Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
++++
Διαδικασία - Τριτανακοπή - Απόφαση επί προσφυγής λόγω παραβάσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Απαράδεκτο
(Οργανισμός του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, άρθρα 37 και 39 κανονισμός διαδικασίας, άρθρο 97)
Περίληψη
Εκτός των κρατών μελών και των οργάνων της Κοινότητας, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν τριτανακοπή κατ' αποφάσεως του Δικαστηρίου επί προσφυγής για διαπίστωση παραβάσεως. Πράγματι, αφενός, τα πρόσωπα αυτά δεν πληρούν την προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 39 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, το οποίο επιτρέπει την άσκηση της τριτανακοπής μόνο στα πρόσωπα που θα μπορούσαν, όπως διευκρινίζει το άρθρο 97 του κανονισμού διαδικασίας, να συμμετάσχουν στη δίκη, δεδομένου ότι αποκλείονται από τη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 37 του πρωτοκόλλου, και, αφετέρου, θα ήταν παράδοξο, ενόψει του αντικειμένου της τριτανακοπής και του ρόλου της στην ένδικη διαδικασία, να μπορούν τα πρόσωπα, στα οποία απαγορεύεται να παρεμβαίνουν σε διαφορά, να προσβάλλουν, με αυτό το δικονομικό τρόπο, την απόφαση που εκδόθηκε επί της διαφοράς αυτής.
Διάδικοι
Στην υπόθεση 147/86 ΤΟ 3,
Επαγγελματικό σωματείο "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ιδιοκτητών Ιδιωτικών Τεχνικών Επαγγελματικών και Ναυτικών Σχολικών Μονάδων - ΠΣΙΙΤΕΝΣΜ, εκπροσωπούμενο από τους δικηγόρους Θεοδώρα Δημ. Αντωνίου και Σπύρο Αθανασίου Ταλιαδούρο, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον δικηγόρο Aloyse May, 31, Grand-rue,
τριτανακόπτον,
κατά
Ελληνικής Δημοκρατίας
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, επικουρούμενο από τον Σπυρίδωνα Καραλή, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, Centre Wagner,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο τριτανακοπή κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1988, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (147/86, Συλλογή 1988, σ. 1637),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους O. Due, πρόεδρο, Sir Gordon Slynn, Κ. Ν. Κακούρη, F. A. Schockweiler και M. Zuleeg, προέδρους τμήματος, T. Koopmans, G. F. Mancini, R. Joliet, T. F. O' Higgins, J. C. Moitinho de Almeida, G. C. Rodriguez Iglesias, F. Grevisse και Diez de Velasco, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: J.-G. Giraud
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Ιουνίου 1988, το επαγγελματικό σωματείο "Πανελλήνιος Σύνδεσμος Ιδιοκτητών Ιδιωτικών Τεχνικών Επαγγελματικών και Ναυτικών Σχολικών Μονάδων - ΠΣΙΙΤΕΝΣΜ" άσκησε, δυνάμει του άρθρου 39 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου και του άρθρου 97, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, τριτανακοπή κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1988, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (147/86, Συλλογή 1988, σ. 1637).
2 Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ορισμένες παραβάσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας, απέρριψε τα αιτήματα της Επιτροπής σχετικά με τον τομέα των σχολών επαγγελματικής εκπαίδευσης, κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 7, του ελληνικού συντάγματος, να αναγνωριστεί δηλαδή παράβαση των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης. Απορρίπτοντας τα αιτήματα αυτά, το Δικαστήριο έκρινε συγκεκριμένα με τη σκέψη 13 ότι "η Επιτροπή δεν απέδειξε ούτε ότι υπάρχει εθνικός νόμος που επιτρέπει, στον τομέα αυτό, την ίδρυση ιδιωτικών σχολών ούτε ότι υφίστανται όντως τέτοιες σχολές".
3 Η τριτανακοπή βάλλει κατά της επίδικης απόφασης καθόσον αυτή αρνείται, στην προαναφερθείσα σκέψη, αυτή ταύτη την ύπαρξη ιδιωτικών σχολών επαγγελματικής εκπαίδευσης και καθόσον απορρίπτει το αίτημα της Επιτροπής να διαπιστωθεί δηλαδή ότι η ελληνική νομοθεσία που ισχύει για τις σχολές αυτές συνιστά παράβαση των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης.
4 Η Επιτροπή προβάλλει δύο ενστάσεις απαραδέκτου και ζητεί από το Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 91, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, να αποφανθεί χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι, εκτός των κρατών μελών και των οργάνων της Κοινότητας, κανένα πρόσωπο δεν νομιμοποιείται να ασκήσει τριτανακοπή κατ' αποφάσεως του Δικαστηρίου επί προσφυγής για διαπίστωση παραβάσεως. Δεύτερον η επίδικη απόφαση δεν θίγει τα δικαιώματα του τριτανακόπτοντος.
5 Προς στήριξη της πρώτης ενστάσεως απαραδέκτου, ή Επιτροπή υποστηρίζει ότι στη διαδικασία διαπιστώσεως παραβάσεως αποκλείεται η συμμετοχή φυσικών ή νομικών προσώπων εκτός των κρατών μελών και των οργάνων της Κοινότητας. Πράγματι, τα πρόσωπα αυτά δεν μπορούν να εξαναγκάσουν την Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή με τέτοιο αντικείμενο. Εξάλλου το άρθρο 37 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου δεν τους αναγνωρίζει το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση σε τέτοια δίκη. Η έλλειψη δυνατότητας ασκήσεως παρεμβάσεως συνεπάγεται και έλλειψη δυνατότητας ασκήσεως τριτανακοπής.
6 Το τριτανακόπτον ζητεί την απόρριψη της υπό κρίση ενστάσεως απαραδέκτου και υποστηρίζει ιδίως ότι τα επιχειρήματα της Επιτροπής στηρίζονται σε σύγχυση μεταξύ της διαδικασίας της παρέμβασης και της διαδικασίας της τριτανακοπής. Μόνο η τριτανακοπή εξασφαλίζει τη δικαστική προστασία των τρίτων, των οποίων θίγονται τα δικαιώματα, ανεξαρτήτως της φύσεως της διαφοράς.
7 Δυνάμει του άρθρου 91, παράγραφος 3, του κανονισμού διαδικασίας, σε περίπτωση αιτήσεως που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αντιθέτου αποφάσεως του Δικαστηρίου. Εν προκειμένω το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι αρκούντως ενημερωμένο επί του περιεχομένου της δικογραφίας. Πρέπει επομένως να αποφανθεί επί του παραδεκτού της αιτήσεως με Διάταξη, χωρίς προφορική διαδικασία.
8 Κατά το άρθρο 39 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού ΕΟΚ του Δικαστηρίου: "Τα κράτη μέλη, τα όργανα της Κοινότητος και κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο δύνανται, στις περιπτώσεις και υπό τους όρους που θα καθοριστούν από τον κανονισμό διαδικασίας, να ασκούν τριτανακοπή κατά των αποφάσεων που εξεδόθησαν χωρίς να προσεπικληθούν, αν οι αποφάσεις αυτές θίγουν τα δικαιώματά τους."
9 Το άρθρο 97 του κανονισμού διαδικασίας που θεσπίστηκε κατ' εφαρμογήν της προαναφερθείσας διάταξης ορίζει ότι ο τριτανακόπτων πρέπει να αναφέρει με το σχετικό δικόγραφο κατά τι η προσβαλλόμενη απόφαση βλάπτει τα δικαιώματά του, καθώς επίσης και τους λόγους για τους οποίους δεν μπόρεσε να συμμετάσχει στην κυρία δίκη.
10 Εξάλλου το άρθρο 37 του ίδιου πρωτοκόλλου ορίζει ότι: "Τα κράτη μέλη και τα όργανα της Κοινότητος δύνανται να παρεμβαίνουν στις διαφορές που υποβάλλονται στο Δικαστήριο. Το ίδιο δικαίωμα ανήκει σε κάθε άλλο πρόσωπο που έχει συμφέρον στην επίλυση της διαφοράς που έχει υποβληθεί στο Δικαστήριο, εκτός των διαφορών μεταξύ κρατών μελών, μεταξύ οργάνων της Κοινότητος ή μεταξύ κρατών μελών, αφενός, και οργάνων της Κοινότητος, αφετέρου."
