ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 5ης Νοεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 117/86,
Unión de Federaciones Agrarias de España (UFADE), με έδρα τη Μαδρίτη, εκπροσωπούμενη από τον Blas Camacho Zancada, δικηγόρο του Ilustre Colegio της Μαδρίτης, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη Mareile Aldinger-Tziovas, 15Β, boulevard Grande-Duchesse Charlotte,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τους Antonio Sacchettini, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας, Arthur Bräutigam, κύριο υπάλληλο διοικήσεως στην ίδια αυτή υπηρεσία, και José Elizáidé, της γενικής γραμματείας του Συμβουλίου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Jörg Käser, Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων,
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από το νομικό της σύμβουλο Jean-Claude Séché και από τον Carlos Palacio de Oriol, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΟΚ) 569/86 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1986, και του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 574/86 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 1986,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Y. Galmot, Κ. Κακούρη, T. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, U. Everling, Κ. Bahlmann, R. Joliét, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: M. Darmon
γραμματέας: P. Heim
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Μαΐου 1986, η UFADE, ισπανική ένωση γεωργικών επαγγελματικών οργανώσεων, άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση:
—
του κανονισμού 569/86 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1986, για τον καθορισμό των γενικών κανόνων εφαρμογής του συμπληρωματικού μηχανισμού που εφαρμόζεται κατά τις συναλλαγές ( ΕΕ L 55, σ. 106 )
—
του κανονισμού 574/86 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 1986, που καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του συμπληρωματικού μηχανισμού που εφαρμόζεται στις συναλλαγές ( ΕΕ L 57, σ. 1 ).
2
Ο συμπληρωματικός μηχανισμός στις συναλλαγές ( στο εξής: ΣΜΣ ) μεταξύ της Ισπανίας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τη σύνθεση που αυτή είχε πριν από την προσχώρηση της Ισπανίας και της Πορτογαλίας ( στο εξής: της Κοινότητας των Δέκα ) προβλέπεται στα άρθρα 81 και επ. της Πράξης για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών ( ΕΕ 1985, L 302, σ. 23 ). Εφαρμόζεται ιδίως στις ισπανικές εξαγωγές πρώιμης πατάτας και αμπελοοινικών προϊόντων, καθώς και, από την 1η Ιανουαρίου 1990, στις ισπανικές εξαγωγές οπωροκηπευτικών, πλην αν υπάρξει αντίθετη απόφαση του Συμβουλίου.
3
Με τους επίδικους κανονισμούς, που όρισαν τους γενικούς κανόνες και τις λεπτομερείς διατάξεις για την εφαρμογή του ΣΜΣ, θεσπίστηκε ένα σύστημα πιστοποιητικών και ασφαλειών για τις εξαγωγές των σχετικών ισπανικών γεωργικών προϊόντων προς την Κοινότητα των Δέκα. Η προσφεύγουσα φρονεί ότι το σύστημα αυτό ούτε προβλέπεται ούτε επιτρέπεται από την Πράξη Προσχώρησης και ότι συνιστά παράβαση τόσο των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όσο και των αρχών της αναλογικότητας και της κοινοτικής προτίμησης.
4
Προς στήριξη του παραδεκτού της προσφυγής της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η UFADE έχει, σύμφωνα με το καταστατικό της, ως αποστολή να προασπίζει τα γενικά επαγγελματικά συμφέροντα των προσώπων τα οποία, στον αγροτικό κόσμο, φέρουν τους κινδύνους που είναι εγγενείς στις γεωργικές, δασοκομικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις και να διευκολύνει την εμπορία των γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Οι επίδικοι κανονισμοί την αφορούν άμεσα και ατομικά, διότι η εφαρμογή τους έχει επίπτωση στην κατάσταση των ισπανών παραγωγών και εξαγωγέων, τους οποίους αντιπροσωπεύει, και διότι επιβάλλουν υποχρεώσεις στους ισπανούς εξαγωγείς χωρίς να απαιτείται καμιά περαιτέρω μεσολάβηση εκ μέρους εθνικής ή κοινοτικής αρχής. Εξάλλου, οι κανονισμοί συνιστούν ένα σύνολο αποφάσεων που αφορούν συγκεκριμένα πρόσωπα, διακρινόμενα από τους λοιπούς πολίτες βάσει ορισμένων ειδικών επαγγελματικών συμφερόντων, για την προστασία των οποίων μεριμνά η UFADE.
5
Με αιτήσεις που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, αντιστοίχως στις 25 Ιουλίου 1986 και την 1η Αυγούστου 1986, το Συμβούλιο και η Επιτροπή υπέβαλαν ενστάσεις απαραδέκτου, βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου, ζητώντας από το Δικαστήριο να απορρίψει ως απαράδεκτη την προσφυγή της προσφεύγουσας, χωρίς να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως.
6
Τα δύο όργανα υποστηρίζουν ιδίως ότι οι υπό κρίση κανονισμοί απευθύνονται κατά τρόπο αφηρημένο, αντικειμενικό και γενικό σε όλους τους εισαγωγείς και εξαγωγείς, τωρινούς ή μελλοντικούς, που προτίθενται να διαθέσουν προς κατανάλωση, στην Ισπανία ή στην Κοινότητα των Δέκα, τα προϊόντα στα οποία εφαρμόζεται ο ΣΜΣ. Οι κανονισμοί εφαρμόζονται, κατά συνέπεια, σε καταστάσεις που είναι αντικειμενικά προσδιορισμένες και συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα για κατηγορίες προσώπων που νοούνται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Εξάλλου, τα συμφέροντα, στην προάσπιση των οποίων αποβλέπει η προσφεύγουσα βάσει του καταστατικού της, δεν είναι τα ίδια με εκείνα που θίγονται από τους επίδικους κανονισμούς. Το πιστοποιητικό ΣΜΣ δεν θίγει τα συμφέροντα των παραγωγών, αλλά τα συμφέροντα των επιχειρηματιών που ασχολούνται με το εμπόριο των οικείων προϊόντων. Η προσφεύγουσα, όμως, δεν είναι επαγγελματική οργάνωση του εμπορικού τομέα. Κατά το μέτρο που — όπως υποστηρίζει η προσφεύγουσα — τα συλλογικά συμφέροντα των ισπανών γεωργών βλάπτονται οπωσδήποτε από τη δυσμενή εξέλιξη των εξαγωγικών αγορών για τα προϊόντα που εξάγονται προς την Κοινότητα των Δέκα και υπόκεινται στο ΣΜΣ, πρόκειται για συμφέρον έμμεσο και αβέβαιο. Το Δικαστήριο, άλλωστε, έχει, με πάγια νομολογία, αρνηθεί να δεχτεί ότι πράξη θίγουσα τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας επιχειρηματιών αφορά ατομικά μια ένωση που αντιπροσωπεύει τα συμφέροντα αυτά.
7
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 91, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, εκτός αντίθετης απόφασης του Δικαστηρίου, η διαδικασία επί της ενστάσεως συνεχίζεται προφορικά. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να προχωρήσει σε προφορική διαδικασία και αποφασίζει, σύμφωνα με το άρθρο 91, παράγραφος 4, να αποφανθεί επί της αιτήσεως λαμβάνοντας υπόψη τα γραπτά υπομνήματα.
8
Το άρθρο 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης απονέμει στους ιδιώτες το δικαίωμα να προσβάλλουν αποφάσεις που, μολονότι εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις, τους αφορούν άμεσα και ατομικά. Όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1980 (υποθέσεις 789 και 790/79, Caipak και λοιποί, Rec. σ. 1949), σκοπός της διάταξης αυτής είναι ιδίως να μην μπορούν τα κοινοτικά όργανα, επιλέγοντας απλώς τον τύπο του κανονισμού, να αποκλείουν προσφυγές ιδιωτών κατά αποφάσεων που τους αφορούν άμεσα και ατομικά και να καθίσταται έτσι σαφές ότι η επιλογή του τύπου δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση μιας πράξης.
9
Δυνάμει του άρθρου 189, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης, το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως πρέπει να αναζητηθεί στη γενική ή μη γενική ισχύ της οικείας πράξης. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό της απόφασης προκύπτει από τον περιορισμένο αριθμό των « αποδεκτών » στους οποίους απευθύνεται, ενώ ο κανονισμός, θέτων κυρίως κανόνες δικαίου, εφαρμόζεται όχι σε περιορισμένο αριθμό αποδεκτών, προσδιορισμένων ή δυνάμενων να εξατομικευτούν, αλλά σε κατηγορίες προσώπων νοούμενες αφηρημένα και στο σύνολο τους. Πρέπει επομένως να εκτιμηθεί η φύση των διατάξεων που προσβάλλονται εν προκειμένω.
10
Με τον κανονισμό 569/86, για τον καθορισμό των γενικών κανόνων εφαρμογής του ΣΜΣ, το Συμβούλιο εξάρτησε τη διάθεση των οικείων προϊόντων στην κατανάλωση από την υποχρέωση προσκομίσεως πιστοποιητικού ΣΜΣ, συνοδευόμενου από τη σύσταση εγγυήσεως. Με τον κανονισμό 574/86, η Επιτροπή θέσπισε τις λεπτομερείς εκτελεστικές διατάξεις για τη διαχείριση του ΣΜΣ και εκείνες ειδικότερα που αφορούν το πιστοποιητικό ΣΜΣ. Ο κανονισμός προβλέπει την υποχρέωση να διατεθεί στην κατανάλωση η ποσότητα προϊόντων που εμφαίνεται στο πιστοποιητικό για όσο χρονικό διάστημα ισχύει αυτό, τις ενδείξεις που πρέπει να περιέχουν τα πιστοποιητικά, καθώς και τη δυνατότητα μεταβιβάσεως των δικαιωμάτων που απορρέουν από το πιστοποιητικό.
11
Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται από τους επίδικους κανονισμούς βαρύνουν, καθ' όλη τη διάρκεια της ισχύος του ΣΜΣ, κάθε ενδιαφερόμενο, τωρινό ή μελλοντικό,που προτίθεται να προβεί σε εξαγωγή ή εισαγωγή προϊόντων που υπόκεινται στο ΣΜΣ. Οι διατάξεις τους απευθύνονται κατά τρόπο αφηρημένο και γενικό σε κατηγορίες απροσδιορίστων προσώπων και εφαρμόζονται σε καταστάσεις που προσδιορίζονται αντικειμενικά. Επομένως, οι επίδικοι κανονισμοί έχουν γενική ισχύ κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης και δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απόφαση ή σύνολο αποφάσεων, η οποία, μολονότι εκδόθηκε με τη μορφή κανονισμού, αφορά την προσφεύγουσα άμεσα και ατομικά.
12
Ορθώς άλλωστε υποστήριξαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου και ειδικότερα από την απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1962 (υποθέσεις 16 και 17/62, Confédération nationale des producteurs de fruits et légumes, Rec. σ. 901 ), δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αρχή ότι μια πράξη, θίγουσα τα γενικά συμφέροντα μιας κατηγορίας επιχειρηματιών, αφορά ατομικά μια ένωση που τους αντιπροσωπεύει. Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι τα γενικά συμφέροντα των ισπανών γεωργών θίγονται από τους επίδικους κανονισμούς δεν σημαίνει ότι η προσφεύγουσα έχει ατομικό συμφέρον, υπό την ιδιότητά της ως αντιπροσωπευτικού φορέα των γεωργών, να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως.
13
Από τις προηγούμενες σκέψεις έπεται ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί δικαστικών εξόδων
14
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Επειδή η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
αφού άκουσε τον εισηγητή δικαστή που υπέβαλε την έκθεση του, και το γενικό εισαγγελέα,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 5 Νοεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy