Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Τα πραγματικά περιστατικά
1. Στην παρούσα υπόθεση αμφισβητείται από υπάλληλο η απόφαση περί παύσεώς του μετά τη λήξη αρκετά μακράς αδείας για προσωπικούς λόγους. Ζητείται επίσης η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από το γεγονός ότι δεν επανεντάχτηκε σε εύθετο χρόνο στις υπηρεσίες της καθής.
2. Η προσφεύγουσα ήταν υπάλληλος της καθής από το 1961, υπηρετούσα στο Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ispra. Το Δεκέμβριο 1975 ζήτησε άδεια για προσωπικούς λόγους, επικαλούμενη λόγους υγείας, η οποία της χορηγήθηκε για το έτος 1976. Αφού παρατάθηκε δύο φορές, η άδεια έληξε στις 5 Ιανουαρίου 1979. Στην επιστολή με την οποία ζήτησε τη δεύτερη παράταση (4 Νοεμβρίου 1977), η προσφεύγουσα δήλωσε ότι θα ήταν πάλι στη διάθεση της καθής αμέσως μετά τη λήξη της αδείας της. Σε σχετικό ερώτημα του προϊσταμένου της διοικήσεως του Κέντρου της Ispra, ονόματι Hannaert, (έγγραφο της 19ης Ιανουαρίου 1979), η προσφεύγουσα απάντησε με επιστολή της 19ης Φεβρουαρίου 1979 ότι επιθυμούσε να επανενταχθεί.
3. Με τυποποιημένο έγγραφο που απέστειλε η διοίκηση περίπου δύο χρόνια μετά (με ημερομηνία 18 Μαρτίου 1981), η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε ότι καμιά θέση του βαθμού της δεν έχει κενωθεί ακόμη και της εζητείτο να δηλώσει αν προτιμούσε άμεση ή καθυστερημένη επανένταξη. Με επιστολή της 14ης Απριλίου 1981 απάντησε ότι την ενδιέφερε καθυστερημένη επανένταξη αποκλειστικά στο Κέντρο της Ispra. 'Ενα χρόνο αργότερα προσφέρθηκε στην προσφεύγουσα θέση στην Ispra με έγγραφο της 4ης Ιανουαρίου 1982, στο οποίο αυτή απάντησε πληροφορώντας τη διοίκηση ότι μόλις είχε παντρευτεί υπήκοο του Λουξεμβούργου και προτιμούσε, επομένως, να επανενταχθεί στο Λουξεμβούργο. Ανακοίνωσε, εξάλλου, στην καθής ότι υποαπασχολούνταν. Στις ερωτήσεις της περί του αν ήταν δυνατή μετάταξή της στο Λουξεμβούργο και αν η προσφορά θέσεως ίσχυε και για την περίπτωση που θα αντιμετώπιζε αναχώρηση το συντομότερο δυνατόν στο Λουξεμβούργο, ο Hannaert απάντησε ότι ήταν αδύνατο να της φυλαχθεί κενή θέση για μετάταξη στο Λουξεμβούργο και ότι έπρεπε μάλλον να απευθυνθεί απευθείας στις αρμόδιες υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένες στην πόλη αυτή.
4. Τον Απρίλιο του 1982 η προσφεύγουσα είχε τηλεφωνική επικοινωνία με εκπρόσωπο του τμήματος προσωπικού στο Λουξεμβούργο, ύστερα από την οποία πληροφόρησε γραπτώς την καθής (5 Απριλίου 1982) ότι, για λόγους σχετικούς με την επαγγελματική δραστηριότητα του συζύγου της, της ήταν αδύνατο να αντιμετωπίσει άμεση επανένταξή της στις υπηρεσίες της καθής στο Λουξεμβούργο. Γι' αυτό το λόγο ζήτησε την παραπομπή της αιτήσεώς της σε μεταγενέστερη ημερομηνία, επιφυλαχθείσα να επαναλάβει την επαφή με δική της πρωτοβουλία.
5. Δύο χρόνια περίπου αργότερα, στις 28 Μαΐου 1984, οι υπηρεσίες της Επιτροπής της Ispra τη ρώτησαν αν επιθυμούσε να επανενταχθεί στην Ispra ή σε άλλο τόπο υπηρεσίας, οπότε αυτή απάντησε ότι απέκλειε στο εξής επανένταξή της στην Ispra. Στις 15 Οκτωβρίου 1984, η Επιτροπή της προσέφερε δεύτερη θέση, αυτή τη φορά για την Ispra στην προσφορά αυτή απάντησε στις 28 Οκτωβρίου 1984 ότι δεν επιθυμούσε πλέον να επανενταχθεί στην Ispra και βρισκόταν σε απευθείας επαφή με την υπηρεσία προσωπικού στο Λουξεμβούργο. Κατά τη διάρκεια ανταλλαγής οξείας αλληλογραφίας περί του κύρους των δύο αυτών προσφορών, η προσφεύγουσα πληροφόρησε το Δεκέμβριο του 1984 (στις 16 Δεκεμβρίου) την καθής ότι η κατάσταση της υγείας της καθιστούσε δυσχερή την εξακολούθηση των επαγγελματικών της δραστηριοτήτων.
6. Με έγγραφο της 4ης Ιουνίου 1986 η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε ότι επρόκειτο να κινηθεί εναντίον της η διαδικασία παύσεως. Με επιστολή της 1ης Ιουλίου 1985 και της 6ης Σεπτεμβρίου 1985 προέβαλε τις αντιρρήσεις της σχετικά. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού συμβουλεύτηκε την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως (στις 14 Νοεμβρίου 1985), αποφάσισε στις 25 Μαρτίου 1986 την παύση της προσφεύγουσας. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε το αντικείμενο ενστάσεως που υποβλήθηκε στις 18 Ιουνίου 1986, με την οποία η προσφεύγουσα ισχυρίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ουδέποτε αποποιήθηκε ρητά τη δεύτερη προσφορά και ότι δεν ακούστηκε από τη διοίκηση κατά τη διαδικασία εκδόσεως της αποφάσεως περί παύσεως.
7. Η προσφεύγουσα ζητεί:
1)να ακυρωθεί η απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της 25ης Μαρτίου 1986, καθώς και η σιωπηρή απόρριψη της ενστάσεώς της,
2) να υποχρεωθεί η καθής να επανεντάξει την προσφεύγουσα στην πρώτη αντίστοιχη με το βαθμό της θέση της κατηγορίας της ή του κλάδου της που θα κενωθεί, και μάλιστα αναδρομικά από 5ης Ιανουαρίου 1979 ως προς την αρχαιότητα και το συνταξιοδοτικό καθεστώς,
3) να καταβληθούν τα ποσά που αντιστοιχούν στις αποδοχές που θα είχε εισπράξει από 5ης Ιανουαρίου 1979 μέχρι την ημερομηνία της πραγματικής επανεντάξεώς της, αφού εκπέσουν τα καθαρά εισοδήματα από εργασία που αποκτήθηκαν κατά την ίδια αυτή περίοδο εντόκως προς 8 % ετησίως από την ημέρα κατά την οποία έπρεπε να έχει επανενταχθεί,
4) να καταδικαστεί η καθής στα δικαστικά έξοδα.
8. Η καθής ζητεί
να απορρίψει την προσφυγή.
9. Για τα λοιπά πραγματικά περιστατικά και την επιχειρηματολογία των διαδίκων παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Β - Η δική μου εκτίμηση
1. Η προσφυγή ακυρώσεως
10. Πρέπει καταρχήν να ελεγχθεί η νομιμότητα της αποφάσεως της 25ης Μαρτίου 1986 περί παύσεως. Το άρθρο 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων ορίζει τις προϋποθέσεις της παύσεως ως εξής:
"Μετά τη λήξη της αδείας για προσωπικούς λόγους ο υπάλληλος επαναφέρεται υποχρεωτικά, ευθύς ως υπάρξει πρώτη κενή θέση, σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου που αντιστοιχεί στο βαθμό του, με την προϋπόθεση ότι έχει τις ικανότητες που απαιτούνται για τη θέση αυτή. Αν αρνηθεί τη θέση που του προσφέρεται διατηρεί τα δικαιώματά του για επαναφορά με την ίδια προϋπόθεση, ευθύς ως υπάρξει δεύτερη κενή θέση, σε θέση της κατηγορίας ή του κλάδου που αντιστοιχεί στο βαθμό του σε περίπτωση δεύτερης αρνήσεως δύναται να παυθεί μετά από διαβούλευση με την επιτροπή ίσης εκπροσωπήσεως."
11. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει λοιπόν τη δυνατότητα να παύσει τον υπάλληλο, όταν του έχουν προσφερθεί έγκυρα δύο θέσεις και αυτός τις αποποιήθηκε. Το άρθρο 49, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως που διέπει την παύση προβλέπει, εκτός από την υποχρέωση διαβουλεύσεως με την επιτροπή ίσης εκπροσώπησης, την υποχρεωτική ακρόαση του υπαλλήλου με την εξής διατύπωση:
"Η αιτιολογημένη απόφαση λαμβάνεται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, κατόπιν γνώμης της επιτροπής της ίσης εκπροσωπήσεως και κατόπιν ακροάσεως του ενδιαφερομένου."
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα αν η καθής απηύθυνε δύο έγκυρες προσφορές στην προσφεύγουσα, αν αυτές απορρίφθηκαν από την τελευταία και αν η διαδικασία εξελίχθηκε νομότυπα.
12. Η πρώτη προσφορά θέσεως απευθύνθηκε, χωρίς αμφιβολία, στην προσφεύγουσα στις 4 Φεβρουαρίου 1982. Επρόκειτο για θέση της κατηγορίας και του βαθμού της προσφεύγουσας στον τόπο υπηρεσίας της στην Ispra. Κατά την ημερομηνία αυτή, η προσφεύγουσα δεν είχε ακόμη εκδηλώσει επιθυμία να επανενταχθεί σε άλλο τόπο υπηρεσίας. Μόνο με την επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 1982 - απάντηση στην προσφορά θέσεως - εκδήλωσε για πρώτη φορά την προτίμησή της για το Λουξεμβούργο. Η προσφορά θέσεως της 4ης Φεβρουαρίου 1982 θα μπορούσε ακριβέστερα να θεωρηθεί καθυστερημένη. Δεν χρειάζεται, εντούτοις, να αποφανθεί εν προκειμένω το Δικαστήριο επί του σημείου αυτού, αφού το κύρος της συγκεκριμένης προσφοράς δεν θίγεται από την ενδεχομένως αντικανονική προγενέστερη στάση της διοικήσεως. Ανακύπτει, το πολύ, υπό διαφορετικές περιστάσεις, το ζήτημα των εννόμων συνεπειών μιας ενδεχομένως καθυστερημένης προσφοράς. Αυτή η τελευταία είναι λοιπόν έγκυρη.
13. Ανακύπτει λοιπόν το ζήτημα αν η προσφεύγουσα την "αρνήθηκε" υπό την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Επειδή η προσφεύγουσα δεν εξέφρασε ρητά ούτε αποδοχή ούτε αποποίηση, η απάντησή της πρέπει να συναχθεί από τη συμπεριφορά της, ιδίως από την ανταλλαγείσα αλληλογραφία.
14. Πρέπει, καταρχήν, να καθοριστεί η νομική κατάσταση, όπως παρουσιαζόταν από την άποψη της προσφεύγουσας. Το έγγραφο περί προσφοράς θέσεως της χορηγούσε προθεσμία δύο εβδομάδων από την παραλαβή του, για να εκδηλώσει το ενδιαφέρον της ή για να αρνηθεί. Με την ίδια ευκαιρία πληροφορήθηκε ότι, σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης απάντησης, η συμπεριφορά της θα ερμηνευόταν ως άρνηση. Μολονότι αληθεύει ότι η προσφεύγουσα απάντησε εμπρόθεσμα, η απάντησή της περιορίστηκε σε αίτηση πληροφοριών περί του αν η μετάταξη στο Λουξεμβούργο μπορούσε να πραγματοποιηθεί σύντομα και αν η προσφορά εξακολουθούσε να ισχύει στην περίπτωση που θα ήθελε να μεταταγεί στο Λουξεμβούργο το συντομότερο δυνατόν. Δεν αντέδρασε στο έγγραφο με το οποίο ο προϊστάμενος της διοικήσεως Hannaert της ανακοίνωνε ότι αποκλειόταν να φυλαχθεί η θέση για μετάταξη στο Λουξεμβούργο. Βέβαιο είναι ότι δεν αποδέχτηκε την προσφορά θέσεως ούτε αμέσως ούτε μεταγενέστερα.
15. Απολύτως ορθά ερμήνευσε, συνεπώς, η διοίκηση τη σιωπή της προσφεύγουσας ως αποποίηση. Ασφαλώς, σε καθαρό θεωρητικό επίπεδο, είναι νομικά δυνατή η αποδοχή προσφοράς, ακόμη και χωρίς ρητή δήλωση. Αυτό δεν απαλλάσσει, όμως, τον αποδεχόμενο από την υποχρέωση να εκδηλώσει την αποδοχή κατά κάποιο τρόπο αντιληπτό στον έξω κόσμο. Το γεγονός ότι δεν γίνεται δήλωση αποδοχής δεν σημαίνει ότι περιττεύει και η έκφραση της βουλήσεως αποδοχής. Αν εγκαταλειπόταν, πράγματι, η υπό οποιαδήποτε μορφή προϋπόθεση της δηλώσεως της βουλήσεως αναλήψεως νομικής δεσμεύσεως, μια νομικά αδιάφορη συμπεριφορά θα είχε νομικές συνέπειες δυνάμενες να επιφέρουν, υπό ορισμένες περιστάσεις, τη δημιουργία νομικών δεσμεύσεων, παρά τη βούληση του δυναμένου να προβεί στην αποδοχή.
16. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, αφού η προσφορά απώλεσε το κύρος της μετά το έγγραφο του Hannaert, δεν μπορούσε πλέον να την αποδεχτεί. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η προσφεύγουσα, μη αποδεχθείσα αμέσως, διατήρησε συγχρόνως τη δυνατότητα να αποδεχτεί την προσφορά σε μεταγενέστερο χρόνο, αυτό θα ήταν ίσως ακόμη δυνατό υπό τις οριζόμενες από τη διοίκηση προϋποθέσεις, αφού το έγγραφο της τελευταίας διευκρίνιζε μόνον ότι ήταν αδύνατο να "φυλαχτεί" διαθέσιμη θέση για μετάταξη στο Λουξεμβούργο. Η προσφεύγουσα δεν δήλωσε ποτέ, ωστόσο, ότι ήταν, παρ' όλ' αυτά, διατεθειμένη να δεχτεί την προσφερόμενη θέση στην Ispra. Επειδή δεν ήλθε σε επαφή με τη διοίκηση επί αρκετά μεγάλο διάστημα, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι προκύπτει εν προκειμένω από τις περιστάσεις αποδοχή. 'Οταν μια προσφορά δεν γίνεται αποδεκτή ούτε ρητά ούτε σιωπηρά, υπάρχει "άρνηση" υπό την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 4, στοιχείο δ), του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, αφού μάλιστα η καθής είχε ήδη ανακοινώσει γραπτώς ότι έτσι θα ερμήνευε την τήρηση αυτής της στάσης.
17. Η δεύτερη προσφορά θέσεως έγινε προς την προσφεύγουσα στις 15 Οκτωβρίου 1984, πάλι με τόπο υπηρεσίας την Ispra. Το κύρος της προσφοράς αυτής μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο δύο ειδών αντιρρήσεων. Ανακύπτει καταρχήν το ζήτημα αν η προσφερθείσα θέση αντιστοιχούσε στην κατηγορία και το βαθμό της προσφεύγουσας. Μπορούσε, εξάλλου, να προσφερθεί έγκυρα, κατά το χρόνο εκείνο, θέση στην Ispra και δεν ήταν υποχρεωμένη η ΑΔΑ, στο πλαίσιο της υποχρεώσεως αρωγής και λόγω της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης που δημιουργήθηκε από την προγενέστερη στάση της, να προτείνει θέση στο Λουξεμβούργο; Η προσφεύγουσα επέκρινε, τέλος, το γεγονός ότι η θέση ήταν ήδη επί δεκαεπτά μήνες κενή όταν της προσφέρθηκε.
18. Είναι αληθές ότι η κενή θέση που προσφέρθηκε στην προσφεύγουσα είχε προκηρυχθεί για τη σταδιοδρομία C 5-C 4. Η γραπτή προσφορά θέσεως, ωστόσο, που απευθύνθηκε προς την προσφεύγουσα της καθιστούσε σαφές ότι θα επανεντασσόταν στο βαθμό της C 1. Ο εκπρόσωπος της καθής υπογράμμισε κατά την προφορική διαδικασία ότι, σε περίπτωση επανεντάξεως, η προσφεύγουσα θα έπρεπε, προφανώς, να επανενταχθεί στο βαθμό της. Η διάσταση μεταξύ της κατατάξεως στο βαθμό C 5-C 4 που αναφέρεται στην ανακοίνωση κενής θέσεως και της δυνατότητας πληρώσεως της θέσεως αυτής βαθμού C 1 αντιστοιχεί σε πρακτική της καθής, κατά την οποία οι κενές θέσεις που προκηρύσσονται προς πλήρωση από εξωτερικούς υποψηφίους εκτιμώνται σε όσο το δυνατόν χαμηλότερο επίπεδο. Διαφορετική είναι η περίπτωση των διορισμών κατά προτεραιότητα, όπως π.χ. αυτός της προσφεύγουσας. Η πρακτική αυτή δεν είναι δυσμενής από νομική άποψη για την προσφεύγουσα. Δεν μπορεί, λοιπόν, να αμφισβητηθεί εν προκειμένω. Η προσφορά θέσεως δεν αποτελούσε, επομένως, αντικανονική, από την άποψη αυτή, ενέργεια.
19. Η προσφορά θέσεως κατά τον Οκτώβριο του 1984, με τόπο υπηρεσίας την Ispra, θα μπορούσε, ωστόσο, να θεωρηθεί αντίθετη προς την αρχή της καλής πίστεως, καθόσον η καθής γνώριζε από το Φεβρουάριο του 1982 ότι η προσφεύγουσα προτιμούσε την επανένταξη στο Λουξεμβούργο. Ο υπάλληλος έχει, κατ' αρχήν, δικαίωμα επανεντάξεως μόνο στον τόπο υπηρεσίας του και στη γενική διεύθυνση στην οποία απασχολούνταν. Αυτό δεν σημαίνει, εντούτοις, ότι αποκλείεται κάθε δυνατότητα επανεντάξεως σε άλλο τόπο υπηρεσίας. Με τη συμπεριφορά της, η καθής δημιούργησε την εντύπωση ότι η προσφεύγουσα είχε κατά νόμο την ευχέρεια να επιλέξει τον τόπο επανεντάξεώς της. Τη συμβούλευσε, έτσι, ήδη με το έγγραφο της 3ης Απριλίου 1979 (παράρτημα 8 της προσφυγής), με δική της πρωτοβουλία, να απευθύνει την αίτησή της και σε άλλα ερευνητικά κέντρα και στις αρμόδιες υπηρεσίες των Βρυξελλών και του Λουξεμβούργου, λόγω του μικρού αριθμού κενών θέσεων στην Ispra. Στο τυποποιημένο έγγραφο της 18ης Μαρτίου 1981 (παράρτημα 9 της προσφυγής) θέτει το ερώτημα αν η αίτηση επανεντάξεως ισχύει μόνο για την Ispra ή και για άλλους τόπους υπηρεσίας και αν η προσφεύγουσα ενδιαφέρεται επίσης για τις ανακοινώσεις κενών θέσεων άλλων υπηρεσιών της Επιτροπής. Με το έγγραφο της 8ης Μαρτίου 1982 (παράρτημα 13 της προσφυγής), η προσφεύγουσα κλήθηκε από την καθής να απευθυνθεί απευθείας στις υπηρεσίες της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο. Επίσης με το έγγραφο της 28ης Μαΐου 1984 (παράρτημα 16 της προσφυγής) η προσφεύγουσα κλήθηκε να δηλώσει αν επιθυμεί να επανενταχθεί αποκλειστικά στην Ispra ή δεχόταν, επίσης, άλλο τόπο υπηρεσίας. Τα έγγραφα αυτά μπορούν να οδηγήσουν τουλάχιστον σε παρεξήγηση. Αν ληφθούν υπόψη οι δηλώσεις του εκπροσώπου της καθής κατά την προφορική διαδικασία, κατά τον οποίο δεν υπήρξε ποτέ σοβαρό ενδεχόμενο επανεντάξεως υπαλλήλου της Ispra στο Λουξεμβούργο, τα έγγραφα που μόλις αναφέρθηκαν - μεταξύ των οποίων και προσωπικά και τα τυποποιημένα έγγραφα - σκιαγραφούν μια απέχουσα της πραγματικότητας εικόνα των υφισταμένων δυνατοτήτων.
20. Η προσφεύγουσα προέβαλε, εξάλλου, το γάμο της με υπήκοο του Λουξεμβούργου ως λόγο επανεντάξεως στο Λουξεμβούργο. Και από αυτή την άποψη η καθής ήταν υποχρεωμένη να επιχειρήσει, στα πλαίσια της υποχρεώσεως αρωγής, τοποθέτηση στο Λουξεμβούργο.
21. Οι απαιτήσεις αυτές μπορούν, ωστόσο, να ληφθούν υπόψη, μόνον καθόσον είναι όντως πραγματοποιήσιμες. Σύμφωνα με τις μη αμφισβητηθείσες παρατηρήσεις του εκπροσώπου της καθής, δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση C 1 κατά την περίοδο 1982-1984 για τους προερχόμενους από άλλους τόπους υπηρεσίας υπαλλήλους. Δεν μπορεί, λοιπόν, να επικρίνει κανείς την καθής για τη μη προσφορά θέσεως βαθμού C 1 στο Λουξεμβούργο.
22. Η ενδεχόμενη, εξάλλου, νομική υποχρέωση της διοικήσεως, που απορρέει από την υποχρέωση αρωγής, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ή να εκτιμηθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά του υπαλλήλου. Πράγματι, όπως έχει κριθεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο (1), η υποχρέωση αρωγής αντικατοπτρίζει την ισορροπία των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δημιούργησε ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως στις σχέσεις μεταξύ της δημόσιας αρχής και των υπαλλήλων της.
23. 'Οσον αφορά την επιθυμία της προσφεύγουσας να τοποθετηθεί στο Λουξεμβούργο, αυτή εκφράστηκε για πρώτη φορά το Φεβρουάριο 1982. Η υπηρεσία προσωπικού της καθής στο Λουξεμβούργο απηύθυνε στην προσφεύγουσα τηλεγράφημα την 1η Απριλίου 1982, για να συζητήσει ενδεχόμενη προσφορά θέσεως. Κατόπιν τηλεφωνικής συνδιαλέξεως στις 2 Απριλίου 1982, η προσφεύγουσα της κατέστησε γνωστό ότι αποκλειόταν επανένταξη στο Λουξεμβούργο στο προσεχές μέλλον, λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας του συζύγου της. Με την ευκαιρία αυτή εκδήλωσε ενδιαφέρον για ενδεχόμενη επανένταξη στις αρχές του 1983, επιφυλαχθείσα συγχρόνως να έρθει η ίδια σε επαφή με τη διοίκηση για το θέμα αυτό. Επειδή η επαφή αυτή δεν έγινε, η κατάσταση, από την πλευρά της διοικήσεως, ήταν η ακόλουθη: αρμόδια υπηρεσία ήταν το Κέντρο της Ispra, το οποίο γνώριζε την επιθυμία της προσφεύγουσας να τοποθετηθεί στο Λουξεμβούργο. Επειδή οι υπηρεσίες στο Λουξεμβούργο είχαν, αντίθετα, πληροφορηθεί ότι αποκλειόταν ανάληψη των επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο άμεσο μέλλον, η διαδικασία ανεστάλη απολύτως σύμφωνα με τις επιθυμίες της προσφεύγουσας. 'Οταν λοιπόν η καθής είχε, δύο χρόνια μετά, την πρωτοβουλία να ρωτήσει αν η προσφεύγουσα ήθελε ακόμη να επανενταχθεί, δεν μπορούσε να της προσαφθεί τίποτε. Η προσφεύγουσα απάντησε, βέβαια, ότι δεν είχε την πρόθεση να επιστρέψει στην Ispra, αλλά δεν εκδήλωσε ρητά την πρόθεσή της να επανενταχθεί στο Λουξεμβούργο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι εντελώς δικαιολογημένο το ότι η αρμόδια υπηρεσία θέλησε να θέσει τέρμα στην αβέβαιη αυτή κατάσταση, προβαίνοντας σε δεύτερη προσφορά. Για το λόγο αυτό, η δεύτερη προσφορά της 15ης Οκτωβρίου 1984 ήταν επίσης καθ' όλα κανονική.
24. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται τώρα ότι ουδέποτε αποποιήθηκε αυτή τη δεύτερη προσφορά. Και σ' αυτή, όμως, την περίπτωση, έπρεπε να την αποδεχτεί εντός προθεσμίας δύο εβδομάδων. Ενημερώθηκε επανειλημμένα για τις συνέπειες ενδεχόμενης αποποιήσεώς της, ιδίως με το πρώτο έγγραφο περί προσφοράς, καθώς και με το έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 1984. Το αργότερο κατά την παραλαβή του εγγράφου περί προσφοράς έπρεπε να γνωρίζει ότι δεν διέθετε πλέον καμία δυνατότητα επιλογής του τόπου υπηρεσίας. Παρ' όλ' αυτά δεν αποδέχτηκε την προσφορά εμπροθέσμως. Αντίθετα, με επιστολή της 28ης Οκτωβρίου 1984, προέβη στην ακόλουθη ανακοίνωση: "... δεν σκοπεύω πλέον να επανενταχθώ στην Ispra ...". Τη δήλωση αυτή ακουλούθησε αλληλογραφία περί του κύρους των προσφορών, κατά την οποία η καθής επανέλαβε πολλές φορές ότι τις θεωρούσε ότι είχαν απορριφθεί έγκυρα και οριστικά. Με καμιά επιστολή της δεν είχε εκδηλώσει η προσφεύγουσα την πρόθεση να τις αποδεχθεί οριστικά.
25. Με την απόφαση 108/79 (2), το Δικαστήριο έκρινε ότι καθαρά τυπική αποδοχή μη πραγματοποιούμενη έπρεπε να θεωρηθεί ως αποποίηση της προσφοράς υπό την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Η πλήρωση κενής θέσεως σε μια υπηρεσία δικαιολογείται, κατά το Δικαστήριο, από τις ανάγκες της δημόσιας υπηρεσίας και όχι από τους προσωπικούς λόγους των υπαλλήλων.
26. Η προσφεύγουσα θεώρησε, τέλος, ότι συνιστούσε νομικό ελάττωμα της δεύτερης προσφοράς το γεγονός ότι της απευθύνθηκε δεκαεπτά μήνες μετά τη δημοσίευση της ανακοινώσεως της κενής θέσεως. Το επιχείρημα αυτό θα μπορούσε ίσως να στηρίξει τα αιτήματα αυτά, εάν η εν λόγω προσφορά είχε γίνει αμέσως αποδεκτή. Γνωρίζουμε, όμως, ότι ήδη κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως κενής θέσεως, στις 29 Απριλίου 1983, η προσφεύγουσα δεν ήθελε να επιστρέψει πλέον στην Ispra (3). Η ημερομηνία αποστολής του εγγράφου περί προσφοράς δεν μπορεί, λοιπόν, να θεμελιώσει δικαίωμά της.
27. Η απάντηση της προσφεύγουσας στη δεύτερη προσφορά ότι δεν επιθυμεί να ενταχθεί στην Ispra είναι σαφής και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση δεν μεταβάλλεται δε από τις μεταγενέστερες απόπειρες αμφισβητήσεως του κύρους των προσφορών. Βέβαιο είναι, λοιπόν, ότι η προσφεύγουσα αποποιήθηκε τις δύο προσφορές υπό την έννοια του άρθρου 40, παράγραφος 4, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Συνέτρεχαν έτσι οι προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατό στην καθής να κινήσει τη διαδικασία παύσεως.
28. Με έγγραφο της 4ης Ιουνίου 1985, η προσφεύγουσα πληροφορήθηκε ότι η διοίκηση κίνησε τη διαδικασία παύσεως. Ισχυρίστηκε ότι το χρονικό αυτό σημείο επελέγη κακόπιστα. Είναι αλήθεια ότι είχε πληροφορήσει τη διοίκηση ότι θα απουσίαζε από την κατοικία της μεταξύ Απριλίου και Αυγούστου 1985. Ο χρόνος κινήσεως της διαδικασίας δεν μπορεί, εντούτοις, να επικριθεί. Η προσφεύγουσα δεν είχε, επί αρκετά έτη, διευκρινίσει στην καθής αν ήθελε να επανενταχθεί στην υπηρεσία της και, στην περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν επιθυμούσε ημιαπασχόληση ή πλήρη απασχόληση και σε ποιον τόπο επιθυμούσε να τοποθετηθεί. Το γεγονός ότι η νομική κατάσταση εξακολουθούσε να είναι εκκρεμής και οι προσφορές δεν έγιναν νωρίτερα πρέπει να θεωρηθούν προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της προσφεύγουσας. Μετά την αποποίηση και των δύο προσφορών και την πλήρωση των νομικών προϋποθέσεων της παύσεως, η διαδικασία δεν μπορούσε πλέον να σταματήσει με την πρόφαση της παρατεταμένης απουσίας της προσφεύγουσας από την κατοικία της.
29. Στην αλληλογραφία που ακολούθησε τη δεύτερη προσφορά η προσφεύγουσα αμφισβήτησε, βέβαια, το κύρος των προσφορών, αλλά, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, κατά το οποίο μάλλον πίστευε ότι θα μπορούσε ακόμη να επανενταχθεί, κατέστησε γνωστό στη διοίκηση ότι λόγοι υγείας της γεννούσαν αμφιβολίες ως προς την ικανότητά της να εξακολουθήσει την επαγγελματική της δραστηριότητα, έστω και ημιαπασχολούμενη (επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 1984, παράρτημα 23 της προσφυγής). Το γεγονός ότι, ούτως ειπείν, "ανακοίνωσε την αναχώρησή της" για τέσσερις μήνες, χωρίς να αφήσει διεύθυνση, όπου θα μπορούσε να ανευρεθεί, δεν πρέπει να αποβεί σε βάρος της καθής. Σε περίπτωση παρατεταμένης απουσίας απέκειτο στην προσφεύγουσα να παρακολουθεί την αλληλογραφία που ελάμβανε. Καθόσον τήρησε, έτσι αντιφατική και αμφιλεγόμενη στάση, ακόμη και μετά τη δεύτερη προσφορά, δεν μπορεί να θεωρηθεί πλημμελής η κίνηση της διαδικασίας παύσεως.
30. Στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 126/75, 34 και 92/76 (4), στις οποίες το Δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί της αιτιάσεως περί πλημμελούς συμπεριφοράς της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής λόγω της καθυστερημένης επανεντάξεως του ενδιαφερομένου, απέρριψε το επιχείρημα αυτό, με την αιτιολογία ότι η συμπεριφορά του προσφεύγοντος είχε προκαλέσει αβεβαιότητα και, επομένως, αμφιβολίες ως προς τη θέλησή του να επανενταχθεί.
