ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΕΥΤΈΡΟΥ ΤΜΉΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 5ης Σεπτεμβρίου 1986 ( 1 )
Στην υπόθεση 175/86 R,
R. Μ., υπάλληλος του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενος και επικουρούμενος από τον F. Entringer, δικηγόρο Λουξεμβούργου, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον εν λόγω δικηγόρο, 2, rue du Palais de Justice,
αιτών,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενου και επικουρούμενου από τον Μ. Grossman, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Käser, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad-Adenauer,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο την αναστολή εκτελέσεως, με τη διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, της απόφασης 528/86 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1986, περί παύσεως του αιτούντος η οποία εκδόθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ,
κρίνοντας δυνάμει των άρθρων 9, παράγραφος 4, και 96 του κανονισμού διαδικασίας,
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 16 Ιουλίου 1986, ο R. Μ., υπάλληλος με βαθμό LA 7 του Συμβουλίου, άσκησε προσφυγή με την οποία ζητεί, κυρίως, την ακύρωση της απόφασης 528/86 του Γενικού Γραμματέα του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1986, περί παύσεως του Μ. από τις 16 Σεπτεμβρίου 1986.
2
Με αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που κατέθεσε την ίδια ημέρα, ο αιτών ζητεί, δυνάμει του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου και του άρθρου 91, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, την αναστολή εκτελέσεως της εν λόγω αποφάσεως.
3
Ο αιτών διορίστηκε δόκιμος υπάλληλος με βαθμό LA 7 στις 14 Μαΐου 1982. Ανέλαβε υπηρεσία στο Συμβούλιο την 1η Ιουλίου 1982 και μονιμοποιήθηκε με απόφαση του Συμβουλίου της 20ής Απριλίου 1983, ισχύουσα από την 1η Απριλίου 1983.
4
Κατά την ανάληψη υπηρεσίας, ο αιτών βεβαίωσε, με δύο δηλώσεις της 1ης Ιουλίου 1982, ότι ήταν νυμφευμένος με την W. Ο., ότι από το γάμο του είχε αποκτήσει δύο συντηρούμενα τέκνα και ότι η σύζυγος του δεν ελάμβανε οικογενειακά επιδόματα. Στις 13 Απριλίου 1983, ο αιτών έκανε νέα δήλωση με το ίδιο περιεχόμενο. Οι δηλώσεις αυτές συνοδεύονταν από την υποχρέωση του να αναφέρει αμέσως και εγγράφως στη διοίκηση του Συμβουλίου κάθε μεταβολή της οικογενειακής του κατάστασης.
5
Βάσει των πιο πάνω δηλώσεων, το Συμβούλιο του κατέβαλε, από την 1η Ιουλίου 1982 και μέχρι τον Ιούνιο του 1985, τις ημερήσιες αποζημιώσεις και την αποζημίωση πρώτης εγκαταστάσεως, τα οικογενειακά επιδόματα και τα ετήσια έξοδα ταξιδιού που προβλέπονται για τον υπάλληλο.
6
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι στις 14 Νοεμβρίου 1981, το δικαστήριο του Haarlem εξέδωσε απόφαση διαζυγίου του ζεύγους Μ.-Ο., η δε καταχώριση του διαζυγίου στα ληξιαρχικά βιλία της κοινότητας του Haarlemmermeer έγινε στις 24 Απριλίου 1982, ύστερα από αίτηση της Ο. Το Δικαστήριο του Haarlem, κατόπιν δίκης στην οποία παρέστησαν οι διαζευγμένοι σύζυγοι, ανέθεσε στην Ο., με απόφαση της 8ης Ιουλίου 1982, την επιμέλεια των εκ του γάμου αποκτηθέντων δύο τέκνων.
7
Η διοίκηση του Συμβουλίου έλαβε γνώση της οριστικής λύσεως του γάμου και της προαναφερθείσας απόφασης της 8ης Ιουλίου 1982 με έγγραφο της 14ης Ιουνίου 1985. Εξάλλου, από έγγραφο της 25ης Ιουλίου 1985 του Raad van Arbeid προς το Συμβούλιο προκύπτει ότι το Raad van Arbeid κατέβαλε στην Ο. οικογενειακά επιδόματα για τα συντηρούμενα τέκνα μέχρι την 1η Οκτωβρίου 1982 και από την 1η Ιουλίου 1984.
