ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 11ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 25/86,
Benoît Suss, πρώην υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κάτοικος Λουξεμβούργου, 32, rue Neyen, εκπροσωπούμενος από τον Jacques Guinard, δικηγόρο Παρισιού, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Louis Schütz, 83, boulevard Grande-Duchesse Charlotte,
προσφεύγων,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την Marie Wolfcarius, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενη από τον Robert Andersen, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, νομικό σύμβουλο, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 28ης Μαρτίου 1985, με την οποία καθορίζεται το συνολικό ποσοστό διαρκούς μερικής αναπηρίας του προσφεύγοντος,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
συγκείμενο από τους Υ. Galmot, πρόεδρο τμήματος, U. Everling και J. C Moitinho de Almeida, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: P. Heim
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 31 Ιανουαρίου 1986, ο Benoît Suss, συνταξιούχος υπάλληλος της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητούσε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής, της 28ης Μαρτίου 1985, σχετικά με τον καθορισμό ποσοστού μερικής διαρκούς αναπηρίας του κατόπιν επιθέσεως που υπέστη το 1977.
2
Η απόφαση αυτή της Επιτροπής ελήφθη κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 29ης Νοεμβρίου 1984, που εκδόθηκε στην υπόθεση 265/83 μεταξύ των ιδίων διαδίκων, για τη λήψη μέτρων που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως αυτής. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1983, κατά το μέρος που η Επιτροπή καθόρισε συνολικό ποσοστό μερικής διαρκούς αναπηρίας κατώτερο του 37,25 %, ημερομηνία οριστικοποιήσεως των συνεπειών του ατυχήματος προηγούμενη από τη 18η Μαΐου 1979 και απαίτησε την επιστροφή των σχετικών παροχών.
3
Με την προσβαλλόμενη απόφαση της 28ης Μαρτίου 1985, το συνολικό ποσοστό μερικής διαρκούς αναπηρίας καθορίστηκε σε 37,25 °/ο και η ημερομηνία οριστικοποιήσεως των συνεπειών στις 18 Μαΐου 1979· το κεφάλαιο που αντιστοιχεί στο ποσοστό αυτό αναπηρίας αναγνωρίστηκε ως οριστικά κεκτημένο. Η Επιτροπή εξάλλου διαπίστωσε ότι το πόρισμα της υγειονομικής επιτροπής που εκδόθηκε στις 13 Ιουλίου 1982 διατηρήθηκε με εξαίρεση τα σημεία εκείνα που αφορούσαν τον καθορισμό του συνολικού ποσοστού μερικής διαρκούς αναπηρίας και την ημερομηνία οριστικοποιήσεως. Στην τελευταία παράγραφο της αποφάσεως της η Επιτροπή αναγνώρισε εξάλλου ότι σε περίπτωση χειροτερεύσεως του ποσοστού μερικής διαρκούς αναπηρίας που καθορίστηκε από την υγειονομική επιτροπή για καθεμία από τις συνέπειες, δεν θα οφείλετο συμπληρωματικό ποσό παρά μόνο καθ' υπέρβαση του συνολικού ποσοστού 37,25 %.
4
Με την προκειμένη προσφυγή ο προσφεύγων προσβάλλει την απόφαση αυτή κατά το μέρος που διατηρεί τα πορίσματα της υγειονομικής επιτροπής, και επικρίνει ιδιαιτέρως τον αποκλεισμό οποιασδήποτε νευρολογικής συνέπειας κατόπιν του τραυματισμού του κρανίου του καθώς και την αναγνώριση μερικών ποσοστών μερικής διαρκούς αναπηρίας διαφορετικών από εκείνα που έγιναν δεκτά από τον ιατρό που όρισε η Επιτροπή στην έκθεση της της 25ης Μαΐου 1979. Όπως προκύπτει από το φάκελο οι διάδικοι διαφωνούν στην πραγματικότητα επί του τρόπου με τον οποίο έπρεπε να εκτιμηθεί ενδεχομένως η χειροτέρευση της καταστάσεως του προσφεύγοντος.
5
Δυνάμει του άρθρου 92, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως· μπορεί να αποφανθεί σε τέτοια περίπτωση χωρίς προφορική διαδικασία όπως προβλέπει το άρθρο 91, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας. Επειδή πληροφορήθηκαν ότι το Δικαστήριο πρόκειται να εξετάσει ενδεχομένως αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως που αντλείται από την απουσία βλαπτικής πράξεως κατά του προσφεύγοντος κατά την έννοια των άρθρων 90, παράγραφος 2, και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων, οι διάδικοι είχαν την ευκαιρία να υποβάλουν εγγράφως τις παρατηρήσεις τους επί του θέματος αυτού. Ενόψει των παρατηρήσεων αυτών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αποφανθεί επί του παραδεκτού της προσφυγής με Διάταξη χωρίς προφορική διαδικασία.
6
Για να καθοριστούν τα αποτελέσματα που παράγει για τον προσφεύγοντα η επίδικη απόφαση πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η απόρριψη, με απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1984, της προσφυγής κατά το μέτρο που είχε ως σκοπό να καταστήσει ανίσχυρες τις εκτιμήσεις της υγειονομικής επιτροπής στηρίζεται στη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούσαν οριστική ρύθμιση όλων των ζητημάτων ιατρικού περιεχομένου κατά το στάδιο αυτό. Αν και το Δικαστήριο έκρινε ότι η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν μπορούσε να απομακρυνθεί, εις βάρος του προσφεύγοντος, από τα πορίσματα στα οποία κατέληξε με το σχέδιο αποφάσεως της, εντούτοις περιόρισε ρητώς την εφαρμογή της αρχής αυτής στο συνολικό ποσοστό αναπηρίας και στην αποζημίωση που υπολογίστηκε επί της βάσεως αυτής, εξαιρώντας τα διάφορα στοιχεία της εκθέσεως του ιατρού που ορίστηκε από την Επιτροπή. Αναφέροντας ότι τα πορίσματα της υγειονομικής επιτροπής διετηρούντο, η Επιτροπή επανέλαβε συνεπώς μόνο αυτό που προέκυπτε ήδη, με ισχύ δεδικασμένου, από την απόφαση του 1984. Υπό το πρίσμα αυτό η επίδικη απόφαση δεν παράγει έναντι του προσφεύγοντος κανένα έννομο αποτέλεσμα που μπορεί να του προκαλέσει βλάβη.
7
Κατά το μέρος που οι διάδικοι διαφωνούν επί του τρόπου με τον οποίο θα έπρεπε να εκτιμηθεί η χειροτέρευση της καταστάσεως και κυρίως επί του περιεχομένου της τελευταίας παραγράφου της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή είναι αρμόδια, εν ευθέτω χρόνω, να λάβει απόφαση επί της ενδεχόμενης χειροτερεύσεως της καταστάσεως, όπως επίσης και επί του θέματος που τέθηκε με την επίδικη παράγραφο. Εφόσον δεν υπάρχει τέτοια συγκεκριμένη περίπτωση, η παράγραφος αυτή εκφράζει άποψη μόνο της Επιτροπής και προαναγγέλλει τη στάση την οποία η Επιτροπή έχει την πρόθεση να υιοθετήσει σε μελλοντική απόφαση· η δήλωση αυτή δεν παράγει έναντι του προσφεύγοντος κανένα έννομο αποτέλεσμα ενεστός ή μέλλον.
8
Όπως προκύπτει από τα παραπάνω, τα στοιχεία της επίδικης αποφάσεως την οποία ο προσφεύγων αμφισβητεί με την προκειμένη προσφυγή δεν συνιστούν βλαπτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και δεν μπορούν συνεπώς, δυνάμει του άρθρου 91, να προσβληθούν με προσφυγή.
9
Δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η προσφυγή έχει στην πραγματικότητα χαρακτήρα αιτήσεως ερμηνείας της αποφάσεως της 29ης Νοεμβρίου 1984 κατά την έννοια του άρθρου 102 του κανονισμού διαδικασίας, όπως υπεστήριξε ο προσφεύγων για πρώτη φορά με την απάντηση του στο ερώτημα που υπέβαλε το Δικαστήριο μετά το πέρας της εγγράφου διαδικασίας, συμφωνώντας επί του σημείου αυτού με την άποψη που υπεστήριξε η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως της, την οποία ο προσφεύγων είχε ρητώς αμφισβητήσει με το υπόμνημα απαντήσεώς του. Πράγματι το αντικείμενο του αιτήματος δεν μπορεί πλέον να τροποποιηθεί κατά το στάδιο αυτό της διαδικασίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, δεν υπάρχει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, καμία αβεβαιότητα επί της εννοίας και του περιεχομένου της αποφάσεως όσον αφορά τα σημεία που πράγματι επέλυσε το Δικαστήριο, αλλά αβεβαιότητα επί της ενδεχομένης επιπτώσεως ορισμένων σημείων του σκεπτικού της αποφάσεως σε περίπτωση χειροτερεύσεως της καταστάσεως, ζήτημα επί του οποίου δεν απεφάνθη το Δικαστήριο.
10
Η προσφυγή πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
11
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Πάντως κατά το άρθρο 70 προκειμένου περί προσφυγών των υπαλλήλων, τα όργανα φέρουν τα έξοδά τους, υπό την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 69, σχετικά με τα έξοδα που το Δικαστήριο κρίνει ότι προκλήθηκαν χωρίς εύλογη αιτία ή κακοβούλως.
12
Ενόψει των περιστατικών της υποθέσεως, και κυρίως του γεγονότος ότι ο προσφεύγων υποστήριξε στο πλαίσιο της προκειμένης προσφυγής άποψη η οποία βρίσκεται ευθέως σε αντίφαση με την απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 1984, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσφυγή ασκήθηκε χωρίς εύλογη αιτία και ότι πρέπει να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ( τρίτο τμήμα )
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
Λουξεμβούργο, 11 Δεκεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος του τρίτου τμήματος
Υ. Galmot
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy