ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 17ης Μαρτίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 23/86 R,
Ηνωμένο Βασίλειο, εκπροσωπούμενο από τον Τ. J. G. Pratt, Treasury Solicitor, επικουρούμενο από τον Francis Jacobs, Queen's Counsel, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την βρετανική πρεσβεία, 28, boulevard Royal,
προσφεύγον,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον F. Pasetti-Bombardella, νομικό σύμβουλο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση, με την οποία το προσφεύγον ζητεί την έκδοση προσωρινής Διατάξεως, η οποία, αφενός, να επιτρέπει στο ίδιο, καθώς και στα λοιπά κράτη μέλη της Κοινότητας, να ενεργούν πληρωμές μόνο μέχρι των ποσών που προκύπτουν από τη δεύτερη ανάγνωση του προϋπολογισμού, στην οποία προέβη το Συμβούλιο στις 26 και 27 Νοεμβρίου 1985, και να μειώσουν το ποσό της πρώτης μετά την έκδοση της Διατάξεως πληρωμής κατά το ήδη καταβληθέν επιπλέον ποσό και, αφετέρου, να διατάσσει την Επιτροπή να εκτελέσει τον προϋπολογισμό του 1986 βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού που κατάρτισε σε δεύτερη ανάγνωση το Συμβούλιο, υπό την επιφύλαξη ορισμένων τροποποιήσεων που ψηφίστηκαν στις 12 Δεκεμβρίου 1985 από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και οι οποίες δεν είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση των μη υποχρεωτικών δαπανών,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Ιανουαρίου 1986, το Ηνωμένο Βασίλειο άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, του άρθρου 146, πρώτη παράγραφος της Συνθήκης ΕΚΑΕ και του άρθρου 38 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή με την οποία ζητεί, ως κύριο αίτημα, την ακύρωση της πράξεως με την οποία ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπίστωσε, στις 18 Δεκεμβρίου 1985, την οριστική έγκριση του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 1986 ( ΕΕ L 358, σ. 1 ). Με την ίδια προσφυγή, το Ηνωμένο Βασίλειο ζητεί επίσης την ακύρωση του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 1986 όπως αυτός έχει εγκριθεί ( ΕΕ L 358, σ. 3 ), αλλά μόνο στο μέτρο που υπερβαίνει τα ποσά που αναφέρονται στο σχέδιο προϋπολογισμού που κατάρτισε σε δεύτερη ανάγνωση το Συμβούλιο στις 27 Νοεμβρίου 1985, όπως το σχέδιο αυτό έχει τροποποιηθεί με ορισμένες τροποποιήσεις που ψήφισε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 12 Δεκεμβρίου 1985. Οι τροποποιήσεις αυτές δεν είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση των μη υποχρεωτικών δαπανών, δεδομένου ότι οι αυξήσεις που προέβλεπαν για ορισμένα κονδύλια του προϋπολογισμού αντισταθμίζονταν από αντίστοιχες μειώσεις άλλων κονδυλίων του προϋπολογισμού. Οι εν λόγω τροποποιήσεις είναι εκείνες που συνίστανται σε μεταφορές από το κονδύλιο Β 660 προς τα νέα κονδύλια του προϋπολογισμού Β 6615, 6616, 6617 και προς το κονδύλιο 6632, καθώς και από το κονδύλιο Β 944 προς το κονδύλιο Α 1100.
Επικουρικώς, με την εν λόγω προσφυγή ακυρώσεως ζητείται η ακύρωση των δύο αυτών πράξεων στο σύνολο τους.
2
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Φεβρουαρίου 1986, το προσφεύγον υπέβαλε, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, 157 και 158 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και 39 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθώς και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων, με την οποία ζητεί, κυρίως, να επιτραπεί στα κράτη μέλη, μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει οριστική απόφαση επί της προσφυγής, να ενεργούν πληρωμές μόνο μέχρι των ποσών που προκύπτουν από τη δεύτερη ανάγνωση του προϋπολογισμού από το Συμβούλιο στις 26 και 27 Νοεμβρίου 1985 όσον αφορά τους ιδίους πόρους που προέρχονται από το ΦΠΑ για το οικονομικό έτος 1986, και συγκεκριμένα βάσει αυξήσεως των μεν μη υποχρεωτικών πιστώσεων πληρωμών κατά 1251 εκατομμύρια ECU, των δε πιστώσεων υποχρεώσεων κατά 1199 εκατομμύρια ECU σε σχέση με το 1985, και να μειώσουν το ποσό της πρώτης μετά την έκδοση της Διατάξεως πληρωμής κατά το ήδη καταβληθέν επιπλέον ποσό. Με την αίτηση αυτή ζητείται επίσης να διαταχθεί η Επιτροπή να εκτελέσει τον προϋπολογισμό, τόσο ως προς τις πιστώσεις πληρωμών όσο και ως προς τις πιστώσεις υποχρεώσεων, βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού που κατάρτισε σε δεύτερη ανάγνωση το Συμβούλιο, υπό την επιφύλαξη των προαναφερθεισών τροποποιήσεων.
3
Με έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1986, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου ζήτησε από την Επιτροπή, βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 2, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να παραστεί κατά τη συζήτηση της 10ης Μαρτίου και να εκπροσωπηθεί από έναν ή περισσότερους υπαλλήλους της, διαθέτοντας ειδικές γνώσεις σε θέματα προϋπολογισμού, προκειμένου να μπορέσει να συγκεντρώσει όλες τις πληροφορίες περί του προϋπολογισμού και της εκτελέσεως του, τις οποίες θα έκρινε αναγκαίες στο πλαίσιο της εξετάσεως της υπό κρίση αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων.
4
Με τηλετύπημα της 5ης Μαρτίου 1986, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου έθεσε ερωτήματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Επιτροπή και τους ζήτησε να υποβάλουν τις απαντήσεις τους κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της 10ης Μαρτίου 1986.
5
Το καθού κατέθεσε γραπτές παρατηρήσεις στις 28 Φεβρουαρίου 1986. Οι διάδικοι και η Επιτροπή ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους στις 10 Μαρτίου 1986.
6
Προτού εξεταστεί το βάσιμο της υπό κρίση αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, χρήσιμο θα ήταν να υπενθυμιστούν, από απόψεως μη υποχρεωτικών δαπανών, οι οποίες αποτελούν το επίκεντρο της διαφοράς, τα διάφορα στάδια της διαδικασίας του προϋπολογισμού, τα οποία προηγήθηκαν της οριστικής εγκρίσεως του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 1986 από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 18 Δεκεμβρίου 1985. Οι επίμαχες διατάξεις είναι οι διατάξεις που διέπουν την εξέλιξη της διαδικασίας του προϋπολογισμού για τις μη υποχρεωτικές δαπάνες, και συγκεκριμένα τα άρθρα 203 της Συνθήκης ΕΟΚ, 177 της Συνθήκης ΕΚΑΕ και 78 της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Δεδομένου ότι οι τρεις αυτές διατάξεις προβλέπουν παρόμοια διαδικασία για τις μη υποχρεωτικές δαπάνες, στη συνέχεια της παρούσας Διατάξεως θα γίνεται, για λόγους σαφήνειας, αναφορά μόνο στο άρθρο 203 της Συνθήκης ΕΟΚ, ειδικότερα δε στην παράγραφο 9 του άρθρου αυτού.
7
Το άρθρο 203 της Συνθήκης ΕΟΚ απονέμει στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο την εξουσία να εγκρίνουν τον προϋπολογισμό, υπό την επιφύλαξη, όσον αφορά τις μη υποχρεωτικές δαπάνες, της εφαρμογής του κανονισμού του ανώτατου ποσοστού αυξήσεως που περιγράφεται στην παράγραφο 9 του άρθρου 203 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η παράγραφος 9 του άρθρου αυτού ορίζει τα εξής:
« Για το σύνολο των εξόδων που δεν απορρέουν υποχρεωτικώς από τη Συνθήκη ή από τις πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτής, ορίζεται κατ' έτος ανώτατο ποσοστό αυξήσεως σε σχέση προς τα έξοδα της αυτής φύσεως του τρέχοντος οικονομικού έτους.
Η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως με την Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής, ορίζει αυτό το ανώτατο ποσοστό το οποίο προκύπτει:
—
από την εξέλιξη του μεγέθους του ακαθαρίστου προϊόντος εντός της Κοινότητος·
—
από τη μέση διακύμανση των προϋπολογισμών των κρατών μελών και·
—
από την εξέλιξη του κόστους ζωής κατά τη διάρκεια του τελευταίου οικονομικού έτους.
Το ανώτατο ποσοστό γνωστοποιείται προ της 1ης Μαΐου σε όλα τα όργανα της Κοινότητος. Τα όργανα της Κοινότητος υποχρεούνται να συμμορφώνονται προς αυτό κατά τη διαδικασία του προϋπολογισμού, με την επιφύλαξη των διατάξεων του τέταρτου και πέμπτου εδαφίου της παρούσης παραγράφου.
Αν για τα έξοδα που δεν απορρέουν υποχρεωτικώς από τη Συνθήκη ή από τις πράξεις που εκδίδονται δυνάμει αυτής, το ποσοστό αυξήσεως που προκύπτει από το σχέδιο προϋπολογισμού το οποίο καταρτίζεται από το Συμβούλιο είναι ανώτερο από το ήμισυ του ανωτάτου ποσοστού, η Συνέλευση δύναται, κατά την άσκηση του δικαιώματος της τροποποιήσεως, να αυξήσει περαιτέρω το συνολικό ποσό των σχετικών εξόδων εντός του ορίου του ημίσεος του ανωτάτου ποσοστού.
Όταν η Συνέλευση, το Συμβούλιο ή η Επιτροπή θεωρούν ότι οι δραστηριότητες των Κοινοτήτων καθιστούν αναγκαία την υπέρβαση του ποσοστού που καθορίζεται κατά τη διαδικασία της παρούσης παραγράφου, είναι δυνατό να ορισθεί νέο ποσοστό κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του Συμβουλίου, που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, και της Συνελεύσεως, που αποφασίζει με την πλειοψηφία των μελών της και των τριών πέμπτων των ψηφισάντων. »
8
Σύμφωνα με το άρθρο 203, παράγραφος 9, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, το Συμβούλιο ενημερώθηκε από την Επιτροπή στις 23 Απριλίου 1985 ότι το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως για τις μη υποχρεωτικές δαπάνες όσον αφορά τον προϋπολογισμό του 1986 ήταν 7,1 %.
9
Βασιζόμενη στις μη υποχρεωτικές δαπάνες της αυτής φύσεως που περιέχονταν στον προϋπολογισμό του 1985, η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι η εφαρμογή του ανώτατου ποσοστού του 7,1 ο/ο επέτρεπε αύξηση των πιστώσεων πληρωμών κατά 435 εκατομμύρια ECU και των πιστώσεων υποχρεώσεων κατά 589 εκατομμύρια ECU. Το Συμβούλιο, αναφερόμενο σε άλλη βάση, την οποία δεν αποδέχεται το Κοινοβούλιο, καταλήγει σε ποσά χαμηλότερα κατά 2 εκατομμύρια ECU για τις πιστώσεις πληρωμών και κατά 7 εκατομμύρια ECU για τις πιστώσεις υποχρεώσεων.
10
Στις 31 Ιουλίου 1985, η Επιτροπή διαβίβασε στο Συμβούλιο το προσχέδιο προϋπολογισμού για το 1986. Το Συμβούλιο, κατά τη σύνοδο της 17ης και 18ης Σεπτεμβρίου 1985, κατάρτισε σχέδιο προϋπολογισμού, το οποίο προέβλεπε αύξηση 430 εκατομμυρίων ECU για τις πιστώσεις πληρωμών και 578 εκατομμυρίων ECU για τις πιστώσεις υποχρεώσεων τα ποσά αυτά αντιπροσώπευαν αντιστοίχως αύξηση 7,04 ο/ο και 7,05 ο/ο σε σχέση με το 1985.
11
Το περιθώριο ελιγμού που διέθετε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 203, παράγραφος 9, τέταρτο εδάφιο, ήταν, σύμφωνα με τον υπολογισμό που είχε πραγματοποιήσει η Επιτροπή στο προσχέδιο προϋπολογισμού, 217 εκατομμύρια ECU για τις πιστώσεις πληρωμών και 294 εκατομμύρια ECU για τις πιστώσεις υποχρεώσεων. Επομένως, οι μη υποχρεωτικές δαπάνες μπορούσαν να αυξηθούν κατ' ανώτατο όριο, σε σχέση με το 1985, κατά 647 εκατομμύρια για τις πιστώσεις πληρωμών και κατά 872 εκατομμύρια για τις πιστώσεις υποχρεώσεων.
12
Οι τροποποιήσεις του σχεδίου προϋπολογισμού του Συμβουλίου, τις οποίες ψήφισε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 14 Νοεμβρίου 1985, υπερέβαιναν κατά πολύ αυτό το ανώτατο όριο, δεδομένου ότι προέβλεπαν αύξηση των πιστώσεων πληρωμών κατά 1784 εκατομμύρια ECU και των πιστώσεων υποχρεώσεων κατά 1735 εκατομμύρια ECU όσον αφορά τις μη υποχρεωτικές δαπάνες.
13
Κατά τη δεύτερη ανάγνωση του προϋπολογισμού, στις 26 και 27 Νοεμβρίου 1985, το Συμβούλιο αποφάσισε να αυξήσει τις μη υποχρεωτικές δαπάνες κατά 1251 εκατομμύρια ECU όσον αφορά τις πιστώσεις πληρωμών και κατά 1199 εκατομμύρια ECU όσον αφορά τις πιστώσεις υποχρεώσεων σε σχέση με τις αντίστοιχες βάσεις του 1985. Η πρόταση αυτή, την οποία το Συμβούλιο διατύπωσε χωρίς όρους, συνεπαγόταν,^ επομένως, τον καθορισμό νέων ανωτάτων ποσοστών αυξήσεως: 20,5 ο/ο για τις πιστώσεις πληρωμών και 14,6 ο/ο για τις πιστώσεις υποχρεώσεων.
14
Το Συμβούλιο, στην τελευταία συνάντηση συμβιβασμού που είχε, στις 11 και 12 Δεκεμβρίου 1985, με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς το σκοπό επιτεύξεως συμφωνίας επί του νέου αυτού ανωτάτου ποσοστού, πρότεινε συμπληρωματική αύξηση του ποσού των μη υποχρεωτικών δαπανών κατά 242 εκατομύρια ECU για τις πιστώσεις πληρωμών και κατά 196 εκατομμύρια ECU για τις πιστώσεις υποχρεώσεων σε σχέση με τα ποσά που προέβλεπε το σχέδιο προϋπολογισμού που είχε καταρτίσει σε δεύτερη ανάγνωση. Επιπλέον, ανέφερε ρητώς ότι η πρόταση αυτή τελούσε υπό την επιφύλαξη της αποδοχής της από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Επειδή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέρριψε την πρόταση αυτή, το Συμβούλιο την ανακάλεσε και ενέμεινε τυπικά στην πρόταση που είχε διατυπώσει με τη δεύτερη ανάγνωση του προϋπολογισμού όσον αφορά το ανώτατο ποσοστό.
15
Στις 12 Δεκεμβρίου 1985, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε τροποποιήσεις, με τις οποίες αυξάνονταν, σε σχέση με τη δεύτερη ανάγνωση του προϋπολογισμού, οι πιστώσεις πληρωμών και οι πιστώσεις υποχρεώσεων που αφορούσαν μη υποχρεωτικές δαπάνες κατά το συμπληρωματικό ποσό των 563 εκατομμυρίων ECU και 402 εκατομμυρίων ECU αντίστοιχα, γεγονός το οποίο συνεπαγόταν ανώτατο ποσοστό αυξήσεως 29,7% για τις πιστώσεις πληρωμών και 19,50 ο/ο για τις πιστώσεις υποχρεώσεων. Εξάλλου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προσέθεσε 15 εκατομμύρια ECU για πιστώσεις πληρωμών και 20 εκατομμύρια ECU για πιστώσεις υποχρεώσεων σε κονδύλια που κατατάσσονται μεταξύ των υποχρεωτικών δαπανών.
16
Η διαδικασία του προϋπολογισμού που περιγράφηκε πιο πάνω έκλεισε στις 18 Δεκεμβρίου 1985 με τη διαπίστωση, εκ μέρους του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της οριστικής εγκρίσεως του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 1986. Ο προϋπολογισμός αυτός, συγκρινόμενος με τα αντίστοιχα μεγέθη για το 1985, προβλέπει αύξηση των μη υποχρεωτικών δαπανών κατά 1814 εκατομμύρια ECU για τις πιστώσεις πληρωμών και κατά 1601 εκατομμύρια ECU για τις πιστώσεις υποχρεώσεων.
17
Το προσφεύγον διατυπώνει την άποψη ότι, οποιαδήποτε βάση και αν γίνει δεκτή όσον αφορά τον προϋπολογισμό του 1985, η αύξηση των μη υποχρεωτικών δαπανών που προκύπτει από την ψηφοφορία της 12ης Δεκεμβρίου 1985 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπερβαίνει καταφανώς το ανώτατο ποσοστό που επιτρέπει το άρθρο 203, παράγραφος 9, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ και ζητεί, προκειμένου να επανορθωθεί η παρανομία που επικαλείται, την έκδοση της προσωρινής επιταγής που περιγράφεται στη σκέψη 2 της παρούσας Διατάξεως.
18
Σύμφωνα με το άρθρο 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και τις αντίστοιχες διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ, άρθρο 39, παράγραφος 3, και της Συνθήκης ΕΚΑΕ, άρθρο 158, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει, στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον του, τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
19
Το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι, για να μπορούν να διαταχθούν προσωρινά μέτρα όπως αυτά που ζητούνται εν προκειμένω, πρέπει η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων να προσδιορίζει τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται.
20
Προτού εξεταστούν τα επιχειρήματα τα οποία προβάλλει το προσφεύγον προς απόδειξη του ότι η αίτηση του πληροί τους όρους λήψεως προσωρινών μέτρων, είναι χρήσιμο να διευκρινιστούν δύο ζητήματα που θίγει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα οποία αφορούν το παραδεκτό.
21
Καταρχάς, θα πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλέπε ιδίως υποθέσεις 75/72 R, Perinciolo κατά Συμβουλίου, (1972) ECR 1201, και 186/80 R, Suss κατά Επιτροπής, (1980) ECR 3501), το θέμα του παραδεκτού της κύριας προσφυγής δεν πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων. Το θέμα αυτό πρέπει να ερευνάται κατά την εξέταση της ουσίας της προσφυγής. Επομένως, οι αμφιβολίες που εξέφρασε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσον αφορά το παραδεκτό της κύριας προσφυγής στην υπόθεση 23/86 δεν θα εξεταστούν στο πλαίσιο της υπό κρίση αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων.
22
Όσον αφορά το επιχείρημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ότι η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων είναι απαράδεκτη διότι θα έπρεπε να στρέφεται κατά του οργάνου το οποίο αφορά πραγματικά η υπόθεση, δηλαδή κατά της Επιτροπής και όχι κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και ότι, επιπλέον, η αίτηση αυτή είναι άτοπη καθότι τα κράτη μέλη μπορούν πάντοτε, όπως έπραξαν και στην υπόθεση 48/81, να υποβάλουν αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων κατά της προσκλήσεως της Επιτροπής προς καταβολή συμπληρωματικών κεφαλαίων, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως υποστηρίζει και το προσφεύγον, το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί.
23
Πράγματι, χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί η ουσία του ζητήματος, αρκεί να παρατηρηθεί ότι, εκ πρώτης όψεως, στην προκειμένη περίπτωση οι αιτιάσεις δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 1986 εκ μέρους της Επιτροπής, αλλά τις παράνομες πράξεις τις οποίες φέρεται ότι ενήργησε το Κοινοβούλιο κατά την ψήφιση του εν λόγω προϋπολογισμού όσον αφορά τις μη υποχρεωτικές δαπάνες. Επιπλέον, όπως ορθώς αναφέρει το προσφεύγον, αν είναι απολύτως παραδεκτό ότι μία προσωρινή επιταγή αναστολής της εκτελέσεως κανονισμού του Συμβουλίου μπορεί να απευθύνεται στην Επιτροπή, δεν γίνεται αντιληπτό γιατί, στην προκειμένη περίπτωση, δεν θα μπορούσε η επιταγή να απευθυνθεί στην Επιτροπή, έστω και αν η κύρια προσφυγή στρέφεται κατά του Κοινοβουλίου, πόσο μάλλον όταν η Επιτροπή είναι το υπεύθυνο όργανο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού, όχι όμως και για την έγκριση του.
24
Ο εκπρόσωπος της Επιτροπής ανέφερε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι το εν λόγω όργανο, μολονότι δεν είναι διάδικος στην υπό κρίση διαφορά, θα σεβαστεί οποιαδήποτε επιταγή του απευθύνει το Δικαστήριο.
25
Το προσφεύγον, προκειμένου να προβάλει μία εύλογη αιτία, η οποία θα δικαιολογούσε εκ πρώτης όψεως τη λήψη των ζητουμένων προσωρινών μέτρων, επικαλείται, ως κύριο επιχείρημα, το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με το να αυξήσει τις μη υποχρεωτικές δαπάνες στο επίπεδο που προκύπτει από την ψηφοφορία της 12ης Δεκεμβρίου 1985, υπερέβη τις αρμοδιότητες που του απονέμει το άρθρο 203, παράγραφος 9, της Συνθήκης ΕΟΚ. Πράγματι, η αύξηση των μη υποχρεωτικών δαπανών, την οποία προβλέπει ο προϋπολογισμός για το οικονομικό έτος 1986, σαφώς υπερβαίνει το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως που επιτρέπει η Συνθήκη για τις μη υποχρεωτικές δαπάνες.
26
Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, το σχετικό ανώτατο ποσοστό αυξήσεως, το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί η υπέρβαση αυτή, δεν είναι πλέον το αρχικό ποσοστό 7,1 ο/ο της Επιτροπής, αυξημένο κατά το περιθώριο που διαθέτει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δυνάμει του άρθρου 203, παράγραφος 9, τέταρτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά το υψηλότερο ποσοστό που πρότεινε το Συμβούλιο, κατά τη δεύτερη ανάγνωση του προϋπολογισμού, προς το σκοπό να αντιμετωπιστούν τα βάρη του παρελθόντος και τα έξοδα που συνδέονται με τη διεύρυνση της Κοινότητας, δεδομένου ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει αποδεχτεί σιωπηρώς το τελευταίο αυτό ποσοστό.
27
Το προσφεύγον διατυπώνει την άποψη ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ούτε το άρθρο 203, παράγραφος 9, ούτε καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ αναγνωρίζουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αρμοδιότητα να αυξάνει μονομερώς τις μη υποχρεωτικές δαπάνες πέρα από το ανώτατο αυτό ποσοστό αυξήσεως, έστω και αν το Κοινοβούλιο κρίνει ότι το Συμβούλιο ενήργησε παρανόμως με το να μην προβλέψει επαρκή ποσά προς κάλυψη των βαρών του παρελθόντος και των εξόδων που συνδέονται με τη διεύρυνση.
28
Το προσφεύγον αντικρούει επίσης το επιχείρημα που προέβαλε το καθού με τις γραπτές προτάσεις του και σύμφωνα με το οποίο οι δαπάνες τις οποίες θα πρέπει να πραγματοποιήσει η Κοινότητα για να καλύψει τα βάρη του παρελθόντος και τα έξοδα που συνδέονται με τη διεύρυνση δεν αντιστοιχούν σε καμία δαπάνη του προϋπολογισμού για το 1985 και, επομένως, δεν υπόκεινται στο ανώτατο ποσοστό αυξήσεως των μη υποχρεωτικών δαπανών που προβλέπεται από τη Συνθήκη ΕΟΚ, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 203, παράγραφος 9, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, το ποσοστό αυτό ισχύει μόνο για « έξοδα της αυτής φύσεως ». Το προσφεύγον παρατηρεί σχετικά ότι από το ίδιο το κείμενο του τέταρτου εδαφίου του άρθρου 203, παράγραφος 9, της Συνθήκης ΕΟΚ συνάγεται σαφώς ότι οι όροι « έξοδα της αυτής φύσεως » θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως αναφερόμενοι στις μη υποχρεωτικές δαπάνες γενικώς και όχι σε συγκεκριμένες θέσεις μη υποχρεωτικών δαπανών που υπήρχαν στον προϋπολογισμό του προηγούμενου έτους, εφόσον το άρθρο αυτό αναφέρει ρητώς ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί, προκειμένου περί μη υποχρεωτικών δαπανών, να αυξήσει το συνολικό ποσό των εν λόγω δαπανών μέχρι το ήμισυ του ανωτάτου ποσοστού. Το προσφεύγον υπογραμμίζει, εξάλλου, ότι το πέμπτο εδάφιο του άρθρου 203, παράγραφος 9, της Συνθήκης ΕΟΚ επιτρέπει την αντιμετώπιση νέων δαπανών που προκύπτουν από τις δραστηριότητες της Κοινότητας προβλέποντας τη δυνατότητα καθορισμού, σε περίπτωση ανάγκης, νέου ποσοστού αυξήσεως των μη υποχρεωτικών δαπανών, υψηλότερου από εκείνο που έχει εγκριθεί κατά τη διαδικασία του άρθρου 203, παράγραφος 9, της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά μόνο κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των δύο αρχών που είναι αρμόδιες για τον προϋπολογισμό.
29
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υποστηρίζει επίσης ότι το Συμβούλιο παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 199 και 203, παράγραφος 10, της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι δεν του υπέβαλε, σε πρώτη ανάγνωση, σχέδιο προϋπολογισμού το οποίο να προβλέπει επαρκείς πιστώσεις που θα επέτρεπαν στην Κοινότητα να αντεπεξέλθει σε όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις της, ιδίως όσον αφορά τα βάρη του παρελθόντος και τα έξοδα που συνδέονται με τη διεύρυνση. Το Συμβούλιο αναγνώρισε, εξάλλου, το παράνομο της ενέργειας αυτής, εφόσον κατά τη δεύτερη ανάγνωση του προϋπολογισμού, προσέθεσε πιστώσεις προς το σκοπό αυτό. Οι πιστώσεις αυτές, όμως, είναι εντελώς ανεπαρκείς. αυτό αποδεικνύεται από τις δηλώσεις στις οποίες προέβησαν ο πρόεδρος του Συμβουλίου, στις 12 Δεκεμβρίου 1985, και ο αρμόδιος επί του προϋπολογισμού επίτροπος, στις 5 Μαρτίου 1986, κατά τις οποίες η έγκριση συμπληρωματικού προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 1986 είναι απαραίτητη προκειμένου να μπορέσει η Κοινότητα να αντιμετωπίσει τις οικονομικές της υποχρεώσεις.
30
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπογραμμίζει, επίσης, ότι η αρχική συμπεριφορά του Συμβουλίου να μην υποβάλει προϋπολογισμό ο οποίος να καλύπτει όλες τις δαπάνες της Κοινότητας για το οικονομικό έτος 1986 είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί η δεύτερη ανάγνωση από το Συμβούλιο πρώτη και τελευταία ανάγνωση για το Κοινοβούλιο, γεγονός το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί το περιθώριο που διέθετε το Κοινοβούλιο όσον αφορά την εκτίμηση και την ψήφιση του προϋπολογισμού αυτού.
31
Το προσφεύγον υποστηρίζει, επιπλέον, ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπερέβη επίσης τις αρμοδιότητες που του απονέμει το άρθρο 203 με το να αυξήσει τις μη υποχρεωτικές δαπάνες κατά τον τρόπο που περιγράφεται στη σκέψη 17 της παρούσας Διατάξεως, δεδομένου ότι το άρθρο αυτό δεν παρέχει κατά κανένα τρόπο στο Κοινοβούλιο τη μονομερή εξουσία να ανακατατάσσει σε θέσεις που εμπίπτουν στις μη υποχρεωτικές δαπάνες ορισμένες θέσεις οι οποίες προηγουμένως εντάσσονταν στις υποχρεωτικές δαπάνες. Το προσφεύγον υπενθυμίζει ότι η κοινή δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 30ής Ιουνίου 1982, όσον αφορά διάφορα μέτρα προκειμένου να διασφαλιστεί καλύτερη λειτουργία της διαδικασίας του προϋπολογισμού ( ΕΕ C 194, σ. 1 ), προβλέπει διαδικασία συμβιβασμού σε περίπτωση αμφισβητήσεως όσον αφορά την κατάταξη των κονδυλίων του προϋπολογισμού.
32
Προτού αποφασιστεί κατά πόσο το προσφεύγον έχει επιτύχει να παράσχει εκ πρώτης όψεως απόδειξη, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι προσωρινά μέτρα μπορούν να ληφθούν μόνο όταν δεν προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως ( βλέπε ιδίως υποθέσεις 60 και 190/81 R, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 1857 ).
33
Στην υπό κρίση υπόθεση, είναι σαφές ότι η βασική διαφωνία μεταξύ των διαδίκων συνίσταται στο κατά πόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είχε αρμοδιότητα να αυξήσει μονομερώς τις μη υποχρεωτικές δαπάνες πέρα από το ανώτατο ποσοστό που πρότεινε το Συμβούλιο κατά τη δεύτερη ανάγνωση του σχεδίου προϋπολογισμού στις 26 και 27 Νοεμβρίου 1985.
34
Προκειμένου να επιλυθεί το ζήτημα αυτό, είναι απαραίτητο να εξακριβωθεί αν υφίσταται διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ, η οποία να παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την εξουσία να υπερβεί τα ποσοστά που είχε καθορίσει το Συμβούλιο για τις μη υποχρεωτικές δαπάνες κατά τη δεύτερη ανάγνωση του προϋπολογισμού, συγκεκριμένα ποσοστό 20,5 ο/ο όσον αφορά τις πιστώσεις πληρωμών και ποσοστό 14,6 ο/ο όσον αφορά τις πιστώσεις υποχρεώσεων.
35
Σημειώνεται σχετικά ότι κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, σε απάντηση ερωτήματος του Προέδρου του Δικαστηρίου, ο εκπρόσωπος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διευκρίνισε ότι το Κοινοβούλιο έλαβε την απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1985, επί της νομικής βάσεως του άρθρου 203, παράγραφος 6, της Συνθήκης ΕΟΚ.
36
Αν και η παράγραφος 6 του άρθρου 203 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει ως αποτέλεσμα να ανήκει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η τελευταία λέξη όσον αφορά τις μη υποχρεωτικές δαπάνες και να του παρέχεται η εξουσία να εγκρίνει τον προϋπολογισμό, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η παράγραφος αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε συνδυασμό με την παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου. Από το συνδυασμό των δύο αυτών παραγράφων του άρθρου 203 της Συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει ότι το δικαίωμα της τελευταίας λέξης που αναγνωρίζεται υπέρ του Κοινοβουλίου όσον αφορά τις μη υποχρεωτικές δαπάνες δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο μέσα στα όρια του ανωτάτου ποσοστού αυξήσεως που προβλέπει η παράγραφος 9 του άρθρου 203 της Συνθήκης ΕΟΚ. Για να πραγματοποιηθεί αύξηση των μη υποχρεωτικών δαπανών πέρα από το ποσοστό αυτό, φαίνεται ότι θα πρέπει να καθοριστεί νέο ποσοστό αυξήσεως με κοινή συμφωνία των δύο αρμοδίων επί του προϋπολογισμού αρχών. Φαίνεται, επομένως, εκ πρώτης όψεως, ότι το άρθρο 203, παράγραφος 6, της Συνθήκης ΕΟΚ δεν παρείχε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την εξουσία να αυξήσει με μονομερή απόφαση τις μη υποχρεωτικές δαπάνες πέρα από το ανώτατο ποσοστό αυξήσεως που προέβλεπε το σχέδιο προϋπολογισμού το οποίο είχε καταρτίσει σε δεύτερη ανάγνωση το Συμβούλιο.
37
Υπό το φως των ανωτέρω στοιχείων, μπορεί να γίνει δεκτό ότι το προσφεύγον επιτυχώς προέβαλε τα κατάλληλα επιχειρήματα, τα οποία θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο βαθύτερης ανάλυσης κατά την εξέταση της κύριας προσφυγής. Μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι τα επιχειρήματα που προβάλλει το προσφεύγον συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη και μπορούν να δικαιολογήσουν τη λήψη των αιτουμένων προσωρινών μέτρων. Πάντως, η κρίση περί του ότι υφίσταται εκ πρώτης όψεως απόδειξη σε διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων δεν προδικάζει την απόφαση επί της ουσίας της υποθέσεως. Στο πλαίσιο της προσφυγής επί της ουσίας, το Κοινοβούλιο παραμένει ελεύθερο να προβάλει οποιοδήποτε επιχείρημα κρίνει κατάλληλο προκειμένου να δικαιολογήσει την αρμοδιότητα του και τη νομιμότητα της ψήφου της 12ης Δεκεμβρίου 1985.
38
Ακόμα και αν μπορεί να θεωρηθεί ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το προσφεύγον προέβαλε τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του ζητουμένου προσωρινού μέτρου, στο Δικαστήριο εναπόκειται ακόμα να εκτιμήσεις τις περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει το επείγον της υποθέσεως.
39
Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι ο επείγων χαρακτήρας της αιτήσεως για τη λήψη προσωρινών μέτρων, τον οποίο αναφέρει το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την ανάγκη εκδόσεως προσωρινής αποφάσεως προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στο διάδικο που ζητεί τη λήψη του προσωρινού μέτρου.
40
Το προσφεύγον υποστηρίζει σχετικώς ότι θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία θα εκδοθεί η απόφαση επί της ουσίας, ακόμα και αν με την απόφαση αυτή αναγνωριστεί ότι ο γενικός προϋπολογισμός των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 1986 είναι παράνομος. Η διαπίστωση αυτή δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι είναι πιθανό να εκδώσει το Δικαστήριο απόφαση στην υπόθεση 34/86, Συμβούλιο κατά Κοινοβουλίου, πριν από τις δικαστικές διακοπές.
41
Το προσφεύγον παρατηρεί σχετικά ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Επιτροπή προτίθεται να εκτελέσει τον προϋπολογισμό, όπως τον ενέκριναν το Κοινοβούλιο με την ψηφοφορία της 12ης Δεκεμβρίου 1985, δεδομένου ότι η Επιτροπή κάλεσε ήδη το προσφεύγον να πιστώσει το λογαριασμό των ιδίων πόρων της με το ποσό των 223,9 εκατομμυρίων ECU, ποσό το οποίο, μολονότι βασίζεται στον προϋπολογισμό του 1986, καταβλήθηκε ολόκληρο από το προσφεύγον χαριστικώς. Επομένως, είναι πιθανό το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι το σύνολο των επίμαχων πιστώσεων, ήτοι 115,9 εκατομμύρια ECU για το Ηνωμένο Βασίλειο, να έχει χρησιμοποιηθεί, είτε για την πραγματοποίηση πληρωμών είτε για συμμετοχή της Κοινότητας σε προγράμματα, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία θα εκδοθεί η απόφαση επί της ουσίας. Οι εν λόγω πιστώσεις θα είναι πρακτικώς αδύνατο να αναληφθούν δεδομένου ότι θα είναι πολύ δύσκολο, και ίσως αδύνατο, να ζητηθεί η επιστροφή των ήδη καταβληθέντων ή δεσμευμένων ποσών.
42
Το προσφεύγον τονίζει, εξάλλου, ότι η λήψη των προσωρινών μέτρων που ζητεί δεν δημιουργεί κανένα κίνδυνο προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στην Κοινότητα ή σε τρίτους σε περίπτωση απορρίψεως της κύριας προσφυγής, δεδομένου ότι οι εν λόγω πιστώσεις πληρωμών και υποχρεώσεων θα μπορούν κατά πάσα περίπτωση να χρησιμοποιηθούν κατά το 1987, τα δε κράτη μέλη θα υποχρεούνται να πραγματοποιήσουν τις εναπομένουσες χρηματικές μεταφορές, άλλως θα οφείλουν τόκους λόγω καθυστερήσεως δυνάμει του άρθρου 11 του κανονισμού 2891/77 του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1977, περί της εφαρμογής της αποφάσεως της 21ης Απριλίου 1970« περί της αντικαταστάσεως των χρηματικών συνεισφορών των κρατών μελών από ιδίους πόρους των Κοινοτήτων » ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 64 ).
43
Κατά το προσφεύγον, θα πρέπει επίσης να απορριφθεί το κύριο επιχείρημα το οποίο προβάλλει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς στήριξη της απόψεως ότι δεν υφίσταται ανεπανόρθωτη ζημία, και το οποίο συνίσταται στον ισχυρισμό ότι, σε περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η προσφυγή, η Κοινότητα θα βαρύνεται με αναγκαστικό χρέος, ιδίως έναντι του προσφεύγοντος, το οποίο μπορεί να καλυφθεί με την έγκριση τροποποιητικού προϋπολογισμού για το 1986 ή το 1987. Αποδοχή του επιχειρήματος αυτού θα σήμαινε, στην πραγματικότητα, ανάληψη με το δεξί χέρι των όσων δίνονται με το αριστερό, εφόσον ο διορθωτικός προϋπολογισμός, ο οποίος θα αποσκοπεί στην απόσβεση του χρέους της Κοινότητας έναντι των κρατών μελών, θα χρηματοδοτηθεί από τα ίδια τα κράτη μέλη.
44
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αμφισβητεί επίσης το σοβαρό της ζημίας την οποία θα υποστεί το προσφεύγον αν το Δικαστήριο αρνηθεί να διατάξει τα προσωρινά μέτρα τα οποία ζητεί, δεδομένου ότι οι επίμαχες πιστώσεις όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο αντιστοιχούν μόνο στο 0,05 o/ο του εθνικού του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 1986 και αντιπροσωπεύουν μόνο το 2,3 o/ο του συνολικού ποσού που καταβάλλει το Ηνωμένο Βασίλειο για τον κοινοτικό προϋπολογισμό.
45
Από τις περιστάσεις που περιγράφονται πιο πάνω και από τη διευκρίνιση στην οποία προέβη ο εκπρόσωπος της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι δηλαδή στην πράξη διαθέτει εξαιρετικά περιορισμένη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την εκτέλεση προϋπολογισμού, συνάγεται ότι η Επιτροπή θα υποχρεωθεί να δαπανήσει ή να δεσμεύσει τις επίμαχες πιστώσεις κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1986 με όλες τις δυσχέρειες που αυτό συνεπάγεται για την αναζήτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών από το προσφεύγον, σε περίπτωση που η κύρια προσφυγή θεωρηθεί βάσιμη.
46
Υπό τις περιστάσεις αυτές, φαίνεται ότι το προσφεύγον θα υφίστατο σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία, και ότι, επομένως, πληρούται ο όρος του επείγοντος, ο οποίος είναι απαραίτητος για την υποβολή αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, πόσο μάλλον δε όταν η λήψη των αιτουμένων προσωρινών μέτρων δεν μπορεί, για τους λόγους που αναφέρονται στη σκέψη 44 της παρούσας Διατάξεως, να προκαλέσει σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στην Κοινότητα.
Για τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Υποχρεώνει την Επιτροπή να εκτελέσει, μέχρι τις 10 Ιουλίου 1986 ή μέχρι την ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο θα εκδώσει απόφαση στην υπόθεση 34/86, Συμβούλιο κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, σε περίπτωση που η εν λόγω απόφαση εκδοθεί πριν από τις 10 Ιουλίου 1986, τον προϋπολογισμό για το οικονομικό έτος 1986, όσον αφορά τόσο τις πιστώσεις πληρωμών όσο και τις πιστώσεις υποχρεώσεων, βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού που κατάρτισε σε δεύτερη ανάγνωση το Συμβούλιο στις 27 Νοεμβρίου 1985, υπό την επιφύλαξη των τροποποιήσεων που ψήφισε το Κοινοβούλιο στις 12 Δεκεμβρίου 1985 και οι οποίες δεν έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση των μη υποχρεωτικών δαπανών, ήτοι των τροποποιήσεων που πραγματοποιούνται με μεταφορά από το κονδύλιο του προϋπολογισμού Β 660 προς τα νέα κονδύλια Β 6615, 6616, 6617 και προς το κονδύλιο 6632, καθώς και από το κονδύλιο του προϋπολογισμού Β 944 προς το κονδύλιο Α 1100.
2)
Υποχρεώνει την Επιτροπή, με την πρώτη πρόσκληση που θα απευθύνει προς το Ηνωμένο Βασίλειο μετά την έκδοση της παρούσας Διατάξεως για την καταβολή κεφαλαίων όσον αφορά το οικονομικό έτος 1986, να μειώσει το ποσό που θα ζητηθεί, βάσει του σχεδίου προϋπολογισμού που κατάρτισε το Συμβούλιο σε δεύτερη ανάγνωση, κατά το ύψος των επιπλέον πληρωμών τις οποίες έχει ενεργήσει το Ηνωμένο Βασίλειο πριν από την έκδοση της παρούσας Διατάξεως βάσει του προϋπολογισμού του οποίου διαπίστωσε έγκριση ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 18 Δεκεμβρίου 1985.
3)
Σε περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν εκδώσει απόφαση στην προαναφερθείσα υπόθεση 34/86 μέχρι τις 10 Ιουλίου 1986 το αργότερο, υποχρεώνει το Ηνωμένο Βασίλειο να επανέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου για να πληροφορηθεί αν το Δικαστήριο θα διατηρήσει σε ισχύ την επιταγή που έχει απευθύνει προς την Επιτροπή.
4)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 17 Μαρτίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Full & Egal Universal Law Academy