Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Ισοζύγιο πληρωμών - Ελευθέρωση των πληρωμών - Μεταφορές συναλλάγματος που αφορούν ανταλλαγές εμπορευμάτων - Διπλή αγορά συναλλάγματος - Υποχρέωση των εξαγωγέων να εκχωρούν το συνάλλαγμα από τις πωλήσεις τους στην επίσημη αγορά - Παραδεκτή - Διάκριση λόγω ιθαγενείας - Δεν υπάρχει
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 7 και 106)
Περίληψη
Κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουσα στους εξαγωγείς την υποχρέωση να ζητούν την καταβολή του συναλλάγματος που προέρχεται από τις πωλήσεις τους μέσω τραπέζης και να το εκποιούν στην επίσημη αγορά συναλλάγματος, απαγορεύοντάς τους, κατά συνέπεια, να πληρώνονται σε τραπεζογραμμάτια, δεν εμποδίζει την ελευθερία των πληρωμών που αφορούν ανταλλαγές εμπορευμάτων κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς το άρθρο 106 της Συνθήκης.
Μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση, ακόμα και αν συνεπάγεται άνιση μεταχείριση σε σχέση με τους εξαγωγείς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, δεν συνιστά δυσμενή διάκριση εμπίπτουσα στο άρθρο 7 της Συνθήκης, εφόσον η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα τα οποία αφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων κα ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 308/86,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Cour d' appel του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Εισαγγελικής Αρχής
και
R. Lambert,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 3, στοιχεία α) και β), 5, 7, 31, 32, 34, 67, παράγραφος 2, και 106 της Συνθήκης ΕΟΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
συγκείμενο από τους G. Bosco, πρόεδρο τμήματος, U. Everling, Y. Galmot, R. Joliet και F. A. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: B. Pastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη του τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν:
- ο κατηγορούμενος P. Lambert, εκπροσωπούμενος κατά την προφορική διαδικασία από το δικηγόρο H. Frank,
- η κυβέρνηση του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενη από τον J. Guill, επικουρούμενο από τον P. Le Roy, εμπειρογνώμονα,
- η βελγική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από το δικηγόρο M. Waelbroeck,
- η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον M. Conti,
- η γαλλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη κατά την προφορική διαδικασία από τον G. de Bergues,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον J. Amphoux,
έχοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 11ης Φεβρουαρίου 1988,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μαΐου 1988,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Δεκεμβρίου 1986, το Cour d' appel του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, πέντε προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία διαφόρων διατάξεων της Συνθήκης, ιδίως δε των άρθρων 7, 67 και 106, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον συμβιβάζεται με τις διατάξεις αυτές κανονιστική ρύθμιση η οποία επιβάλλει στους εξαγωγείς να εισπράττουν το συνάλλαγμα από τις πωλήσεις τους μέσω τραπέζης και να το εκχωρούν στην επίσημη αγορά συναλλάγματος και, κατά συνέπεια, τους απαγορεύει να πληρώνονται σε τραπεζογραμμάτια.
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο ποινικής δίκης κατά του P. Lambert, λουξεμβούργιου ζωεμπόρου. Ο Lambert δέχτηκε τραπεζογραμμάτια, τόσο σε ξένα νομίσματα (γερμανικά μάρκα και φιορίνια) όσο και σε φράγκα Λουξεμβούργου, για πωλήσεις ζώων στη Γερμανία και στις Κάτω Χώρες κατά τα έτη 1981 έως 1983. Εναντίον του ασκήθηκε ποινική δίωξη ενώπιον του Tribunal d' arrondissement (πλημμελειοδικείου) του Diekirch για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 8, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού Ι περί εισαγωγών και εξαγωγών (Mem. Α. 1964, σ. 1422, Μem. B. 1964, r. 10456), o opoios herpirtgje, rtgm aqwijue tou loqvue, to 1955 ape to Institut belgo-luxembourgeois du change (Ινστιτούτο Συναλλάγματος Βελγίου-Λουξεμβούργου) (στο εξής: ΙΒLC).