8
Εξάλλου, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο Μ., μετά την ανάληψη των καθηκόντων του στο Συμβούλιο, υποχρεώθηκε στο Βέλγιο, με πέντε αποφάσεις εκδοθείσες ερήμην, στην καταβολή ορισμένων ποσών. Η διοίκηση του Συμβουλίου επελήφθη αιτήσεων αναγκαστικής εκτελέσεως κατ' αυτού, λόγω ιδιωτικών χρεών, για συνολικό ποσό ύψους 1350000 περίπου βελγικών φράγκων.
9
Βάσει των περιστατικών αυτών, η διοίκηση του Συμβουλίου αποφάσισε, τον Οκτώβριο του 1985, να κινήσει πειθαρχική δίωξη κατά του Μ. Στις 28 Οκτωβρίου 1985, ο Γενικός Γραμματέας του Συμβουλίου διαβίβασε στον Μ. υπηρεσιακό σημείωμα, στο οποίο αναφερόταν ότι ο τελευταίος είχε διαπράξει σοβαρή και εκ προθέσεως παράβαση των υποχρεώσεων τις οποίες υπείχε από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Η ίδια διαπίστωση περιέχεται και στην έκθεση προς το πειθαρχικό συμβούλιο της 4ης Μαρτίου 1986.
10
Η εν λόγω έκθεση επιδόθηκε στον Μ. στις 9 Μαρτίου 1986, ο δε σχετικός φάκελος του κοινοποιήθηκε στις 26 Μαρτίου 1986.
11
Κατά τη διάρκεια της πειθαρχικής διαδικασίας, ο Μ. εξέθεσε στο Γενικό Γραμματέα και στο πειθαρχικό συμβούλιο τις απόψεις του όσον αφορά τις πράξεις που του είχαν προσαφθεί. Προέβαλε αντιρρήσεις σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία, αλλά αρνήθηκε να διατυπώσει τη γνώμη του ως προς την ουσία της υπόθεσης.
12
Στις 16 Μαΐου 1986, το πειθαρχικό συμβούλιο εξέδωσε την προβλεπόμενη από το άρθρο 7 του παραρτήματος IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης γνώμη. Στη γνώμη αυτή αναφέρεται ότι, καίτοι ο Μ. διέπραξε σοβαρή παράβαση, έπρεπε να του δοθεί η δυνατότητα επανορθώσεως, ως κατάλληλη δε ποινή θεωρήθηκε ο υποβιβασμός στο βαθμό LA 8.
13
Η απόφαση παύσεως ελήφθη από το Γενικό Γραμματέα στις 13 Ιουνίου 1986. Στις σελίδες 6 και 7 της εν λόγω αποφάσεως, ο Γενικός Γραμματέας διαπιστώνει τη σταθερή πρόθεση του Μ. αδιαφορίας για τις σχέσεις εντιμότητας και εμπιστοσύνης που υφίστανται μεταξύ των υπαλλήλων και του Συμβουλίου, καθώς και την έλλειψη ακεραιότητας και ικανότητας προς άσκηση οποιασδήποτε δραστηριότητας στην ευρωπαϊκή δημοσιοϋπαλληλία. Εξάλλου — και δευτερευόντως — ο Γενικός Γραμματέας επισήμανε ότι η εκ μέρους του Μ. αθέτηση των ιδιωτικών του υποχρεώσεων, μαζί με τις εις βάρος του δικαστικές αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν εκ προθέσεως του ερήμην, καταδεικνύουν πρόδηλη περιφρόνηση προς τις αρχές της χώρας όπου υπηρετούσε. Επομένως, η επικαλούμενη από το πειθαρχικό συμβούλιο επανόρθωση έχει θεωρητικό χαρακτήρα, η δε προταθείσα πειθαρχική ποινή είναι « δυσαναλόγως επιεικής ».
14
Με εμπιστευτικό υπηρεσιακό σημείωμα της 4ης Ιουνίου 1986 προς τον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου, ο Γενικός Γραμματέας εξέθεσε τους λόγους που τον οδήγησαν να αποστεί από τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Εξήγησε ότι η σοβαρότητα των πράξεων που καταλογίστηκαν στον Μ. επισύρει ποινή αυστηρότερη αυτής που είχε προτείνει το πειθαρχικό συμβούλιο, καθόσον μάλλιστα ο ενδιαφερόμενος ουδέποτε προσπάθησε να παράσχει κάποια εξήγηση της συμπεριφοράς του αλλά, όλως αντιθέτως, περιορίστηκε στο να αποφύγει την πειθαρχική διαδικασία που εκκρεμούσε κατ' αυτού με διαδικαστικά μέσα.
15
Με την αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ο αιτών ζητεί να υποχρεωθεί το Συμβούλιο να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης της 13ης Ιουνίου 1986, έως ότου εκδοθεί η οριστική απόφαση επί της ουσίας, είτε κατόπιν της διοικητικής του ένστασης της 14ης Ιουλίου 1986, σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, είτε με απόφαση του Δικαστηρίου.
16
Προς απόδειξη του επείγοντος για αναστολή εκτελέσεως της ληφθείσας απόφασης, ο αιτών επικαλείται τον προφανώς βλαπτικό χαρακτήρα της απόφασης.
17
Όσον αφορά την ουσία της προσφυγής, ο αιτών προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης πέντε λόγους ακυρώσεως: μεροληψία του Γενικού Γραμματέα και προσβολή των δικαιωμάτων υπερασπίσεως, έλλειψη αιτιολογίας της επαύξησης της ποινής σε σχέση με τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου, μη τήρηση του άρθρου 7, πρώτη παράγραφος, του παραρτήματος IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, προφανής πλάνη κατά την εκτίμηση των πράξεων και δυσαναλογία της ποινής σε σχέση με τις πράξεις που αποδείχτηκαν.
18
Το Συμβούλιο, με τις παρατηρήσεις του της 25ης Αυγούστου 1986, αμφισβητεί το βάσιμο του αιτήματος της προσφυγής και θεωρεί ότι ο αιτών δεν υφίσταται ανεπανόρθωτη ή αναπότρεπτη ζημία από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
19
Δεδομένου ότι οι διάδικοι έχουν εκθέσει διεξοδικώς στα υπομνήματα τους τις σχετικές τους απόψεις και κοινοποιήσει όλα τα έγγραφα η γνώση των οποίων είναι αναγκαία για την έκδοση αποφάσεως επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, παρέλκει η διεξαγωγή αποδείξεων ή η υπό των διαδίκων προφορική ανάπτυξη των επεξηγήσεων τους.
20
Σύμφωνα με το άρθρο 83, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο αιτών υποχρεούται να προσδιορίσει, αφενός, τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως και, αφετέρου, τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται ( fumus boni juris ).
21
Χωρίς να παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί η πρώτη προϋπόθεση που ορίζει η αναφερθείσα διάταξη και χωρίς να προδικάζεται καθόλου η επίλυση της διαφοράς ως προς την ουσία της, πρέπει, εν προκειμένω, να παρατηρηθεί ότι δεν αποδείχτηκε επαρκώς το βάσιμο των λόγων που δικαιολογούν τη χορήγηση προσωρινών μέτρων.
22
Όσον αφορά τη φερόμενη μεροληψία του Γενικού Γραμματέα και την προβαλλόμενη προσβολή των δικαιωμάτων υπερασπίσεως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι τα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί η διεξαγωγή μιας πειθαρχικής διαδικασίας δεν πρέπει να είναι προκατειλημμένα και οφείλουν να ακούουν όλες τις παρατηρήσεις και τα επιχειρήματα του ενδιαφερομένου. Ούτε, όμως, από τη διατύπωση του υπηρεσιακού σημειώματος της 28ης Οκτωβρίου 1985 ούτε από τη διατύπωση της από 4 Μαρτίου 1986 έκθεσης δεν φαίνεται ότι ο Γενικός Γραμματέας ήταν προκατειλημμένος εναντίον του Μ. και ότι δεν άκουσε τις εξηγήσεις του. Το υπηρεσιακό σημείωμα της 28ης Οκτωβρίου παρέσχε ρητώς στον Μ. τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Όσον αφορά την έκθεση της 4ης Μαρτίου, από το κείμενό της προκύπτει ότι αυτή αφορούσε μόνο τον έλεγχο του υποστατού των πράξεων και την εκτίμηση τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως στερείται, εκ πρώτης όψεως, βασιμότητας.
