Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με την παρούσα προσφυγή η Επιτροπή ζητεί να ακυρωθεί ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) 3619/86 του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 1986 (1) , που τροποποιεί τους διορθωτικούς συντελεστές που εφαρμόζονται στη Γαλλία, Γερμανία, Δανία, Ελλάδα, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιρλανδία, Ιταλία και Κάτω Χώρες επί των αποδοχών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε συνάρτηση με την εξέλιξη του κόστους ζωής που διαπιστώθηκε μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1976 και 31ης Δεκεμβρίου 1980.
2. Η σημασία της αποφάσεως που θα εκδοθεί στην παρούσα υπόθεση μπορεί να εκτιμηθεί ήδη από τον αριθμό των προσφυγών που ασκήθηκαν από τους υπαλλήλους κατά των θεσμικών οργάνων για εσφαλμένη εφαρμογή των διορθωτικών συντελεστών κατά την εν λόγω περίοδο το Δικαστήριο ανέστειλε τη διαδικασία στο σύνολο των υποθέσεων αυτών μέχρι την έκδοση αποφάσεως στην παρούσα υπόθεση (2).
3. Στην κατωτέρω ανάλυση θα εκθέσω καταρχήν το νομικό πλαίσιο της προσφυγής στη συνέχεια θα προβώ σε σύνθεση των πραγματικών στοιχείων για να αναλύσω, τελικά, τη βασιμότητα των επιχειρημάτων που επικαλούνται οι διάδικοι.
Ι - Το νομικό πλαίσιο
4. Η αρχή της ίσης αγοραστικής δύναμης μεταξύ των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού της Κοινότητας, ανεξάρτητα από τους τόπους υπηρεσίας τους και του νομίσματος στο οποίο καταβάλλονται οι αποδοχές, βρίσκει νομικό έρεισμα στα άρθρα 63, 64 και 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων (στο εξής: κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως). Οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται στους εκτάκτους και στους επικουρικούς υπαλλήλους δυνάμει των άρθρων 20 και 64 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού και επιβεβαιώθηκε επανειλημμένα από τη νομολογία του Δικαστηρίου (3).
5. Το άρθρο 63, πρώτο εδάφιο, ορίζει ότι οι αποδοχές του υπαλλήλου εκφράζονται σε βελγικά φράγκα και καταβάλλονται στο νόμισμα της χώρας στην οποία ο υπάλληλος ασκεί τα καθήκοντά του.
6. Για να εξασφαλίσει την ισοτιμία της αγοραστικής δύναμης των διαφόρων αποδοχών, το άρθρο 64 ορίζει ότι σ' αυτές εφαρμόζεται διορθωτικός συντελεστής ανώτερος, κατώτερος ή ίσος προς 100 %, ανάλογα με τους όρους διαβιώσεως στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας. Οι συντελεστές καθορίζονται από το Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση της Επιτροπής. Ο συντελεστής που εφαρμόζεται στις αποδοχές των υπαλλήλων που υπηρετούν στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο ισούται προς 100 %.
7. Για τα λοιπά κράτη οι διορθωτικοί συντελεστές αναθεωρούνται και προσαρμόζονται περιοδικά σε συνάρτηση με την εξέλιξη του κόστους ζωής στα διάφορα κράτη μέλη.
8. Ο τρόπος αυτής της περιοδικής προσαρμογής, καθώς και η αναθεώρηση των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού διέπονται, από το 1981, από την απόφαση του Συμβουλίου (81/1061/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) της 15ης Δεκεμβρίου 1981 (στο εξής: απόφαση του 1981), που τροποποίησε τη μέθοδο προσαρμογής των αποδοχών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων που εφαρμοζόταν (4) από τις 26 Ιουνίου 1976.
9. Στο πλαίσιο της ετήσιας αναθεώρησης των αποδοχών (άρθρο 65, παράγραφος 1) προβλέπεται ετήσια προσαρμογή των διορθωτικών συντελεστών, πραγματοποιούμενη από το Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση της Επιτροπής και βάσει στοιχείων παρεχόμενων από τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες, λαμβανομένου δε υπόψη ενός κοινού δείκτη μετρήσεως της εξελίξεως των τιμών που ορίζεται από τη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΣΥΕΚ) - απόφαση του 1981, παράρτημα, σημείο ΙΙ, 1, και σημείο ΙΙ, 4, στοιχείο γ), τελευταία περίπτωση.
10. Σε περίπτωση, εξάλλου, αισθητής μεταβολής του κόστους ζωής, γίνονται, αν είναι αναγκαίο, ενδιάμεσες προσαρμογές (άρθρο 65, παράγραφος 2), που ρυθμίζονται κατά τις ετήσιες προσαρμογές.
11. Από το 1976 εφαρμόζεται, άλλωστε, η αρχή της περιοδικής αναθεώρησης των διορθωτικών συντελεστών, για να ελεγχθεί αν καθορίζουν σωστά την αγοραστική ισοδυναμία των αποδοχών στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας.
12. Η απόφαση του 1981 όρισε ότι η αναθεώρηση γίνεται ανά πενταετία: με την ευκαιρία αυτή, η ΣΥΕΚ πρέπει να ελέγχει, σε συμφωνία με τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών, αν οι σχέσεις μεταξύ των διορθωτικών συντελεστών καθορίζουν σωστά αγοραστική ισοδυναμία των αποδοχών που καταβάλλονται στο προσωπικό που υπηρετεί στις πρωτεύουσες των κρατών μελών ο ίδιος έλεγχος πρέπει να γίνεται και ως προς τους άλλους τόπους υπηρεσίας, όταν εμφανίζονται κίνδυνοι σημαντικών στρεβλώσεων (απόφαση του 1981, παράρτημα, σημείο ΙΙ, 1.1, δεύτερη και τρίτη παράγραφος). Η Επιτροπή προτείνει στο Συμβούλιο την ανά πενταετία προσαρμογή των διορθωτικών συντελεστών, στηριζόμενη στα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού.
13. Υπό τις προϋποθέσεις του σημείου ΙΙ, 1.1, του παραρτήματος της αποφάσεως 1981 και βάσει των άρθρων 64 και 82 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, καθώς και των άρθρων 20 και 64 του ΚΕΛΠ, το Συμβούλιο ενέκρινε στις 26 Νοεμβρίου 1986 τον προσβαλλόμενο κανονισμό που προσαρμόζει τους διορθωτικούς συντελεστές που εφαρμόζονται στα διάφορα κράτη μέλη (5) .
ΙΙ - Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
14. Η αλληλουχία των γεγονότων που ανέρχεται στο 1981 και οδήγησε στην άσκηση της προσφυγής περιλαμβάνει τέσσερα κεντρικά σημεία που αποκαλύπτουν και τα αίτια της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων: την πρώτη πρόταση της Επιτροπής την ανάκλησή της ενόψει των αντιρρήσεων του Συμβουλίου τη δεύτερη πρόταση της Επιτροπής την έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού από το Συμβούλιο.
15. Ας μου επιτραπεί να υπενθυμίσω τις συνθήκες υπό τις οποίες η Επιτροπή υπέβαλε την αρχική της πρόταση. Προβλέποντας την αναθεώρηση των διορθωτικών συντελεστών που έπρεπε να γίνει τον Ιανουάριο 1981, η Επιτροπή προέβη σε ορισμένες έρευνες κατά τα έτη 1980 και 1981, για να προσδιορίσει τις καταναλωτικές συνήθειες του κοινοτικού υπαλλήλου. Η εξέταση αυτή πραγματοποιήθηκε, κατά την Επιτροπή, σύμφωνα τόσο με τη μέθοδο αναθεωρήσεως των αποδοχών που είχε υιοθετηθεί το 1976 όσο και με τη νέα μέθοδο που εφαρμόστηκε το 1981.
16. Οι έρευνες πραγματοποιήθηκαν από τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες σε συνεργασία με τη ΣΥΕΚ και έλαβαν υπόψη, για το σύνολο των στοιχείων εκτός της κατοικίας, τις ισχύουσες στις πρωτεύουσες τιμές.
17. Ως προς την κατοικία, αντί του ύψους των μισθωμάτων που καταβάλλονται από τους κοινοτικούς υπαλλήλους στις πρωτεύουσες, ελήφθησαν υπόψη τα μέσα μισθώματα που καταβάλλονται εντός κάθε κράτους μέλους από τον πληθυσμό γενικά, όπως προέκυπταν από τα αντίστοιχα εθνικά λογιστικά στοιχεία. Η μέθοδος αυτή είχε εφαρμοστεί ήδη κατά τις προγενέστερες αναθεωρήσεις.
18. Η εφαρμογή της μεθόδου αυτής στο ακέραιο οδήγησε πάντως, κατά την Επιτροπή, σε εσφαλμένες λύσεις: ενώ τα αποτελέσματα παρουσίαζαν μια εύλογη σχέση μεταξύ τους, όταν οι συντελεστές υπολογίζονταν κατόπιν αφαιρέσεως του στοιχείου "κατοικία" ή με αναφορά στο δείκτη τιμών οικοδομήσεως στο σύνολο κάθε χώρας, η σχέση αυτή εξαφανιζόταν, όταν λαμβάνονταν υπόψη αριθμητικά στοιχεία περί των μισθωμάτων παρεχόμενα από τα εθνικά λογιστικά στοιχεία.
19. Μολονότι γνώριζε την αντίφαση αυτή και παρά τις αμφιβολίες που της γεννούσαν αυτοί οι υπολογισμοί, η Επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να αγνοήσει το στοιχείο "κατοικία", ενόψει της σημασίας του μεταξύ των καταναλωτικών δαπανών των υπαλλήλων (περίπου 20 %).
20. Προκειμένου να αμβλύνει τις συνέπειες της εν λόγω ανωμαλίας, η Επιτροπή υπέδειξε με την πρόταση της 17ης Ιουλίου 1984 ((CΟΜ(64) 264)) - πάντοτε βάσει των ίδιων αξιών - την εφαρμογή κατωφλίου 2,5 %, περιθωρίου, εντός του οποίου οι διακυμάνσεις που διαπιστώθηκαν στις ισοτιμίες της αγοραστικής δύναμης δεν θα λαμβάνονταν υπόψη, οι δε διορθωτικοί συντελεστές θα τροποποιούνταν μόνον εάν η διακύμανση υπερέβαινε το ποσοστό αυτό προς τα άνω ή προς τα κάτω.
21. Κατά τη συζήτηση της προτάσεως της Επιτροπής από την ομάδα "Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως" του Συμβουλίου στις 8 και 9 Οκτωβρίου 1984, δύο αντιπροσωπείες εξέφρασαν αμφιβολίες ως προς το αν η πρόταση συμβιβάζεται με τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και τις μεθόδους αναθεωρήσεως των αποδοχών που υιοθετήθηκαν το 1976 και 1981.
22. Αφού συμβουλεύτηκε τη νομική του υπηρεσία, το Συμβούλιο θεώρησε ότι η εφαρμογή κατωφλίου ήταν αντίθετη προς το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αφού ο υπάλληλος δικαιούται να απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη κάθε διακύμανση, έστω και ελάχιστη, των όρων διαβιώσεως που διαπιστώνεται κατά την περιοδική εξέταση.
23. Στηριζόμενη σ' αυτή τη γνώμη, η ομάδα "Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως" συνήγαγε το συμπέρασμα (συνεδρίαση της 19ης Νοεμβρίου 1984) ότι η εισαγωγή κατωφλίου δεν μπορούσε να γίνει δεκτή.
24. Συντασσόμενη προς την άποψη αυτή, η Επιτροπή ανακάλεσε την πρότασή της και προσπάθησε να καθορίσει ασφαλέστερα δεδομένα για το στοιχείο "κατοικία" που θα καθιστούσαν δυνατή την αποφυγή της εφαρμογής του κατωφλίου που είχε προτείνει.
25. Υπ' αυτές τις περιστάσεις, η Επιτροπή υπέβαλε, στις 23 Δεκεμβρίου 1985, τη δεύτερη πρότασή της. Για να την προπαρασκευάσει, η Επιτροπή, αντί να λάβει υπόψη της τις εθνικές μέσες τιμές των μισθωμάτων, διεξήγαγε έρευνα περί του ύψους των μισθωμάτων στις πρωτεύουσες για ορισμένους τύπους κατοικιών. Η συλλογή των δεδομένων έγινε από τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες μέσω μεσιτικών γραφείων στα τέλη του 1984 και τις αρχές του 1985. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής αναλύθηκαν από τη ΣΥΕΚ που συνήγαγε από αυτά στοιχεία για την κατάσταση κατά την 1η Ιανουαρίου 1981. Κατέστη τότε δυνατό στην Επιτροπή να συμπεράνει ότι, αυτή τη φορά, υπήρχε ικανοποιητική παραλληλία μεταξύ των διορθωτικών συντελεστών που καθορίστηκαν έτσι και των διορθωτικών συντελεστών που συνάγονταν ύστερα από αφαίρεση του στοιχείου "κατοικία" ή με αντικατάσταση του ύψους των μισθωμάτων από το κόστος της οικοδομήσεως. Πρότεινε νέους διορθωτικούς συντελεστές, ορίζοντας ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του την 1η Ιανουαρίου 1981.
26. Στις 26 Νοεμβρίου 1986, το Συμβούλιο εξέδωσε τον επίδικο κανονισμό που τροποποίησε σε μεγάλο βαθμό τις προτάσεις της Επιτροπής. Οι τροποποιήσεις αφορούσαν δύο σημεία: αφενός, η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του στοιχείου "κατοικία" δεν ήταν αυτή στην οποία είχε στηριχθεί η δεύτερη πρόταση της Επιτροπής, αλλά εκείνη που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί κατά την προγενέστερη πρόταση και στηριζόταν στις εθνικές μέσες τιμές των μισθωμάτων που παρέχονται από τα εθνικά λογιστικά στοιχεία αφετέρου, το Συμβούλιο έλαβε υπόψη ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της αναθεωρήσεως την 1η Ιουλίου 1986 και όχι την 1η Ιανουαρίου 1981.
27. Η διαφορά μεταξύ της προτάσεως της Επιτροπής και του κανονισμού του Συμβουλίου, εκφραζόμενη σε αριθμούς, όσον αφορά την προσαρμογή των διορθωτικών συντελεστών, είναι η εξής:
Πρόταση της Επιτροπής Κανονισμός του Συμβουλίου
Δανία + 12,6 +13,2
Γερμανία + 0,5 + 4,9
Ελλάδα - 3,0 - 3,3
Γαλλία + 12,1 + 1
Ιρλανδία + 18,1 + 10,1
Ιταλία + 2,1 - 7,8
Κάτω Χώρες + 0,1 - 1,4
Ηνωμένο Βασίλειο + 16,8 + 3,0
Varese + 2,1 - 7,8
28. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι, ενώ η υιοθέτηση της προτάσεως της Επιτροπής θα συνεπαγόταν πρόσθετα έξοδα 2,8 εκατομμυρίων Εcu για μια εξαετή περίοδο εκτελέσεως του προϋπολογισμού, η εφαρμογή του προσβαλλόμενου κανονισμού πρέπει να οδηγήσει σε μείωση 1,9 εκατομμυρίων Εcu για την ίδια περίοδο.
ΙΙΙ - Ανάλυση των επιχειρημάτων των διαδίκων
29. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα δύο σημεία, στα οποία ο εκδοθείς κανονισμός διαφέρει από την πρότασή της, συνιστούν παραβάσεις του άρθρου 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της αποφάσεως του Συμβουλίου του 1981. Αφενός, κατά την Επιτροπή, οι αξίες που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της κατοικίας ως στοιχείο του κόστους ζωής δεν αντικατοπτρίζουν το πραγματικό κόστος και δεν καθιστούν, επομένως, δυνατό τον επαρκώς ακριβή προσδιορισμό του επιπέδου αποδοχών που μπορεί να εξασφαλίσει την ισότιμη αγοραστική δύναμη των υπαλλήλων. Αφετέρου, πάντοτε κατά την Επιτροπή, η ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της ανά πενταετία αναθεωρήσεως των διορθωτικών συντελεστών πρέπει να αναφέρεται στη λήξη της προηγούμενης περιόδου.
30. Θα ασχοληθώ με καθένα από τα σημεία αυτά, αντιπαραθέτοντας τα επιχειρήματα των διαδίκων.
1. Ο υπολογισμός του στοιχείου "κατοικία"
31. Το γεγονός ότι το Συμβούλιο στηρίχτηκε στις εθνικές μέσες τιμές μισθωμάτων που καταβάλλονται από τον πληθυσμό, γενικά, και όχι στα μισθώματα που καταβάλλονται από τους κοινοτικούς υπαλλήλους στις πρωτεύουσες για τύπους κατοικιών αμφισβητείται από την προσφεύγουσα για τριών ειδών λόγους: πρώτον, αυτό δεν θα ήταν σύμφωνο με τη μέθοδο της αποφάσεως του 1981 που απαιτούσε να λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση στην πρωτεύουσα κάθε κράτους μέλους. Δεύτερον, δεν ελήφθη υπόψη με επαρκή ακρίβεια η ιδιαίτερη κατάσταση των εν λόγω υπαλλήλων. Οι λόγοι, τέλος, που επικαλείται το Συμβούλιο, για να απορρίψει τα δεδομένα που καθόρισε η ΣΥΕΚ για τον προσδιορισμό του ύψους των μισθωμάτων, στερούνται ερείσματος.
1.1. Η υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη οι πρωτεύουσες των κρατών μελών
32. Η επιλογή των πρωτευουσών ήταν, κατά την Επιτροπή, επιβεβλημένη, στα πλαίσια της εφαρμογής της μεθόδου που υιοθετήθηκε το 1981, αφού η ανά πενταετία αναθεώρηση έχει σκοπό να εξασφαλίζει τον ορθό καθορισμό των γεωγραφικών συντελεστών: οι συντελεστές όμως αυτοί καθορίζονταν από το 1968 και 1969 σε σχέση με τις τιμές στις πρωτεύουσες και καθορίστηκαν για την Ιspra μόνο ύστερα από την έκδοση των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1982 (γι' αυτό και ο τόπος αυτός περιλαμβάνεται στην πρόταση της Επιτροπής). Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο κανονισμός του Συμβουλίου έπρεπε να λάβει υπόψη του την κατάσταση στις πρωτεύουσες, η δε προσφυγή στις συνολικές μέσες τιμές που συνάγονται από τα εθνικά λογιστικά στοιχεία δεν ανταποκρίνεται με βεβαιότητα στο κριτήριο αυτό.
33. Κατά την Επιτροπή, εξάλλου, η απόφαση του 1981 αποτελεί αναπόσπαστο μέρος συνόλου εξαιρετικών μέτρων, συνεπαγόμενων θυσίες για τους υπαλλήλους (ιδίως της θεσπίσεως έκτακτης εισφοράς λόγω κρίσεως, κατά το νέο άρθρο 66α του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως), εξυπακοουμένου ότι πρέπει να τηρείται αυστηρά η εντεύθεν ισορροπία και οι κανόνες στους οποίους αυτή στηρίζεται, ιδίως η διάταξη της αποφάσεως του Συμβουλίου που προβλέπει τη λήψη υπόψη των πρωτευουσών για την αναθεώρηση των διορθωτικών συντελεστών (σημείο ΙΙ, 1.1, δεύτερο εδάφιο).
34. Το Συμβούλιο αντιτάσσει στα επιχειρήματα αυτά διάφορες σκέψεις. Υπενθυμίζει καταρχήν ότι η παράμετρος "εθνικής μέσης τιμής των μισθωμάτων" είχε χρησιμοποιηθεί ήδη κατά τις προηγούμενες αναθεωρήσεις (για τελευταία φορά το 1976) και είχε ληφθεί υπόψη στην πρώτη πρόταση της Επιτροπής για το 1981, που υποβλήθηκε τον Ιούλιο 1984. Κανένα αντικειμενικό στοιχείο δεν σημειώθηκε μεταξύ της ημερομηνίας αυτής και του Δεκεμβρίου 1985 (ημερομηνία της δεύτερης πρότασης), για να δικαιολογήσει τροποποίηση της χρησιμοποιούμενης μεθόδου. Η Επιτροπή δεν του είχε, εξάλλου, ποτέ υποβάλει πρόταση στηριζόμενη στη μέση τιμή των μισθωμάτων στις πρωτεύουσες, πράγμα που θα του είχε επιτρέψει να καταλήξει σε ακριβέστερα αποτελέσματα, χωρίς τροποποίηση της μεθόδου προτίμησε όμως, να τροποποιήσει τη μέθοδο και να προσφύγει σε έρευνα μέσω των μεσιτικών γραφείων. Ως προς το σύνολο των εξαιρετικών μέτρων, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι "η εισφορά λόγω κρίσεως" δεν λαμβάνεται υπόψη για τα άλλα στοιχεία της ετήσιας εξέτασης και, ακόμη λιγότερο, για τους ανά πενταετία ελέγχους.
35. Σημειωτέον ότι η Επιτροπή διευκρίνισε διάφορα πράγματα στο υπόμνημα απαντήσεως.
36. Αφενός, δεν τροποποίησε τη μέθοδο, αλλά περιορίστηκε να επανέλθει σ' εκείνη που εφαρμόστηκε για τον υπολογισμό των τιμών των άλλων στοιχείων του κόστους ζωής (απευθείας καταγραφή 800 προϊόντων και υπηρεσιών στις πρωτεύουσες).
37. Η εγκατάλειψη, εξάλλου, των "παραδοσιακών" στοιχείων υπολογισμού που της καταλόγιζε το Συμβούλιο δεν είναι κρίσιμη από νομικής απόψεως: η προσφυγή σε δεδομένα αντλούμενα από τα εθνικά λογιστικά στοιχεία αποτελεί εξαίρεση που δεν μπορεί να δημιουργήσει "παράδοση" . Η μεταβολή της ακολουθούμενης από την Επιτροπή πρακτικής ως προς την κατοικία επιβλήθηκε από αντικειμενικούς λόγους οφειλόμενους στο γεγονός ότι η ΣΥΕΚ διαπίστωσε ότι η μέθοδος αυτή δεν οδηγούσε σε αξιόπιστα αποτελέσματα.
38. Η καθιέρωση της ανά πενταετία αναθεωρήσεως στις πρωτεύουσες με την απόφαση του 1981, καθώς και η εγγύηση της διατηρήσεως της μεθόδου αυτής επί δεκαετία και η επισημοποίησή της με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα αποτελούν τα ανταλλάγματα που πέτυχαν οι υπάλληλοι για την επιβολή της "εισφοράς λόγω κρίσεως".
39. Το Συμβούλιο τελικά δέχτηκε, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως, ότι δεν αμφισβητούσε την αρχή της έρευνας που διεξήχθη στις πρωτεύουσες, αλλά μάλλον τη χρησιμοποιηθείσα για τη διεξαγωγή της έρευνας αυτής τεχνική, την οποία θεώρησε εσφαλμένη. Θεώρησε, ιδίως, ότι το εμβαδόν των τύπων κατοικιών δεν είναι το ίδιο σε όλες τις πρωτεύουσες και ότι οι κοινοτικοί υπάλληλοι εγκαθίστανται σε ορισμένες πρωτεύουσες μακρύτερα από το κέντρο ή σε μικρότερες οικίες, λόγος για τον οποίο η έρευνα θα έπρεπε να διεξαχθεί ως προς τους υπαλλήλους αυτούς.
40. Ας εξετάσουμε αυτούς τους ισχυρισμούς.
41. Μου φαίνεται σαφές ότι τόσο το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως όσο και το σημείο ΙΙ, 1.1, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως του 1981 επιβάλλουν ο υπολογισμός των στοιχείων του κόστους ζωής να εκφράζει, με κάθε δυνατή πιστότητα, την κατάσταση που επικρατεί στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας των υπαλλήλων.
42. Αφενός, το άρθρο 64 επιτάσσει την εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή στις αποδοχές των υπαλλήλων "ανάλογα με τους όρους διαβιώσεως στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας".
43. Αφετέρου, η απόφαση του 1981 διευκρινίζει ότι η ανά πενταετία αναθεώρηση των διορθωτικών συντελεστών πρέπει να έχει ως κύριο σκοπό την εξέταση της "της αγοραστικής ισοδυναμίας μεταξύ των αποδοχών που καταβάλλονται στο προσωπικό που υπηρετεί στις πρωτεύουσες των κρατών μελών".
44. Είναι αλήθεια ότι ορισμένοι υπάλληλοι εργάζονται μεν στις πρωτεύουσες, ζουν όμως εκτός αυτών και ότι ορισμένοι μάλιστα εργάζονται εκτός των πρωτευουσών (όπως στην περίπτωση της Ιspra).
45. Γι' αυτό το τρίτο εδάφιο του σημείου ΙΙ, 1.1, του παραρτήματος της αποφάσεως του 1981 ορίζει ότι ο έλεγχος ως προς τους άλλους τόπους υπηρεσίας γίνεται όταν, βάσει αντικειμενικών στοιχείων, υφίσταται κίνδυνος σημαντικών στρεβλώσεων ως προς τα δεδομένα που διαπιστώνονται στην πρωτεύουσα της οικείας χώρας.
46. Ο έλεγχος αυτός που είναι αναγκαίος - όπως διευκρινίστηκε με τις δύο αποφάσεις της 15ης Δεκεμβρίου 1982 - για τον καθορισμό διορθωτικών συντελεστών διαφορετικών από εκείνους που εφαρμόζονται στις πρωτεύουσες, πρέπει να συνεπάγεται επίσης, όταν διενεργείται, την αναθεώρηση αυτών των συντελεστών, δηλαδή την ανά πενταετία αναθεώρησή τους.
47. Εν πάση περιπτώσει, όπως έκρινε ήδη το Δικαστήριο για το άρθρο 65, παράγραφος 2 (6), σκοπός του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως είναι να εγγυάται σε όλους τους υπαλλήλους την ίδια αγοραστική δύναμη, ανεξάρτητα από τον τόπο υπηρεσίας, σύμφωνα με την αρχή της ισότητας μισθών.
48. Για το λόγο αυτό το Δικαστήριο υπενθύμισε επίσης ότι σκοπός των διατάξεων του άρθρου 64 είναι να εκτιμάται η κατάσταση στους "ακριβείς τόπους, όπου ασκεί τη δραστηριότητά του ένας αρκετά σημαντικός αριθμός μονίμων και μη υπαλλήλων των Κοινοτήτων" (και όχι αποκλειστικά στις πρωτεύουσες) (7).
49. Οι θεσπιζόμενες από το Συμβούλιο διατάξεις για τον καθορισμό του τρόπου και της διαδικασίας προσαρμογής των διορθωτικών συντελεστών, κατά τους ορισμούς του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, πρέπει υποχρεωτικά, να είναι σύμφωνες με αυτούς τους στόχους και αρχές.
50. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ερμηνευθεί η απόφαση του 1981, ως προς την τήρηση της οποίας δεσμεύτηκε το Συμβούλιο, και η οποία ρυθμίζει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχεται από τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως (8).
51. Υπό τις συνθήκες αυτές είναι αναγκαίο να αναγνωριστεί ότι η προσφυγή στις εθνικές μέσες τιμές για τον προσδιορισμό των στοιχείων από τα οποία εξαρτάται η ισοτιμία της αγοραστικής δύναμης των υπαλλήλων στους διάφορους τόπους υπηρεσίας δεν καθιστά δυνατή την επίτευξη των αναφερθέντων σκοπών, στο μέτρο που εισάγει στις διαδικασίες υπολογισμού στρέβλωση της πραγματικής καταστάσεως.
52. Μόνο αν αποδεικνυόταν αδύνατη - ή, τουλάχιστον, εξαιρετικά δυσχερής - η συλλογή των αναγκαίων πληροφοριών για την κατάσταση σε κάθε τόπο υπηρεσίας, θα έπρεπε, ενδεχομένως, να γίνει δεκτή προσφυγή σε κατά προσέγγιση αξίες, συμπεριλαμβανομένων των μέσων τιμών. Το σημείο όμως αυτό θα εξεταστεί παρακάτω.
53. Προς το παρόν, πρέπει να επιλυθεί ένα άλλο ζήτημα που ανακύπτει από την επιχειρηματολογία του Συμβουλίου. Μπορούσε η Επιτροπή να υποβάλει έγκυρα πρόταση συνιστώσα τροποποίηση της μεθόδου, την οποία η ίδια είχε προγενέστερα χρησιμοποιήσει (στην πρώτη της πρόταση και κατά τις προηγηθείσες περιοδικές αναθεωρήσεις) για τον υπολογισμό του στοιχείου κατοικία και στην οποία στηρίχτηκε τελικά ο προσβαλλόμενος κανονισμός;
54. Κατ' εμέ, η Επιτροπή, έχοντας αναγνωρίσει την ανεπάρκεια των αποτελεσμάτων της εφαρμογής της πρώτης μεθόδου, ήταν υποχρεωμένη να προσφύγει σε ακριβέστερη στατιστική μέθοδο.
55. 'Ηδη, όμως, κατά την υποβολή της πρώτης προτάσεώς της, η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει τις δυσκολίες της μεθόδου που ακολουθούσε για τον υπολογισμό της κατοικίας ως στοιχείου του κόστους ζωής και είχε, γι' αυτό, προτείνει την εισαγωγή κατωφλίου ευαισθησίας. Το επεξηγηματικό της προτάσεως της 23ης Δεκεμβρίου 1985 έγγραφο της 24ης Μαρτίου 1986, στο οποίο εκτίθενται τα σοβαρά ελαττώματα της μεθόδου, είναι πολύ διαφωτιστικό από αυτή την άποψη.
56. Η απόρριψη από την ομάδα "Κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως" του Συμβουλίου της ανωτέρω προτάσεως στηρίχτηκε, ομοίως, σε γνώμη της νομικής του υπηρεσίας, κατά την οποία ήταν "σαφές ότι η χρησιμοποιούμενη μέθοδος δεν μπορεί να θεωρηθεί εντελώς αξιόπιστη, ενόψει του περιθωρίου πλάνης που επιθυμεί να καλύψει η Επιτροπή με την εισαγωγή κατωφλίου".
57. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στην ίδια γνώμη, ο καθορισμός του κατωφλίου σε 2,5 % αποτελούσε, εξάλλου, αυθαίρετη επιλογή, μη στηριζόμενη σε γνωστά δεδομένα, δεν απέμενε στην Επιτροπή παρά να διορθώσει την πορεία και να τροποποιήσει τη χρησιμοποιούμενη μέθοδο, αντιμετωπίζοντας έτσι την ανάγκη (που ορθά είχε εκδηλωθεί και στην προαναφερθείσα γνώμη) εφαρμογής αξιόπιστης μεθόδου για τη συναγωγή αποτελεσμάτων πλησιέστερων προς την πραγματικότητα, ώστε η τελευταία να εκφράζεται πιστά στους νέους διορθωτικούς συντελεστές.
58. Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ήδη ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι παράνομος, στο μέτρο που στηρίζεται στις εθνικές μέσες τιμές των μισθωμάτων, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω ανάλυση του ζητήματος της φερομένης αλληλεξαρτήσεως μεταξύ της αναθεωρήσεως των διορθωτικών συντελεστών και της θεσπίσεως της εισφοράς λόγω κρίσεως.
1.2. Η υποχρέωση να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση των υπαλλήλων
59. Το γράμμα του άρθρου 64, θεωρούμενο μεμονωμένα, δεν φαίνεται να επιβάλλει την υποχρέωση να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτεροι όροι διαβιώσεως των υπαλλήλων ή οι καταναλωτικές τους συνήθειες για τον καθορισμό των διορθωτικών συντελεστών των αποδοχών.
60. Η διάταξη αυτή αναφέρεται απλώς στην εφαρμογή διαφορετικού διορθωτικού συντελεστή "ανάλογα με τους όρους διαβιώσεως στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας".
61. Από αυτό δεν προκύπτει αναγκαστικά ότι είναι παράνομη η προσφυγή στις μέσες τιμές των μισθωμάτων που καταβάλλονται από το σύνολο του πληθυσμού που κατοικεί στις διάφορες περιοχές, στις οποίες ζούν οι υπάλληλοι, ιδίως στις πρωτεύουσες.
62. Είδαμε, όμως, ήδη ότι - όπως επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του Δικαστηρίου - ο σκοπός του καθορισμού και της προσαρμογής των διορθωτικών συντελεστών είναι η εξασφάλιση της ισοδυναμίας της αγοραστικής δύναμης των αποδοχών που εισπράττονται από τους υπαλλήλους, ανεξάρτητα από τον τόπο υπηρεσίας τους.
63. Αυτό διευκρινίστηκε ορθώς με την απόφαση του 1981, κατά την οποία η ανά πενταετία αναθεώρηση των διορθωτικών συντελεστών έχει σκοπό να εξασφαλίζει την αγοραστική ισοδυναμία μεταξύ των αποδοχών που καταβάλλονται στο προσωπικό που υπηρετεί στις πρωτεύουσες των κρατών μελών" και, περαιτέρω, στο προσωπικό που είναι τοποθετημένο εκτός των πρωτευουσών.
64. Για την πραγματοποίηση του σκοπού αυτού, φαίνεται ορθό να λαμβάνονται υπόψη τα έξοδα τα οποία καλύπτονται από τις αποδοχές αυτές και, επομένως, με κάθε δυνατή ακρίβεια, οι καταναλωτικές συνήθειες του συνόλου των κοινοτικών υπαλλήλων. Φαίνεται, επομένως, δικαιολογημένο να λαμβάνεται υπόψη, στο πλαίσιο αυτό, όπως προβλέπει και η πρόταση της Επιτροπής, ο τύπος κατοικίας που χρησιμοποιείται από τους υπαλλήλους αυτούς.
65. Τα έξοδα στεγάσεως αντιπροσωπεύουν, άλλωστε, σημαντικό ποσοστό (περίπου το 20 %, κατά την Επιτροπή) και αποτελούν, συνεπώς, σημαντικό στοιχείο κατά τη σύγκριση της αγοραστικής δυνάμεως.
66. Είναι αλήθεια ότι, όπως μας είπε και η Επιτροπή, ο τρόπος υπολογισμού που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό των διορθωτικών συντελεστών στηρίζεται στη λεγόμενη "μέθοδο Fischer", της οποίας η αρχή συνίσταται στο ότι όλοι οι υπάλληλοι μπορούν να έχουν το ίδιο βιοτικό επίπεδο, προσαρμοζόμενοι συγχρόνως στον τρόπο ζωής που τους προτείνεται στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας.
67. Το Συμβούλιο στήριξε επ' αυτού, στο υπόμνημα αντικρούσεως, κριτική κατά της θέσεως της Επιτροπής, υπό την έννοια ότι ο τύπος κατοικίας που χρησιμοποιείται από τους υπαλλήλους αποτελεί στοιχείο εσφαλμένου υπολογισμού, λόγω της διαφοράς των απαιτήσεων ως προς την κατοικία στις διάφορες περιφέρειες (π.χ. σε μια μεσογειακή χώρα και σε ένα κράτος της Βόρειας Ευρώπης), αφού οι υπάλληλοι που υπηρετούν σε κάθε χώρα πρέπει να προσαρμόζονται - και όσον αφορά την κατοικία τους - στον εντόπιο τρόπο ζωής.
68. Η αντίρρηση του Συμβουλίου δεν φαίνεται πειστική.
69. 'Οπως εξήγησε η Επιτροπή στο υπόμνημα απαντήσεως, η μέθοδος Fischer παράγει αποτελέσματα ενδιάμεσα, υπό την έννοια ότι αποτελεί συμβιβασμό μεταξύ δύο ακραίων δυνατών επιλογών: αν δεν απατώμαι, η δέσμη των επιλογών εκτείνεται από την απόλυτη γενίκευση ενός τρόπου ζωής χαρακτηριστικού για δεδομένο τόπο μέχρι τη λήψη υπόψη όλων των ιδιαιτεροτήτων που ενυπάρχουν στον τρόπο ζωής σε κάθε τόπο κατοικίας (9). Για να είναι δυνατός ο υπολογισμός των ισοτιμιών της αγοραστικής δυνάμεως, είναι, πράγματι, αναγκαίο τα συστατικά του κόστους ζωής στοιχεία (εν προκειμένω, η κατοικία) να αναφέρονται σε όμοια ή συγκρίσιμα προϊόντα ή υπηρεσίες, με χαρακτηριστικά επαρκώς γενικά, ώστε να μπορούν να ανευρίσκονται σε όλους τους τόπους που αποτελούν αντικείμενο της συγκρίσεως. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό, ως βάση της συγκρίσεως, ότι μπορεί να διατηρηθεί ορισμένος τύπος βιοτικού επιπέδου στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας των υπαλλήλων, βιοτικού επιπέδου, για το οποίο η κατοικία πρέπει, φυσικά, να έχει τα χαρακτηριστικά που απαιτούνται από τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Οι αγοραστικές δυνάμεις μπορούν, τότε, να συγκριθούν σε συνάρτηση με το κόστος που διαπιστώνεται σε κάθε περιοχή για την κατοικία που μπορεί να παράσχει τον ίδιο τύπο ανέσεως.
70. Στην έρευνα που ζήτησε η ΣΥΕΚ από τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες ο εν λόγω τύπος κατοικίας περιγραφόταν, εξάλλου, με αρκετά μεγάλη ακρίβεια, που φαινόταν να ανταποκρίνεται στους στόχους της συγκρίσεως που έπρεπε να γίνει μεταξύ της αγοραστικής δυνάμεως των αποδοχών στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας.
71. Εν πάση περιπτώσει, ανεξάρτητα από τη βασιμότητα της κριτικής του Συμβουλίου κατά της μεθόδου που χρησιμοποίησε η Επιτροπή, οι εθνικές μέσες τιμές που χρησίμευσαν ως βάση του προσβαλλόμενου κανονισμού δεν μπορούν να απεικονίσουν αποτελεσματικά την ειδική κατάσταση των υπαλλήλων.
1.3. Ανάλυση των λόγων για τους οποίους το Συμβούλιο απέρριψε την πρόταση της Επιτροπής
72. Στην αντιπροτελευταία σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού αναφέρεται το εξής: "...τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας ((που πραγματοποιήθηκε το 1984 και 1985)) δεν φαίνονται αποδεκτά, επειδή η έρευνα δεν βασίστηκε σε πραγματικά αντιπροσωπευτικό δείγμα κατοικιών ... η έρευνα αυτή θα έπρεπε, εξάλλου να διεξαχθεί, σύμφωνα με το σημείο ΙΙ, 1.1, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της αποφάσεως 81/1061/Eυρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, σε συμφωνία με τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες".
1.3.1. Ο μη αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του δείγματος
73. Πρώτον, η Επιτροπή ισχυρίστηκε καταρχήν στην προσφυγή της ότι, ενόψει των αντιρρήσεων που διατυπώθηκαν εντός του Συμβουλίου (10) κατά της μεθόδου που είχε εφαρμόσει αρχικά, δεν της απέμενε άλλη εναλλακτική λύση από τον καθορισμό του επιπέδου των μισθωμάτων σε συνάρτηση με τους τύπους κατοικίας που χρησιμοποιείται από τους υπαλλήλους, προτιμώντας, κατά την επιλογή της, ένα κριτήριο συγκρισιμότητας. Δεύτερον, παρατήρησε ότι, όπως υπογραμμίστηκε ήδη, αυτός ο τύπος κατοικίας είχε περιγραφεί με ακρίβεια στην έρευνα της ΣΥΕΚ. Ανέφερε, εξάλλου, ότι, μετά την εξαφάνιση των στοιχείων που γεννούσαν ορισμένη αβεβαιότητα, το Συμβούλιο δεν μπορούσε να απορρίψει τις ισοτιμίες που προτάθηκαν από την Επιτροπή, παρά μόνο λόγω προφανούς πλάνης, την οποία δεν απέδειξε, αφού η κριτική που ασκήθηκε κατά της μεθόδου περιορίστηκε σε γενικότητες που μπορούν να αναφέρονται σε οποιαδήποτε δειγματοληπτική μέθοδο. Ισχυρίστηκε, τέλος, ότι τα έγγραφα που προσκομίστηκαν κατά τις διαδοχικές συνεδριάσεις της ομάδας για τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως έδειξαν την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων που είχε συναγάγει η ΣΥΕΚ, τα οποία συμφωνούσαν με τα αποτελέσματα που συνάγονται ύστερα από τον πλήρη αποκλεισμό του στοιχείου "κατοικία" ή τη λήψη υπόψη του κόστους της οικοδομήσεως, ενώ η χρησιμοποίηση των των εθνικών λογιστικών δεδομένων κατέληγε σε ανωμαλίες (όπως για το Λονδίνο, πόλη στην οποία είχε διαπιστωθεί, με την τελευταία αυτή μέθοδο, διάσταση της τάξεως των δέκα ποσοστιαίων μονάδων).
74. Για να στηρίξει τον ισχυρισμό του μη αντιπροσωπευτικού χαρακτήρα του δείγματος, το Συμβούλιο ισχυρίστηκε καταρχήν ότι, αντίθετα προς τις άλλες πρωτεύουσες, το κόστος της κατοικίας στις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο είχε προσδιοριστεί βάσει των μισθωμάτων που πράγματι καταβάλλονται από τους υπαλλήλους που είναι εγκατεστημένοι στις πόλεις αυτές.
75. Οι έρευνες, εξάλλου, που διεξήχθησαν μέσω μεσιτικών γραφείων στις άλλες πρωτεύουσες αφορούσαν μόνο τις ενοικιαζόμενες κατοικίες στο κέντρο των πόλεων. Οι έρευνες αυτές δεν έλαβαν, επομένως, υπόψη ούτε το είδος κατοχής της κατοικίας (αγορά ή μίσθωση) ούτε την πραγματική της τοποθεσία (μόνο μικρό ποσοστό υπαλλήλων που κατοικεί στο κέντρο των πόλεων, ιδίως στις Βρυξέλλες) ούτε το κόστος που πράγματι βαρύνει τους υπαλλήλους. Η κατάσταση στο Λονδίνο επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς αυτούς.
76. Ως προς τη συμφωνία των αποτελεσμάτων, μεταξύ τους, που επιτυγχάνονται με τις διάφορες μεθόδους επεξεργασίας του παράγοντος "κατοικία" (11), το Συμβούλιο, μολονότι δέχεται ότι τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνουν την επιχειρηματολογία της Επιτροπής, όσον αφορά το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία και την Ιταλία, ισχυρίζεται ότι αυτό δεν συμβαίνει στις άλλες περιπτώσεις. 'Ετσι, για τρία κράτη μέλη (Δανία, Ελλάδα και Κάτω Χώρες), οι αριθμοί του κανονισμού προσεγγίζουν απλώς τους αριθμούς της προτάσεως της Επιτροπής. Σε τρεις χώρες (Γαλλία, Γερμανία και Ελλάδα) οι αριθμοί του κανονισμού προσεγγίζουν τους αριθμούς που συνάγονται χωρίς το στοιχείο "κατοικία". Με άλλους λόγους: κατά το Συμβούλιο, επί οκτώ κρατών η ανάλυση των αριθμών δεν επιβεβαιώνει, για τα πέντε από αυτά, ούτε την κριτική της Επιτροπής κατά της φερόμενης ασυμφωνίας των αποτελεσμάτων της μεθόδου που εφαρμόστηκε στον κανονισμό ούτε την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων της μεθόδου που αυτή πρότεινε.
77. Οι εξηγήσεις που παρέσχε η Επιτροπή στο υπόμνημα απαντήσεως φαίνονται, ωστόσο, επαρκείς για να αφοπλίσουν το μεγαλύτερο μέρος των αιτιάσεων του Συμβουλίου κατά της μεθόδου, στην οποία στηρίχτηκε η πρόταση της Επιτροπής.
78. Η Επιτροπή ισχυρίζεται, αφενός, ότι, ενόψει της ανά πενταετία αναθεωρήσεως, το επίπεδο των καταβαλλομένων στις Βρυξέλλες μισθωμάτων αποτέλεσε επίσης αντικείμενο έρευνας μέσω των μεσιτικών γραφείων. Διεξήχθη έρευνα στον κύκλο των υπαλλήλων, αλλά για να υπολογιστεί ο κοινός δείκτης που μπορεί να καταστήσει δυνατή την ενημέρωση της ισοτιμίας της αγοραστικής δυνάμεως.
79. Αφετέρου, σύμφωνα με τις εξηγήσεις της Επιτροπής και όπως επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα της ΣΥΕΚ προς τις εθνικές αρχές σχετικά με τις λεπτομέρειες της έρευνας που θα διεξαγόταν μέσω των μεσιτικών γραφείων (βλέπε παραρτήματα 1 και 2 της απαντήσεως της Επιτροπής στις γραπτές ερωτήσεις του Δικαστηρίου), η έρευνα αυτή δεν έλαβε οπωσδήποτε υπόψη την κατοικία που βρίσκεται στο κέντρο των πόλεων, αλλά σε "περιοχές κατοικιών ανώτερης και μέσης κατηγορίας" , που μπορούν να περιλαμβάνουν τόσο την περιφέρεια, όσο και τις ιδιαίτερες περιοχές του κέντρου.
80. Η Επιτροπή αναφέρει, εξάλλου, ότι στους υπολογισμούς της η ΣΥΕΚ έλαβε υπόψη τον τύπο κατοχής της κατοικίας - αγορά ή μίσθωση - με τη χρησιμοποίηση "σταθμίσεως ιδιοκτητών", παράλληλα προς την "στάθμιση μισθωτών", και με την προσφυγή στην τεχνική του καταλογιζομένου μισθώματος, που συνίσταται στην εφαρμογή της ίδιας ισοτιμίας για το μίσθωμα και την αγορά και χρησιμοποιείται καθημερινά στο πλαίσιο των υπολογισμών των εθνικών λογιστικών στοιχείων.
81. 'Οσον αφορά, τέλος, τις κρίσεις του Συμβουλίου για τη συμφωνία, μεταξύ τους, των αποτελεσμάτων, η Επιτροπή κατηγορεί το καθού ότι συγχέει τον τρόπο υπολογισμού του στοιχείου "κατοικία" με τον έλεγχο αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων που συνάχθηκαν με τον τρόπο αυτό. Η προσφεύγουσα υπενθυμίζει σχετικά ότι δεν ισχυρίστηκε ποτέ πως οι αξίες προς σύγκριση - τιμή χωρίς κατοικία, τιμή με κατοικία (στις πρωτεύουσες ή γενικά) και κόστος οικοδομήσεως - δεν συμπίπτουν ποτέ ή συμπίπτουν πάντα. Οι διάφορες αξίες θα τείνουν, φυσικά, να προσεγγίζουν η μία την άλλη, όσο πιο ελεύθερη είναι η αγορά και όσο ασθενέστερες είναι οι κρατικές παρεμβάσεις ή οι απότομες συγκεντρώσεις πληθυσμού. Αντίθετα, η παρεμπόδιση της οικοδομήσεως, οι κρατικές παρεμβάσεις ή οι απότομες συγκεντρώσεις πληθυσμού μπορούν να προκαλέσουν αποκλίνουσες εξελίξεις των εν λόγω μεγεθών.
82. Επομένως, οι έλεγχοι αξιοπιστίας των αριθμητικών στοιχείων πρέπει να στηρίζονται σε διακυμάνσεις που παραμένουν εντός ευλόγων ορίων, αφού η παρέμβαση δικαιολογείται μόνο σε περίπτωση υπερβάσεως των ορίων αυτών, αντίθετη προς τα στοιχειωδέστερα διδάγματα της κοινής πείρας.
83. Αυτό συνέβη, κατά την Επιτροπή, με τη χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων που αντλήθηκαν από τα εθνικά λογιστικά στοιχεία για το σύνολο της χώρας. Δύο κατηγορίες δεδομένων - τιμές αποκλείουσες την κατοικία και δείκτες τιμών οικοδομήσεως - συμφωνούσαν, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις διαπιστώθηκε σημαντική απόκλιση από τις τιμές που περιελάμβαναν την κατοικία, πράγμα που νόθευε τις άλλες κατηγορίες.
84. Επειδή σκοπός του ελέγχου ήταν να ελεγχθεί αν οι σχέσεις μεταξύ των συντελεστών καθόριζαν σωστά την αγοραστική ισοδυναμία, η Επιτροπή πρόσεξε τις περιπτώσεις στις οποίες το κόστος της κατοικίας αντέφασκε προς το κόστος ζωής γενικά. Διαπίστωσε ιδίως ότι, σε τέσσερα κράτη μέλη, οι δείκτες που περιελάμβαναν το κόστος του μισθώματος ήταν σαφώς κατώτεροι από αυτούς που το απέκλειαν ή αναφέρονταν στο κόστος της οικοδομήσεως, πράγμα που αντέφασκε προς τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς τη σχετική εξέλιξη των τιμών στους διαφόρους τομείς.
85. Κατά την επεξεργασία της δεύτερης προτάσεώς της, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα στοιχεία του κόστους που παρουσίαζαν προβλήματα στο παρελθόν είχαν αποκτήσει συνοχή, χωρίς όμως τα άλλα στοιχεία να έχουν χάσει την δική τους. Στην περίπτωση π.χ. του Λονδίνου, η Επιτροπή αναφέρει ότι τα αποτελέσματα έδειξαν ότι, ενώ το μίσθωμα μέσω "μεσιτικού γραφείου" δεν είναι "αφύσικα υψηλό", το κόστος της κατοικίας βάσει των "εθνικών λογιστικών στοιχείων" είναι ασφαλώς "αφύσικα χαμηλό".
86. Οι εξηγήσεις της Επιτροπής είναι, κατ' εμέ, πειστικές υπό την έννοια ότι:
α) η μέθοδος υπολογισμού που στηρίζεται σε δεδομένα συναγόμενα από τα εθνικά λογιστικά στοιχεία καταλήγει σε νοθευμένα και μη αξιόπιστα αποτελέσματα. Στο πλαίσιο αυτό, ο ισχυρισμός του Συμβουλίου, κατά τον οποίο η Επιτροπή εισήγαγε το κατώφλι του 2,5 % μόνο για να αποφύγει τη μείωση των συντελεστών που προέκυπτε από την εφαρμογή αυτής της μεθόδου, δεν φαίνεται καθόλου βάσιμος. Πειστικές είναι, αντίθετα, οι εξηγήσεις της Επιτροπής περί της αξιοπιστίας της μεθόδου
β) δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι η μέθοδος που χρησίμευσε ως βάση της δεύτερης πρότασης της Επιτροπής πάσχει όλα τα τεχνικά σφάλματα που καταλόγισε το Συμβούλιο, επειδή οι έρευνες οργανώθηκαν κατά τρόπο που φαίνεται σοβαρός και σταθμισμένος. Εν πάση περιπτώσει, η κριτική του Συμβουλίου δεν συνοδεύεται από αποδεικτικά στοιχεία δυνάμενα να κλονίσουν την αξιοπιστία της κατά τρόπο αποφασιστικό
γ) η μέθοδος που εφάρμοσε η Επιτροπή κατά την επεξεργασία της δεύτερης προτάσεώς της, χωρίς να είναι ιδανική, αποτελεί, ανεξάρτητα από τις αντιρρήσεις που μπορεί να προκαλέσει η εφαρμογή της, καλύτερη προσέγγιση της πραγματικότητας από εκείνη που στηρίζεται σε συνολικά μεγέθη των εθνικών λογιστικών στοιχείων.
87. Πρέπει να ειπωθεί, εξάλλου, ότι η επιχειρηματολογία των διαδίκων εγγίζει το λεπτό ζήτημα της εκτάσεως των εξουσιών της ΣΙΕΚ, της Επιτροπής και του Συμβουλίου, αντίστοιχα. Θα αποφανθώ σχετικά παρακάτω.
88. Προηγουμένως, όμως, θα εξετάσω το δεύτερο λόγο της απορρίψεως της προτάσεως της Επιτροπής από το Συμβούλιο.
1.3.2. Η έλλειψη συμφωνίας μεταξύ της ΣΥΕΚ και των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών
89. Η απόφαση του 1981 (σημείο ΙΙ, 1.1, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος) ορίζει, όπως και το άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, σχετικά με την επεξεργασία κοινού δείκτη - ότι η ανά πενταετία αναθεώρηση των διορθωτικών συντελεστών πρέπει να πραγματοποιείται "σε συμφωνία με τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών".
90. 'Οπως, όμως, προκύπτει ήδη από τις αιτιολογικές σκέψεις του προσβαλλόμενου κανονισμού, το Συμβούλιο θεωρεί ότι η προϋπόθεση αυτή δεν τηρήθηκε από την Επιτροπή κατά την επεξεργασία της δεύτερης προτάσεώς της.
91. Πράγματι, όπως αναγνωρίζει και η ίδια η Επιτροπή, μία από τις αντιπροσωπείες στην ομάδα εμπειρογνωμόνων που επικουρεί τη ΣΥΕΚ στις εργασίες της για το κόστος ζωής (η βρετανική αντιπροσωπεία, ακριβέστερα) δεν αποδέχτηκε τη μέθοδο που προτάθηκε ούτε τα αποτελέσματα στα οποία αυτή κατέληξε.
92. Η ΣΥΕΚ θεώρησε, εντούτοις, για λόγους που εκτίθενται στην προσφυγή της Επιτροπής, ότι έπρεπε να συστήσει να μη ληφθεί υπόψη η διαφωνία αυτή και πρότεινε στην Επιτροπή να υιοθετήσει τα αριθμητικά στοιχεία στα οποία είχε καταλήξει χάρη στην έρευνά της, πράγμα που έπραξε η τελευταία στη δεύτερη πρότασή της.
93. Στο υπόμνημα αντικρούσεως το Συμβούλιο υποστήριξε μάλιστα ότι ούτε η μέθοδος ούτε τα αποτελέσματα της έρευνας που ανέθεσε η Επιτροπή στη ΣΥΕΚ είχαν ποτέ υποβληθεί στην ομάδα των αρμόδιων εμπειρογνωμόνων της στατιστικής.
94. Η αιτίαση αυτή δεν επιβεβαιώνεται, πάντως, από τη δικογραφία, από την οποία προκύπτει ότι η έρευνα και τα αποτελέσματά της υποβλήθηκαν στην κρίση της ομάδας εμπειρογνωμόνων "Στατιστικές των τιμών".
95. Μπορεί, επομένως, η αντίθεση που εκφράστηκε με την ευκαιρία αυτή από μια αντιπροσωπεία να επηρεάσει το νόμιμο της προτάσεως που την αγνόησε;
96. Η Επιτροπή υποστηρίζει σχετικά ότι η πρότασή της καταρτίστηκε κατά τη συνήθη διαδικασία συνεργασίας με τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών, ότι τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω των υπηρεσιών αυτών (ένας εμπειρογνώμονας κάθε εθνικής στατιστικής υπηρεσίας συνόδευσε, μάλιστα, συστηματικά τους εκπροσώπους της ΣΥΕΚ κατά τις έρευνές τους) και ότι η διαφωνία ενός μέλους της ομάδας "Στατιστικές των τιμών" για ένα από τα στοιχεία της έρευνας δεν μπορούσε να παρεμποδίσει διαδικασία προορισμένη να εφαρμόσει επιταγή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
97. Ενόψει προτάσεως της Επιτροπής, το Συμβούλιο ήταν, επομένως, υποχρεωμένο να λάβει υπόψη τα συμπεράσματα της ΣΥΕΚ, στα οποία στηριζόταν η πρόταση αυτή (έστω και παρά την αντίθεση μιας αντιπροσωπείας στην ομάδα "Στατιστικές των τιμών") και δεν μπορούσε να αντικαταστήσει τα αριθμητικά στοιχεία που υπολογίστηκαν βάσει ακριβούς μεθόδου με αριθμούς προδήλως ακατάλληλους.
98. Η συζήτηση θίγει σαφώς εκ νέου το πρόβλημα των σχετικών αρμοδιοτήτων των δύο οργάνων και των ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Συμβουλίου.
99. Πώς πρέπει να επιλυθεί η διαφορά;
1.4. Προτάσεις επί του πρώτου σκέλους της προσφυγής
100. Ο τεχνικός χαρακτήρας των προβλημάτων που ανακύπτουν στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, καθώς και ο ενίοτε τραχύς χαρακτήρας των επιχειρημάτων που αντηλλάγησαν μεταξύ των διαδίκων, κατέστησαν αναγκαία, χάριν μεγαλύτερης σαφήνειας, την ανωτέρω παρέκβαση σχετικά με τα διάφορα σημεία, στα οποία αναφέρεται ο πρώτος λόγος ακυρώσεως.
101. Πράγματι, η προσφεύγουσα και το καθού αντιμετώπισαν κατά κανόνα δικές τους ερμηνευτικές παραλλαγές των επιχειρημάτων του αντιδίκου, πράγμα που δυσχέρανε τον προσδιορισμό των αντίστοιχων θέσεων, ακόμη και των πραγματικών περιστατικών.
102. Εξάλλου, τα ουσιώδη νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από την προσφυγή φαίνονται ενίοτε να έχουν καθοριστεί ανεπαρκώς και να πάσχουν ασάφειες δυνάμενες να δυσχεράνουν την ανάλυσή τους.
103. Η προσέγγιση που προηγήθηκε καθιστά, εντούτοις, δυνατή τη διατύπωση ορισμένων επιμέρους κρίσεων, που μπορούν να αποτελέσουν βάση των προτάσεων επιλύσεως της διαφοράς που έχω καθήκον να αναπτύξω:
α) κατά το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, τη νομολογία του Δικαστηρίου και την απόφαση του 1981 του Συμβουλίου που καθόρισε τον τρόπο εφαρμογής της διατάξεως αυτής του κανονισμού, η τήρηση της αρχής της αγοραστικής ισοδυναμίας των αποδοχών των υπαλλήλων των Κοινοτήτων σημαίνει τον κατά το δυνατό ακριβή προσδιορισμό των στοιχείων του κόστους ζωής που αφορούν ιδιαίτερα την κατάσταση των υπαλλήλων αυτών στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας τους
β) οι μέσες συνολικές τιμές των μισθωμάτων κατοικίας που παρέχονται από τα εθνικά λογιστικά στοιχεία επηρεάζονται από παράγοντες άσχετους προς την κατάσταση των ακριβών τόπων στους οποίους υπηρετούν οι υπάλληλοι, έτσι ώστε η προσφυγή στα μεγέθη αυτά να μην καθιστά δυνατή την εκτίμηση ενός σημαντικού στοιχείου του κόστους ζωής των κοινοτικών υπαλλήλων με επαρκή ακρίβεια για την εξασφάλιση της αγοραστικής ισοδυναμίας των αποδοχών τους, αντίστοιχα
γ) υποβάλλοντας τη δεύτερή της πρόταση αναθεωρήσεως των διορθωτικών συντελεστών, η Επιτροπή θέλησε να διορθώσει τα αποτελέσματα, στα οποία είχε καταλήξει - όσον αφορά ένα στοιχείο του κόστους ζωής - εφαρμόζοντας μια αναξιόπιστη μέθοδο, που αμφισβητήθηκε, για το λόγο αυτό, καταρχήν στα πλαίσια του Συμβουλίου. Η νέα μέθοδος που εφαρμόστηκε από τη ΣΥΕΚ και της οποίας τα αποτελέσματα αποδέχτηκε η Επιτροπή αποτελεί, ανεξάρτητα από τα ενδεχόμενα προβλήματα τεχνικού χαρακτήρα, καλύτερη προσέγγιση της πραγματικότητας από την προσφυγή στη μέση τιμή μισθωμάτων βάσει των εθνικών λογιστικών δεδομένων. Δεν είναι, επομένως, ανάγκη να αποκλειστεί εκ των προτέρων η αξιοπιστία της.
104. Θα μπορούσε, ίσως, να υποστηριχτεί ότι η ιδανική μέθοδος - που θα είχε καταστήσει δυνατή την πλήρη επίτευξη των σκοπών της ανά πενταετία αναθεωρήσεως - θα ήταν η άμεση έρευνα στον κύκλο των ίδιων των υπαλλήλων που θα καθιστούσε γνωστά τα πραγματικά ποσά των εξόδων τους κατοικίας.
105. Αμφιβάλλω ότι έχουν έτσι τα πράγματα.
106. Βέβαιο είναι ότι το γεγονός ότι η άμεση έρευνα διεξήχθη στον κύκλο των υπαλλήλων που κατοικούν στις Βρυξέλλες, στο Λουξεμβούργο και στο Varese - όπου είναι πολυαριθμότεροι - φαίνεται να δείχνει ότι η ίδια πρακτική μπορεί να εφαρμοστεί και στις άλλες πρωτεύουσες.
107. Η Επιτροπή εξήγησε, ωστόσο, ότι η μέθοδος αυτή δεν φαίνεται στατιστικώς ορθή, επειδή στις πρωτεύουσες αυτές δεν υφίσταται δείγμα αρκετά αντιπροσωπευτικό, λόγω του αρκετά μικρού αριθμού των υπαλλήλων που κατοικούν σε αυτές.
108. Το επιχείρημα αυτό φαίνεται πειστικό, επειδή δεν θα ήταν σωστό να επηρεάζονται πολύ οι προσαρμογές των συντελεστών από ατομικές αποφάσεις ή καταστάσεις που αφίστανται αισθητά - σε σχετικά περιορισμένο χώρο - από το συνηθέστερο τύπο κατοικίας των υπαλλήλων.
109. Από την άποψη αυτή, η προσφυγή στους "τύπους κατοικίας" μπορεί, επομένως, να εμφανίζεται ως μέθοδος λιγότερο δεκτική στρεβλώσεων. Αυτή τη μέθοδο φαίνεται, άλλωστε, ότι ακολουθούν για τους υπαλλήλους τους και άλλοι διεθνείς οργανισμοί (ΟΟΣΑ, Διεθνής Τράπεζα) που φημίζονται για την τεχνική ικανότητα των στατιστικών τους υπηρεσιών και την ποιότητα των οικονομικών τους μελετών.
110. Επίσης ένα άλλο στοιχείο θα καθιστούσε, άλλωστε, ασφαλώς δυσκολότερη την προσφυγή στην άμεση έρευνα εντός του κύκλου των υπαλλήλων, όταν χρειάστηκε να επεξεργαστεί η Επιτροπή τη δεύτερη πρότασή της: αναφέρομαι στο χρόνο που είχε ήδη διανυθεί από τη λήξη της περιόδου αναφοράς (τέσσερα έτη) και που μπορούσε να καταστήσει πιο αβέβαια τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής, δηλαδή τη δυνατότητα διεξαγωγής της.
111. Εν πάση περιπτώσει, αν είχε χρησιμοποιηθεί η μέθοδος αυτή, θα ήταν, ασφαλώς, αναγκαίο να ληφθούν τα κατάλληλα τεχνικά μέτρα για την εξουδετέρωση των στρεβλωτικών αποτελεσμάτων που προανέφερα. 'Ενα από τα μέσα που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη διόρθωση των δεδομένων της άμεσης έρευνας θα ήταν τότε, ίσως, η έρευνα μέσω των μεσιτικών γραφείων ...
112. Δεν μπορεί, ασφαλώς, να ισχυριστεί κανείς με βεβαιότητα ότι η μέθοδος που υιοθέτησε η Επιτροπή είναι εντελώς άψογη ή, ακόμη λιγότερο, ότι πρόκειται για την ιδανική μέθοδο, αφού, άλλωστε, αμφισβητήθηκε ασυζητητί από τους εμπειρογνώμονες της στατιστικής του Ηνωμένου Βασιλείου.
113. Για το λόγο αυτό η συνεργασία μεταξύ της ΣΥΕΚ και των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών στον τομέα αυτό, που έχει ιδιαίτερα τεχνικό χαρακτήρα, είναι ουσιώδης για την υπερπήδηση των δυσκολιών και την επίτευξη ορθότερων λύσεων.
114. Αυτό το νόημα έχει το σημείο ΙΙ, 1.1, του παραρτήματος της αποφάσεως του 1981, που απαιτεί, τόσο για τον καθορισμό των κοινών δεικτών (όπως προβλέπεται στο άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως) όσο και για τον έλεγχο της ακρίβειας των διορθωτικών συντελεστών, τη συμφωνία των στατιστικών υπηρεσιών των κρατών μελών. Σημειωτέον ότι δεν επιβάλλεται στη ΣΥΕΚ απλώς να ακούσει τις εν λόγω υπηρεσίες ή να εργαστεί βάσει των πληροφοριών που οι τελευταίες της ανακοινώνουν, αλλά να ενεργεί σε συμφωνία μαζί τους.
115. Οφείλω να αναγνωρίσω ότι στην παρούσα υπόθεση η συμπεριφορά της Επιτροπής γεννά ορισμένους ενδοιασμούς ως προς τα συμπεράσματα που πρέπει να συναχθούν.
116. Βέβαιο είναι ότι κατά την ορθότερη ερμηνεία της υποχρεώσεως ενεργείας "σε συμφωνία με" τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες η ΣΥΕΚ πρέπει να ενεργεί "σε συνεργασία" ή σε "συνεννόηση" με τις υπηρεσίες αυτές.
117. Η Επιτροπή παρέσχε, όμως, όπως είδαμε, εξηγήσεις και έγγραφα περί του τρόπου με τον οποίο διεξήγαγε την έρευνα με τη βοήθεια των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών. Δεν προκύπτει ότι κάποια απ' αυτές αρνήθηκε τη συνεργασία της ή εξέφρασε την αντίθεσή της προς την προτεινόμενη μέθοδο, όπως αυτή περιγράφεται συνοπτικά στα έγγραφα της ΣΥΕΚ. Δεν μου φαίνεται δε ότι το γεγονός ότι η επαφή έγινε μέσω των συνήθων αντεπιστελλόντων της ΣΥΕΚ στις διάφορες εθνικές υπηρεσίες συνεπάγεται οποιαδήποτε αντικανονικότητα της διαδικασίας ή μεταβάλλει τη φύση της παρεμβάσεως των υπηρεσιών αυτών.
118. Είναι άλλωστε αναγκαίο να συζητείται προηγουμένως η μέθοδος με τις υπηρεσίες αυτές ή να εγκρίνεται από την ομάδα "Στατιστικές των τιμών" που επικουρεί τη ΣΥΕΚ;
119. Τι σημασία πρέπει να αποδοθεί στην παρέμβαση της ομάδας αυτής κατά τη διαδικασία ελέγχου και αναθεωρήσεως των διορθωτικών συντελεστών;
120. Είναι απαραίτητο, ενόψει της δεύτερης παραγράφου του σημείου ΙΙ, 1.1, του παραρτήματος της αποφάσεως του 1981 να συμφωνήσει - εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων - η ομάδα αυτή που αποτελείται από εμπειρογνώμονες της στατιστικής των κρατών μελών;
121. Τι συνέπειες μπορεί να έχει η διατύπωση αντιρρήσεων εκ μέρους εθνικού εμπειρογνώμονα μετέχοντος στην ομάδα αυτή;
122. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι χρήσιμη, ακόμη και αν δεν είναι απολύτως απαραίτητη για την επίλυση της παρούσας διαφοράς.
123. Ας σημειωθεί καταρχήν ότι, στο πλαίσιο της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων εμπλεκόμενων οργανισμών και θεσμικών οργάνων, στη ΣΥΕΚ απόκειται, όταν είναι αναγκαίο, ο τεχνικός καθορισμός της βάσεως, στην οποία η Επιτροπή θα επεξεργαστεί τις προτάσεις της και το Συμβούλιο θα εκδώσει τις αποφάσεις του. Σε έναν προεχόντως επιστημονικό και τεχνικό τομέα, η εργασία της αποκτά, φυσικά, θεμελιώδη σημασία.
124. Ως προς τον καθορισμό ή την αναθεώρηση των διορθωτικών συντελεστών, η διατύπωση της αποφάσεως του 1981 είναι σαφέστατη: στη ΣΥΕΚ απόκειται να ελέγξει ("η στατιστική υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ελέγχει ..."), σε συμφωνία με τις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών, αν οι σχέσεις μεταξύ διορθωτικών συντελεστών καθορίζουν σωστά την αγοραστική ισοδυναμία (σημείο ΙΙ, 1.1, δεύτερη παράγραφος). Σημειωτέον ότι η αρμοδιότητά της περιορίζεται στο εξής: στον έλεγχο της ορθότητας των διορθωτικών συντελεστών και όχι στην τροποποίησή τους.
125. Υπό τις συνθήκες αυτές θεωρώ ότι, μολονότι η Επιτροπή στήριξε την πρότασή της στις εργασίες της ΣΥΕΚ, το Συμβούλιο - στο οποίο απόκειται να εκδώσει την τελική απόφαση περί τροποποιήσεως των συντελεστών, όταν αυτή επιβάλλεται - δεν μπορεί να αντιταχθεί στα παρεχόμενα από τη ΣΥΕΚ τεχνικά δεδομένα παρά μόνο σε περίπτωση προφανούς πλάνης ή αντικανονικότητας της διαδικασίας.
126. Αυτό θα συνέβαινε π.χ. σε περίπτωση προφανούς ασυμφωνίας των αριθμητικών στοιχείων, όταν το Συμβούλιο μπορεί να επικαλεστεί άλλα, πειστικότερα αποτελέσματα, προερχόμενα από φορείς αντίστοιχης φήμης ή στην περίπτωση κατά την οποία ο έλεγχος των σχέσεων μεταξύ των διορθωτικών συντελεστών έγινε "σε συμφωνία με" τις εθνικές υπηρεσίες.
127. Πρέπει, όμως, να λεχθεί εν προκειμένω ότι δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς ανεπιφύλακτα ότι υπάρχει κάποιο από τα ελαττώματα αυτά.
128. Αφενός, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα αποτελέσματα της έρευνας μέσω των μεσιτικών γραφείων υποβλήθηκαν σε ελέγχους αξιοπιστίας που δεν μπόρεσαν να αμφισβητηθούν από το Συμβούλιο κατά τρόπο αποφασιστικό.
129. Εξάλλου, όχι μόνο δεν παρουσιάστηκαν σοβαρότερα, αλλά διαπιστώνεται επίσης ότι οι υιοθετηθείσες μέθοδοι εφαρμόζονται και από άλλους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς έναντι των υπαλλήλων τους.
130. Αφετέρου, όπως είδαμε, η ΣΥΕΚ προσέφυγε απευθείας στη συνεργασία των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών.
131. Είναι βέβαιο ότι η Επιτροπή, εξηγώντας τον τρόπο με τον οποίο οργάνωσε τη συνεργασία μεταξύ της ΣΥΕΚ και των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών, ανέφερε την ομάδα εργασίας "Στατιστικές των τιμών" ως έναν από τους θεσμούς που εξασφαλίζουν (μαζί με την ομάδα εργασίας "'Αρθρο 65 του κανονισμού" υπηρεσιακής καταστάσεως) τη συνεργασία αυτή. Φαίνεται μάλιστα ότι η ομάδα "Στατιστικές των τιμών" αποτελείται, σε μεγάλο βαθμό, από εκπροσώπους των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών.
132. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η παρέμβαση της ομάδας αυτής στις εργασίες ελέγχου των διορθωτικών συντελεστών πρέπει να γίνεται ήδη στο στάδιο της προπαρασκευής των εργασιών αυτών και της επεξεργασίας των εφαρμοστέων μεθόδων. Είναι, όμως, αμφίβολο αν αυτό έγινε στην παρούσα περίπτωση.
133. 'Οπως πληροφορήθηκα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, διατυπώθηκαν επίσης, εντός της ομάδας, αντιρρήσεις ως προς τα αποτελέσματα των ερευνών που διεξήχθησαν. Φαίνεται όμως ότι μόνο ένας εθνικός εμπειρογνώμονας (ο βρετανός) εξέφρασε την αντίθεσή του και μάλιστα μόνο ως προς τα αποτελέσματα της έρευνας που αφορούσε το Λονδίνο.
134. Από τη διαδικασία δεν προέκυψε, όμως, κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο ούτε για το σημείο αυτό (άποψη της ομάδας "Στατιστικές") ούτε ως προς την παρέμβαση των εθνικών στατιστικών υπηρεσιών, που καθιστά δυνατή την πλήρη περιγραφή της αλληλουχίας των γεγονότων καθώς και μια ακριβή και ορθή εκτίμησή τους.
135. Πρέπει, εξάλλου, να προσθέσω ότι, ενόψει των συμβουλευτικών αρμοδιοτήτων της ομάδας "Στατιστικές των τιμών", η αντίθεση μέλους της δεν μπορεί να κωλύει τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως από τη ΣΥΕΚ και την Επιτροπή, εκτός αν πρόκειται για ειδικές συνθήκες που θα οδηγούσαν σε προφανώς εσφαλμένο αποτέλεσμα, αν δεν λαμβάνονταν υπόψη.
136. Με την υπό κρίση προσφυγή δεν αμφισβητείται, άλλωστε, άμεσα ο τρόπος επεξεργασίας της προτάσεως της Επιτροπής που απορρίφθηκε από το Συμβούλιο, αλλά ο κανονισμός που τελικά εκδόθηκε από το τελευταίο και προσβλήθηκε από την Επιτροπή.
137. Πρέπει, όμως, να ειπωθεί ότι, ακόμη και αν έπρεπε να συναχθεί ασυζητητί το συμπέρασμα ότι η ΣΥΕΚ δεν τήρησε τη διαδικασία που καθορίζεται στην απόφαση του 1981 και, επομένως, ότι η απόρριψη της νέας προτάσεως της Επιτροπής είναι βάσιμη, το Συμβούλιο δεν είχε το δικαίωμα να στηριχτεί απλώς στην αρχική πρόταση της προσφεύγουσας (χωρίς εφαρμογή του κατωφλίου του 2,5 %), η οποία είχε απορριφθεί στο παρελθόν ως στηριζόμενη σε αναξιόπιστα δεδομένα.
138. Η τήρηση του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως επέβαλλε, αντίθετα, όχι μόνο την υιοθέτηση λύσεως στην οποία να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική ισοτιμία της αγοραστικής δυνάμεως των αποδοχών των υπαλλήλων, αλλά και τη στήριξη της λύσεως αυτής στη συνεργασία των οικείων στατιστικών υπηρεσιών και σε αποτελέσματα που η ίδια η ΣΥΕΚ δεν είχε θεωρήσει νοθευμένα.
139. Μολονότι δε οι αντιρρήσεις των βρετανών εμπειρογνωμόνων δεν είχαν, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, επίπτωση επί των αποτελεσμάτων που αφορούσαν το Λονδίνο, θα ήταν δυνατή η εισαγωγή, βάσει των διαθεσίμων δεδομένων και, ενδεχομένως, ύστερα από τις αναγκαίες συμπληρωματικές ενέργειες, διορθώσεων που θα μπορούσαν να τύχουν ομόφωνης αποδοχής.
140. Για όλους αυτούς τους λόγους, καθίσταται αναπόφευκτο το συμπέρασμα ότι ο πρώτος λόγος ακυρώσεως οδηγεί στην ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού.
141. Αν ληφθούν υπόψη τα διαθέσιμα στοιχεία και γίνουν οι αναγκαίες περιθωριακές διορθώσεις, σε συνεννόηση με τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες, δεν βλέπω να υπάρχουν σοβαρά εμπόδια για να εκπληρώσει η ΣΥΕΚ την αποστολή της, υποστηρίζοντας νέα πρόταση που θα υποβληθεί από την Επιτροπή σε εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
142. Τι πρέπει να προτείνω, στη συνέχεια, ως προς το δεύτερο λόγο ακυρώσεως;
2. Η αναδρομικότητα των διορθωτικών συντελεστών
143. Στη δεύτερή της πρόταση περί αναθεωρήσεως των διορθωτικών συντελεστών, η Επιτροπή καθόρισε ως ημερομηνία ενάρξεως ισχύος τους την 1η Ιανουαρίου 1981, λήξη της πενταετούς περιόδου που είχε παρέλθει από την προηγούμενη αναθεώρηση (1η Ιανουαρίου 1976).
144. Το Συμβούλιο δεν δέχτηκε, ωστόσο, την προταθείσα ημερομηνία ως σημείο ενάρξεως της ισχύος της αναθεωρήσεως των διορθωτικών συντελεστών, ισχυριζόμενο ότι "δεν μπορεί πλέον να προσδιοριστεί με επαρκή ακρίβεια η κατάσταση που επικρατούσε την 1η Ιανουαρίου 1981".
145. Αντ' αυτής, το Συμβούλιο επέλεξε την ημερομηνία που θεώρησε ότι είναι "η πρώτη κατάλληλη ημερομηνία μετά την υποβολή της τροποποιημένης προτάσεως, και στη συγκεκριμένη περίπτωση η 1η Ιουλίου 1986".
146. Η Επιτροπή αμφισβητεί ακριβώς τη νομιμότητα αυτής της αποφάσεως, επικαλούμενη τα εξής επιχειρήματα:
α) η αναθεώρηση των διορθωτικών συντελεστών, όπως προκύπτει από το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, έχει σκοπό να ελέγχει και να εξασφαλίζει την ισοτιμία της αγοραστικής δυνάμεως των υπαλλήλων. Επομένως, η τροποποίηση πρέπει να τεθεί σε ισχύ από τη στιγμή που διαπιστώθηκε η μεταβολή της αγοραστικής δυνάμεως (1η Ιανουαρίου 1981)
β) κατά την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Roumengous-Carpentier (σκέψεις 25 έως 28) και λοιποί (12), αποκλείεται να έχει το Συμβούλιο, στο πλαίσιο του άρθρου 65, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, διακριτική ευχέρεια ως προς την αναδρομικότητα ή μη των μέτρων προσαρμογής των διορθωτικών συντελεστών, σε περίπτωση αισθητής διακυμάνσεως του κόστους ζωής. Κατά το Δικαστήριο, σε μια τέτοια περίπτωση, το Συμβούλιο, αφού διαπιστώσει αισθητή αύξηση του κόστους ζωής, πρέπει να ενεργήσει ανάλογα.
Σε εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 3681/83 της 19ης Δεκεμβρίου 1983 (13) που καθόρισε τους νέους διορθωτικούς συντελεστές με ισχύ που ανατρέχει στην ημερομηνία κατά την οποία σημειώθηκε αισθητή αύξηση του κόστους ζωής (στη Ρώμη και στο Varese).
Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο κανόνας που θεσπίστηκε από το Δικαστήριο για την εφαρμογή του άρθρου 65, παράγραφος 2, ισχύει, κατά μείζονα λόγο, στο πλαίσιο του άρθρου 64 που αποτελεί, άλλωστε, τη νομική βάση του κανονισμού 3087/78 της 21ης Δεκεμβρίου 1978 (14), που προσβλήθηκε στην απόφαση Roumengous και του τροποποιητικού κανονισμού της 19ης Δεκεμβρίου 1983
γ) η Επιτροπή αμφισβητεί, εξάλλου, τους δύο λόγους που εξηγούν, κατά το Συμβούλιο, την αδυναμία επαρκώς ακριβούς προσδιορισμού της καταστάσεως που επικρατούσε την 1η Ιανουαρίου 1981.
Αφενός, δεν είναι πειστική η επίκληση των "ημερομηνιών υποβολής της αρχικής και τροποποιημένης πρότασης", αφού σημασία έχει μόνο η δυνατότητα ή μη του επιφορτισμένου με τον έλεγχο των τιμών οργάνου να εκπληρώσει την αποστολή του, την οποία εκπλήρωσε προσφεύγοντας στον υπολογισμό βάσει των εθνικών δεικτών τιμών, συνήθη τακτική των στατιστικών. Το διάστημα των 18 μηνών που διανύθηκε μεταξύ της υποβολής εκ μέρους της ΣΥΕΚ των αποτελεσμάτων της έρευνας και της υποβολής της πρώτης προτάσεως της Επιτροπής εξηγείται, εξάλλου, από τους δισταγμούς ως προς τη λήψη υπόψη του στοιχείου "κατοικία", καθώς και την τεχνική συνεννόηση με το προσωπικό.
Αφετέρου, δεν θα είχε νόημα η επίκληση των "δυσκολιών που παρουσιάστηκαν για τον ακριβή υπολογισμό του στοιχείου '' κατοικία' '", αφού η απόρριψη της πρώτης προτάσεως της Επιτροπής δεν της άφηνε άλλη επιλογή από τον κατά το δυνατό ακριβή προσδιορισμό του κόστους ζωής κατά το χρονικό σημείο αναφοράς
δ) η Επιτροπή θεωρεί, τέλος, ότι η επιλογή της 1ης Ιουλίου 1986 από το Συμβούλιο αντιφάσκει προς το ίδιο το γράμμα του κανονισμού, στον οποίο το Συμβούλιο δέχεται "ορισμένη διολίσθηση στις ισοτιμίες της αγοραστικής δυνάμεως των υπαλλήλων" και στον οποίο αναφέρονται ημερομηνίες ελέγχου των διορθωτικών συντελεστών (1980, 1984 και 1985) προγενέστερες της 1ης Ιουλίου 1986.
Η Επιτροπή θεωρεί εξάλλου την επιλογή του Συμβουλίου ("η πρώτη κατάλληλη ημερομηνία μετά την υποβολή της τροποποιημένης πρότασης") αυθαίρετη και στερούμενη σημασίας.
147. Είμαι και εγώ της γνώμης ότι η θέση του Συμβουλίου δεν είναι υποστηρίξιμη.
148. Υπό κρίση είναι η ακριβής τήρηση από το θεσμικό αυτό όργανο των επιταγών του άρθρου 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και της αποφάσεως του 1981.
149. Επιβάλλεται, όμως, η διαπίστωση ότι τα καθιερωθέντα με την απόφαση Roumengous μπορούν να εφαρμοστούν, mutatis mutandis, στην περιοδική (ανά πενταετία) αναθεώρηση των διορθωτικών συντελεστών.
150. Αυτό προκύπτει από την αναγνώριση της αρχής της ισοτιμίας της αγοραστικής δυνάμεως, όπως καθιερώθηκε από τη νομολογία αυτή και συγκεκριμενοποιήθηκε στην απόφαση του 1981.
151. Ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και η απόφαση που προέβλεψε την κατάλληλη για την εφαρμογή της μέθοδο επιβάλλουν οι σχέσεις μεταξύ διορθωτικών συντελεστών "να καθορίζουν σωστά την αγοραστική ισοδυναμία μεταξύ των αποδοχών που καταβάλλονται στο προσωπικό" που υπηρετεί στους διαφόρους τόπους υπηρεσίας.
152. Ο περιοδικός έλεγχος των συντελεστών συνεπάγεται την τροποποίησή τους, κάθε φορά που προκύπτει ότι οι διακυμάνσεις του κόστους ζωής μετέβαλαν τις σχέσεις μεταξύ της αγοραστικής δυνάμεως των υπαλλήλων και διατάραξαν την ισοτιμία τους.
153. Η τροποποίηση επομένως πρέπει, κατ' ανάγκη, να τίθεται σε ισχύ αφότου έγινε ο έλεγχος των ισοτιμιών της αγοραστικής δυνάμεως των υπαλλήλων και αφότου συνάχθηκε το συμπέρασμα ότι οι ορισθέντες συντελεστές δεν τις εξέφραζαν πλέον ακριβώς.
154. Επειδή ο έλεγχος γίνεται (ή περατούται) κατά γενικό κανόνα εκ των υστέρων, η τροποποίηση γίνεται κανονικά "αναδρομικά", υπό την έννοια ότι θα παραγάγει αποτελέσματα από χρονικό σημείο προγενέστερο εκείνου κατά το οποίο έγινε η ανάλυση και κατά το οποίο εκδόθηκε, κατά συνέπεια, η απόφαση περί τροποποιήσεως.
155. Αυτό απορρέει από τον ίδιο το νομικό κανόνα και όχι από οποιαδήποτε αρχή της ασφαλείας του δικαίου ή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, στηριζόμενης ή μη σε δέσμευση που ανέλαβε η διοίκηση.
156. Σε αντίθετη περίπτωση θα έμεναν για μεγάλο χρονικό διάστημα ατροποποίητοι συντελεστές για τους οποίους έχει ήδη (από πενταετίας) διαπιστωθεί ότι δεν εκφράζουν με ακρίβεια τις ισοτιμίες της αγοραστικής δυνάμεως.
157. Επιβάλλεται, εξάλλου, η διαπίστωση ότι η εφαρμογή των νέων διορθωτικών συντελεστών από την 1η Ιουλίου 1986 θα σήμαινε μόνο ότι παρήλθαν τουλάχιστον δέκα έτη από την προηγούμενη αναθεώρηση.
158. Βέβαιο είναι ότι ο χρόνος που διανύθηκε από την περίοδο αναφοράς καθιστά δυσκολότερο τον υπολογισμό. Δεν νομίζω, εντούτοις, ότι το επιχείρημα αυτό μπορεί να αντιταχθεί στην αναδρομικότητα της τροποποιήσεως των συντελεστών.
159. Πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι μόνον ο παράγων "κόστος της κατοικίας" αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς (και, όπως φαίνεται, στο πλαίσιο των τεχνικών οργάνων, μόνο - ή κυρίως - όσον αφορά το Λονδίνο), αφού όλα τα άλλα στοιχεία του κόστους ζωής υπολογίστηκαν, αναμφισβήτητα, σε σχέση με την 1η Ιανουαρίου 1981 βάσει ερευνών που διεξήχθησαν το 1980 και 1981.
160. Τα σχετικά με τα μισθώματα δεδομένα άρχισαν να αντλούνται από τα εθνικά λογιστικά στοιχεία (πρώτη πρόταση της Επιτροπής) για να προσδιοριστούν στη συνέχεια (δεύτερη πρόταση) με έρευνες που διεξήχθησαν το 1984 και 1985, τα αποτελέσματα των οποίων προσαρμόστηκαν στην 1η Ιανουαρίου 1981.
161. Δεν είναι ούτε λογικό ούτε δίκαιο να γίνεται, προς αποφυγή της αναδρομικότητας, επίκληση του μεσολαβήσαντος χρόνου, ενώ υφίστανται αριθμητικά στοιχεία για τον Ιανουάριο 1981 (μεγάλο μέρος των οποίων συνελέγη εκείνη την περίοδο).
162. Και ο ισχυρισμός αυτός ισχύει, κατ' εμέ, τόσο για τον προσβαλλόμενο κανονισμό (στηριζόμενο, όσον αφορά το κόστος της στέγης, στις αξίες των εθνικών λογιστικών στοιχείων), όσο και για τη δεύτερη πρόταση της Επιτροπής που απορρίφθηκε από το Συμβούλιο (που στηριζόταν, όσον αφορά την κατοικία, σε έρευνα μέσω των μεσιτικών γραφείων). Στην τελευταία αυτή περίπτωση κατέστη δυνατή η συναγωγή αριθμητικών στοιχείων για την 1η Ιανουαρίου 1981. Πρόκειται για τεχνική εφαρμοζόμενη διεθνώς. Δεν εγγυάται, ασφαλώς, κατά 100 % την ακρίβεια των συναγόμενων αποτελεσμάτων, αλλ' αυτό αληθεύει για κάθε τεχνική που χρησιμοποιείται στον τομέα της στατιστικής. Το ίδιο το Συμβούλιο αναγκάστηκε άλλωστε να τη χρησιμοποιήσει, αφού στην πρόταση της Γενικής του Γραμματείας, στην οποία στηρίχτηκε ο προσβαλλόμενος κανονισμός, διευκρινίζεται ότι "οι νέοι διορθωτικοί συντελεστές υπολογίστηκαν με προσαρμογή των εθνικών λογιστικών δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν κατά τον έλεγχο της 1ης Ιανουαρίου 1981 στην 1η Ιουλίου 1986".
163. Ούτε μπορεί να αντιταχθεί στην αναδρομικότητα το επιχείρημα που συνήγαγε το Συμβούλιο από το χρηματοοικονομικό κόστος του υπολογισμού. Αυτό δεν αποτελεί σκέψη την οποία μπορεί το Συμβούλιο να αντιτάξει στην τήρηση των επιταγών του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως και στην ικανοποίηση των δικαιολογημένων σχετικών προσδοκιών των υπαλλήλων.
164. Απομένει να εξεταστεί ποια ακριβής ημερομηνία πρέπει να ληφθεί υπόψη.
165. Η Επιτροπή, για να υπερασπίσει την 1η Ιανουαρίου 1981, επικαλείται την πενταετή περιοδικότητα που προβλέπεται στην απόφαση του 1980.
166. Δεν μου φαίνεται ότι έτσι έχουν, κατ' ανάγκη, τα πράγματα.
167. Πράγματι, η απόφαση του 1976 αναφερόταν μόνο σε "περιοδικό έλεγχο", χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση.
168. Η απόφαση όμως του 1981, που καθιέρωσε την αρχή της αναθεωρήσεως ανά πενταετία, προσδιορίζει στο πρώτο της άρθρο ότι η νέα μέθοδος που προβλέπει πρέπει να εφαρμόζεται επί δέκα έτη μετά την 1η Ιουλίου 1981.
169. Επειδή η απόφαση τέθηκε σε ισχύ στις 15 Δεκεμβρίου 1981 (άρθρο 2), πρέπει να θεωρηθεί ότι έπρεπε να εφαρμοστεί στη διαδικασία αναθεωρήσεως των διορθωτικών συντελεστών που έγινε τότε.
170. Εν πάση περιπτώσει, η απόφαση αυτή καθιστά υποχρεωτική την ανά πενταετία αναθεώρηση, όχι από 1ης Ιανουαρίου, αλλά μόνο από 1ης Ιουλίου 1981.
171. Εντούτοις, μολονότι δεν ήταν υποχρεωτικό να αρχίσει να τρέχει η πενταετής περίοδος από 1ης Ιανουαρίου 1981, ήταν ήδη δυνατό, βάσει της μεθόδου του 1976, να έχει η "περιοδική αναθεώρηση" των συντελεστών αυτή την ημερομηνία ως σημείο αναφοράς. Η υιοθέτηση της ημερομηνίας αυτής θα καταστήσει δυνατό να αποφευχθεί η δυσκολία της προσαρμογής των βασικών δεδομένων σε συνάρτηση προς άλλη ημερομηνία. Θα πρέπει απλώς η αρίθμηση των νεών πενταετών περιόδων να αρχίζει από την ημερομηνία αυτή.
ΙV - Προτάσεις
172. Από τα ανωτέρω προκύπτει, κατ' εμέ, ότι η προσφυγή της Επιτροπής είναι βάσιμη και ότι ο κανονισμός 3619/86 του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 1986 περί τροποποιήσεως των διορθωτικών συντελεστών που εφαρμόζονται επί των αποδοχών και συντάξεων των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που υπηρετούν εκτός Βρυξελλών και Λουξεμβούργου πρέπει να ακυρωθεί.
173. Για να αποφευχθεί κενό στο καθεστώς των αποδοχών, νομίζω ότι πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα της Επιτροπής που ζητεί από το Δικαστήριο να ορίσει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 174, εδάφιο 2, της Συνθήκης και κατά το πρότυπο της αποφάσεως της 5ης Ιουνίου 1973 στην υπόθεση 81/72 (15) περί της εφαρμογής του άρθρου 65 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ότι ο ακυρωθείς κανονισμός συνεχίζει να παράγει αποτελέσματα μέχρι θεσπίσεως νέου κανονισμού από το Συμβούλιο.
174. Επειδή οι διάδικοι δεν προέβαλαν σχετικό αίτημα, ο καθένας τους βαρύνεται με τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα πορτογαλικά.
(1) ΕΕ L 336 της 29.11.1986, σ. 1.
(2) Υπόθεση 194/86, Rydalm κατά Επιτροπής υπόθεση 327/86, Herkenrat και λοιποί κατά Επιτροπής υπόθεση 328/86, Brazzelli και λοιποί υπόθεση 163/87, Nowak κατά Επιτροπής υπόθεση 295/87, Bertolo και λοιποί κατά Επιτροπής υπόθεση 300/87, Baumgaertner και λοιποί κατά Επιτροπής υποθέσεις 312 και 317/87, Nonon, Andreasen, Binns, Swinnock, Price, Kingston και λοιποί κατά Επιτροπής, Κοινοβουλίου, Δικαστηρίου και Ελεγκτικού Συνεδρίου υποθέσεις 332 και 336/87, Da Po, Actis-Dato και λοιποί κατά Επιτροπής, αντίστοιχα.
(3) Βλέπε απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 158/79, Roumengous και λοιποί, Συλλογή 1982, σ. 4379, σκέψη 9 βλέπε επίσης αποφάσεις της 15ης Ιανουαρίου 1985 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 532, 534, 543, 567, 600, 618 και 660/79, Jan Amesz και λοιποί βλέπε υπόθεση 737/79, Dino Battaglia και λοιποί, Συλλογή 1985, σ. 71.
(4) ΕΕ L 386 της 31.12.1981, σ. 6.
(5) Βέβαιο είναι ότι στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως του 1981 δεν αναφέρεται το άρθρο 65 και ότι το σημείο ΙΙ, 1, της αποφάσεως φέρει τον τίτλο "Ετήσια εξέταση του επιπέδου των αποδοχών (άρθρο 65, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως)". Εντούτοις, μολονότι η περίπτωση αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της ετήσιας εξέτασης, το σημείο ΙΙ, 1.1, ρυθμίζει την ανα πενταετία αναθεώρηση των διορθωτικών συντελεστών αναφέροντας στο πρώτο του εδάφιο το άρθρο 64 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
(6) Απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982 στην υπόθεση 59/81, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1982, σ. 3329, ιδίως σ. 3358, σκέψη 33 απόφαση Roumengous Carpentier, σκέψη 28, σ. 4402.
(7) Απόφαση Roumengous, προαναφερθείσα, σ. 4401, σκέψη 23.
(8) Βλέπε απόφαση της 26ης Ιουνίου 1975 στην υπόθεση 70/74, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1975, σ. 795, ιδίως σσ. 807 και 808, σκέψεις 20 έως 23.
(9) Το κείμενο της Επιτροπής δεν είναι, στο σημείο αυτό, αρκετά σαφές και φαίνεται ελλιπές.
(10) "Μη στερούμενου(ων) δικαιολογίας", κατά την έκφραση που χρησιμοποιείται από την ίδια την Επιτροπή.
(11) 'Ερευνα μέσω των μεσιτικών γραφείων (πρόταση της Επιτροπής), μη λήψη υπόψη του στοιχείου "κατοικία", λήψη υπόψη του κόστους οικοδομήσεως και του κόστους της κατοικίας που υπολογίζεται σύμφωνα με τις συνολικές μέσες τιμές βάσει των εθνικών λογιστικών στοιχείων (κανονισμός του Συμβουλίου).
(12) Βλέπε προαναφερθείσα απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, Επιτροπή κατά Συμβουλίου.
(13) ΕΕ L 368 της 28.12.1983.
(14) ΕΕ L 369 της 29.12.1978.
(15) Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Rec. 1973, σ. 575, ιδίως σ. 587.
Full & Egal Universal Law Academy