Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά - Απόφαση του Συμβουλίου περί διορισμού των μελών της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής - Προσφυγή συνδικαλιστικής οργανώσεως η οποία δεν εκπροσωπεί, σε εθνικό επίπεδο, το σύνολο ορισμένου κλάδου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής - Απαράδεκτο - Προσφυγή υποψηφίου προταθέντος από κράτος μέλος - Παραδεκτό
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 17, δεύτερο εδάφιο, 193 και 195)
2. Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή - Σύνθεση - Εξουσία εκτιμήσεως του Συμβουλίου - Εκπροσώπηση όλων των στοιχείων κάθε κλάδου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής από υπηκόους κάθε κράτους μέλους - Αδύνατον
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 195, παράγραφος 1)
3. Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή - Διαδικασία διορισμού των μελών - Υποχρέωση του Συμβουλίου να εξετάζει την αντιπροσωπευτικότητα όλων των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στους εθνικούς πίνακες και να ζητεί τη γνώμη της Επιτροπής επί των σχεδιαζομένων διορισμών - Περιεχόμενο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 194 και 195)
Περίληψη
1. Λαμβανομένων υπόψη των κανόνων του άρθρου 195 της Συνθήκης όσον αφορά τη σύνθεση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, η κατάσταση μιας συνδικαλιστικής οργανώσεως, η οποία εκπροσωπεί, σε εθνικό επίπεδο, μόνο ένα από τα συστατικά στοιχεία ενός κλάδου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, υπό την έννοια του άρθρου 193, και όχι το σύνολο του εν λόγω κλάδου, δεν της παρέχει το δικαίωμα να απαιτήσει να ληφθεί υπόψη από το Συμβούλιο κατά τη λήψη της αποφάσεως περί της συνθέσεως της ΟΚΕ. Επομένως, η απόφαση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι την αφορά ατομικά υπό την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
Αντιθέτως, η ίδια αυτή απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά τον υποψήφιο ο οποίος προτάθηκε από κράτος μέλος και δεν διορίστηκε από το Συμβούλιο.
2. Η κατάλληλη εκπροσώπηση των διαφόρων κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την οποία προβλέπει το άρθρο 195, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, πρέπει να εξασφαλίζεται σε κοινοτικό επίπεδο. Προκειμένου να εξασφαλίζει την εκπροσώπηση αυτή, με βάση τους πίνακες υποψηφίων που του διαβιβάζουν τα κράτη μέλη, το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, δεδομένου μάλιστα ότι, λόγω του περιορισμένου αριθμού των εδρών στην ΟΚΕ, έχει αποκλειστεί η δυνατότητα να εκπροσωπούνται όλα τα στοιχεία κάθε κλάδου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής από υπηκόους καθενός από τα κράτη μέλη.
3. Στο πλαίσιο της διαδικασίας διορισμού των μελών της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, η οποία διέπεται από τα άρθρα 194 και 195 της Συνθήκης, το Συμβούλιο οφείλει να εξετάζει την αντιπροσωπευτικότητα όλων των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στους πίνακες που έχουν καταρτιστεί σε εθνικό επίπεδο, χωρίς να δεσμεύεται από τη διάκριση στην οποία προβαίνουν τα κράτη μέλη μεταξύ των υποψηφίων που αποτελούν το αντικείμενο της κυρίας προτάσεως και εκείνων που προτείνονται εναλλακτικώς, προτού προβεί στο διορισμό των μελών της ΟΚΕ σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 195.
'Οσον αφορά την υποχρεωτική γνωμοδότηση της Επιτροπής, η οποία προβλέπεται από το άρθρο 195, παράγραφος 2, το Συμβούλιο οφείλει να ζητεί τη γνώμη της Επιτροπής ως προς τις επιλογές στις οποίες προτίθεται να προβεί βάσει των εθνικών προτάσεων, και επομένως ως προς τη σύνθεση της ΟΚΕ ως συνόλου, και όχι ως προς τις εν λόγω προτάσεις αυτές καθαυτές.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 297/86,
1) Confederazione italiana dirigenti di azienda (CIDA),
2) Fausto d' Elia,
3) Pierluigi Marchesi,
εκπροσωπούμενοι από το δικηγόρο Νεαπόλεως Andrea Giardina, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Charles Turk, 4, rue Nicolas-Welter,
προσφεύγοντες,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Raffaello Fornasier, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου, επικουρούμενο από τον Antonio Lucidi, μέλος της εν λόγω υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Kaeser, Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
υποστηριζόμενου από το
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον Francisco Javier Conde de Saro, γενικό διευθυντή νομικού συντονισμού και κοινοτικών θεσμικών θεμάτων του Υφυπουργείου για τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και από τον Rafael Garcia-Valdecasas y Fernandez, προϊστάμενο της νομικής υπηρεσίας για το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ισπανίας, 4-6, boulevard Emmanuel-Servais,
παρεμβαίνον,
που έχει ως αντικείμενο προσφυγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως του Συμβουλίου, περί διορισμού των μελών της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την περίοδο από 21 Σεπτεμβρίου 1986 έως 20 Σεπτεμβρίου 1990, όπως προκύπτει από τη δημοσίευση της συνθέσεως της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων C 244 της 30ής Σεπτεμβρίου 1986,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, G. Bosco, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodriguez Iglesias, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, U. Everling και Y. Galmot, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. O. Lenz
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 25ης Φεβρουαρίου 1988,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 24ης Μαρτίου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Νοεμβρίου 1986, η Confederazione italiana dirigenti di azienda (Συνδικαλιστική οργάνωση των ανωτέρων στελεχών ιταλικών επιχειρήσεων, στο εξής: CΙDΑ), καθώς και ο πρόεδρος, F. d' Elia, και ο αντιπρόεδρος, P. Marchesi, της εν λόγω οργανώσεως, άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζήτησαν την ακύρωση της αποφάσεως του Συμβουλίου, της 15ης Σεπτεμβρίου 1986, περί διορισμού των μελών της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΟΚΕ) για την περίοδο από 21 Σεπτεμβρίου 1986 έως 20 Σεπτεμβρίου 1990 (ΕΕ C 244, σ. 2).
2 Προς το σκοπό της ανανεώσεως της συνθέσεως της ΟΚΕ για την εν λόγω περίοδο, σύμφωνα με το άρθρο 195 της Συνθήκης, τα κράτη μέλη διαβίβασαν στο Συμβούλιο, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1986, πίνακες περιλαμβάνοντες αριθμό υποψηφίων διπλάσιο από τον αριθμό των εδρών που προβλέπονται για τους υπηκόους τους. Η γενική γραμματεία του Συμβουλίου διεβίβασε όλους τους παραληφθέντες εθνικούς πίνακες στην Επιτροπή για να γνωμοδοτήσει. Στη συνέχεια, η Επιτροπή διατύπωσε θετική γνώμη για τις εθνικές υποψηφιότητες.
3 Ο πίνακας της ιταλικής κυβερνήσεως περιελάμβανε τα ονόματα 48 υποψηφίων, τα οποία κατανέμονταν σε τρεις ομάδες των 16 ονομάτων που αντιπροσώπευαν τους εργοδότες, τους εργαζόμενους και τους λοιπούς οικονομικούς και κοινωνικούς κλάδους από τα ονόματα αυτά, τα οκτώ αποτελούσαν την κύρια πρόταση και τα άλλα οκτώ την εναλλακτική πρόταση. Οι d' Elia και Marchesi κατείχαν αντιστοίχως την πρώτη και την όγδοη θέση στους εναλλακτικώς προτεινόμενους υποψηφίους της ομάδας ΙΙΙ (λοιποί οικονομικοί και κοινωνικοί κλάδοι).
4 Κατά τη συνεδρίαση της 5ης Σεπτεμβρίου 1986, η Επιτροπή των Μονίμων Αντιπροσώπων των κρατών μελών στο Συμβούλιο κατάρτισε πίνακα περιλαμβάνοντα τους κυρίως προτεινόμενους εθνικούς υποψηφίους. Με απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1986, το Συμβούλιο διόρισε, με βάση τον πίνακα αυτό, τα μέλη της ΟΚΕ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονταν τα ονόματα των d' Elia και Marchesi.
5 Οι προσφεύγοντες προσβάλλουν την απόφαση του Συμβουλίου ουσιαστικά για το λόγο ότι κατά τη σύνθεση της ΟΚΕ δεν ελήφθη υπόψη η ανάγκη διασφαλίσεως της κατάλληλης εκπροσωπήσεως των διαφόρων κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Επιπλέον, κατά τους προσφεύγοντες, η απόφαση εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας.
6 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας, οι λόγοι ακυρώσεως και οι ισχυρισμοί των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του παραδεκτού
7 Το Συμβούλιο και το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζουν ότι η προσφυγή δεν είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Ισχυρίζονται ότι, εφόσον η επίδικη απόφαση είχε ως αντικείμενο το διορισμό των μελών της ΟΚΕ, μόνοι αποδέκτες της ήταν τα διορισθέντα μέλη. Οι προσφεύγοντες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι η απόφαση του Συμβουλίου τους αφορά άμεσα και ατομικά.
8 Οι προσφεύγοντες θεωρούν, αντιθέτως, παραδεκτή την προσφυγή τους. Η απόφαση του Συμβουλίου αφορά άμεσα και ατομικά την CΙDΑ, δεδομένου ότι κανένα μέλος της οργανώσεως αυτής, η οποία εκπροσωπεί όλα τα ανώτερα στελέχη ιταλικών επιχειρήσεων, δεν μετέχει πλέον στην ΟΚΕ. Οι d' Elia και Marchesi περιλαμβάνονταν στον πίνακα των 48 υποψηφίων προς διορισμό τους οποίους πρότεινε η ιταλική κυβέρνηση και, επομένως, μπορούν να εξατομικευθούν σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο.
9 Κατά το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, οι ιδιώτες μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως της οποίας δεν είναι αποδέκτες υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω απόφαση τους αφορά άμεσα και ατομικά. Θα πρέπει, επομένως, να εξεταστεί κατά πόσον η επίδικη απόφαση, καίτοι δεν απευθυνόταν στην CΙDΑ καθώς και στους d' Elia και Marchesi, τους αφορούσε, εντούτοις, άμεσα και ατομικά.
10 Ως προς το θέμα αυτό, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όπως το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως αποφανθεί (βλέπε τελευταίως απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Van der Kooy, 67, 68 και 70/85, Συλλογή 1988, σ. 219), μια απόφαση που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο δεν είναι δυνατό να αφορά ατομικά τρίτους παρά μόνο αν η απόφαση αυτή τους βλάπτει λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που προσιδιάζουν σ' αυτούς ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και, για το λόγο αυτό, τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με τον αποδέκτη.
11 Αντίθετα προς τα του άρθρου 18 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το οποίο αναγνωρίζει στις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις το δικαίωμα να προτείνουν υποψηφίους κατά το διορισμό των μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής, το άρθρο 195 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν αναγνωρίζει στις εν λόγω οργανώσεις αυτό το δικαίωμα. Η διάταξη αυτή θέτει τον κανόνα ότι για τη σύνθεση της ΟΚΕ λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη διασφαλίσεως κατάλληλης εκπροσωπήσεως των διαφόρων κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η κατάσταση των οργανώσεων όπως η CΙDΑ, η οποία εκπροσωπεί, σε εθνικό επίπεδο, μόνο ένα από τα συστατικά στοιχεία του κλάδου των εργαζομένων υπό την έννοια του άρθρου 193 και όχι το σύνολο του εν λόγω κλάδου, δεν τους παρέχει το δικαίωμα να απαιτήσουν να λαμβάνονται υπόψη από το Συμβούλιο κατά τη λήψη της αποφάσεως. Επομένως, η απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά την CΙDΑ ατομικά υπό την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
12 Κατά συνέπεια, η προσφυγή της CΙDΑ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
13 'Οσον αφορά τους δύο άλλους προσφεύγοντες, ήτοι τους d' Elia και Marchesi, πρέπει να παρατηρηθεί ότι περιλαμβάνονταν στον πίνακα των 48 υποψηφίων τους οποίους πρότεινε η ιταλική κυβέρνηση και από τους οποίους το Συμβούλιο διόρισε τα 24 μέλη της Ιταλίας στην ΟΚΕ. Οι προσφεύγοντες αυτοί ήταν, επομένως, επαρκώς εξατομικευμένοι και η απόφαση, λόγω του μη διορισμού τους, τους αφορούσε άμεσα υπό την έννοια του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης. Συνεπώς, η ένσταση απαραδέκτου που προβάλλει το Συμβούλιο ως προς αυτούς πρέπει να απορριφθεί.
Επί της ουσίας
14 Οι d' Elia και Marchesi προβάλλουν, προς στήριξη της προσφυγής τους, δύο λόγους ακυρώσεως, συνιστάμενους στην παραβίαση της Συνθήκης και στην κατάχρηση εξουσίας.
'Οσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που συνίσταται στην παραβίαση της Συνθήκης
15 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι η επίδικη απόφαση δεν τηρεί την προβλεπόμενη από το άρθρο 195 της Συνθήκης υποχρέωση διασφαλίσεως κατάλληλης εκπροσωπήσεως των διαφόρων κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Η εκπροσώπηση αυτή πρέπει να εξασφαλίζεται τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Πράγματι, η ακατάλληλη εκπροσώπηση σε εθνικό επίπεδο θα συνεπαγόταν αναγκαστικά, όπως στην προκειμένη περίπτωση, τη μη προσήκουσα γενική σύνθεση της ΟΚΕ.
16 Το Συμβούλιο και το Βασίλειο της Ισπανίας υποστηρίζουν ότι οι προσφεύγοντες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι τα μέλη της ΟΚΕ δεν είναι επαρκώς αντιπροσωπευτικά των κλάδων στους οποίους ανήκουν ή ότι η σύνθεση της ΟΚΕ δεν είναι ικανή να εξασφαλίσει την ενδεδειγμένη αναλογία στην εκπροσώπηση των διαφόρων κλάδων. Η μη εκπροσώπηση μέλους εθνικής οργανώσεως στην ΟΚΕ ουδόλως συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 195 της Συνθήκης.
17 Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, της Συνθήκης, το Συμβούλιο και η Επιτροπή επικουρούνται από μία Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή που ασκεί συμβουλευτικά καθήκοντα. Σκοπός, επομένως, της ΟΚΕ είναι η διευκόλυνση του έργου των οργάνων σε κοινοτικό επίπεδο. Από αυτό έπεται ότι, η κατάλληλη εκπροσώπηση των διαφόρων κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής στην ΟΚΕ, την οποία προβλέπει το άρθρο 195, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, πρέπει να εξασφαλίζεται σε κοινοτικό επίπεδο.
18 Για να διαπιστωθεί κατά πόσον οι ανωτέρω προϋποθέσεις πληρούνται στην υπό κρίση περίπτωση, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η εν λόγω διάταξη απονέμει στο Συμβούλιο ευρεία εξουσία εκτιμήσεως. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο έκανε προδήλως κακή χρήση της εξουσίας του. Ως προς το θέμα αυτό, αρκεί η υπενθύμιση ότι τα ανώτερα στελέχη επιχειρήσεων δεν συνιστούν κλάδο υπό την έννοια του άρθρου 195 της Συνθήκης, του οποίου να είναι επιβεβλημένη η εκπροσώπηση στην ΟΚΕ. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι τα στελέχη αυτά ήδη εκπροσωπούνται στην ΟΚΕ από ένα μέλος της Confederation generale des cadres francais.
19 Ο ισχυρισμός των προσφευγόντων ότι το Συμβούλιο οφείλει επίσης να μεριμνά κατά την κατάρτιση των εθνικών πινάκων να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη διασφαλίσεως κατάλληλης εκπροσωπήσεως των διαφόρων κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής σε εθνικό επίπεδο δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Πράγματι, λαμβανομένου υπόψη του περιορισμένου αριθμού των εδρών, έχει αποκλειστεί η δυνατότητα να εκπροσωπούνται όλα τα στοιχεία κάθε κλάδου της οικονομικής και κοινωνικής ζωής από υπηκόους καθενός από τα κράτη μέλη.
20 Επομένως, υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως θα πρέπει να απορριφθεί.
'Οσον αφορά το λόγο ακυρώσεως που συνίσταται στην κατάχρηση εξουσίας
21 Με αυτόν το λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι μόνη πρόθεση του Συμβουλίου κατά την έκδοση της επίδικης απόφασης ήταν να ακολουθήσει κατά γράμμα τις εθνικές προτάσεις, διορίζοντας αποκλειστικά και μόνο τους υποψηφίους που περιλαμβάνονταν στην κύρια πρόταση, χωρίς να προσπαθήσει να εξασφαλίσει την καλή εκπροσώπηση των διαφόρων κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Προς στήριξη των ισχυρισμών τους, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ορισμένα στοιχεία από τα οποία συνάγεται, κατά τη γνώμη τους, ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας. Επικαλούνται ιδίως τη μη διεξαγωγή συζητήσεως στο πλαίσιο του Συμβουλίου επί της νέας συνθέσεως της ΟΚΕ, καθώς και τον μη σύμφωνο προς το άρθρο 195, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ τρόπο με τον οποίο το Συμβούλιο ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής.
22 Το Συμβούλιο και το Βασίλειο της Ισπανίας θεωρούν, αντιθέτως, ότι οι προσφεύγοντες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι ο διορισμός των μελών της ΟΚΕ δεν πραγματοποιήθηκε προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας και ότι η υιοθέτηση της ιταλικής προτάσεως δεν ανταποκρινόταν στο σκοπό της διασφαλίσεως της κατάλληλης εκπροσωπήσεως των διαφόρων κοινωνικοοικονομικών κλάδων.
23 Πρέπει, πρώτον, να παρατηρηθεί ότι η διαδικασία διορισμού των μελών της ΟΚΕ διέπεται από τα άρθρα 194 και 195 της Συνθήκης. Οι διατάξεις αυτές προβλέπουν ότι κάθε κράτος μέλος διαβιβάζει στο Συμβούλιο πίνακα με αριθμό υποψηφίων διπλάσιο του αριθμού των θέσεων που παρέχονται στους υπηκόους του. Αφού ζητήσει τη γνώμη της Επιτροπής και, ενδεχομένως, των ευρωπαϊκών οργανώσεων των αντιπροσωπευτικών των διαφόρων κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής που ενδιαφέρονται για τη δραστηριότητα της Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφασίζει με ομοφωνία.
24 'Οσον αφορά την υποχρέωση του Συμβουλίου να διορίζει τα μέλη βάσει πίνακα, ο οποίος να περιλαμβάνει αριθμό υποψηφίων διπλάσιο του αριθμού των προς πλήρωση εδρών, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το Συμβούλιο δεν δεσμεύεται από τη διάκριση στην οποία προβαίνουν τα κράτη μέλη μεταξύ των υποψηφίων που αποτελούν το αντικείμενο της κυρίας προτάσεως και εκείνων που προτείνονται εναλλακτικώς. Πράγματι, εναπόκειται στο Συμβούλιο, και όχι στα κράτη μέλη, να εκτιμά την αντιπροσωπευτικότητα των υποψηφιοτήτων που του υποβάλλονται. Από αυτό έπεται ότι το Συμβούλιο οφείλει να εξετάζει την αντιπροσωπευτικότητα όλων των υποψηφίων που περιλαμβάνονται στους εθνικούς πίνακες προτού προβεί στο διορισμό των μελών της ΟΚΕ σύμφωνα με τα κριτήρια του άρθρου 195.
25 Στην προκειμένη περίπτωση, είναι δεδομένο ότι η επίδικη απόφαση του Συμβουλίου, της 15ης Σεπτεμβρίου 1986, ελήφθη στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στον εσωτερικό κανονισμό του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1979 (ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 122) διαδικασίας των "θεμάτων του μέρους Α", για τα οποία η έγκριση είναι δυνατή χωρίς συζήτηση. Από τα συνοπτικά πρακτικά της συνεδριάσεως του Συμβουλίου της 15ης Σεπτεμβρίου 1986 προκύπτει ότι δεν διεξήχθη συζήτηση.
26 Ωστόσο, από τις συζητήσεις που διεξήχθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, στο επίπεδο της Επιτροπής των Μονίμων Αντιπροσώπων, πραγματοποιήθηκε κάποια εξέταση των υποψηφιοτήτων κατά το χρόνο της καταρτίσεως του τελικού πίνακα, ο οποίος επρόκειται να υποβληθεί στο Συμβούλιο. Κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, κατά την εν λόγω εξέταση, δεν ελήφθη υπόψη η αντιπροσωπευτικότητα των υποψηφίων. Επομένως, η αιτίαση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
27 Οι προσφεύγοντες καταλογίζουν, εξάλλου, στο Συμβούλιο ότι δεν ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής επί της συνθέσεως της ΟΚΕ. Πράγματι, κατά τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, η γνώμη της Επιτροπής ζητήθηκε, περίπτωση προς περίπτωση, επί των προτάσεων των διαφόρων κρατών μελών και όχι επί της συνθέσεως της ΟΚΕ ως συνόλου.
28 Πρέπει να παρατηρηθεί σχετικά ότι από τη ρύθμιση του άρθρου 195, παράγραφος 2, πρώτη φράση, της Συνθήκης προκύπτει ότι η διάταξη αυτή, προβλέποντας τη γνωμοδότηση της Επιτροπής, έχει ως σκοπό να καθιστά δυνατό στο εν λόγω όργανο να βοηθεί το Συμβούλιο κατά την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του να διασφαλίζει την κατάλληλη εκπροσώπηση των διαφόρων κλάδων της οικονομικής και κοινωνικής ζωής στην ΟΚΕ. Το Συμβούλιο οφείλει, επομένως, να ζητεί τη γνώμη της Επιτροπής ως προς τις επιλογές στις οποίες προτίθεται να προβεί βάσει των εθνικών προτάσεων και όχι ως προς τις εν λόγω προτάσεις αυτές καθαυτές.
29 Στην υπό κρίση περίπτωση, το Συμβούλιο διαβίβασε διαδοχικώς τους εθνικούς πίνακες στη γενική γραμματεία της Επιτροπής, η οποία διετύπωσε, διαδοχικώς, θετική γνώμη όσον αφορά τις προτεινόμενες υποψηφιότητες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν μπόρεσε, κατά το στάδιο αυτό, να εξετάσει κατά πόσον η όλη σύνθεση της ΟΚΕ πληρούσε τους όρους του άρθρου 195, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
30 Ωστόσο, στην Επιτροπή, η οποία παρέστη στη συνεδρίαση της Επιτροπής των Μονίμων Αντιπροσώπων της 5ης Σεπτεμβρίου 1986, δόθηκε η δυνατότητα, με την ευκαιρία αυτή, να λάβει θέση επί της όλης συνθέσεως της ΟΚΕ, όπως αυτή προέκυψε από την κατάρτιση του τελικού πίνακα ο οποίος επρόκειτο να υποβληθεί στο Συμβούλιο. Επομένως, η αιτίαση που διατυπώνουν οι προσφεύγοντες ως προς το θέμα αυτό πρέπει να απορριφθεί.
31 Τέλος, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι η πρόθεση του Συμβουλίου να μην αμφισβητήσει τις εθνικές προτάσεις αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν ζήτησε τη γνώμη των αντιπροσωπευτικών ευρωπαϊκών οργανώσεων.
32 Ως προς το θέμα αυτό, αρκεί η υπενθύμιση ότι το άρθρο 195, παράγραφος 2, δεύτερη φράση, της Συνθήκης δεν επιβάλλει στο Συμβούλιο την υποχρέωση να ζητεί τη γνώμη των αντιπροσωπευτικών ευρωπαϊκών οργανώσεων. Η διάταξη αυτή προβλέπει απλώς τη δυνατότητα του Συμβουλίου να ζητήσει τη γνώμη των εν λόγω οργανώσεων, εφόσον το κρίνει απαραίτητο.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο λόγος ακυρώσεως που συνίσταται στην κατάχρηση εξουσίας επίσης δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
34 Δεδομένου ότι κανένας από τους λόγους ακυρώσεως που προέβαλαν οι προσφεύγοντες δεν έγινε δεκτός, η προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
35 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή της Confederazione italiana dirigenti di azienda ως απαράδεκτη.
2) Απορρίπτει τις προσφυγές των d' Elia και Marchesi ως αβάσιμες.
3) Καταδικάζει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα εις ολόκληρον.
Full & Egal Universal Law Academy