23
Όσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας της επαύξησης της ποινής, από την ίδια την απόφαση και ιδίως από τις σελίδες 6 και 7 προκύπτει ότι ο Γενικός Γραμματέας αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεώρησε αναγκαίο, εφόσον δεν βρήκε στο φάκελο καμιά ελαφρυντική περίσταση, να αποστεί από τη γνώμη του πειθαρχικού συμβουλίου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος δεν μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να γίνει δεκτός.
24
Ως προς τη μη τήρηση του άρθρου 7, πρώτη παράγραφος, του παραρτήματος IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, σύμφωνα με το οποίο το πειθαρχικό συμβούλιο εκδίδει αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας ενός μήνα από την ημέρα που επελήφθη της υποθέσεως, είναι βέβαιο ότι το πειθαρχικό συμβούλιο άφησε να παρέλθει η προθεσμία αυτή. Εντούτοις, η εν λόγω προθεσμία, λαμβανομένων υπόψη των ιδιομορφιών που χαρακτηρίζουν τα θέματα που διέπει το παράρτημα IX του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και ενόψει των λοιπών διατάξεων του κειμένου αυτού που ισχύουν στην πειθαρχική διαδικασία, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποσβεστική, συνεπαγόμενη την ακυρότητα των πράξεων που διενεργούνται μετά την εκπνοή της ( βλέπε απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1970, Van Eick κατά Επιτροπής, 13/69, Recueil σ. 3 ). Από τις προηγούμενες σκέψεις συνάγεται ότι ο τρίτος λόγος δεν μπορεί, εκ πρώτης όψεως, να γίνει δεκτός.
25
Όσον αφορά τους λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στην προφανή πλάνη κατά την εκτίμηση των πράξεων και τη δυσαναλογία της ποινής, πρέπει να παρατηρηθεί ότι, ουσιαστικά, δεν αμφισβητούνται από τον αιτούντα οι πράξεις που ελήφθησαν υπόψη στην απόφαση. Άλλωστε, στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν μπορεί, εκτός της περιπτώσεως προφανούς πλάνης ή καταχρήσεως εξουσίας, να υποκαταστήσει την πειθαρχική αρχή στην εκτίμηση. Πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εκ πρώτης όψεως, η παύση ενός υπαλλήλου λόγω του ότι αυτός υπέβαλε, εκ προθέσεως και κατ' επανάληψη, ανακριβείς δηλώσεις όσον αφορά την οικογενειακή του κατάσταση και τα οικογενειακά του βάρη και έλαβε εξ αυτού του λόγου, επί τρία έτη, οικογενειακά επιδόματα και αποζημιώσεις, δεν συνιστά ούτε προφανή πλάνη ούτε κατάχρηση εξουσίας.
26
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του αιτούντος ότι δεν γνώριζε ότι είχε λυθεί οριστικώς ο γάμος του, αρκεί να παρατηρηθεί ότι στην απόφαση του δικαστηρίου του Haarlem της 8ης Ιουλίου 1982 αναφέρεται ότι παρέστησαν αυτοπροσώπως αμφότεροι οι σύζυγοι, ότι η Ο. είχε ζητήσει το διαζύγιο και υποβάλει τα παρεπόμενα αιτήματα και ότι, μετά την οριστική λύση του γάμου, έπρεπε να ληφθούν μέτρα όσον αφορά τα ανήλικα τέκνα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν προκύπτει ότι τα σχετικά επιχειρήματα του αιτούντος είναι, στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, αρκετά πειστικά. Επομένως, ούτε ο τέταρτος και πέμπτος λόγος ακυρώσεως μπορούν να γίνουν δεκτοί.
27
Επομένως, δεδομένου ότι κανείς από τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς του αιτούντος δεν είναι, εκ πρώτης όψεως, βάσιμος, η αίτηση αναστολής εκτελέσεως δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
28
Κατά την παρούσα φάση, πρέπει το Δικαστήριο να επιφυλαχτεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ,
αποφαινόμενος δυνάμει των άρθρων 9, παράγραφος 4, και 96 του κανονισμού διαδικασίας,
ύστερα από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 5 Σεπτεμβρίου 1986.
O γραμματέας
Ρ. Heim
O πρόεδρος του δευτέρου τμήματος
Κ. Bahlmann
( 1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy