ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 9ης Απριλίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 48/86 R,
J. Cauet και Β. Joliot, ενεργούντες ως εκκαθαριστές της εταιρίας Cockerill-DRC SA, κάτοικοι Γαλλίας, 4, rue du Maréchal-Joffre, boîte 56, 59440 Avesnes-sur-Helpe, εκπροσωπούμενοι από τους Μ. Waelbroeck και Α. Vandencasteele, δικηγόρους Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Ε. Arendt, 34Β, rue Philippe-Il,
αιτούντες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Van Ackere, με αντίκλητο' στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 13ης Ιανουαρίου 1986, η οποία επιτρέπει, από 1ης Ιανουαρίου 1985, τη μεταφορά των ετησίων παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της εταιρίας Cockerill-DRC προς την επιχείρηση Sacilor και μηδενίζει, ως εκ τούτου, αντιστοίχως τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς ως προς την Cockerill-DRC,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Φεβρουαρίου 1986, οι J. Cauet και Β. Joliot, ενεργούντες ως εκκαθαριστές της εταιρίας Cockerill-DRC, διορισθέντες με απόφαση την οποία εξέδωσε, στις 30 Ιουνίου 1983, το Tribunal de grande instance της Avesnes, άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 33, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 13ης Ιανουαρίου 1986. Με την απόφαση αυτή, η οποία εξεδόθη βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της γενικής αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ, της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 29, σ. 1 ), η Επιτροπή αποφάσισε τη μεταφορά των ετησίων παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της εταιρίας Cockerill-DRC προς την επιχείρηση Sacilor και, ως εκ τούτου, μηδένισε, από 1ης Ιανουαρίου 1985, τις ετήσιες παραγωγές και ποσότητες αναφοράς της Cockerill-DRC, οι οποίες ήταν 79952 τόνοι και 74976 τόνοι αντιστοίχως.
2
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου την ίδια ημερομηνία, οι αιτούντες υπέβαλαν, δυνάμει του άρθρου 39, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 33 του οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου, αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προαναφερθείσας αποφάσεως της Επιτροπής, της 13ης Ιανουαρίου 1986, μέχρις ότου το Δικαστήριο εκδώσει απόφαση επί της κυρίας προσφυγής.
3
Η καθής υπέβαλε τις γραπτές παρατηρήσεις της στις 11 Μαρτίου 1986. Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις απόψεις τους στις 19 Μαρτίου 1986.
4
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή, όταν διαπίστωσε ότι η νομική βάση επί της οποίας στηριζόταν η απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1986, που αποτελεί το αντικείμενο της προαναφερθείσας προσφυγής ακυρώσεως και της υπό κρίση αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, ήταν εσφαλμένη, ανακάλεσε την απόφαση αυτή και την αντικατέστησε με νέα απόφαση της 10ης Μαρτίου 1986, την οποία εξέδωσε, αυτή τη φορά, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84 και όχι πλέον βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της ίδιας αυτής αποφάσεως. Αυτή η αλλαγή όσον αφορά τη νομική βάση οφείλεται στο ότι η Επιτροπή αντιλήφθηκε ότι υπήρξε μεταβίβαση της κυριότητας των εγκαταστάσεων της Cockerill-DRC, γεγονός του οποίου οι συνέπειες είναι, κατά το προαναφερθέν άρθρο 9, παράγραφος 4, αυτόματες, και ότι δεν είχε υποβληθεί αίτηση, υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 15, παράγραφος 1, εκ μέρους του εκκαθαριστή της Cockerill-DRC προκειμένου να εκχωρηθούν οι παραγωγές και οι ποσότητες αναφοράς της εταιρίας αυτής στην επιχείρηση Sacilor. Η νέα αυτή απόφαση έχει, κατ' ουσία, το ίδιο αντικείμενο με την απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1986, δεδομένου ότι εκφράζει την άρνηση της Επιτροπής να επιτρέψει τη μεταφορά των παραγωγών και των ποσοτήτων αναφοράς της Cockerill-DRC προς την Cockerill-Sambre, ενώ, αντιθέτως, επιτρέπει, βάσει του εν λόγω άρθρου 9, παράγραφος 4, την πραγματοποίηση της μεταφοράς αυτής υπέρ της Sacilor από το τέταρτο τρίμηνο του 1985 και εφεξής. Τόσο η καθής όσο και οι αιτούντες είναι, συνεπώς, σύμφωνοι ότι η προσφυγή ακυρώσεως και η αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων μπορούν να θεωρηθούν ότι στρέφονται εγκύρως και κατά της νέας αυτής αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 1986.
5
Προτού εξεταστεί το βάσιμο της παρούσας αιτήσεως λήψεως προσωρινών μέτρων, χρήσιμο θα ήταν να υπομνηστούν συνοπτικώς τα στάδια που προηγήθηκαν της εκδόσεως, από την Επιτροπή, της αποφάσεως της 10ης Μαρτίου 1986.
6
Με δύο έγγραφα, υπό ημερομηνία 19 Σεπτεμβρίου 1983 και 23 Μαρτίου 1984 αντιστοίχως, η Cockerill-Sambre, στο εξής: η C-S, πληροφόρησε την Επιτροπή ότι το Tribunal de grande instance της Avesnes διέταξε, με απόφαση της 30ής Ιουνίου 1983, τη δικαστική εκκαθάριση της γαλλικής θυγατρικής της εταιρίας Cockerill-DRC και επέτρεψε τη συνέχιση των δραστηριοτήτων της υπό δικαστικό έλεγχο. Η C-S υποστήριξε ακόμα ότι στο εξής δεν είχε καμία δυνατότητα ελέγχου των δραστηριοτήτων της θυγατρικής αυτής εταιρίας, αντικείμενο της οποίας είναι η παραγωγή προϊόντων σιδήρου και χάλυβα της κατηγορίας VI που υπόκειται σε έλεγχο των ποσοστώσεων, και ότι, συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για τις υπερβάσεις των ποσοστώσεων που καταλογίζονται στη θυγατρική αυτή εταιρία και για τα πρόστιμα που της επιβάλλονται.
7
Με απόφαση της 24ης Οκτωβρίου 1984, την οποία εξέδωσε βάσει του άρθρου 13, παράγραφος 2, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84, η Επιτροπή χορήγησε στην Cockerill-DRC, αναδρομικώς από την 1η Ιουλίου 1983, ετήσιες παραγωγές και ποσότητες αναφοράς 79952 τόνων και 74976 τόνων αντιστοίχως, βάσει δε αυτών, της χορήγησε ποσοστώσεις μέχρι τέλους του 1984.
8
Από τη δικογραφία προκύπτει, χωρίς να είναι δυνατόν να επιβεβαιωθεί η ακριβής ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα το γεγονός, ότι η Cockerill-DRC έκλεισε τις εγκαταστάσεις παραγωγής της στις 26 Δεκεμβρίου 1984. Εντούτοις, η Επιτροπή της χορήγησε ποσοστώσεις για τα δύο πρώτα τρίμηνα του 1985, οι οποίες μερικώς μόνο χρησιμοποιήθηκαν.
9
Στις 7 Φεβρουαρίου 1985, η Επιτροπή πληροφορήθηκε από το αρμόδιο γαλλικό Υπουργείο ότι, κατόπιν συμφωνιών της C-S με τη γαλλική κυβέρνηση, οι παραγωγές και ποσότητες αναφοράς της Cockerill-DRC θα περιέρχονταν στην εταιρία Sacilor και ότι επρόκειτο να υποβληθεί στην Επιτροπή σχετική αίτηση. Με έγγραφο της 25ης Φεβρουαρίου 1985, η Sacilor ζήτησε από την Επιτροπή να επιτρέψει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84, τη μεταφορά των ποσοτήτων αναφοράς της Cockerill-DRC, την οποία είχε συμφωνήσει με τη μητρική εταιρία C-S, και να αυξήσει αντιστοίχως από το πρώτο τρίμηνο του 1985 τις δικές της ποσότητες αναφοράς στην κατηγορία VI.
10
Με έγγραφο της 25ης Ιουνίου 1985, ένας από τους δύο εκκαθαριστές της Cockerill-DRC υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση, βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της εν λόγω αποφάσεως 234/84, με την οποία ζητούσε τη μεταφορά των ποσοτήτων αναφοράς της Cockerill-DRC και των αντιστοίχων ποσοστώσεων προς την C-S. Η αίτηση αυτή επιβεβαιώθηκε, με έγγραφο του ιδίου περιεχομένου, και από την C-S στις 28 Ιουνίου 1985.
11
Στη συνέχεια, επιβεβαιώνεται ότι ο ίδιος εκκαθαριστής έστειλε σχεδόν ταυτόχρονα δύο έγγραφα. Με το πρώτο, το οποίο απεστάλη προς την C-S στις 16 Ιουλίου 1985, ανακοίνωνε την πρόθεση του να συνάψει με την C-S, έναντι 1,5 εκατομμυρίου γαλλικών φράγκων, σύμβαση εκχωρήσεως των ποσοστώσεων για τα τρία τελευταία τρίμηνα του 1985. Με το δεύτερο έγγραφο, το οποίο απεστάλη στη Sacilor στις 18 Ιουλίου 1985, ανέφερε ότι είχε λάβει γνώση της προσφοράς της Sacilor να αγοράσει το σύνολο του ελασματουργείου έναντι 1,5 εκατομμυρίου γαλλικών φράγκων, διευκρίνιζε δε ότι, ενόψει ισοδυνάμων προσφορών, η προτεραιότητα θα ανήκε στη Sacilor.
12
Στις 30 Ιουλίου 1985, η Sacilor απέστειλε προς την Επιτροπή τηλετύπημα, με το οποίο της ανακοίνωνε ότι είχε αποκτήσει την κυριότητα των εγκαταστάσεων της Cockerill-DRC και της ζητούσε, κατά συνέπεια, να της χορηγήσει το σύνολο των ποσοτήτων αναφοράς της Cockerill-DRC. Με έγγραφο της 29ης Αυγούστου 1985, η C-S υπενθύμισε το περιεχόμενο του εγγράφου που είχε απευθύνει προς την Επιτροπή στις 28 Ιουνίου.
13
Βάσει των πληροφοριακών στοιχείων που διέθετε, η Επιτροπή έκρινε ότι ο εκκαθαριστής της Cockerill-DRC επιχειρούσε να πωλήσει χωριστά τις εγκαταστάσεις και τις συνδεόμενες με τις εγκαταστάσεις αυτές ποσότητες αναφοράς σε δύο διαφορετικές εταιρίες, και συγκεκριμένα τις εγκαταστάσεις στη Sacilor και τις ποσότητες αναφοράς στην C-S, ενώ η πρακτική αυτή ρητώς απαγορεύεται από το άρθρο 9, παράγραφος 4, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84. Με έγγραφα της 27ης Σεπτεμβρίου 1985, η Επιτροπή ανακοίνωσε, συνεπώς, στον εκκαθαριστή της Cockerill-DRC και στην C-S ότι δεν μπορούσε, προς το παρόν, να κάνει δεκτές τις αιτήσεις τους περί μεταφοράς των ποσοτήτων αναφοράς της Cockerill-DRC προς την C-S, δεδομένου ότι οι εγκαταστάσεις παραγωγής είχαν πωληθεί προς τη Sacilor. Εξάλλου, η Επιτροπή, επίσης με έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1985, ανακοίνωσε στη Sacilor την πρόθεση της να της μεταβιβάσει αυτές τις ποσότητες αναφοράς κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 4, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84, μόλις η εταιρία αυτή της προσκόμιζε στοιχεία αποδεικνύοντα την απόκτηση της και την κυριότητα της επί των εγκαταστάσεων της Cockerill-DRC.
14
Στις 22 Οκτωβρίου 1985, οι εκκαθαριστές της Cockerill-DRC πώλησαν, κατόπιν αδείας του Tribunal de grande instance της Avesnes, το ελασματουργείο, καθώς και διάφορα άλλα τμήματα των εγκαταστάσεων της εταιρίας αυτής στη γερμανική εταιρία Dorninger έναντι τιμήματος 7900000 γαλλικών φράγκων. Η Dorninger μεταπώλησε, σχεδόν αμέσως, το ελασματουργείο αυτό στη Sacilor έναντι τιμήματος 10300000 γαλλικών φράγκων. Η Sacilor υπέβαλε τότε στην Επιτροπή νέα αίτηση, με ημερομηνία 13 Νοεμβρίου 1985, με την οποία ζητούσε τη μεταφορά των ποσοτήτων αναφοράς της Cockerill-DRC, επισύναψε δε, ως αποδεικτικό στοιχείο της αποκτήσεως του ελασματουργείου, αντίγραφο της αποδείξεως την οποία συνέταξε κατά την πώληση η Dorninger υπέρ της Sacilor και στην οποία αναφερόταν ότι το τίμημα είχε καταβληθεί στις 13 Νοεμβρίου 1985. Στην αίτηση αναφερόταν επίσης ότι η Sacilor ανελάμβανε την υποχρέωση να μην παραγάγει προϊόντα στις εγκαταστάσεις αυτές αλλά να προβεί, σε σύντομο χρονικό διάστημα, στη διάλυση τους.
15
Ενόψει της διευκρινίσεως αυτής, η Επιτροπή απηύθυνε, στις 13 Ιανουαρίου 1986, προς την Cockerill-DRC ατομική απόφαση, εκδοθείσα βάσει του άρθρου 15, παράγραφος 1, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84, με την οποία επέτρεπε, από 1ης Ιανουαρίου 1985, τη μεταβίβαση των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της εταιρίας αυτής στη Sacilor. Την ίδια ημερομηνία, κοινοποίησε, με απόφαση, στη Sacilor την αντίστοιχη αύξηση των ετησίων παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της από 1ης Ιανουαρίου 1985.
16
Για τους λόγους που αναφέρονται στη σκέψη 4 της παρούσας Διατάξεως, η Επιτροπή ανακάλεσε τις δύο αποφάσεις της 13ης Ιανουαρίου 1986 και τις αντικατέστησε με δύο νέες αποφάσεις, εκδοθείσες βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της εν λόγω αποφάσεως 234/84, με τις οποίες πληροφόρησε, αφενός, την Cockerill-DRC ότι οι παραγωγές και ποσότητες αναφοράς της είχαν μεταβιβαστεί, από το τέταρτο τρίμηνο του 1985 και εφεξής, στη Sacilor βάσει του εν λόγω άρθρου 9, παράγραφος 4, και ότι, εφόσον η παραγωγική της δραστηριότητα είχε παύσει κατά το πρώτο τρίμηνο του 1985, η χορήγηση ποσοστώσεων στην εταιρία αυτή έπρεπε να ανασταλεί από το επόμενο τρίμηνο βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 3, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84 και, αφετέρου, τη Sacilor ότι οι ετήσιες παραγωγές και ποσότητες αναφοράς της Cockerill-DRC είχαν μεταβιβαστεί σ' αυτή, από το τέταρτο τρίμηνο του 1985 και εφεξής, βάσει του εν λόγω άρθρου 9, παράγραφος 4, και ότι είχε αυξηθεί αντίστοιχα η ποσόστωση της όσον αφορά την κατηγορία VI.
17
Σύμφωνα με το άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οι προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Πάντως, το Δικαστήριο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή της εκτελέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ή κάθε άλλο αναγκαίο προσωρινό μέτρο.
18
Το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι, για να μπορούν να διαταχθούν προσωρινά μέτρα όπως αυτά που ζητούν οι προσφεύγοντες, οι αιτήσεις λήψεως προσωρινών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται.
19
Οι αιτούντες υποστηρίζουν σχετικά ότι η απόφαση, την οποία εξέδωσε η Επιτροπή στις 10 Μαρτίου 1986 βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84, είναι καταφανώς παράνομη, δεδομένου ότι το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 4, δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση.
20
Οι αιτούντες θεωρούν ότι, προκειμένου να καθοριστεί κατά πόσο το προαναφερθέν άρθρο 9, παράγραφος 4, έχει εφαρμογή σε καταστάσεις όπως αυτή που έδωσε λαβή στη διαφορά, θα πρέπει να γίνει διάκριση αναλόγως του αν η επιχείρηση, η οποία διαθέτει τις εγκαταστάσεις παραγωγής, αποφάσισε να τις πωλήσει ή να τις κλείσει.
21
Στην πρώτη περίπτωση, και εφόσον οι εγκαταστάσεις αυτές έχουν πωληθεί σε αγοραστή ο οποίος τις απέκτησε με σκοπό να τις χρησιμοποιήσει για την παραγωγή, έχουν εφαρμογή το προαναφερθέν άρθρο 9, παράγραφος 4, και η αυτόματη μεταβίβαση των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς την οποία προβλέπει σε περίπτωση μεταβιβάσεως της κυριότητας των εγκαταστάσεων. Αντιθέτως, στη δεύτερη περίπτωση, η επιχείρηση η οποία διέκοψε οριστικά τη λειτουργία της έχει εξουσία διαθέσεως των στοιχείων του ενεργητικού της και δικαιούται να τα πωλήσει. Επομένως, δεν υπάρχει, στην περίπτωση αυτή, αυτόματη μεταφορά των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς. Οι παραγωγές και οι ποσότητες αυτές καταργούνται, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84, εκτός αν εφαρμοστεί το άρθρο 15, παράγραφος 1, της ίδιας αυτής αποφάσεως. Η εφαρμογή, πάντως, του εν λόγω άρθρου 15, παράγραφος 1, σε περίπτωση εκχωρήσεως των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς λόγω κλεισίματος της επιχειρήσεως, δεν επιτρέπει στην Επιτροπή, αντίθετα με τη γνώμη την οποία εξέφρασε η ίδια με την απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 1986, να επιβάλει σε επιχείρηση την εκχώρηση, προς συγκεκριμένη επιχείρηση, των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της, εφόσον η εκχωρούσα επιχείρηση δεν έχει υποβάλει σχετική αίτηση.
22
Οι αιτούντες υποστηρίζουν την άποψη ότι από διάφορες ενδείξεις συνάγεται σαφώς ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρόκειται για παραχώρηση εγκαταστάσεων παραγωγής υπό την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου 9, παράγραφος 4, αλλά για πώληση των στοιχείων του ενεργητικού της από εταιρία η οποία έπαυσε τις δραστηριότητες της. Ως προς το θέμα αυτό, αναφέρουν ιδίως το γεγονός ότι η εταιρία Cocke-rill-DRC κηρύχθηκε σε κατάσταση δικαστικής εκκαθαρίσεως στα τέλη Δεκεμβρίου 1984 και λίγο αργότερα έπαυσε οριστικά οποιαδήποτε δραστηριότητα. 'Αλλη ένδειξη αποτελεί το γεγονός ότι η επιχείρηση Dorninger, η οποία υπήρξε ο πρώτος αγοραστής του ελασματουργείου της Cockerill-DRC, δεν το αγόρασε με σκοπό την παραγωγή, αλλά ως υλικό προοριζόμενο να μεταπωληθεί, δεδομένου ότι η εταιρία αυτή δεν είναι παραγωγός χάλυβα.
23
Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επίμαχη κατάσταση εμπίπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 9, παράγραφος 4, και ότι, κατά συνέπεια, νομίμως μπορούσε να εκδώσει την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1986 βασιζόμενη στο άρθρο αυτό.
24
Υπογραμμίζει ότι, εφόσον είχε καταστεί σαφές ότι ο εκκαθαριστής της Cockerill-DRC προσπαθούσε να πωλήσει τις εγκαταστάσεις και ποσότητες αναφοράς της Cockerill-DRC σε δύο διαφορετικές επιχειρήσεις, η Επιτροπή δεν διέθετε άλλη εναλλακτική λύση από το να εφαρμόσει το προαναφερθέν άρθρο 9, παράγραφος 4, το οποίο απαγορεύει την πρακτική αυτή και ορίζει ότι εκείνος που την επιχειρεί καθίσταται συνεργός σε υπεξαίρεση ποσοτήτων αναφοράς. Από τη στιγμή που η Επιτροπή είχε αποδείξεις ότι η επιχείρηση σιδήρου και χάλυβα Sacilor είχε αποκτήσει την κυριότητα του ελασματουργείου, δεν μπορούσε παρά να της μεταβιβάσει, κατ' εφαρμογή του προαναφερθέντος άρθρου 9, παράγραφος 4, τις αντίστοιχες παραγωγές και ποσότητες αναφοράς. Το γεγονός ότι η Sacilor δεν είχε αποκτήσει την εγκατάσταση αυτή με πρόθεση να τη χρησιμοποιήσει για την παραγωγή δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να εμποδίσει την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 9, παράγραφος 4, διότι η επιχείρηση που αποκτά μία εγκατάσταση υπό την έννοια του άρθρου αυτού έχει τη δυνατότητα είτε να τη χρησιμοποιήσει για την παραγωγή, είτε να την κατεδαφίσει και να κρατήσει τις ποσότητες αναφοράς ως πριμοδότηση λόγω κλεισίματος της εγκαταστάσεως.
25
Προτού καθοριστεί αν οι αιτούντες πέτυχαν να προσκομίσουν εκ των ενόντων απόδειξη, θα πρέπει να υπομνηστεί ότι από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι προσωρινά μέτρα μπορούν να ληφθούν μόνο όταν δεν προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας ( βλέπε ιδίως συνεκδικασθείσεις υποθέσεις 60 και 190/81 R, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σσ. 1857, 1862).
26
Στην προκειμένη περίπτωση, το βασικό σημείο διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων αφορά το κατά πόσο η Επιτροπή είχε την εξουσία, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 4, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84, να εκδώσει την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1986.
27
Υπογραμμίζεται σχετικά ότι, όπως ορθώς υπενθύμισε και η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 4, πρέπει να εξετάζεται σε συνδυασμό με το άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84, το οποίο ορίζει ότι « αν πρόκειται για οριστική διακοπή της λειτουργίας ή για πτώχευση, οι παραγωγές και οι ποσότητες αναφοράς καταργούνται μετά από δώδεκα μήνες, με την επιφύλαξη της παραγράφου 4 ».
28
Από το συνδυασμό των δύο αυτών διατάξεων, φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι είναι δυνατό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση οριστικής διακοπής της λειτουργίας, οι παραγωγές και οι ποσότητες αναφοράς μιας εγκαταστάσεως δεν απαιτείται να ακυρωθούν, εφόσον υπάρξει μεταβίβαση της κυριότητας της εγκαταστάσεως αυτής εντός δώδεκα μηνών, οπότε ο νέος κύριος αποκτά αυτοδικαίως και αυτομάτως τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς που αντιστοιχούν στην εγκατάσταση αυτή.
29
Στην προκειμένη περίπτωση, δεν γίνεται αντιληπτό για ποιους λόγους δεν θα έπρεπε να εφαρμοστεί η αρχή που διατυπώνεται στη σκέψη 28 της παρούσας Διατάξεως, δεδομένου ότι συντρέχουν όλοι αυτοί οι όροι εφαρμογής της. Πράγματι, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο εκκαθαριστής της Cockerill-DRC, εταιρίας η οποία διέκοψε οριστικά τη λειτουργία της στα τέλη του 1984, πώλησε, στις 22 Οκτωβρίου 1985, κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, το ελασματουργείο στην εταιρία Dorninger, η οποία το μεταπώλησε, εντός 8ημερών, και συγκεκριμένα στις 4 Νοεμβρίου 1985, στη Sacilor. Το τελικό αποτέλεσμα των δύο αυτών πωλήσεων, οι οποίες φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, ότι ήταν, και οι δύο, απολύτως θεμιτές, συνίσταται στην απόκτηση εκ μέρους της επιχειρήσεως σιδήρου και χάλυβα Sacilor της κυριότητας της εγκαταστάσεως αυτής παραγωγής εντός του χρονικού διαστήματος των 12 μηνών που αναφέρει το προαναφερθέν άρθρο 9, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο.
30
Εφόσον η Επιτροπή αντιμετώπιζε κατάσταση παρόμοια με εκείνη που περιγράφεται στο προαναφερθέν άρθρο 9, παράγραφος 4, δεν είχε άλλη εναλλακτική δυνατότητα από το να μεταβιβάσει τις παραγωγές και ποσότητες αναφοράς, οι οποίες αντιστοιχούσαν στο ελασματουργείο στον τελευταίο αγοραστή του εν λόγω ελασματουργείου, ήτοι στη Sacilor.
31
Το γεγονός ότι η τελευταία αυτή επιχείρηση αγόρασε την εγκατάσταση αυτή με πρόθεση να τη διαλύσει και όχι να τη χρησιμοποιήσει για την παραγωγή, όπως φαίνεται ιδίως από τα τελωνειακά έγγραφα από τα οποία αποδεικνύεται ότι η επιχείρηση πώλησε τα διάφορα στοιχεία του ελασματουργείου αυτού στη γερμανική εταιρία Diliinger Hüttenwerke, δεν φαίνεται να παρουσιάζει ενδιαφέρον στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας λήψεως προσωρινών μέτρων, δεδομένου ότι δεν αφορά το κατά πόσο η Επιτροπή μπορούσε, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 9, παράγραφος 4, να εκδώσει την απόφαση της 10ης Μαρτίου 1986. Αντιθέτως, παρουσιάζει ενδιαφέρον, όπως αναγνώρισε και η Επιτροπή κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ως προς το αν η Επιτροπή έπρεπε, λόγω του επιγενομένου αυτού γεγονότος, να εκδώσει, βάσει του εν λόγω άρθρου 9, παράγραφος 4, νέα απόφαση περί μεταβιβάσεως των παραγωγών και ποσοτήτων αναφοράς της Sacilor στην Dillinger Hüttenwerke.
32
Από τα στοιχεία που εκτίθενται ανωτέρω προκύπτει ότι τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι αιτούντες δεν συνιστούν εκ των ενόντων απόδειξη και δεν μπορούν, εκ πρώτης όψεως, να δικαιολογήσουν τη λήψη των ζητουμένων προσωρινών μέτρων. Δεν είναι, επομένως, απαραίτητο να εξεταστεί κατά πόσο πληρούται ο όρος του επείγοντος που θέτει το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,
κρίνοντας επί των προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 9 Απριλίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy