ΔΙΆΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
της 17ης Δεκεμβρίου 1986 ( *1 )
Στην υπόθεση 276/86,
Mohamed Belkacem, κάτοικος Βερολίνου, Gardes-du-Corps-Str. 10 a, εκπροσωπούμενος από τον Rupert Muller-Voss, δικηγόρο Βερολίνου, Konstanzer Str. 55,
αιτών,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση των αποφάσεων του Amtsgericht Charlottenburg της 30ής Απριλίου 1986 και του Kammergericht του Βερολίνου, της 8ης Αυγούστου 1986,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
συγκείμενο από τους Mackenzie Stuart, πρόεδρο, Υ. Galmot, Κ. Κακούρη, Τ. F. Ο' Higgins και F. Schockweiler, προέδρους τμήματος, G. Bosco, Τ. Koopmans, Ο. Due, U. Everling, Κ. Bahlmann, R. Joliet, J. C. Moitinho de Almeida και G. C. Rodríguez Iglesias, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: C. Ο. Lenz
γραμματέας: Ρ. Heim
αφού άκουσε το γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
ΔΙΑΤΑΞΗ
1
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Οκτωβρίου 1986 και πρωτοκολλήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1986, ο Mohamed Belkacem, αλγερινός υπήκοος, κάτοικος Βερολίνου ( Δυτικού ), άσκησε προσφυγή εναντίον της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, με την οποία ζητεί την ακύρωση των αποφάσεων του Amtsgericht Charlottenburg της 30ής Απριλίου 1986 και του Kammergericht του Βερολίνου της 8ης Αυγούστου 1986.
2
Οι εν λόγω αποφάσεις εκδόθηκαν επί διαφοράς μεταξύ του Belkacem και της συζύγου του, επίσης αλγερινής υπηκόου, ως προς την επιμέλεια των εκ του γάμου τους γεννηθέντων τέκνων. Ο Belkacem φρονεί ότι αυτές οι αποφάσεις είναι αντίθετες προς τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, που έχουν καθιερωθεί με τα άρθρα 7, 48 και 53 της Συνθήκης ΕΟΚ.
3
Καμία διάταξη της Συνθήκης ΕΟΚ δεν προβλέπει τη δυνατότητα ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο να ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγή στρεφόμενη κατά κράτους μέλους με την οποία να ζητεί την ακύρωση των αποφάσεων που έχουν εκδώσει τα εθνικά δικαστήρια.
4
Δεδομένου, επομένως, ότι το Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της υπό κρίση προσφυγής, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 92, παράγραφος 1, του κανονισμού διαδικασίας, να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη, πριν ακόμη αυτή κοινοποιηθεί στο διάδικο κατά του οποίου ασκήθηκε.
5
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
διατάσσει:
1)
Κηρύσσει την προσφυγή απαράδεκτη.
2)
Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 17 Δεκεμβρίου 1986.
Ο γραμματέας
Ρ. Heim
Ο πρόεδρος
Α. J. Mackenzie Stuart
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Full & Egal Universal Law Academy