Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
1. Εξωσυμβατική ευθύνη - Προϋποθέσεις - Παράνομο - Ζημία - Αιτιώδης σύνδεσμος
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 215, εδάφιο 2)
2. Γεωργία - Κοινή οργάνωση αγορών - Κρασί - Συμφωνία των προϊόντων προς τις κοινοτικές διατάξεις - Υποχρεώσεις ελέγχου των κρατών μελών - Προστασία της υγείας του καταναλωτή - Παρέμβαση της Κοινότητας - Προϋποθέσεις
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 337/79, άρθρο 64 και 359/79, άρθρο 3? απόφαση του Συμβουλίου 84/133)
Περίληψη
1. Η ευθύνη της Κοινότητας κατά την έννοια του άρθρου 215, εδάφιο 2, της Συνθήκης προϋποθέτει τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα μιας πράξεως ή συμπεριφοράς των οργάνων, την ύπαρξη ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας.
2. Τα κοινοτικά όργανα καλούνται να επέμβουν για να εξασφαλίσουν την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων στον αμπελοοινικό τομέα μόνον όταν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών δεν εκπληρώνουν ικανοποιητικά την αποστολή ελέγχου που τους έχει ανατεθεί στον τομέα αυτό δυνάμει του άρθρου 64 του κανονισμού 337/79 και του άρθρου 3 του κανονισμού 359/79 καθώς και της αποφάσεως 84/133, για την καθιέρωση κοινοτικού συστήματος γρήγορης ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά τους κινδύνους που απορρέουν από τη χρήση καταναλωτικών προϊόντων.
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις 326/86 και 66/88,
Βenito Francesconi, κάτοικος Βρυξελλών 1070 (Βέλγιο),
SΡRL Εnoteca nazionale italiana di Benito Francesconi, με έδρα τις Βρυξέλλες 1070 (Βέλγιο),
SΡRL La Vinoteca d' Italia, με έδρα τις Βρυξέλλες 1070 (Βέλγιο),
SΡRL Ιtalianissimo, με έδρα τις Βρυξέλλες 1070 (Βέλγιο),
Fromagerie Sita SC, με έδρα το Fayt-lez-Manage (Βέλγιο),
Gapi SPRL, με έδρα τις Βρυξέλλες 1050 (Βέλγιο),
Willems-de Lunardo & Fils SPRL, με έδρα το Jemeppes-sur-Meuse (Βέλγιο),
Νino Cucci, κάτοικος Louvain-la-Neuve (Βέλγιο),
Gebroeders Salerno PVBA, με έδρα το Τienen (Βέλγιο),
Vincenzo Smeraglia, κάτοικος Ηeemskerk (Κάτω Χώρες),
Νapoli Houtplein BV, με έδρα το Ηaarlem (Κάτω Χώρες),
Βertolo e Figli SRL, με έδρα το Τορίνο (Ιταλία),
Luigi Brezza, κάτοικος San Giorgio Monferrato (επαρχία Αlessandria, Ιταλία),
Μarco Franchino, κάτοικος Gattinara (επαρχία Vercelli, Ιταλία),
Μario Patriarca, κάτοικος Gattinara (επαρχία Vercelli, Ιταλία),
Οreste Cillario, κάτοικος Dogliani (επαρχία Cuneo, Ιταλία),
Νinetto Vairetto, κάτοικος Carema (επαρχία Τορίνου, Ιταλία),
Μelchiore Balbiano, κάτοικος Αndezeno (επαρχία Τορίνου, Ιταλία),
Αldo Canale, κάτοικος Serralunga (επαρχία Cuneo, Ιταλία),
Silvio Grasso, κάτοικος La Morra (επαρχία Cuneo, Ιταλία),
εκπροσωπούμενοι όλοι αρχικά από το δικηγόρο Dominique Buysschaert, κατόπιν δε από τον Ρierre Sculler, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου Guy Harles, 4, avenue Marie Therese (υπόθεση 326/86)
και
Giuseppe Visigalli, κάτοικος Παβίας (Ιταλία),
Gina, Idelfonso, Manuela, Renzo και Rosanna Cappelletti, κάτοικοι Μιλάνου (Ιταλία),
Μatteo Bisogni, κάτοικος Τορίνου (Ιταλία),
Clarisa Nagliato, Moreno και Μascia Casetto, κάτοικοι Μιλάνου (Ιταλία),
Filomena Fasciano, κάτοικος Μιλάνου (Ιταλία),
εκπροσωπούμενοι από τη Lucette Defalque, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο το δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου Αlex Schmitt, 13, boulevard Royal (υπόθεση 66/88),
ενάγοντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τη νομική της σύμβουλο Denise Sorasio, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
εναγομένης,
που έχουν ως αντικείμενο:
- την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την αμέλεια της Επιτροπής, η οποία παρέλειψε να γνωστοποιήσει τα στοιχεία που θα καθιστούσαν δυνατό τον προσδιορισμό των παραγωγών/διανομέων νοθευμένων κρασιών (υπόθεση 326/86),
- την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από την αμέλεια της Επιτροπής στο πλαίσιο της υποθέσεως των νοθευμένων κρασιών με μεθανόλη, που είχε ως συνέπεια το θάνατο των συγγενών των εναγόντων (υπόθεση 66/88),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
συγκείμενο από τους Τ. F. Ο' Ηiggins, πρόεδρο τμήματος, G .F. Μancini και F. Α. Schockweiler, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: Β. Ρastor, υπάλληλος διοικήσεως
λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και κατόπιν της προφορικής διαδικασίας της 19ης Απριλίου 1989,
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 25ης Μαΐου 1989,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφα που κατατέθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 1986 (υπόθεση 326/86) και στις 3 Μαρτίου 1988 (υπόθεση 66/88), αντιστοίχως, είκοσι έμποροι, εστιάτορες και παραγωγοί ιταλικών κρασιών, αφενός, και οι έλκοντες δικαιώματα από πρόσωπα που πέθαναν έπειτα από κατανάλωση ιταλικού κρασιού που περιείχε μεθανόλη, αφετέρου, άσκησαν, δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, δύο αγωγές κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ζητώντας την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω της διαθέσεως αυτού του νοθευμένου κρασιού στην αμπελοοινική αγορά.
2 Οι ενάγοντες δηλώνουν ότι υπέστησαν ζημία που προέκυψε για τους μεν από την ελάττωση των εξαγωγών ιταλικών κρασιών και τη μείωση του κύκλου εργασιών που προκλήθηκε από αυτή (υπόθεση 326/86), για τους δε από την απώλεια συγγενικού τους προσώπου (υπόθεση 66/88).
3 Τον Απρίλιο 1985 βρέθηκαν στην αγορά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας αυστριακά κρασιά νοθευμένα με διαιθυλενογλυκόλη. Κατά τη συνέντευξη Τύπου που δόθηκε στις 27 Αυγούστου 1985 η Επιτροπή δήλωσε ότι είχαν επίσης βρεθεί ασθενή ίχνη διαιθυλενογλυκόλης και σε ορισμένα ιταλικά κρασιά.
4 Στις 19 Μαρτίου 1986 οι ιταλικές αρχές γνωστοποίησαν στην Επιτροπή ότι ορισμένα ιταλικά κρασιά είχαν νοθευτεί με μεθανόλη. Την επομένη η Επιτροπή κοινοποίησε την πληροφορία αυτή στα άλλα κράτη μέλη. Τα πρώτα θύματα, που πέθαναν έπειτα από την κατανάλωση ιταλικού κρασιού νοθευμένου με μεθανόλη, αναφέρθηκαν στις 2 Μαρτίου 1986.
5 Οι ενάγοντες θεωρούν ότι η Επιτροπή βαρύνεται με υπηρεσιακό πταίσμα. Της προσάπτουν καταρχάς, κακή διαχείριση και έλλειψη επιτηρήσεως της αγοράς κρασιού, στο μέτρο που δεν βεβαιώθηκε για την ορθή εφαρμογή των γενικών μέτρων της αμπελοοινικής αγοράς στα κράτη μέλη. Στη συνέχεια οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι τα γενικά αυτά μέτρα δεν είναι τα ενδεδειγμένα. Ισχυρίζονται σχετικά ότι τα ληφθέντα μέτρα στον αμπελοοινικό τομέα μπορούν να ωθήσουν στην παρασκευή νοθευμένων κρασιών, με σκοπό ιδίως την κάλυψη της καταναλώσεως. Τέλος, οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή έπρεπε να έχει αντιληφθεί τη σημαντική αύξηση των ποσοτήτων κρασιού το 1984. Ηδη από τον Αύγουστο 1985 έπρεπε να μεριμνήσει, με τη λήψη κατάλληλων μέτρων, για τον περιορισμό των αρνητικών συνεπειών που προέκυψαν για τους εν λόγω επιχειρηματίες από το σκάνδαλο που προκάλεσε η ύπαρξη νοθευμένων κρασιών στην αγορά.
6 Η Επιτροπή αμφισβητεί τόσο την ύπαρξη του πταίσματος που προβάλλουν οι ενάγοντες όσο και τη δυνατότητα υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτού του κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων πταίσματος και της ζημίας που αυτοί υπέστησαν.
7 Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά και το ιστορικό της διαφοράς, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
8 Για την εξέταση του βασίμου της αγωγής πρέπει να υπενθυμιστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να γεννηθεί η ευθύνη της Κοινότητας δυνάμει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε ιδίως την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1987, GΑΕC de la Segaude κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, 253/84, Συλλογή 1987, σ. 123), η ευθύνη της Κοινότητας προϋποθέτει τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, όσον αφορά τον παράνομο χαρακτήρα μιας πράξεως ή συμπεριφοράς των οργάνων, την ύπαρξη ζημίας και αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της πράξεως ή συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας.
9 Πρέπει καταρχάς να εξετασθεί αν οι ενάγοντες απέδειξαν την ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς της Επιτροπής και, σε καταφατική περίπτωση, αν συντρέχουν οι δύο άλλες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θεμελίωση της ευθύνης της Κοινότητας.
10 Πρέπει προκαταρκτικώς να τονισθεί ότι είναι έργο των κρατών μελών να εξασφαλίζουν την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων στον αμπελοοινικό τομέα.
11 Πράγματι, κατά το άρθρο 64 του κανονισμού 337/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112), τα κράτη μέλη ορίζουν μία ή περισσότερες αρχές, στις οποίες αναθέτουν τον έλεγχο της τηρήσεως των διατάξεων αυτών. Εξάλλου κατά το άρθρο 3 του κανονισμού 359/79 του Συμβουλίου, της 5ης Φεβρουαρίου 1979, περί της αμέσου συνεργασίας των υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες από τα κράτη μέλη για τον έλεγχο της τηρήσεως των κοινοτικών και εθνικών διατάξεων στον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 237) οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών προβαίνουν σε επισταμένη μελέτη των στοιχείων που μπορούν να αποδείξουν ότι το προϊόν δεν είναι σύμφωνο με τις αμπελοοινικές διατάξεις. Τα κράτη μέλη επίσης αποφασίζουν, βάσει της αποφάσεως 84/133 του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1984, για την καθιέρωση κοινοτικού συστήματος γρήγορης ανταλλαγής πληροφοριών όσον αφορά τους κινδύνους που απορρέουν από τη χρήση καταναλωτικών προϊόντων (ΕΕ L 70, σ. 16), να λάβουν επείγοντα μέτρα προκειμένου να εμποδίσουν την εμπορία ενός προϊόντος λόγω του σοβαρού και άμεσου κινδύνου που ενέχει για την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών.
12 Από τη ρύθμιση αυτή προκύπτει ότι τα κοινοτικά όργανα καλούνται να επέμβουν μόνον όταν υπάρχουν στοιχεία από τα οποία αποδεικνύεται ότι οι εθνικές αρχές δεν εκπληρώνουν ικανοποιητικά την αποστολή ελέγχου που τους έχει ανατεθεί.
13 Πριν από την εξέταση των ισχυρισμών των εναγόντων πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή έλαβε ορισμένα μέτρα, όσον αφορά τους μηχανισμούς διαχειρίσεως της αμπελοοινικής αγοράς. Θέσπισε συγκεκριμένα τον κανονισμό 2102/84, της 13ης Ιουλίου 1984, σχετικά με τις δηλώσεις εσοδείας, παραγωγής και αποθεμάτων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα (ΕΕ L 194, σ. 1 )και τον κανονισμό 2396/84, της 20ής Αυγούστου 1984, σχετικά με τις λεπτομέρειες κατάρτισης του ισοζυγίου προβλέψεων στον αμπελοοινικό τομέα (ΕΕ L 224, σ. 14). Η Επιτροπή εξάλλου κατόρθωσε να γίνουν ορισμένες τροποποιήσεις του συστήματος αποστάξεως με τη θέσπιση του κανονισμού 2687/84 του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 1984 (ΕΕ L 255, σ. 1), που τροποποιεί τον κανονισμό 2179/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1983, για τη θέσπιση γενικών κανόνων σχετικά με την απόσταξη των οίνων και των υποπροϊόντων της οινοποίησης (ΕΕ L 212, σ. 1).
14 Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι τα μέτρα που ελήφθησαν με τον τρόπο αυτό στον αμπελοοινικό τομέα δεν είναι ενδεδειγμένα, στο μέτρο που μπορούν να ωθήσουν σε παρασκευή τεχνητών κρασιών, ενόψει ιδίως του ότι δεν πραγματοποιήθηκαν σε βάθος χημικές αναλύσεις των προϊόντων που διατέθηκαν για απόσταξη.
15 Εν προκειμένω, πρέπει, σύμφωνα και με την άποψη της Επιτροπής, να γίνει δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε ύπαρξη σχέσεως μεταξύ του συστήματος αποστάξεως και της παρασκευής νοθευμένων κρασιών. Οι βλαβερές ουσίες βρέθηκαν στα κρασιά που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση και όχι σ' αυτά που υποβλήθηκαν σε απόσταξη.
16 Εξάλλου, οι ενάγοντες τόνισαν στην επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι μόνο μη νοθευμένα κρασιά υποβλήθηκαν σε απόσταξη και ότι τα νοθευμένα κρασιά διατέθηκαν στην αγορά για την ανθρώπινη κατανάλωση. Το επιχείρημα των εναγόντων ότι το σύστημα αποστάξεως απορρόφησε όλο το φυσικό κρασί, η παρασκευή δε νοθευμένου κρασιού κατέστη αναγκαία για να καλυφθεί η κατανάλωση πρέπει ν' απορριφθεί, δεδομένου ότι υπάρχουν πλεονάσματα φυσικών κρασιών.
17 Το ίδιο ισχύει για το επιχείρημα που αντλείται από την ανεπάρκεια των αναλύσεων. Ακόμη κι αν υποτεθεί ότι νοθευμένα κρασιά δόθηκαν για απόσταξη, αρκεί να παρατηρηθεί ότι, βάσει του άρθρου 27 του προαναφερθέντος κανονισμού 2179/83 του Συμβουλίου, είναι έργο των κρατών μελών να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν τον έλεγχο της εφαρμογής του συστήματος αποστάξεως. Αυτός ο έλεγχος των χαρακτηριστικών στοιχείων των προϊόντων που υποβάλλονται σε απόσταξη, ο οποίος, βάσει του άρθρου 22 του ίδιου κανονισμού, αφορά ιδίως την ποσότητα, το χρώμα και τον αλκοολικό τίτλο του προϊόντος, είναι αρκετός για να καθιστά δυνατό στις αρμόδιες αρχές να εποπτεύουν το κοινοτικό σύστημα αποστάξεως των κρασιών και να εντοπίζουν τα νοθευμένα κρασιά που υποβάλλονται σε απόσταξη.
18 Οι ενάγοντες θεωρούν επίσης ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε αντιληφθεί, αφενός, τη σημαντική αύξηση της ποσότητας των κρασιών που υποβλήθηκαν σε απόσταξη το 1984, αφετέρου, των αποθεμάτων των ιταλικών κρασιών κατά το τέλος του ίδιου έτους.
19 Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αύξηση αυτών των ποσοτήτων κρασιού δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκη το συμπέρασμα ότι εισήλθε στην αγορά νοθευμένο κρασί. Πρέπει πράγματι να υπογραμμιστεί σχετικά ότι, όπως υποστηρίζει και η Επιτροπή, ο σημαντικός όγκος της συγκομιδής το 1983, αφενός, και τα σφάλματα στον υπολογισμό της καταναλώσεως, καθώς και οι ανακρίβειες στις δηλώσεις των αποθεμάτων, αφετέρου, άσκησαν σημαντική επιρροή.
20 Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, τέλος, ότι η Επιτροπή έπρεπε να είχε αναλάβει, την επομένη της συνεντεύξεως Τύπου της 27ης Αυγούστου 1985, πρωτοβουλίες για να αποσυρθούν από την αγορά τα κρασιά με διαιθυλενογλυκόλη, για να ενημερωθούν οι καταναλωτές για το σκάνδαλο των νοθευμένων κρασιών και για να ενισχυθεί ο έλεγχος των αρμόδιων εθνικών αρχών στο πλαίσιο της εποπτείας του κοινοτικού συστήματος αποστάξεως.
21 Πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια για την απόσυρση του νοθευμένου κρασιού από την αγορά, διότι αυτή η αρμοδιότητα ανήκει στις εθνικές αρχές.
22 Στη συνέχεια, πρέπει να τονισθεί ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να γνωστοποιεί στο ευρύ κοινό την ταυτότητα των επιχειρηματιών που εμπλέκονται ενδεχομένως σε σκάνδαλα. Το σύστημα πληροφορήσεως που καθιερώθηκε, αφενός, για να αποκαλύπτονται οι απάτες και παρατυπίες στον αμπελοοινικό τομέα, αφετέρου, για να προλαμβάνονται οι κίνδυνοι που απορρέουν από τη χρήση των καταναλωτικών προϊόντων αφήνει στις εθνικές αρχές την πρωτοβουλία λήψεως μέτρων για την ενημέρωση του καταναλωτή.
23 Εξάλλου στις 16 Αυγούστου 1985 οι αρμόδιες βρετανικές αρχές έδωσαν στις αρχές των άλλων κρατών μελών στοιχεία για το ιταλικό κρασί με διαιθυλενογλυκόλη. Πρέπει να προστεθεί ότι όταν έδωσε τη συνέντευξη Τύπου η Επιτροπή γνώριζε την ύπαρξη ασθενών μόνο ιχνών διαιθυλενογλυκόλης σε ορισμένα ιταλικά κρασιά. Επομένως δικαιλογημένα έκρινε ότι ήταν προτιμότερο να τηρήσει επιφυλακτική στάση παρά να γνωστοποιήσει την ταυτότητα των εταιρειών που είχαν εμπλακεί στο εμπόριο των κρασιών αυτών, πράγμα που θα συνεπήγετο αρνητική δημοσιότητα ακόμη περισσότερο βλαβερή για την εμπορία των ιταλικών κρασιών. Στη συνέχεια πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, όταν στις 26 Μαρτίου 1986 οι ενάγοντες κάλεσαν την Επιτροπή να δηλώσει τα ονόματα των αναμεμιγμένων εταιρειών, το ιταλικό κρασί με μεθανόλη είχε ήδη προκαλέσει πολλούς θανάτους. Επιπλέον η Επιτροπή διαβίβασε αμέσως στα υπόλοιπα κράτη μέλη τις πληροφορίες σχετικά με το ιταλικό κρασί που είχε νοθευτεί με μεθανόλη, τις οποίες είχε λάβει τον Μάρτιο 1986 από τις ιταλικές αρχές.
24 Πρέπει τέλος να ληφθεί υπόψη ότι, ακόμη και μετά την εμφάνιση, το 1985, του ιταλικού κρασιού με ίχνη διαιθυλενογλυκόλης, η Επιτροπή δεν διέθετε παρά ανεπαρκή στοιχεία για να υποβάλει σε έλεγχο τα ιταλικά μέτρα εποπτείας του συστήματος αποστάξεως. Εξάλλου, πρέπει να προστεθεί ότι ένας έλεγχος βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93) θα αφορούσε τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αποστάξεως από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων και όχι, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες, την πώληση των κρασιών στην αγορά.
25 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι οι ενάγοντες δεν μπόρεσαν να αποδείξουν την παράνομη συμπεριφορά της Επιτροπής μετά την αποκάλυψη του σκανδάλου των ιταλικών κρασιών που περιείχαν μεθανόλη. Επομένως, δεν χρειάζεται να εξεταστεί αν συντρέχουν οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θεμελίωση της ευθύνης της Κοινότητας.
26 Κατά συνέπεια, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
27 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι ενάγοντες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα. Ο Francesconi φέρει τα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν από την αίτηση παρεμβάσεώς του στην υπόθεση 66/88, που απορρίφθηκε με Διάταξη της 15ης Μαρτίου 1989.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την αγωγή.
2) Καταδικάζει τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα. Ο Francesconi φέρει τα δικαστικά έξοδα που προκλήθηκαν από την αίτηση παρεμβάσεώς του.
Full & Egal Universal Law Academy