ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΈΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 26ης Σεπτεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 231/86 R,
Προσωρινή ένωση«Breda-Geomineraria» που απαρτίζεται από τις εταιρίες:
—
SpA « Istituto ricerche Breda » με έδρα το Μιλάνο, viale Sarca 336,
—
« Geomineraria Italiana, SRL », με έδρα το Borgo san Dalmazzo ( Cuneo ), via Boves, 21,
εκπροσωπούμενη από τον Mario Spandre, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Georges Baden, 8, boulevard Royal,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την Marie-José Jonczy, νομικό σύμβουλο της Επιτροπής, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Γεώργιο Κρεμλή, μέλος της νομικής υπηρεσίας της Επιτροπής, κτίριο Jean Monnet, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση λήψεως προσωρινών μέτρων μέχρις ότου το Δικά- στήριο εκδώσει απόφαση επί της προσφυγής που άσκησε η αιτούσα και με την οποία ζητεί κυρίως, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, να ακυρωθεί η απόφαση με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να δεχθεί την κατακύρωση υπέρ των προσφευγουσών ορισμένου έργου χρηματοδοτούμενου από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αναπτύξεως και, επικουρικώς, βάσει των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναγνωριστεί ότι συντρέχει ευθύνη της Επιτροπής και να επιδικαστεί αποζημίωση στις προσφεύγουσες,
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Αυγούστου 1986, η προσωρινή ένωση « Breda-Geomineraria », που απαρτίζεται από την SpA Istituto ricerche Breda και από την SRL Geomineraria Italiana, άσκησε, κυρίως μεν, δυνάμειτου άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ προσφυγή ακυρώσεως της απόφασης με την οποία η Επιτροπή αρνήθηκε να αναγνωρίσει ότι πρέπει να κατακυρωθεί στις προσφεύγουσες η σύμβαση για το σχέδιο 5.100-11-37.045 «Recherches géologiques et minières — Mali-Ouest I - Sous-projet cartographie géologique et minière » ( Γεωλογικές και ορυκτολογικές έρευνες — Δυτικό Mali I - Γεωλογική και ορυκτολογική χαρτογράφηση ), επικουρικώς δε δυνάμει των άρθρων 178 και 215 της Συνθήκης ΕΟΚ αγωγή αποζημιώσεως κατά της Επιτροπής λόγω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς, καθότι το εν λόγω όργανο αρνείται να αποδεσμεύσει τις πιστώσεις που έχουν προγραμματιστεί για το εν λόγω σχέδιο, ενώ ο σχετικός διαγωνισμός πρέπει να κατακυρωθεί στις προσφεύγουσες.
2
Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου αυθημερόν, οι προσφεύγουσες άσκησαν κατ' εφαρμογή των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ αίτηση με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο τη χορήγηση των ακόλουθων προσωρινών μέτρων:
—
να διατάξει την Επιτροπή να απόσχει από κάθε πράξη που θα μπορούσε να βλάψει τη νομική και πραγματική κατάσταση των προσφευγουσών στην οποία αναφέρεται η ενώπιον του Δικαστηρίου ασκηθείσα προσφυγή
—
να διατάξει την Επιτροπή να παύσει να ασκεί παράνομες πιέσεις έναντι του Mali προκειμένου να το εμποδίσει να υπογράψει με τις προσφεύγουσες τη σύμβαση αναθέσεως του έργου στο οποίο αναφέρεται το σχέδιο 5.100-11-37.045·
—
να διατάξει την Επιτροπή να θέσει στη διάθεση του Mali τις προβλεπόμενες για το εν λόγω σχέδιο πιστώσεις
—
να διατάξει την Επιτροπή να επιτρέψει στο Mali να συμβληθεί με τις προσφεύγουσες σύμφωνα με τα άρθρα 122, παράγραφος 5, και 123, παράγραφος 2 γ), της Σύμβασης Λομέ II και το άρθρο του κανονισμού περί του διαγωνισμού για το επίδικο έργο.
3
Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται με την προσφυγή τους ότι κλήθηκαν να συμμετάσχουν στις 19 Ιουλίου 1985 σε περιορισμένο διαγωνισμό που προκήρυξε η γενική διεύθυνση γεωλογίας και ορυχείων του Mali σχετικά με το σχέδιο « Γεωλογικές και ορυκτολογικές έρευνες — Δυτικό Mali Ι — Γεωλογική και ορυκτολογική χαρτογράφηση », το οποίο χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα με κονδύλια του πέμπτου Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως, συνολικής δαπάνης 3500000 ECU. Οι προσφεύγουσες υπέβαλαν προσφορά απολύτως σύμφωνη προς το διαγωνισμό καθώς και συμπληρωματική πρόταση για ορισμένες χρήσιμες αναλύσεις, επιπλέον των αναφερομένων στο διαγωνισμό. Στο διαγωνισμό συμμετέσχε μεταξύ άλλων και η γερμανική εταιρία Klöckner. Οι διάφορες προσφορές εξετάστηκαν από επιτροπή συσταθείσα από την κυβέρνηση του Mali, η οποία υπέβαλε έκθεση υπό μορφή πρακτικών συνόδου της 13ης Δεκεμβρίου 1985, ημέρας Παρασκευής, στην οποία παρέστη μέλος της αντιπροσωπείας της Επιτροπής ως παρατηρητής. Στην έκθεση, που φέρει ημερομηνία 12 Νοεμβρίου 1985, διαπιστώνεται η σαφής υπεροχή του ομίλου Breda-Geomineraria όσον αφορά την ικανότητα για την εκτέλεση του έργου. Η έκθεση αυτή κοινοποιήθηκε στον αντιπρόσωπο της Επιτροπής στις 2 Ιανουαρίου 1986 από to διευθυντή του γραφείου του Υπουργού Βιομηχανικής Αναπτύξεως και Τουρισμού. Το έγγραφο αυτό ακολούθησε και δεύτερο έγγραφο, της 29ης Ιανουαρίου 1986, με το οποίο ο διευθυντής γραφείου ενημερώνει τον εκπρόσωπο της Επιτροπής για δεύτερη σύσκεψη των εταιριών Breda και Klöckner όπου γίνεται λόγος για διαφορά των τεχνικών μεθόδων των οποίων μελετάται η χρησιμοποίηση για τις εν λόγω έρευνες. Η τεχνική επιτροπή εκτιμήσεως έκρινε την προσφορά της Breda σαφώς συμφέρουσα τόσο από τεχνικής όσο και από οικονομικής σκοπιάς.
4
Επακολούθησε σειρά επαφών μεταξύ της Επιτροπής και της κυβέρνησης του Mali από την οποία προκύπτει διαφορά απόψεων ως προς την εκτίμηση των εν λόγω δύο προσφορών. Η Επιτροπή θεώρησε την προσφορά της Klöckner πλέον συμφέρουσα, από τεχνικής δε πλευράς ισάξια της προσφοράς της Breda, ενώ η κυβέρνηση του Mali θεώρησε ότι η μέθοδος της Klöckner δεν ανταποκρίνεται στους σχετικούς όρους και προβλέπει την ανάλυση μόνο 10100 δειγμάτων αντί των 40500 που συνιστώνται στο φάκελο του διαγωνισμού. Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση του Mali και η Επιτροπή δεν φαίνεται ότι έχουν συμφωνήσει ως προς την ανάθεση του εν λόγω έργου.
5
Οι προσφεύγουσες φρονούν ότι πρέπει να ανατεθεί σ' αυτές το έργο για το οποίο πραγματοποιήθηκε ο διαγωνισμός, είτε δυνάμει του άρθρου 122, παράγραφος 5, της δεύτερης Σύμβασης Λρμέ της 31ης Οκτωβρίου 1979, είτε δυνάμει του άρθρου 123, παράγραφος 2 γ ).
6
Όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η πρόταση αναθέσεως της εν λόγω συμβάσεως κοινοποιήθηκε στους εκπροσώπους της Επιτροπής στο Mali στις 2 Ιανουαρίου 1986. Η Επιτροπή αντέδρασε σ' αυτή την κοινοποίηση μόλις στις 14 Φεβρουαρίου 1986. Σύμφωνα όμως με το προαναφερθέν άρθρο 122, παράγραφος 5, οι αποφάσεις τις οποίες λαμβάνει ο εθνικός διατάκτης τεκμαίρονται ως εγκεκριμένες από την Επιτροπή εντός προθεσμίας 30ημερών από της κοινοποιήσεως τους στον εκπρόσωπο της Επιτροπής όταν πρόκειται για συμβάσεις κατώτερες των 3,5 εκατομμυρίων ECU και γενικότερα για κάθε σύμβαση για την οποία εφαρμόζεται συνοπτική διαδικασία. Η επίδικη σύμβαση είναι αυτής της κατηγορίας.
7
Κατά τις προσφεύγουσες το άρθρο 122, παράγραφος 5, της Συμβάσεως θέτει αμάχητο τεκμήριο εγκρίσεως της πρότασης αναθέσεως της συμβάσεως.
8
Όσον αφορά το δεύτερο ισχυρισμό, ακόμα και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι το άρθρο 122, παράγραφος 5, δεν έχει αυτά τα αποτελέσματα, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή διέπραξε υπαιτίως αυθαιρεσία διότι δεν ενέκρινε την πρόταση αναθέσεως της συμβάσεως σύμφωνα με το άρθρο 123, παράγραφος 2 γ), της προαναφερθείσας Σύμβασης, δεδομένου ότι η εν λόγω προσφορά ήταν η χαμηλότερη, δεν υπερέβαινε τις πιστώσεις που έχουν διατεθεί για το έργο και ήταν η πλέον συμφέρουσα από οικονομική σκοπιά, σύμφωνα με το άρθρο 130, παράγραφος 1, της Σύμβασης Λομέ. Οι προσφεύγουσες προβάλλουν τα επιχειρήματα τους ως προς αυτά τα δύο σημεία.
9
Όσον αφορά τη ζημία που υφίστανται, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η απόφαση αναθέσεως της συμβάσεως πρέπει να ληφθεί επειγόντως ώστε να μπορέσουν να αρχίσουν οι εργασίες με την περίοδο της ξηρασίας που αρχίζει το Σεπτέμβριο. Οι εργασίες είναι αδύνατο να πραγματοποιηθούν κατά την εποχή των βροχών που αρχίζει το Μάιο. Αν οι προσφεύγουσες αναγκαστούν να αναμένουν την έκβαση της διαφοράς επί της ουσίας θα υποχρεωθούν να απολύσουν το προσωπικό που προορίζεται ειδικά για την εκτέλεση του σχεδίου. Έξι άκρως ειδικευμένα άτομα έχουν ακινητοποιηθεί προσωρινά και περιμένουν να ανατεθεί η σύμβαση στις προσφεύγουσες. Οι τελευταίες δεν μπορούν να περιμένουν πολλούς μήνες χωρίς να χρησιμοποιούν το προσωπικό αυτό. Η απόλυση του ειδικευμένου αυτού προσωπικού θα καθιστούσε αδύνατη ή άκρως απίθανη τη διατήρηση της τωρινής προσφοράς, δεδομένου ότι το προσωπικό αυτό θα προσλαμβανόταν για άλλα έργα ή από άλλες εταιρίες.
10
Η Επιτροπή επισημαίνει με τις παρατηρήσεις της ένα σφάλμα στο οποίο υπέπεσαν, κατά τη γνώμη της, οι προσφεύγουσες. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επίδικη σύμβαση είναι σύμβαση υπηρεσιών η οποία διέπεται επομένως, μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση από το Συμβούλιο των Υπουργών ΑΚΕ-ΕΟΚ, σύμφωνα με το άρθρο 142 της Συμβάσεως Λομέ II, από τα άρθρα 24 έως 27 του πρωτοκόλλου 2 της Συμβάσεως Λομέ Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, η σύμβαση ανατίθεται στον υποψήφιο που υπέβαλε την προσφορά η οποία κρίνεται η πλέον συμφέρουσα οικονομικώς από την Επιτροπή και από το ενδιαφερόμενο κράτος ΑΚΕ. Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι τα έγγραφα του διευθυντή του γραφείου του Υπουργού Βιομηχανικής Αναπτύξεως και Τουρισμού του Mali δεν αποτελούν κοινοποίηση αποφάσεως την οποία έλαβε ο εθνικός διατάκτης κατά την έννοια του άρθρου 122, παράγραφος 5, της Συμβάσεως Λομέ II, ούτε πρόταση του εθνικού διατάκτη για ανάθεση του έργου κατά την έννοια του άρθρου 123, παράγραφος 2 γ), διότι εθνικός διατάκτης δεν είναι ο Υπουργός Βιομηχανικής Ανάπτυξης και Τουρισμού αλλά ο Υπουργός Εξωτερικών και Διεθνούς Συνεργασίας.
11
Η Επιτροπή υπογραμμίζει εξάλλου το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως. Συγκεκριμένα δεν υπάρχει πράξη δυνάμενη να ακυρωθεί. Η ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ του κράτους του Mali και της Επιτροπής αποτελεί απλώς το στάδιο των τεχνικών διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο μερών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, για να υπάρχει ακυρώσιμη απόφαση πρέπει η επίδικη πράξη να προέρχεται από το αρμόδιο όργανο, να αποβλέπει στη δημιουργία εννόμων αποτελεσμάτων, να αποτελεί την κατάληξη της σχετικής διαδικασίας στο. πλαίσιο του εν λόγω οργάνου το οποίο αποφαίνεται με την εν λόγω πράξη οριστικώς και υπό μορφή που επιτρέπει τον προσδιορισμό της φύσης της πράξεως. Το από 12 Φεβρουαρίου 1986 τηλετύπημα των υπηρεσιών της Επιτροπής δεν εμφανίζει κανένα από αυτά τα χαρακτηριστικά.
12
Όσον αφορά την αγωγή αποζημιώσεως που άσκησαν επικουρικά οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν συντρέχουν τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που θα οδηγούσαν εκ πρώτης όψεως στη διαπίστωση ότι υπέχει ευθύνη.
13
Εξάλλου, η Επιτροπή αμφισβητεί το επείγον δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες προσέλαβαν προσωπικό για την εκτέλεση του έργου πριν τους ανατεθεί οριστικά η σύμβαση, με δικό τους κίνδυνο.
14
Εξάλλου, τα ζητούμενα μέτρα θα είχαν ανεπανόρθωτες συνέπειες, η δε χορήγηση τους θα προδίκαζε σοβαρά την απόφαση επί της ουσίας. Αν διαταχθεί η καταβολή των πιστώσεων στο Mali και του επιτραπεί να συμβληθεί με τις προσφεύγουσες αυτό δεν είναι προσωρινό αλλά αντιθέτως οριστικό μέτρο, δηλαδή η ανάθεση της σύμβασης στις προσφεύγουσες.
15
Κατά τη συζήτηση της 25ης Σεπτεμβρίου 1986 ενώπιον του προέδρου του Δικαστηρίου, οι προσφεύγουσες ανέπτυξαν προφορικά τα επιχειρήματα τους. Η Επιτροπή παρέστη επίσης διά του εκπροσώπου της, ο πρόεδρος όμως δεν έκρινε σκόπιμο να ακούσει τις παρατηρήσεις της και δήλωσε μετά το τέλος της συζήτησης ότι θα απέρριπτε την αίτηση και θα κοινοποιούσε τους λόγους στους διαδίκους το συντομότερο.
16
Όπως προκύπτει από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, δεν αντιμετωπίζεται η χορήγηση προσωρινών μέτρων παρά μόνο αν δικαιολογείται εκ πρώτης όψεως από τα προβαλλόμενα πραγματικά και νομικά στοιχεία. Επιπλέον τα προσωρινά μέτρα πρέπει να είναι επείγοντα κατά την έννοια ότι απαιτείται να ληφθούν και παράγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση της αποφάσεως επί της ουσίας ώστε να μην υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία ο διάδικος που τα ζητεί. Τέλος πρέπει να είναι προσωρινά υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να προδικάζουν την απόφαση επί της ουσίας.
17
Η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί για δύο λόγους. Πρώτον, είναι προφανές ότι η κύρια προσφυγή είναι πρόωρη και απαράδεκτη δεδομένου ότι δεν υπάρχει απόφαση κατά της οποίας μπορεί να ασκηθεί προσφυγή. Η επίλυση του ζητήματος αν η επίδικη σύμβαση διέπεται από τα άρθρα 120 έως 124 της Συμβάσεως Λομέ II ή από το άρθρο 142 και τα άρθρα 24 έως 27 του πρωτοκόλλου 2 της Συμβάσεως Λομέ Ι παρέλκει. Η κυβέρνηση του Mali, καίτοι εξεδήλωσε προτίμηση έναντι των προσφευγουσών σε μια ορισμένη στιγμή, δεν έχει ακόμα αναθέσει το έργο ούτε υπάρχει κοινή απόφαση του κράτους του Mali και της Επιτροπής. Υπό τις συνθήκες αυτές δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να ακυρωθεί από το Δικαστήριο ούτε συγκεκριμένη ζημία ικανή να επισύρει την ευθύνη της Επιτροπής ακόμη και αν υπήρχαν αποδείξεις υπαίτιας συμπεριφοράς της.
18
Δεύτερον, είναι σαφές ότι τα ζητούμενα μέτρα υπερβαίνουν κατά πολύ τα προσωρινά μέτρα που είναι δυνατό να χορηγηθούν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Στην πραγματικότητα οι προσφεύγουσες ζητούν να υποχρεωθεί η Επιτροπή να πράξει ό,τι απαιτείται προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση με τις προσφεύγουσες. Από τη σκοπιά των προσφευγουσών, αν χορηγηθεί αυτό το μέτρο, η κύρια προσφυγή χάνει το αντικείμενό της διότι οι προσφεύγουσες θα επιτύγχαναν ό,τι ζητούν με την προσφυγή ακυρώσεως και την αγωγή αποζημιώσεως. 'Ετσι η χορήγηση των μέτρων αυτών θα προδίκαζε την απόφαση επί της ουσίας.
Για τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ,
κρίνοντας κατά τη διαδικασία των προσωρινών μέτρων,
διατάσσει:
1)
Απορρίπτει την αίτηση.
2)
Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 26 Σεπτεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Full & Egal Universal Law Academy