ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 10ης Ιουλίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 128/86 R,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Εξωτερικών διά του L. J. Casanova Fernandez, γενικού γραμματέα αρμόδιου επί θεμάτων Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επικουρούμενου από τους F. Mansito Caballero, γενικό διευθυντή συντονισμού επί κοινοτικών νομικών και θεσμικών θεμάτων, J. Folguem Crespo, υποδιευθυντή της γενικής διεύθυνσης συντονισμού επί κοινοτικών νομικών υποθέσεων, R. Silva Lapuerta, μέλος της νομικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, Fuertes Suarez, τεχνικό σύμβουλο στο Υφυπουργείο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, και τον Μ. Waelbroeck, δικηγόρο Βρυξελλών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την πρεσβεία της Ισπανίας, 6, boulevard Emmanuel-Servais,
αιτούν,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους J.-C. Séché και C Palacio, μέλη της νομικής της υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γ. Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως του κανονισμού 648/86 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 1986, που καθορίζει τα ρυθμιστικά ποσά για την περίοδο 1985/86 που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα, υπό τη σύνθεση που είχε στις 31 Δεκεμβρίου 1985, ορισμένων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα καταγωγής Ισπανίας ( ΕΕ L 60, σ. 54 ), και του κανονισμού 969/86 της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 1986, που τροποποιεί τον προαναφερθέντα κανονισμό 648/86 ( ΕΕ L 89, σ. 22 ),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Μαίου 1986, το Βασίλειο της Ισπανίας άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή, με την οποία ζητεί την ακύρωση:
—
του κανονισμού 648/86 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 1986, που καθορίζει τα ρυθμιστικά ποσά για την περίοδο 1985/86 που εφαρμόζονται κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα, υπό τη σύνθεση που είχε στις 31 Δεκεμβρίου 1985, αναφερόμενη στο εξής ως Κοινότητα των Δέκα, ορισμένων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα καταγωγής Ισπανίας ( ΕΕ L 60, σ. 54 )
—
και του κανονισμού 969/86 της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 1986, που τροποποιεί τον κανονισμό 648/86 ( ΕΕ L 89, σ. 22 ).
2
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Ιουνίου 1986, το αιτούν υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ και των άρθρων 36 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και 83 του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση αναστολής εκτελέσεως των προαναφερθέντων κανονισμών 648/86, της 28ης Φεβρουαρίου 1986, και 969/86 της Επιτροπής, της 3ης Απριλίου 1986.
3
Η καθής κατέθεσε τις γραπτές της παρατηρήσεις στις 24 Ιουνίου 1986. Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικά τις εξηγήσεις τους στις 26 Ιουνίου 1986.
4
Πριν εξεταστεί το βάσιμο της υπό κρίση αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και για να καταστεί δυνατή η πλήρης προσέγγιση του τιθεμένου προβλήματος, παρίσταται σκόπιμο να περιγραφεί συνοπτικά ο μηχανισμός των ρυθμιστικών ποσών και οι γενικοί κανόνες εφαρμογής του, όπως ορίστηκαν με τον κανονισμό 480/86 του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1986 ( ΕΕ L 54, σ. 2), βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί οι δύο κανονισμοί των οποίων ζητείται η αναστολή εκτελέσεως.
5
Ο μηχανισμός των ρυθμιστικών ποσών προβλέπεται στο άρθρο 123 της Πράξης για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, στο εξής: της Πράξης Προσχώρησης ( ΕΕ L 302, σ. 23 ). Η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού προβλέπει ότι οι επιτραπέζιοι οίνοι, ορισμένοι οίνοι ονομασίας προελεύσεως και άλλα προϊόντα του αμπελοοινικού τομέα, τα οποία ενδέχεται να προξενήσουν διαταραχές στην αγορά, προελεύσεως Ισπανίας, υπόκεινται, κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα των Δέκα, σε μηχανισμό ρυθμιστικών ποσών.
6
Η παράγραφος 2, στοιχείο α ), του ίδιου άρθρου ορίζει ότι, για τους επιτραπέζιους οίνους, το ρυθμιστικό ποσό ισούται καταρχήν προς τη διαφορά μεταξύ των τιμών προσανατολισμού στην Ισπανία και στην Κοινότητα των Δέκα, το ύψος του όμως μπορεί να προσαρμοστεί, κατά τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η κατάσταση των τιμών της αγοράς, η οποία εκτιμάται για τις διάφορες κατηγορίες οίνων και σε συνάρτηση με την ποιότητά τους. Μια κοινή δήλωση, προσηρτημένη στην Πράξη Προσχώρησης ( ΕΕ L 302, σ. 482 ), διευκρινίζει ακόμη ότι αυτή η ενδεχόμενη προσαρμογή « θα πραγματοποιηθεί λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές τιμές ορισμένων τύπων του προϊόντος σε συνάρτηση με την ποιότητα και τη συσκευασία τους, πράγμα το οποίο θα πρέπει να οδηγήσει σε μείωση του ρυθμιστικού ποσού σε συνάρτηση με την υψηλότερη τιμή αυτού του τύπου οίνων ». Η παράγραφος 2, στοιχείο β ), προβλέπει ότι το ρυθμιστικό ποσό που μπορεί να καθοριστεί για ορισμένους οίνους ονομασίας προελεύσεως και για άλλα προϊόντα του αμπελοοινικού τομέα, τα οποία ενδέχεται να προξενήσουν διαταραχές στην αγορά, προκύπτει από το ρυθμιστικό ποσό που εφαρμόζεται στους επιτραπέζιους οίνους, με διαδικασία που θα καθοριστεί.
7
Η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού ορίζει ότι « το ρυθμιστικό ποσό καθορίζεται σε επίπεδο το οποίο εξασφαλίζει συνθήκες μεταχείρισης όχι λιγότερο ευνοϊκές από τις ισχύουσες υπό το καθεστώς πριν από την προσχώρηση » και ότι « προς το σκοπό αυτό, το ρυθμιστικό ποσό υπολογίζεται κατά τρόπο τέτοιο ώστε το ποσό που προκύπτει, προσαυξάνοντας την τιμή προσανατολισμού που εφαρμόζεται στην Ισπανία για το σχετικό προϊόν κατά το ρυθμιστικό ποσό και τους δασμούς που εφαρμόζονται σε αυτό, να μην υπερβαίνει την τιμή αναφοράς που ισχύει για το προϊόν κατά τη διάρκεια της οικείας περιόδου εμπορίας ». Με την παράγραφο δε 4 διατηρείται η δυνατότητα θεσπίσεως ρυθμιστικού ποσού για τις εξαγωγές ενός ή περισσοτέρων προϊόντων του αμπελοοινικού κλάδου από την Κοινότητα των Δέκα προς την Ισπανία.
8
Βάσει του άρθρου 89, παράγραφος 1, της Πράξης Προσχώρησης, το Συμβούλιο εξέδωσε τον προαναφερθέντα κανονισμό 480/86, για τον καθορισμό των γενικών κανόνων εφαρμογής του μηχανισμού των ρυθμιστικών ποσών που ισχύουν κατά τις συναλλαγές ορισμένων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα μεταξύ της Κοινότητας των Δέκα και της Ισπανίας. Η τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού προσδιορίζει το στόχο των ρυθμιστικών ποσών, που είναι « να αποφευχθούν διαταραχές στην αγορά της Κοινότητας, με τη σύνθεση της στις 31 Δεκεμβρίου 1985, χωρίς συγχρόνως να θίγεται το παραδοσιακό ρεύμα συναλλαγών των προϊόντων που αναφέρονται ».
9
Το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι « για κάθε τύπο επιτραπέζιου οίνου, το ρυθμιστικό ποσό, για κάθε περίοδο εμπορίας, ισούται με τη διαφορά μεταξύ της τιμής προσανατολισμού που καθορίζεται για την Κοινότητα, με τη σύνθεση της στις 31 Δεκεμβρίου 1985, και της ίδιας αυτής τιμής που καθορίζεται για την Ισπανία ». Εξάλλου, οι παράγραφοι 2 και 3 ορίζουν, αφενός, ότι το ρυθμιστικό ποσό μπορεί να προσαρμόζεται για να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση των τιμών στην αγορά της Κοινότητας των Δέκα και της Ισπανίας και, αφετέρου, ότι για ορισμένους επιτραπέζιους οίνους η εν λόγω προσαρμογή πραγματοποιείται λαμβάνοντας κυρίως υπόψη τις ειδικές τους τιμές στην αγορά παραγωγής και τον τύπο συσκευασίας τους. Το άρθρο 3 ορίζει ότι, για ορισμένους οίνους ονομασίας προελεύσεως και για ορισμένα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 5, μπορεί να καθορίζεται ρυθμιστικό ποσό σε περίπτωση κινδύνου διαταραχής στην αγορά της Κοινότητας των Δέκα.
10
Τα ρυθμιστικά ποσά προσαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 6, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την εξέλιξη και τα χαρακτηριστικά των συναλλαγών σε σχέση προς τα παραδοσιακά ρεύματα και τους κινδύνους διαταραχών, καθορίζεται δε το ανώτατο όριό τους στο ύψος που ορίζεται στο άρθρο 123, παράγραφος 3, της Πράξης Προσχώρησης. Το άρθρο 7 προβλέπει τη δυνατότητα να καθορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 123, παράγραφος 4, της Πράξης Προσχώρησης, ρυθμιστικό ποσό επί της εξαγωγής ορισμένων προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα από την Κοινότητα των Δέκα προς την Ισπανία, σε περίπτωση που η εξέλιξη της κοινοτικής ή της ισπανικής αγοράς θα εξέθετε σε κίνδυνο το κοινοτικό ρεύμα των συναλλαγών των προϊόντων αυτών μεταξύ της Κοινότητας των Δέκα και της Ισπανίας.
11
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του προαναφερθέντος κανονισμού 480/86, η Επιτροπή εξέδωσε στις 28 Φεβρουαρίου 1986 τον πιο πάνω κανονισμό 648/86, με τον οποίο καθόρισε το ύψος των ρυθμιστικών ποσών για την εισαγωγή ορισμένων τύπων ισπανικών οίνων στην Κοινότητα. Στις 3 Απριλίου 1986, η Επιτροπή τροποποίησε τον κανονισμό αυτό με τον κανονισμό 969/86, τον οποίο εξέδωσε για να διορθώσει ορισμένα ουσιαστικά σφάλματα που είχαν διαπραχθεί ως προς τον καθορισμό των ρυθμιστικών ποσών για ορισμένα προϊόντα του αμπελοοινικού τομέα.
12
Των δύο αυτών κανονισμών το αιτούν ζητεί την αναστολή εκτελέσεως, διότι φρονεί ότι κατά την έκδοση τους η Επιτροπή, αφενός, δεν τήρησε ορισμένους ουσιώδεις τύπους και, αφετέρου, παρέβη τις παραγράφους 2, στοιχεία α) και β), και 3 του άρθρου 123 της Πράξης Προσχώρησης και των αντιστοίχων διατάξεων του προαναφερθέντος κανονισμού 480/86 του Συμβουλίου:
—
καθορίζοντας τα ρυθμιστικά ποσά για τους επιτραπέζιους οίνους χωρίς να λάβει υπόψη τον κανόνα περί καθορισμού ανωτάτου ορίου που περιέχεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 123, παράγραφος 3, της Πράξης Προσχώρησης
—
μη προσαρμόζοντας τα ισχύοντα ρυθμιστικά ποσά για τους επιτραπέζιους οίνους ποιότητας
—
καθορίζοντας ρυθμιστικό ποσό για τους οίνους ονομασίας προελεύσεως, ενώ οι οίνοι αυτοί δεν προξένησαν διαταραχές στην αγορά.
13
Κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι προσφυγές στο Δικαστήριο δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο όμως μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλόμενων πράξεων.
14
Για να μπορεί να διαταχθεί η λήψη προσωρινού μέτρου, όπως είναι το αιτούμενο, το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ορίζει ότι οι αιτήσεις λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να προσδιορίζουν τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τη λήψη του αιτούμενου προσωρινού μέτρου, καθώς και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως.
15
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ο επείγων χαρακτήρας μιας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ο οποίος διατυπώνεται στο άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, πρέπει να εκτιμάται σε σχέση προς την ανάγκη να γίνει προσωρινή ρύθμιση, για να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στο διάδικο που ζητεί το προσωρινό μέτρο.
16
Σχετικώς, για να αποδείξει ότι τα ρυθμιστικά ποσά, όπως καθορίστηκαν με τους προαναφερθέντες κανονισμούς 648/86 και 969/86 της Επιτροπής, δημιουργούν σοβαρή ζημία για τις ισπανικές εξαγωγές προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα, το αιτούν προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η επιβολή τους καθιστά τις εξαγωγές ισπανικού οίνου πολύ δυσχερέστερες. Πράγματι, τα ρυθμιστικά αυτά ποσά προκαλούν σημαντική πτώση των εν λόγω εξαγωγών, όσον αφορά δε ορισμένους τύπους οίνου, όπως οι επιτραπέζιοι οίνοι, είτε ερυθροί είτε ροζέ είτε λευκοί, τις οδηγεί σχεδόν σε πλήρη παράλυση. Φρονεί, εξάλλου, ότι αυτά τα ρυθμιστικά ποσά έχουν επίσης ως αποτέλεσμα να καθιστούν πρακτικά αδύνατη την επίτευξη των ενδεικτικών ανωτάτων ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 1 του κανονισμού 647/86 της Επιτροπής, της 28ης Φεβρουαρίου 1986, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής του συμπληρωματικού μηχανισμού στις συναλλαγές για τα προϊόντα του αμπελοοινικού τομέα ( ΕΕ L 60, σ. 50 ). Προς στήριξη της άποψής του, το αιτούν παραπέμπει στους στατιστικούς πίνακες που περιέχονται στο παράρτημα II της αίτησης του λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και που αναλύονται στη σκέψη 18 της παρούσας Διάταξης.
17
Το αιτούν ισχυρίζεται ακόμη ότι η ζημία που υπέστη λόγω της θεσπίσεως αυτών των ρυθμιστικών ποσών είναι και ανεπανόρθωτη. Πράγματι, τα εν λόγω ποσά έχουν προκαλέσει αισθητή πτώση των ισπανικών εξαγωγών, με αποτέλεσμα οι ισπανοί εξαγωγείς να χάνουν τα μερίδια τους στην αγορά και τις αγορές διαθέσεως των προϊόντων τους στην Κοινότητα, αν δε η κατάσταση αυτή συνεχιστεί κατά τη διάρκεια της κύριας δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου, δημιουργεί κίνδυνο προκλήσεως ανεπανορθωτων απωλειών ευκαιριών στην αγορά.
18
Για να αποδείξει το αληθές και την έκταση της πτώσης των ισπανικών εξαγωγών των προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα προς την Κοινότητα των Δέκα, το αιτούν παραπέμπει σε δύο στατιστικούς πίνακες, που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II της αιτήσεως του περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Ο πρώτος πίνακας περιέχει σύγκριση των εξαγωγών διαφόρων τύπων ισπανικού οίνου που όντως πραγματοποιήθηκαν κατά τους δύο πρώτους μήνες μετά την έναρξη της ισχύος των ρυθμιστικών ποσών, όπως καθορίστηκαν με τους προαναφερθέντες κανονισμούς της Επιτροπής, δηλαδή κατά το Μάρτιο και Απρίλιο 1986, με το μηνιαίο μέσο όρο των εξαγωγών που είχαν πραγματοποιηθεί το 1985. Ο δεύτερος πίνακας παριστά τα ενδεικτικά ανώτατα όρια των εξαγωγών κατά κατηγορία οίνου για 6 μήνες, τη μηνιαία ποσότητα που μπορεί να εξαχθεί εντός των ορίων αυτών και τις εξαγωγές που όντως πραγματοποιήθηκαν κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 1986. Το αιτούν τονίζει σχετικά ότι για όλους αυτούς τους τύπους οίνου οι όντως πραγματοποιηθείσες εξαγωγές έφτασαν στην καλύτερη περίπτωση μόλις στα τρία τέταρτα της ποσότητας που μπορούσε να εξαχθεί εντός των ορίων του ενδεικτικού ανωτάτου ορίου.
19
Το αιτούν είναι της γνώμης ότι ο πρώτος πίνακας που υποβάλλει αποδεικνύει προφανώς ότι για όλους τους τύπους οίνου, με εξαίρεση ορισμένους λευκούς οίνους συγκεκριμένης ποιότητας, οι εξαγωγές που όντως πραγματοποιήθηκαν κατά το Μάρτιο και τον Απρίλιο 1986 βρίσκονται σαφώς κάτω του μηνιαίου μέσου όρου του 1985. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα αισθητό για τους λευκούς επιτραπέζιους οίνους και τους ροζέ και ερυθρούς επιτραπέζιους οίνους, των οποίων οι εξαγωγές κατά το Μάρτιο και Απρίλιο αντιπροσώπευαν ποσοστό κυμαινόμενο μεταξύ 15 και 26 °/ο του μηνιαίου μέσου όρου του 1985. Αυτή η πτώση των εξαγωγών αποτελεί άμεση συνέπεια των ρυθμιστικών ποσών που καθορίστηκαν με τους προαναφερθέντες κανονισμούς 648/86 και 969/86 της Επιτροπής.
20
Η καθής αμφισβητεί, προσκομίζοντας αριθμητικά στοιχεία, ότι υπήρξε πτώση των ισπανικών εξαγωγών αμπελοοινικών προϊόντων μετά την έναρξη της εφαρμογής, την 1η Μαρτίου 1986, των προαναφερθέντων ρυθμιστικών ποσών. Προσκομίζει συγκεκριμένα έναν πίνακα με αριθμητικά στοιχεία, προσηρτημένο σε παράρτημα των παρατηρήσεων της, ο οποίος περιέχει σύγκριση μεταξύ του μηνιαίου μέσου όρου των πραγματικών εξαγωγών, υπολογιζόμενη βάσει των εξαγωγών που πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 1982, 1983 και 1984, και των πιστοποιητικών που χορηγήθηκαν κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο 1986. Επειδή οι αριθμοί που περιέχονται στα πιστοποιητικά είναι μεγαλύτεροι από τους αριθμούς του μηνιαίου μέσου όρου εξαγωγών, η καθής συνάγει ότι οι εξαγωγές προς την Κοινότητα των Δέκα αυξήθηκαν ελαφρώς από την 1η Μαρτίου 1986.
21
Η καθής ισχυρίζεται ακόμη ότι, και αν ακόμη αποδεικνυόταν ότι υπήρξε κάμψη των ισπανικών εξαγωγών προϊόντων του αμπελοοινικού τομέα από την έναρξη της εφαρμογής των προαναφερομένων ρυθμιστικών ποσών, η πτώση αυτή δεν θα έπρεπε να αποδοθεί κατ' ανάγκη σ' αυτά. Θα μπορούσε ευχερώς να εξηγηθεί από τη μεταβολή του διοικητικού συστήματος, η οποία ενδέχεται να ώθησε τους επιχειρηματίες να αναβάλουν τις εξαγωγές.
22
Ως προς το επιχείρημα που προβάλλει το αιτούν σχετικά με ενδεικτικά ανώτατα όρια εισαγωγής, η Επιτροπή τονίζει καταρχάς ότι ο καθορισμός τέτοιου ανωτάτου ορίου δεν έχει δεσμευτική αξία, ούτε παρέχει στην Ισπανία αξίωση επιτεύξεως του. Ο καθορισμός του ανωτάτου ορίου έχει ως αποτέλεσμα την ενδεχόμενη κίνηση των διαδικασιών που προβλέπονται στο άρθρο 85 της Πράξης Προσχώρησης. Προβάλλει, εξάλλου, σχετικώς τον ισχυρισμό ότι, όπως τονίστηκε στη σκέψη 20 της παρούσας Διάταξης, οι αιτιάσεις του αιτούντος δεν επιβεβαιώνονται από τις στατιστικές της Επιτροπής, δεδομένου ότι από αυτές προκύπτει ότι οι ισπανικές εξαγωγές βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο από τα παραδοσιακά ρεύματα ανταλλαγών και τείνουν να φτάσουν τα ενδεικτικά ανώτατα όπια εισαγωγής.
23
Η καθής φρονεί ακόμη ότι εν πάση περιπτώσει η επενεχθείσα βλάβη δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να έχει χαρακτήρα ανεπανόρθωτο, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες μπορούν πάντα να ασκήσουν αγωγή περί αποκαταστάσεως της ζημίας αυτής βάσει του άρθρου 215, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ.
24
Κατόπιν αιτήματος που του τέθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το αιτούν υπέβαλε στο Δικαστήριο αριθμητικά στοιχεία αναφερόμενα στους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάιο 1986, τα οποία συμπληρώνουν τον πρώτο στατιστικό πίνακα που αναφέρεται στη σκέψη 20 της παρούσας Διάταξης.
25
Από τα στοιχεία που σημειώνονται πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι τα αριθμητικά δεδομένα που προβάλλουν οι διάδικοι διαφέρουν σοβαρά μεταξύ τους και οδηγούν σε διαμετρικός αντίθετα συμπεράσματα. Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι το αιτούν διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι οι υποβληθείσες στατιστικές αφορούν τόσο την υπόθεση 128/86 R όσο και την υπόθεση 119/86 R, διότι ήταν αδύνατο να προσδιοριστεί αν οι εισαγωγές μειώθηκαν λόγω της απαιτήσεως προσκομίσεως πιστοποιητικού ΣΜΣ συνοδευόμενου από τη σύσταση ασφαλείας, από την 1η Μαρτίου 1986, βάσει του συμπληρωματικού μηχανισμού στις συναλλαγές ή αν η μείωση αυτή από την ίδια αυτή ημερομηνία οφειλόταν στην επιβολή υπερβολικά υψηλών ρυθμιστικών ποσών. Για να μπορέσει, επομένως, να κριθεί αν υπάρχει βαριά και ανεπανόρθωτη ζημία, παρίσταται αναγκαίο να εξεταστούν εμπεριστατωμένα οι αντίστοιχες στατιστικές των δύο διαδίκων.
26
Σχετικώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι, όπως ορθώς τόνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση το αιτούν, η Επιτροπή, με τα αριθμητικά στοιχεία που κατέθεσε στο Δικαστήριο, συνέκρινε δύο πράγματα που δεν φαίνεται να είναι συγκρίσιμα, ήτοι τις πραγματικές εισαγωγές με τις αιτήσεις εκδόσεως πιστοποιητικού. Πράγματι, η χορήγηση πιστοποιητικού κατά τη διάρκεια κάποιου μήνα δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι έγινε εισαγωγή κατά τη διάρκεια του μήνα αυτού, αλλ' απλώς ότι μπορεί να γίνει εντός τεσσάρων μηνών από την ημέρα της χορηγήσεως του, εφόσον το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 647/86 ορίζει ότι η διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού αυτού είναι τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία που ζητήθηκε. Επομένως, τα συμπεράσματα που η καθής αντλεί από τα στοιχεία αυτά δεν φαίνεται να μπορούν, εκ πρώτης όψεως, να γίνουν δεκτά.
27
Όσον αφορά τα στατιστικά δεδομένα που προσκόμισε το αιτούν, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, έστω και αν φαίνεται να περιέχουν πρόσφορα στοιχεία αποτελούντα ένδειξη για την ενδεχόμενη ύπαρξη σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας, δεν είναι ωστόσο επαρκή για να τη θεμελιώσουν, και τούτο κυρίως για τους δύο λόγους που εκτίθενται πιο κάτω.
28
Πρώτον, από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι οι ισπανικές εξαγωγές επιτραπεζιων οίνων μειώθηκαν ουσιωδώς· οι εξαγωγές οίνων ποιότητας, αντιθέτως, δεν σημείωσαν σχεδόν καμία μείωση ή και αυξήθηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως του λευκού οίνου. Τα αριθμητικά στοιχεία που προσκομίστηκαν για τον Ιανουάριο και Φεβρουάριο 1986 αποκαλύπτουν ότι είχε ήδη σημειωθεί αρκετά σημαντική πτώση των εξαγωγών επιτραπέζιων οίνων, χωρίς να προβληθεί καμιά ικανοποιητική εξήγηση δικαιολογούσα την πτώση αυτή. Επομένως, ενόψει των πληροφοριακών στοιχείων που έχει τώρα στην κατοχή του το Δικαστήριο, ο πρόεδρος κρίνει ότι δεν είναι προς το παρόν δυνατό να στοιχειοθετηθεί αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της εφαρμογής των ρυθμιστικών ποσών και της πτώσης των εξαγωγών που έχει σημειωθεί για ορισμένους τύπους οίνου.
29
Στη συνέχεια, πρέπει να υπομνηστεί ότι το άρθρο 3 του προαναφερθέντος κανονισμού 647/86 προβλέπει ότι η διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού ΣΜΣ είναι τέσσερις μήνες από την ημερομηνία που ζητήθηκε. Η Επιτροπή διευκρίνισε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι, λόγω διοικητικών προβλημάτων, το σύστημα του πιστοποιητικού ΣΜΣ που συνοδεύεται από τη σύσταση ασφαλείας κατέστη δυνατό να τεθεί σε εφαρμογή στην πράξη μόλις στις 13 Μαρτίου 1986. Προκύπτει επομένως ότι, ανεξάρτητα από τη βαρύτητά τους, τα αριθμητικά στοιχεία που προέβαλε το αιτούν δεν αναφέρονταν σε αρκετά μακρό χρονικό διάστημα, ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να μορφώσει πιστή εικόνα της κατάστασης. Η περίοδος αναφοράς θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία της πραγματικής ενάρξεως της εφαρμογής του συστήματος, θα έπρεπε δηλαδή να εκτείνεται τουλάχιστον μέχρι τις 13 Ιουλίου 1986. Δεδομένου δε ότι το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο του κανονισμού 647/86 καθόρισε ενδεικτικό ανώτατο όριο εισαγωγής των ισπανικών προϊόντων του αμπελο-οινικού τομέα στην αγορά της Κοινότητας, για την περίοδο 1985/86, από την 1η Μαρτίου 1986 μέχρι τις 31 Αυγούστου 1986, θα ήταν ακόμη πιο λογικό η εν λόγω περίοδος αναφοράς να παραταθεί μέχρι την τελευταία αυτή ημερομηνία.
30
Από τις προηγούμενες σκέψεις προκύπτει ότι το αιτούν δεν προσκόμισε στοιχεία απο-δεικνύοντα ότι η εφαρμογή των ρυθμιστικών ποσών, όπως καθορίστηκαν με τους προαναφερθέντες κανονισμούς 648/86 και 969/86 της Επιτροπής, προκαλεί σοβαρή ζημία στις εξαγωγές του αμπελοοινικού τομέα. Όσον αφορά δε το ανεπανόρθωτο της ενδεχόμενης ζημίας, το αιτούν δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η πτώση των εξαγωγών, ιδίως όταν σημειώνεται μόνο στον τομέα των επιτραπέζιων οίνων, οδηγεί κατ' ανάγκη στην απώλεια ορισμένων αγορών.
31
Δεδομένου ότι το αιτούν δεν απέδειξε το επείγον της υποθέσεως, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, δεν παρίσταται αναγκαίο να εξεταστεί αν οι πραγματικοί και νομικοί ισχυρισμοί που προβάλλει μπορούν να δικαιολογήσουν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του αιτούμενου προσωρινού μέτρου.
Για τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,
κρίνοντας επί προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 10 Ιουλίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική.
Full & Egal Universal Law Academy