείται, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί παρ' όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια .
2 . Η αθέτηση της προς εξαγωγή υποχρεώσεως ενός αγοραστή βοείων κρεάτων προερχομένων από τα αποθέματα παρεμβάσεως και προοριζομένων προς εξαγωγή, όταν η αθέτηση αυτή οφείλεται σε απάτη ή αμέλεια ή αποτελεί συνέπεια συνδυασμού απάτης και αμέλειας ανεξάρτητου μεταφορέα, στον οποίο ανατέθηκε υπεργολαβικώς η μεταφορά των εμπορευμάτων, δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 11 του κανονισμού 1687/76, περί καθορισμού κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση .
3 . Σε περίπτωση κατά την οποία η υποχρέωση εξαγωγής ποσότητας βοείου κρέατος που έχει αγοραστεί από οργανισμό παρεμβάσεως διασφαλίζεται με τη σύσταση της ασφάλειας που προβλέπεται από τον κανονισμό 1687/76, η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται, προκειμένου για την παράβαση κυρίας υποχρεώσεως, κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο όταν ο οργανισμός παρεμβάσεως καθορίζει το ποσό της ασφάλειας που πρέπει να καταπέσει κατ' αναλογία της ποσότητας που δεν εξήχθη . Υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως ανωτέρας βίας, η εν λόγω αρχή δεν υποχρεώνει τον οργανισμό παρεμβάσεως να λάβει υπόψη άλλες περιστάσεις, όπως η ηθική ευθύνη του εξαγωγέα, η ζημία την οποία υπέστησαν τα κοινοτικά ταμεία ή το κέρδος που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί από τη μεταπώληση εντός της Κοινότητας .
Διάδικοι
Στην υπόθεση 296/86,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του High Court της Ιρλανδίας προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου μεταξύ
Anthony McNicholl Ltd και λοιποί
και
Υπουργού Γεωργίας,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού 216/69 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/026, σ . 142 ), προκειμένου να κρίνει αν συμφωνεί με τον κανονισμό αυτό η απόφαση του Υπουργού Γεωργίας της 1ης Μαΐου 1983, περί καταπτώσεως της ασφάλειας για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως προς εξαγωγή ορισμένων ποσοτήτων συσκευασμένου αποστεωμένου βοείου κρέατος προερχομένου από αποθέματα παρεμβάσεως του Υπουργείου,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα )
συγκείμενο από τους O . Due, πρόεδρο τμήματος, K . Bahlmann και T . F . O' Higgins, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας : J . Mischo
γραμματέας : J . A . Pompe, βοηθός γραμματέας
λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που κατέθεσαν :
- η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τον P . Oliver, μέλος της νομικής της υπηρεσίας,
- οι Anthony McNicholl Ltd και λοιποί, εκπροσωπούμενοι από τους J . D . Cooke, SC, και R . L . Nesbitt, δικηγόρους Ιρλανδίας, εντολοδόχους των Gerrard, Scallan και O' Brian, δικηγόρων Δουβλίνου,
- η ιρλανδική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον L . J . Dockery, Chief State Solicitor, επικουρούμενο από τους E . P . Fitzsimons, SC, και J . O' Reilly, δικηγόρους,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 8ης Δεκεμβρίου 1987,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 19ης Ιανουαρίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 22ας Απριλίου 1986, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Νοεμβρίου του ιδίου έτους, το High Court της Ιρλανδίας υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα, αφενός ως προς την ερμηνεία του κανονισμού 2173/79 της Επιτροπής, της 4ης Οκτωβρίου 1979, περί των λεπτομερειών εφαρμογής που αφορούν τη διάθεση των βοείων κρεάτων που αγοράζονται από τους οργανισμούς παρεμβάσεως και περί καταργήσεως του κανονισμού 216/69 ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/026, σ . 142 ) και αφετέρου ως προς την έννοια της ανωτέρας βίας και ως προς την αρχή της αναλογικότητας .
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ πέντε ιρλανδικών εταιριών ( στο εξής : οι προσφεύγουσες ) και του ιρλανδού Υπουργού Γεωργίας ( στο εξής : ο καθού ), ο οποίος, την 1η Μαΐου 1983, κήρυξε καταπεσούσα την ασφάλεια που είχε συσταθεί από τις προσφεύγουσες για την αγορά 20 τόνων συσκευασμένου αποστεωμένου βοείου κρέατος που προερχόταν από τα αποθέματα παρεμβάσεως του υπουργείου .
3 Στις 23 Ιουλίου και στις 29 Σεπτεμβρίου 1982 οι προσφεύγουσες συνήψαν συμβάσεις με τον καθού για την αγορά συνολικής ποσότητας 166 τόνων κρέατος προοριζόμενου για εξαγωγή προς τρίτη χώρα . Ανέθεσαν την εξαγωγή σε μία έκτη εταιρία του ομίλου, η οποία συνήψε σύμβαση μεταφοράς με άλλη ιρλανδική εταιρία, η οποία συμφώνησε την εκτέλεση της συμβάσεως μεταφοράς με υπεργολαβία που ανέθεσε σε εταιρία αγγλικού δικαίου .
4 Η ποσότητα των 20 τόνων, ως προς την οποία αποφασίστηκε η κατάπτωση της ασφάλειας, βρισκόταν σε εμπορευματοκιβώτιο που κλάπηκε από την αποθήκη της αγγλικής εταιρίας στο Uxbridge . Το High Court αναγνωρίζει στην απόφασή του ότι η κλοπή και, επομένως, η μη εξαγωγή του κρέατος οφείλονταν στο συνδυασμένο αποτέλεσμα της απάτης και της αμέλειας των διευθυντών ή των υπαλλήλων της αγγλικής εταιρίας .
5 Κατά την ενώπιον του High Court διαδικασία, οι προσφεύγουσες αμφισβήτησαν την απόφαση του καθού, επικαλούμενες την ύπαρξη ανωτέρας βίας και την αρχή της αναλογικότητας . Κρίνοντας ότι από τη διαφορά ανέκυπταν ζητήματα ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου, το High Court ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα ερωτήματα :
"1 . α ) 'Εχει το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 2173/79 την έννοια ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του η εξαίρεση των περιπτώσεων της κατά το άρθρο 16, παράγραφος 2, ανωτέρας βίας, κατά τρόπο ώστε, όταν η μη τήρηση συμβατικής υποχρεώσεως οφείλεται σε ανωτέρα βία, να μη είναι δυνατή η υπέρ του οργανισμού παρεμβάσεως κατάπτωση οποιουδήποτε μέρους της προβλεπομένης στο προαναφερθέν άρθρο ασφαλείας;
1 . β ) Επικουρικώς, επιβάλλουν οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου στον οργανισμό παρεμβάσεως την υποχρέωση να ερμηνεύσει το άρθρο 16, παράγραφος 3, υπό την έννοια ότι, όταν η μη τήρηση συμβατικής υποχρεώσεως οφείλεται σε ανωτέρα βία, δεν επιτρέπεται η κατάπτωση οποιουδήποτε μέρους της προβλεπομένης από αυτό ασφαλείας;
2 . Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως σε οποιοδήποτε σκέλος του ερωτήματος 1, συντρέχει περίπτωση ανωτέρας βίας, όταν η μη εξαγωγή προϊόντος οφείλεται : α ) είτε σε απάτη β ) είτε σε αμέλεια είτε γ ) σε συνδυασμό απάτης και αμελείας του ανεξάρτητου μεταφορέα, ο οποίος συμβλήθηκε με τον εξαγωγέα προκειμένου να μεταφέρει το προϊόν εκτός Κοινότητας;
3 . α ) Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας ως προς την κατάπτωση ή μη ολόκληρης ή μέρους της κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού ασφαλείας, υποχρεούται ο οργανισμός παρεμβάσεως να λαμβάνει υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, όπως έχει διαμορφωθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου;
3 . β ) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο α ) σκέλος του ερωτήματος, εφαρμόζεται κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο η αρχή της αναλογικότητας, σε περίπτωση κατά την οποία η υποχρέωση εξαγωγής ποσότητας βοείου κρέατος, αγορασθέντος από οργανισμό παρεμβάσεως, συνοδεύεται από σύσταση της κατά τον εν λόγω κανονισμό ασφαλείας, όταν ο οργανισμός παρεμβάσεως καθορίζει το ποσό της ασφαλείας που πρέπει να καταπέσει κατ' αναλογία της ποσότητας που δεν εξήγαγε ο εξαγωγέας;
3 . γ ) Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στα σκέλη α ) και β ) του ερωτήματος, συντρέχει παραβίαση της αρχής, όταν, αποφασίζοντας την κατάπτωση ή μη ολόκληρης ή μέρους της ασφαλείας, ο οργανισμός παρεμβάσεως δεν λαμβάνει υπόψη, επιπλέον του αναφερομένου υπό β ) στοιχείου :
- την έκταση ( αν υπάρχει ) της ηθικής ευθύνης του εξαγωγέα για τη μη εξαγωγή
- το γεγονός ότι η μη εξαγωγή οφείλεται σε ανωτέρα βία ( εφόσον στοιχειοθετείται )
- το γεγονός ( εφόσον συντρέχει παρόμοια περίπτωση ) ότι τα κοινοτικά ταμεία δεν υπέστησαν ζημία από τη μη εξαγωγή
- το κέρδος που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί από τη μεταπώληση εντός της Κοινότητας των μη εξαχθέντων εμπορευμάτων ;".
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η κοινοτική ρύθμιση και οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο . Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για να σχηματίσει κρίση το Δικαστήριο .
Επί του πρώτου ερωτήματος
7 Η Επιτροπή αναφέρει στις παρατηρήσεις της ότι, κατά πάσα πιθανότητα, οι εν λόγω πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν δυνάμει των κανονισμών της Επιτροπής 1929/82, της 13ης Ιουλίου 1982 ( ΕΕ L 209, σ . 34 ) και 2267/82, της 12ης Αυγούστου 1982 ( ΕΕ L 243, σ . 9 ), περί πωλήσεως σε προκαθορισμένη κατ' αποκοπή τιμή ορισμένων αποστεωμένων κρεάτων βοοειδών που ευρίσκονται στην κατοχή του γαλλικού και του ιρλανδικού οργανισμού παρεμβάσεως και προορίζονται για εξαγωγή .
8 Οι κανονισμοί αυτοί προβλέπουν ότι η πώληση πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα προς τις διατάξεις του κανονισμού 985/81 της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 1981, περί των λεπτομερειών εφαρμογής της πωλήσεως κατεψυγμένου βοείου κρέατος προερχόμενου από τα αποθέματα παρεμβάσεως που προορίζονται να εξαχθούν και περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1687/76 ( ΕΕ L 99, σ . 38 ). Ο κανονισμός 985/81 περιέχει πολλές εξαιρέσεις από τις διατάξεις του κανονισμού 2173/79 στον οποίο αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο . Ειδικότερα, το άρθρο του 3, παράγραφος 2, ορίζει ότι η ασφάλεια αποδεσμεύεται όταν προσκομιστεί η απόδειξη που προβλέπεται στο άρθρο 12 του κανονισμού 1687/76 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1976, περί καθορισμού κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση ( ΕΕ ειδ . έκδ . 03/016, σ . 6 ).
9 'Ομως, το άρθρο 11 του κανονισμού 1687/76 επιβάλλει στα κράτη μέλη να μην απαιτούν την απόδειξη που προβλέπεται στο άρθρο 12 στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα εμπορεύματα δεν έχουν φθάσει στον προορισμό τους λόγω περιπτώσεως ανωτέρας βίας, όταν έχουν επίσης συντρέξει και μερικές άλλες προϋποθέσεις . Αντιθέτως προς το άρθρο 16, παράγραφος 3, του κανονισμού 2173/79, διάταξη στην οποία αναφέρεται το εθνικό δικαστήριο, οι αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού 1687/76 προβλέπουν, επομένως, οι ίδιες μια εξαίρεση για τις περιπτώσεις ανωτέρας βίας .
10 Από αυτό συνάγεται ότι, αν οι εν λόγω πωλήσεις έχουν γίνει δυνάμει των κανονισμών 1929/82 και 2267/82, υπόθεση που εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο και μόνο να την επαληθεύσει, αλλά η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, εμφανίζεται ως η πλέον πιθανή, δεν συντρέχει λόγος να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα .
Επί του δευτέρου ερωτήματος
11 'Οσον αφορά την έννοια της ανωτέρας βίας, κατά πάγια νομολογία, ακόμη και αν η έννοια αυτή δεν προϋποθέτει απόλυτη αδυναμία, απαιτεί εντούτοις η μη πραγματοποίηση του εν λόγω γεγονότος να οφείλεται σε περιστάσεις ξένες προς αυτόν που την επικαλείται, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί παρ' όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια ( βλέπε τελευταία την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1987, Θεοδωράκης, 109/86, Συλλογή 1987, σ . 4319 ).
12 Απ' αυτό συνάγεται ότι ένας επιχειρηματίας, ο οποίος, αγοράζοντας το εμπόρευμα, ανέλαβε την υποχρέωση να το εξαγάγει, δεν μπορεί να αποδεσμευθεί από την υποχρέωση αυτή, επικαλούμενος την ανωτέρα βία σε περίπτωση κλοπής του εμπορεύματος οφειλόμενης σε απάτη ή σε αμέλεια που διέπραξαν οι υπάλληλοί του .
13 Σε μία υπόθεση σχετικά με την αλλαγή προορισμού μιας παρτίδας βουτύρου παρεμβάσεως που αγοράστηκε προς εξαγωγή ( απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1979, Milch -, Fett - und Eier-Kontor, 42/79, Rec . 1979, σ . 3703 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν ο αρχικός αγοραστής αποφασίζει να μεταπωλήσει το προϊόν σε τρίτον προς εξαγωγή, αναλαμβάνει, πράττοντας αυτό, έναντι του γεωργικού οργανισμού παρεμβάσεως, όλους τους κινδύνους που ένας συνετός επιχειρηματίας μπορεί και οφείλει λογικώς να προβλέπει στο πλαίσιο της συναλλαγής αυτής, περιλαμβανομένου και του της αλλαγής του προορισμού του προϊόντος που οφείλεται στη δόλια συμπεριφορά ενός πληρεξούσιου του τρίτου αγοραστή . Ο ίδιος κανόνας επιβάλλεται στην περίπτωση που ο αρχικός αγοραστής αφήνει σε τρίτον τη μέριμνα εξαγωγής του εμπορεύματος και κατά την οποία ο τρίτος αυτός συνάπτει σύμβαση μεταφοράς προς τούτο με τέταρτη επιχείρηση . Σ' αυτή την περίπτωση, ο αγοραστής θα ευθύνεται, επομένως, έναντι του οργανισμού παρεμβάσεως για κάθε δόλια συμπεριφορά ή αμέλεια των δύο άλλων αυτών επιχειρήσεων . Πράγματι, παρόμοιες περιστάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απρόβλεπτες στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων και, επομένως, εμπίπτουν στην έννοια του εμπορικού κινδύνου .
14 Από αυτό προκύπτει ότι ο αγοραστής θα ευθύνεται επίσης για τη συμπεριφορά ενός ανεξάρτητου επιχειρηματία στον οποίο έχει ανατεθεί η μεταφορά του εμπορεύματος υπό μορφή υπεργολαβίας, ακόμη δε και αν, πράττοντας αυτό, ο πρώτος μεταφορέας παρέβη τις δικές του συμβατικές υποχρεώσεις .
15 Επομένως, στο δεύτερο ερώτημα του High Court πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι η αθέτηση της προς εξαγωγή υποχρεώσεως ενός αγοραστή βοείων κρεάτων προερχομένων από τα αποθέματα παρεμβάσεως και προοριζομένων προς εξαγωγή, όταν η αθέτηση αυτή οφείλεται σε απάτη ή αμέλεια ή αποτελεί συνέπεια συνδυασμού απάτης και αμελείας ανεξάρτητου μεταφορέα στον οποίο ανατέθηκε υπεργολαβικώς η μεταφορά των εμπορευμάτων, δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 11 του κανονισμού 1687/76 της Επιτροπής .
Επί του τρίτου ερωτήματος
16 Οι πωλήσεις που προβλέπονται από τους κανονισμούς 1929/82 και 2267/82 αποτελούν μέρος των προσπαθειών που έχουν καταβληθεί προκειμένου να αποφεύγεται αφενός η παράταση της αποθεματοποιήσεως των κρεάτων παρεμβάσεως και αφετέρου η διάθεση των κρεάτων αυτών στην κοινοτική αγορά που ήδη είναι πλεονασματική . Για τους λόγους αυτούς, τα εν λόγω κρέατα πωλήθηκαν σε πολύ χαμηλές τιμές υπό τον όρο πάντως να εξαχθούν εκτός της Κοινότητας . Οι αιτιολογικές σκέψεις των κανονισμών αυτών αναφέρουν ρητώς ότι ήταν αναγκαίο να προβλεφθεί η σύσταση ασφάλειας ενός αρκετά υψηλού ποσού, προκειμένου να διασφαλιστεί η εξαγωγή των κρεάτων . Απ' αυτό συνάγεται ότι η εν λόγω ασφάλεια έπρεπε ακριβώς να διασφαλίζει μια κύρια υποχρέωση του αγοραστή, δηλαδή την υποχρέωση εξαγωγής του κρέατος εκτός της Κοινότητας .
