ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
11ης Μαρτίου 1987 ( *1 )
Στην υπόθεση 129/86,
Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Γιάννο Κρανιδιώτη, Ειδικό Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Στέλιο Περράκη, νομικό σύμβουλο στην Υπηρεσία Κοινοτήτων του Υπουργείου Εξωτερικών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Δ. Γιαννόπουλο, Πρέσβη της Ελλάδας, 117, Val Sainte-Croix,
προσφεύγουσα,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου από τον Erik Stein, νομικό σύμβουλο, και τον Χρήστο Μαυράκο, μέλος της νομικής υπηρεσίας του Συμβουλίου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Jörg Käser, Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους J. Temple Lang και Δημήτριο Γκουλούση, νομικούς συμβούλους, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 86/59/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Μαρτίου 1986, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές φυσικού μαγνησίτου, αδρανώς κεκαυμένου ( πεφρυγμένου ), καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βόρειας Κορέας, και πάσης άλλης συναφούς πράξεως προηγουμένης ή επομένης,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Y. Galmot, Κ. Κακούρη, T. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, U. Everling, Κ. Bahlmann, R. Joliét, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: Sir Gordon Slynn
γραμματέας: P. Heim
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
Περιστατικά
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Μαΐου 1986, η Ελληνική Δημοκρατία άσκησε, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως 86/59 του Συμβουλίου, της 6ης Μαρτίου 1986, για την περάτωση της διαδικασίας αντιντάμπινγκ όσον αφορά τις εισαγωγές φυσικού μαγνησίτου, αδρανώς κεκαυμένου ( πεφρυγμένου ), καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας και Βόρειας Κορέας ( ΕΕ L 70 της 13.3.1986, σ. 41 ).
Με υπόμνημα που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 15 Σεπτεμβρίου 1986, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, αιτούμενη την απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης καθόσον στρέφεται κατ' αυτής, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση έχει εκδοθεί από το Συμβούλιο. Η Επιτροπή ισχυρίζεται επίσης ότι το απαράδεκτο προκύπτει, έμμεσα, και από το άρθρο 176, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ.
Στις παρατηρήσεις της επί της ενστάσεως απαραδέκτου η Ελληνική Δημοκρατία διατυπώνει εκτιμήσεις επί της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της, η οποία δεν είχε αμφισβητηθεί με την ένσταση της Επιτροπής.
Σκεπτικό
Δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, εκτός αντιθέτου αποφάσεως του Δικαστηρίου, η διαδικασία επί της προβληθείσας ενστάσεως συνεχίζεται προφορικά. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση διαθέτει επαρκείς πληροφορίες και ότι δεν συντρέχει λόγος να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Τα αιτήματα της προσφυγής αφορούν ρητώς και αποκλειστικώς την απόφαση 86/59 του Συμβουλίου, της 6ης Μαρτίου 1986, που προαναφέρθηκε.
Το Δικαστήριο παρατηρεί, εξάλλου, ότι ο ρόλος της Επιτροπής εντάσσεται στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως αποφάσεως του Συμβουλίου. Όπως, πράγματι, προκύπτει από τις διατάξεις του κανονισμού 2176/84 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1984 για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας ( ΕΕ L 201, σ. 1 ), βάσει του οποίου εκδόθηκε η ένδικη απόφαση, η Επιτροπή φέρει το βάρος να διεξάγει τις έρευνες και να αποφασίζει βάσει αυτών, αν κανένα μέτρο άμυνας δεν αποδεικνύεται αναγκαίο, την περάτωση της διαδικασίας. Εντούτοις, όταν, όπως στην προκειμένη περίπτωση, στους κόλπους της συμβουλευτικής επιτροπής που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, εγερθούν αντιρρήσεις ως προς την περάτωση της διαδικασίας, το άρθρο 9 υποχρεώνει την Επιτροπή να υποβάλει την πρόταση για περάτωση της διαδικασίας στο Συμβούλιο. Επομένως, η εξουσία λήψεως αποφάσεως ανήκει τότε στο Συμβούλιο, που μπορεί να λάβει απόφαση διαφορετική από την προταθείσα υπό της Επιτροπής.
Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η προσφυγή με την οποία ζητείται η ακύρωση της προαναφερθείσας αποφάσεως 86/59 είναι απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά της Επιτροπής.
2)
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα που αντιστοιχούν στην ένσταση απαραδέκτου που προβλήθηκε βάσει του άρθρου 91 του κανονισμού διαδικασίας.
Λουξεμβούργο, 11 Μαρτίου 1987.
Ο γραμματέας
P. Heim
Ο πρόεδρος
A. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Full & Egal Universal Law Academy