11 Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εκτός των κρατών μελών και των οργάνων της Κοινότητος, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν νομιμοποιούνται να παρεμβαίνουν στις διαφορές που εμπίπτουν στα άρθρα 169 και 170 της Συνθήκης, στις οποίες κάποιο κράτος μέλος ή η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει την παράβαση εκ μέρους κράτους μέλους των κοινοτικών του υποχρεώσεων.
12 Η διάταξη αυτή εφόσον δεν επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να συμμετέχουν σε τέτοιες δίκες, τα αποκλείει, κατά συνέπεια, και από το πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 39. Πράγματι, τα πρόσωπα αυτά δεν πληρούν την προϋπόθεση που θέτει το εν λόγω άρθρο, το οποίο επιτρέπει την άσκηση της τριτανακοπής μόνο στα πρόσωπα που θα μπορούσαν, όπως διευκρινίζει το άρθρο 97 του κανονισμού διαδικασίας, να συμμετάσχουν στη δίκη, δεδομένου ότι αποκλείονται από τη διαδικασία διαπιστώσεις παραβάσεως βάσει των προαναφερθεισών διατάξεων του άρθρου 37 του πρωτοκόλλου.
13 Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 37 σε συνδυασμό με το άρθρο 39 του πρωτοκόλλου επιρρωνύεται επίσης από το αντικείμενο της τριτανακοπής και από τον ρόλο της στην ένδικη διαδικασία.
14 Η τριτανακοπή σκοπεί να δώσει τη δυνατότητα στα πρόσωπα που όφειλαν ή μπορούσαν να συμμετάσχουν στη δίκη, να επιτύχουν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους.
15 Εξάλλου, όπως έχει ήδη κρίνει το Δικαστήριο, είναι αναγκαίο, χάριν της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της ασφάλειας των εννόμων σχέσεων, να αποφεύγεται, στο μέτρο του δυνατού, τα πρόσωπα που έχουν συμφέρον στην επίλυση εκκρεμούς ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς να επιδιώκουν την ικανοποίηση του συμφέροντος αυτού μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου και την κατ' αυτόν τον τρόπο επίλυση του επιδίκου ζητήματος (απόφαση της 12ης Ιουλίου 1962, Κυβέρνηση του Βασιλείου του Βελγίου κατά Ste commerciale Antoine Vloeberghs και Ανωτάτης Αρχής της ΕΚΑΧ, 9 και 12/60 ΤΟ, Rec. 1962, σ. 337).
16 Η ανάγκη αυτή, καίτοι διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν παύει να ισχύει πλήρως και για την εφαρμογή της Συνθήκης ΕΟΚ.
17 Υπό τις συνθήκες αυτές θα ήταν παράδοξο να μπορούν τα πρόσωπα στα οποία το άρθρο 37 απαγορεύει να παρεμβαίνουν σε διαφορά, να μπορούν να προσβάλουν την απόφαση που εκδόθηκε επί της διαφοράς αυτής με άσκηση τριτανακοπής.
18 Από τις παραπάνω σκέψεις προκύπτει ότι, εκτός των κρατών μελών και των οργάνων της Κοινότητας, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα δεν νομιμοποιούνται να ασκήσουν τριτανακοπή κατ' αποφάσεως του Δικαστηρίου επί προσφυγής για διαπίστωση παραβάσεως.
19 Η προκείμενη αίτηση τριτανακοπής που ασκήθηκε από ένα επαγγελματικό σωματείο κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1988 είναι υπ' αυτές τις συνθήκες προφανώς απαράδεκτη και πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί χωρίς να απαιτείται να εξεταστεί η δεύτερη ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε η Επιτροπή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή οι τριτανακόπτοντες ηττήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση τριτανακοπής ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει το τριτανακόπτον στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 6 Δεκεμβρίου 1989.
Full & Egal Universal Law Academy