3 Το άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού Ι καθορίζει τους τρόπους εξοφλήσεως των πραγματοποιούμενων εξαγωγών. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
α) ...
β) Η πληρωμή σε ξένο νόμισμα γίνεται, είτε στην Οικονομική 'Ενωση Βελγίου-Λουξεμβούργου είτε στην αλλοδαπή, με τη μορφή τραπεζικού εμβάσματος ή επιταγής. Εντός οκτώ ημερών, τα ξένα νομίσματα εκχωρούνται στην επίσημη αγορά συναλλάγματος ...
γ)Η πληρωμή σε βελγικά φράγκα ή σε φράγκα Λουξεμβούργου πρέπει να πραγματοποιείται με χρέωση αλλοδαπού "μετατρέψιμου" λογαριασμού που τηρείται σε συγκεκριμένη τράπεζα.
4 Στην επίσημη αγορά, η τιμή συναλλάγματος καθορίζεται καθημερινώς από τους εκπροσώπους των αρμοδίων τραπεζών, συνεδριάζοντες επί θεμάτων συμψηφισμού, υπό τον έλεγχο της Εθνικής Τράπεζας του Βελγίου. Η τιμή αυτή διατηρείται εντός των περιθωρίων που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος, εν ανάγκη με παρεμβάσεις της Εθνικής Τράπεζας, η οποία κάνει χρήση, προς το σκοπό αυτό, των αποθεμάτων συναλλάγματος της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου (Union economique belgo- luxembourgeoise στο εξής: UΕΒL). Ορίζοντας ότι οι μεταφορές συναλλάγματος που αφορούν τις εξαγωγές εμπορευμάτων πρέπει να γίνονται μέσω της αγοράς αυτής, το άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού Ι επιδιώκει να χρησιμοποιείται το συνάλλαγμα αυτό για τη χρηματοδότηση των εισαγωγών και να συμβάλλει, έτσι, στην εξασφάλιση της ισορροπίας του ισοζυγίου πληρωμών της UΕΒL, κατά τρόπον ώστε να περιορίζονται οι παρεμβάσεις της Εθνικής Τράπεζας και να διατηρούνται τα αποθέματα συναλλάγματος της UΕΒL.
5 Για να διασφαλίζεται ότι το συνάλλαγμα που προέρχεται από εξαγωγές διοχετεύεται πράγματι προς την επίσημη αγορά, το άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού Ι επιβάλλει στους εξαγωγείς να εισπράττουν το συνάλλαγμα μέσω τραπέζης. Κατά συνέπεια, απαγορεύεται στους εξαγωγείς να πληρώνονται σε τραπεζογραμμάτια. Οι μεταφορές τραπεζογραμματίων θεωρούνται από το ΙΒLC όχι ως τρέχουσες πληρωμές αλλά ως κινήσεις κεφαλαίων, δεδομένου ότι είναι αδύνατο να διαπιστωθεί με βεβαιότητα η σχέση μεταξύ των εν λόγω μεταφορών και των υποκειμένων εμπορικών πράξεων. Οι μεταφορές τραπεζογραμματίων εμπίπτουν, επομένως, στην ελεύθερη αγορά, στην οποία η τιμή συναλλάγματος καθορίζεται βάσει του μηχανισμού προσφοράς και ζητήσεως.
6 Επί ορισμένο χρονικό διάστημα εντός της επίμαχης περιόδου, η συγκυριακή κατάσταση στην UΕΒL είχε προκαλέσει μια αδυναμία του φράγκου. Η αδυναμία αυτή ήταν σαφώς εντονότερη στην ελεύθερη αγορά απ' ό,τι στην επίσημη αγορά. Οι ισοτιμίες των ξένων νομισμάτων στην ελεύθερη αγορά υπερέβησαν έτσι κατά 5 έως 10 % τις ισοτιμίες των νομισμάτων αυτών στην επίσημη αγορά. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε προβλήματα όσον αφορά την αγορά ξένων νομισμάτων στην ελεύθερη αγορά. Αντιθέτως, οι πωλήσεις ξένων νομισμάτων στην ίδια αυτή αγορά ήταν συμφέρουσες.
7 Πληρωνόμενος σε τραπεζογραμμάτια για πωλήσεις ζώων που είχε πραγματοποιήσει στην αλλοδαπή, ο R. Lambert μπόρεσε να μετατρέψει τα εν λόγω τραπεζογραμμάτια στην ελεύθερη αγορά και να πραγματοποιήσει, έτσι, κέρδη συναλλάγματος ύψους περίπου πέντε εκατομμυρίων φράγκων Λουξεμβούργου.
8 Με απόφαση της 17ης Μαΐου 1985, το tribunal d' arrondissement του Diekirch καταδίκασε τον Lambert σε πρόστιμο και διέταξε την κατάσχεση των πέντε εκατομμυρίων φράγκων που αντιπροσώπευαν το κέρδος που είχε αποκομίσει ο Lambert από τη διάπραξη του εγκλήματος. Τόσο ο Lambert όσο και η Εισαγγελική Αρχή άσκησαν έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Cour d' appel του Μεγάλου Δουκάτου. Επειδή ο Lambert υποστήριξε ότι το άρθρο 8 του κανονισμού Ι συνιστά εμπόδιο στην ελευθερία του εμπορίου και, ως εκ τούτου, είναι ασυμβίβαστο με τη Συνθήκη, το Cour d' appel αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει πέντε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο. Τα ερωτήματα αυτά έχουν ως εξής:
1)Αντιτίθεται η ελευθέρωση των πληρωμών όσον αφορά τις ενδοκοινοτικές ανταλλαγές εμπορευμάτων, η οποία θεσπίζεται από τα άρθα 67, παράγραφος 2, και 106, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ στην επιβολή υποχρεώσεως στους εξαγωγείς που είναι κάτοικοι της Οικονομικής Ενώσεως Βελγίου-Λουξεμβούργου να εκχωρούν τα ξένα νομίσματα, τα οποία εισπράττουν προς εξόφληση των εμπορευμάτων που πωλούνται στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες, στην τιμή της επίσημης αγοράς συναλλάγματος σε εγκεκριμένες τράπεζες, λαμβανομένου υπόψη ότι το τελικώς εισπραττόμενο ποσό σε εθνικό νόμισμα είναι κατά 5 έως 10 % μειωμένο σε σχέση με εκείνο που θα μπορούσαν να εισπράξουν στην ελεύθερη αγορά;
2)Παρεμποδίζεται η ελευθέρωση των πληρωμών από την απαγόρευση εισπράξεως του τιμήματος των ως άνω εξαγωγών σε ξένα ή εθνικά τραπεζογραμμάτια;
3)'Εχει η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ, εφαρμογή σε περίπτωση αντίστροφης άνισης μεταχείρισης, δηλαδή σε εθνικά μέτρα που έχουν ως πραγματικό αλλά όχι επιδιωχθέν αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στους εξαγωγείς του οικείου κράτους μέλους σε σχέση με τους εξαγωγείς που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη;
4)Απαγορεύουν οι αρχές του κοινοτικού δικαίου, οι οποίες διατυπώνονται στο άρθρο 3, στοιχεία α) και στ), της Συνθήκης ΕΟΚ, ήτοι η κατάργηση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος με τους δασμούς κατά την εξαγωγή εμπορευμάτων και η εγκαθίδρυση καθεστώτος που να εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της κοινής αγοράς, αυτού του είδους την αντίστροφη δυσμενή διάκριση όταν, ανεξαρτήτως του ειδικού στόχου που επιδιώκει η περιοριστική ρύθμιση, αυτή συνεπάγεται τη δημιουργία ουσιαστικού πλεονεκτήματος υπέρ παρομοίων επιχειρηματιών άλλων κρατών μελών και είναι, ως εκ τούτου, ικανή να δημιουργήσει εμπόδια, άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών;
5.'Εχουν οι διατάξεις "standstill" των άρθρων 5, 31, 32 και 34 της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμογή στα μέτρα που περιγράφονται στα ερωτήματα 1 και 2, τα οποία είχαν μεν ληφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης, έχουν όμως έκτοτε αισθητά αποτελέσματα στρεβλώσεως όταν οι διαφορές μεταξύ της ισοτιμίας που ισχύει στην επίσημη αγορά και της ισοτιμίας που ισχύει στην ελεύθερη αγορά αυξάνονται τόσο ώστε να αντιπροσωπεύουν 5 έως 10 % της αντιστοιχίας, σε εθνικό νόμισμα, της εκφραζόμενης σε ξένο νόμισμα τιμής του τιμολογίου, όπως συνέβη στην υπό κρίση περίπτωση κατά τα έτη 1981, 1982 και 1983;
9 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση περιγράφεται το κανονιστικό πλαίσιο και αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10 Υπενθυμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι, όπως παρατήρησε το Δικαστήριο με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1984 (Luisi και Carbone, υποθέσεις 286/82 και 26/83, Συλλογή 1984, σ. 377), το άρθρο 106 αφορά τις τρέχουσες πληρωμές, ήτοι τις μεταφορές συναλλάγματος που αποτελούν αντιπαροχή στο πλαίσιο υποκείμενης συναλλαγής, ενώ το άρθρο 67 αφορά τις κινήσεις κεφαλαίων, ήτοι τις οικονομικές ενέργειες που αποσκοπούν κυρίως στην τοποθέτηση ή την επένδυση του οικείου ποσού και όχι στην αμοιβή παροχής.
11 Με το πρώτο και το δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί ότι ερωτάται, κατ' ουσίαν, αν μια κανονιστική ρύθμιση, η οποία επιβάλλει στους εξαγωγείς να εισπράττουν μέσω τραπέζης το συνάλλαγμα που προέρχεται από τις πωλήσεις τους και να το εκχωρούν στην επίσημη αγορά και τους απαγορεύει, κατά συνέπεια, να πληρώνονται σε τραπεζογραμμάτια, εμποδίζει την ελευθερία των πληρωμών που αφορούν ανταλλαγές εμπορευμάτων κατά τρόπο ασυμβίβαστο με το άρθρο 106 της Συνθήκης.
12 Ως προς το θέμα αυτό, πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση επιδιώκει να εξασφαλίσει ότι οι τρέχουσες πληρωμές διενεργούνται αποκλειστικά και μόνο στην επίσημη αγορά και ότι στην ελεύθερη αγορά πραγματοποιούνται μόνο οι κινήσεις κεφαλαίων. Επομένως, τελικός της στόχος είναι η εξασφάλιση της διακρίσεως των δύο αυτών αγορών.
13 Πρέπει, εν συνεχεία, να παρατηρηθεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, της πρώτης οδηγίας για την ελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων (ΕΕ ειδ. έκδ. 10/001, σ. 4) προβλέπει ότι οι ελευθερούμενες δυνάμει της οδηγίας αυτής κινήσεις κεφαλαίων πραγματοποιούνται, καταρχήν, βάσει των συναλλαγματικών ισοτιμιών που ισχύουν για τις τρέχουσες πληρωμές, δηλαδή των ισοτιμιών που ισχύουν στην επίσημη αγορά. Ωστόσο, το άρθρο 1, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, παρέχει στα κράτη μέλη, που διεθέτουν επίσης μία αγορά στην οποία δεν ισχύουν επίσημα όρια στις διακυμάνσεις των ισοτιμιών, την ευχέρεια να τη διατηρήσουν και να απαιτήσουν να διοχετεύονται προς την αγορά αυτή οι κινήσεις κεφαλαίων που ελευθερώνονται δυνάμει της εν λόγω οδηγίας. Η εξαίρεση αυτή ισχύει μόνο εφόσον οι ισοτιμίες στην ελεύθερη αγορά δεν παρουσιάζουν σημαντικές και διαρκείς αποκλίσεις από εκείνες που εφαρμόζονται για τις τρέχουσες πληρωμές στην επίσημη αγορά.