17 Κατά πάγια νομολογία, αν μία υποχρέωση θεωρηθεί ως κυρία υποχρέωση, η τήρηση της οποίας έχει θεμελιώδη σημασία για την εύρυθμη λειτουργία ενός κοινοτικού συστήματος, η μη εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής μπορεί να επισύρει ως ποινή την πλήρη απώλεια της ασφάλειας, χωρίς αυτό να συνεπάγεται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας ( βλέπε τελευταία την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1986, Maas, 21/85, Συλλογή 1986, σ . 3537 ).
18 Από αυτό προκύπτει ότι το γεγονός ότι ο εν λόγω οργανισμός παρεμβάσεως αποφάσισε, σύμφωνα προς το άρθρο 13, παράγραφος 5, του προαναφερθέντος κανονισμού 1687/76, την κατάπτωση μόνο του μέρους της ασφάλειας που αντιστοιχεί στην ποσότητα έναντι της οποίας ο αγοραστής δεν εκπλήρωσε την υποχρέωσή του περί εξαγωγής, χωρίς αυτό να είναι αποτέλεσμα ανωτέρας βίας, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας . Σχετικά, οι σκέψεις περί της ηθικής ευθύνης του εξαγωγέα, της απώλειας την οποία υπέστησαν τα κοινοτικά ταμεία και περί του κέρδους που θα μπορούσε να προκύψει από τη μεταπώληση στο εσωτερικό της Κοινότητας δεν έχουν καμία σημασία .
19 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα του High Court πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η υποχρέωση εξαγωγής ποσότητας βοείου κρέατος που έχει αγοραστεί από οργανισμό παρεμβάσεως διασφαλίζεται με την ασφάλεια που προβλέπεται στον κανονισμό 1687/76, η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο όταν ο οργανισμός παρεμβάσεως καθορίζει το ποσό της ασφάλειας που πρέπει να καταπέσει βάσει της ποσότητας που δεν έχει εξαχθεί . Υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως ανωτέρας βίας, η εν λόγω αρχή δεν υποχρεώνει τον οργανισμό παρεμβάσεως να λάβει υπόψη άλλες περιστάσεις όπως η ηθική ευθύνη του εξαγωγέα, η ζημία την οποία υπέστησαν τα κοινοτικά ταμεία ή το κέρδος που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί από τη μεταπώληση εντός της Κοινότητας .
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία κατέθεσε παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται . Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων .
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( δεύτερο τμήμα ),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε το High Court της Ιρλανδίας με απόφαση της 22ας Απριλίου 1986, αποφαίνεται :
1 ) Δεν συνιστά περίπτωση ανωτέρας βίας κατά την έννοια του άρθρου 11 του κανονισμού 1687/76 της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1976, περί καθορισμού κοινών λεπτομερειών ελέγχου της χρησιμοποιήσεως και/ή του προορισμού προϊόντων που προέρχονται από την παρέμβαση, η αθέτηση της προς εξαγωγή υποχρεώσεως ενός αγοραστή βοείων κρεάτων προερχομένων από τα αποθέματα παρεμβάσεως και προοριζομένων προς εξαγωγή, όταν η αθέτηση αυτή οφείλεται σε απάτη ή αμέλεια ή αποτελεί συνέπεια συνδυασμού απάτης και αμελείας ανεξάρτητου μεταφορέα στον οποίο ανατέθηκε υπεργολαβικώς η μεταφορά των εμπορευμάτων .
2 ) Σε περίπτωση κατά την οποία η υποχρέωση εξαγωγής ποσότητας βοείου κρέατος που έχει αγοραστεί από οργανισμό παρεμβάσεως διασφαλίζεται με τη σύσταση της ασφάλειας που προβλέπεται από τον κανονισμό 1687/76, η αρχή της αναλογικότητας εφαρμόζεται κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο όταν ο οργανισμός παρεμβάσεως καθορίζει το ποσό της ασφάλειας που πρέπει να καταπέσει κατ' αναλογία της ποσότητας που δεν εξήχθη . Υπό την επιφύλαξη της περιπτώσεως ανωτέρας βίας, η εν λόγω αρχή δεν υποχρεώνει τον οργανισμό παρεμβάσεως να λάβει υπόψη άλλες περιστάσεις όπως η ηθική ευθύνη του εξαγωγέα, η ζημία την οποία υπέστησαν τα κοινοτικά ταμεία ή το κέρδος που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί από τη μεταπώληση εντός της Κοινότητας .
Full & Egal Universal Law Academy