14 Ο R. Lambert τόνισε σχετικά ότι, κατά την επίμαχη περίοδο, οι αποκλίσεις μεταξύ της ελεύθερης και της επίσημης ισοτιμίας είχαν υπερβεί τα όρια που επιτρέπει η εν λόγω εξαίρεση. Εντούτοις, ο R. Lambert δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να επικαλεστεί λυσιτελώς μια ενδεχόμενη παράβαση της οδηγίας, από την οποία, εξάλλου, και ο ίδιος προσπάθησε να επωφεληθεί. Πράγματι, η πράξη την οποία ενήργησε δεν αποτελούσε κίνηση κεφαλαίου, αλλά συνίστατο σε μεταφορά συναλλάγματος που αφορούσε ανταλλαγή εμπορευμάτων.
15 'Οπως προκύπτει από το άρθρο 5, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, στα κράτη μέλη στα οποία ισχύει καθεστώς διπλής αγοράς συναλλάγματος επιτρέπεται να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι οι τρέχουσες πληρωμές πραγματοποιούνται αποκλειστικά και μόνο στην επίσημη αγορά και ότι στην ελεύθερη αγορά πραγματοποιούνται μόνο κινήσεις κεφαλαίων. Προς το σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη μπορούν ιδίως να επιβάλλουν στους εξαγωγείς την υποχρέωση να εισπράττουν μέσω τραπέζης το συνάλλαγμα που προέρχεται από τις τρέχουσες συναλλαγές τους.
16 Η επιβολή της υποχρεώσεως αυτής δεν αντίκειται στο άρθρο 106, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, το κράτος μέλος όπου έχει την κατοικία του ο εισαγωγέας οφείλει να επιτρέπει σ' αυτόν να εξοφλεί τον εξαγωγέα στο νόμισμα του κράτους στο οποίο ο τελευταίος έχει την κατοικία του. Μία ρύθμιση όπως η επίδικη δεν αφαιρεί ούτε από τον εισαγωγέα τη δυνατότητα να ενεργήσει την πληρωμή στο νόμισμα του κράτους του αγοραστή, ούτε από τον εξαγωγέα τη δυνατότητα να εισπράξει την πληρωμή αυτή. Η ρύθμιση αυτή αφορά, στην πραγματικότητα, μόνο τον τρόπο με τον οποίο ο εξαγωγέας οφείλει να εισπράττει το καταβαλλόμενο ποσό, είτε αυτό εκφράζεται σε ξένο νόμισμα είτε στο εθνικό του νόμισμα.
17 Επιπλέον, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ούτε η απαγόρευση που ισχύει για τους εξαγωγείς να πληρώνονται σε τραπεζογραμμάτια, η οποία αποτελεί συνακόλουθο της ανωτέρω υποχρεώσεως, αντίκειται στο άρθρο 106 της Συνθήκης, το οποίο, όπως παρατήρησε το Δικαστήριο με την απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 1978 (Regina κατά Thompson, υπόθεση 7/78, Rec. 1978, σ. 2247), επιδιώκει τη διασφάλιση των χρηματικών μεταφορών που είναι απαραίτητες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Πράγματι, όπως έχει ήδη αποφανθεί το Δικαστήριο με την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981 (Casati, υπόθεση 230/80, Συλλογή 1981, σ. 2595), οι διακινήσεις τραπεζογραμματίων δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απαραίτητες για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, δεδομένου ότι αυτός ο τρόπος πληρωμής δεν είναι σύμφωνος προς τα συναλλακτικά ήθη.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο πρώτο και το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο προσήκει η απάντηση ότι, κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουσα στους εξαγωγείς την υποχρέωση να ζητούν την καταβολή του συναλλάγματος που προέρχεται από τις πωλήσεις τους μέσω τραπέζης και να το εκποιούν στην επίσημη αγορά συναλλάγματος, απαγορεύοντάς τους, κατά συνέπεια, να πληρώνονται με τραπεζογραμμάτια, δεν εμποδίζει την ελευθερία των πληρωμών που αφορούν ανταλλαγές εμπορευμάτων κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς το άρθρο 106 της Συνθήκης.
19 Με το τρίτο και το τέταρτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου ερωτάται αν μια ρύθμιση όπως η επίδικη συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις ασυμβίβαστες προς το άρθρο 7 της Συνθήκης.
20 Το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε τα ερωτήματα αυτά διότι θεώρησε ότι μια τέτοια ρύθμιση θέτει ενδεχομένως σε δυσμενή θέση τους εξαγωγείς στους οποίους εφαρμόζεται έναντι των ανταγωνιστών τους οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, στα οποία ισχύει διαφορετικό καθεστώς.
21 Αρκεί η παρατήρηση ότι η ενδεχόμενη άνιση μεταχείριση μεταξύ των εξαγωγέων που είναι εγκατεστημένοι στην UΕΒL και των ανταγωνιστών τους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη οφείλεται απλώς στις υφιστάμενες διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των οικείων κρατών μελών.
22 Κατά πάγια νομολογία, τέτοια άνιση μεταχείριση δεν συνιστά δυσμενή διάκριση εμπίπτουσα στο άρθρο 7 της Συνθήκης, εφόσον η επίμαχη νομοθεσία εφαρμόζεται σε όλα τα πρόσωπα τα οποία αφορά βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και ανεξαρτήτως της ιθαγένειάς τους.
23 Υπό τις συνθήκες αυτές, στο τρίτο και το τέταρτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μια ρύθμιση όπως η επίδικη δεν συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις ασυμβίβαστες προς το άρθρο 7 της Συνθήκης.
24 Με το πέμπτο ερώτημα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο ερωτάται, κατ' ουσίαν, αν ένα καθεστώς διπλής αγοράς συναλλάγματος, το οποίο είχε θεσπιστεί πριν από την έναρξη τις ισχύος της Συνθήκης αλλά παρήγαγε αποτελέσματα στρεβλώσεως σε περίοδο μεταγενέστερη της ενάρξεως της ισχύος της Συνθήκης, είναι ασυμβίβαστο προς ορισμένες διατάξεις "standstill" της Συνθήκης στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
25 Εφόσον η αμφισβητηθείσα ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου κανονιστική ρύθμιση δεν δημιούργησε εμπόδια στην ελευθερία των τρεχουσών πληρωμών, την οποία εγγυάται το άρθρο 106 της Συνθήκης, οι ανταλλαγές εμπορευμάτων δεν εμποδίστηκαν λόγω της ρυθμίσεως αυτής. Κατά συνέπεια, το πέμπτο ερώτημα στερείται αντικειμένου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
26 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι Κυβερνήσεις του Βελγίου, του Λουξεμβούργου και της Ιταλίας, καθώς και η Επιτροπή, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης το χαρακτήρα παρεμπίπτοντος, το οποίο ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986, το Cour d' appel του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου, αποφαίνεται:
1)Κατά το παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, κανονιστική ρύθμιση επιβάλλουσα στους εξαγωγείς την υποχρέωση να ζητούν την καταβολή του συναλλάγματος που προέρχεται από τις πωλήσεις τους μέσω τραπέζης και να το εκποιούν στην επίσημη αγορά συναλλάγματος, απαγορεύοντάς τους, κατά συνέπεια, να πληρώνονται με τραπεζογραμμάτια, δεν εμποδίζει την ελευθερία των πληρωμών που αφορούν ανταλλαγές εμπορευμάτων κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς το άρθρο 106 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2)Μια ρύθμιση όπως η επίδικη δεν συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις ασυμβίβαστες προς το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Full & Egal Universal Law Academy