31. Καθόσον η ημερομηνία κινήσεως της διαδικασίας δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κριτικής, απομένει, έτσι, η εξέταση του ισχυρισμού της προσφεύγουσας ότι αυτή δεν ακούστηκε από τη διοίκηση. Από τα έγγραφα που προσκόμισε η ίδια η προσφεύγουσα προκύπτει ότι διατύπωσε τη γνώμη της επί της διαδικασίας εκδόσεως της αποφάσεως περί παύσεως με επιστολή της 1ης Ιουλίου 1985 και της 6ης Σεπτεμβρίου 1985. Η υποχρέωση ακροάσεως του ενδιαφερομένου απορρέει από την αρχή του σεβασμού των δικαιωμάτων υπερασπίσεως. Με το έγγραφο της καθής της 4ης Ιουνίου 1985 ανακοινώθηκαν στην προσφεύγουσα όλα τα ουσιώδη σημεία και κλήθηκε η τελευταία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της βάσει του άρθρου 49, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Μόνο το γεγονός ότι δεν είχε την ευκαιρία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της μετά τη γνωμοδότηση της επιτροπής ίσης εκπροσώπησης θα μπορούσε να θεωρηθεί αντίθετο προς το άρθρο 49, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Δεν προβλέπεται, ωστόσο, η σειρά των ακροάσεων. Το νόημα και ο σκοπός της διατάξεως αυτής είναι να καταστήσουν δυνατό στον ενδιαφερόμενο υπάλληλο να διατυπώσει τη γνώμη του καθ' όλα τα ουσιώδη στάδια της διαδικασίας. Η προσφεύγουσα είχε, όμως, αυτή τη δυνατότητα και την αξιοποίησε.
32. Λίγο ενδιαφέρει, στο σημείο αυτό, ότι είχε κληθεί να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της όχι από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, δηλαδή το γενικό διευθυντή Dinkespiler, αλλά από τον προϊστάμενο της διοικήσεως. Οι αντιρρήσεις της περιέχονταν στο φάκελο και μπορούσαν να ληφθούν υπόψη κατά την έκδοση της αποφάσεως. Επομένως, κανένα διαδικαστικό δικαίωμα της προσφεύγουσας δεν προσβλήθηκε και η απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1986 είναι έγκυρη. Το γεγονός ότι η στάση της καθής δεν ήταν αντίθετη προς την υποχρέωση αρωγής γίνεται επίσης φανερό από το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, πρότεινε στην προσφεύγουσα φιλικό διακανονισμό και ότι ακόμη και σήμερα θα ήταν διατεθειμένη να την απασχολήσει στην υπηρεσία της, εφόσον αυτή είναι όντως διατεθειμένη να εργαστεί.
2. Η αγωγή αποζημιώσεως
33. Εκτός από την προσφυγή ακυρώσεως, η προσφεύγουσα άσκησε επίσης αγωγή αποζημιώσεως, της οποίας το παραδεκτό είναι αμφίβολο. Γνωρίζουμε, πράγματι, ότι της υπαλληλικής προσφυγής πρέπει να προηγείται ένσταση βάσει των άρθρων 90 και 91 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, η οποία έχει ως σκοπό, αφενός, να παράσχει την ευκαιρία φιλικού διακανονισμού και, αφετέρου, να προσδιορίσει το αντικείμενο της διαφοράς. Ακόμη και αν ενδείκνυται ευρεία ερμηνεία του περιεχομένου της ενστάσεως προς το συμφέρον του υπαλλήλου, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να μεταβάλλεται με την ευκαιρία της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου.
34. Στην ένστασή της η προσφεύγουσα περιορίζεται στην προσβολή της παύσεως. Η συμπεριφορά της καθής περιλαμβάνεται στο αντικείμενο της διαφοράς μόνο συσχετιζόμενη με την εξέταση του κύρους της αποφάσεως αυτής. Η εκτίμηση αυτή δεν αντικρούεται από τη διασταλτική ερμηνεία του καθοριζόμενου στην ένσταση αντικειμένου της διαφορας, όπως εφαρμόστηκε π.χ. στην υπόθεση Sergy (5). Στην υπόθεση αυτή ζητήθηκε από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του κύρους αποφάσεως περί επανεντάξεως και να αποκαταστήσει τη ζημία που προκλήθηκε από το παράνομο της τελευταίας. Το τελευταίο αυτό αίτημα περιεχόταν, όμως, ήδη στην ένσταση (6), τουλάχιστον ως προς τα κύρια στοιχεία του. Επειδή αυτό δεν συνέβη εν προκειμένω, θεωρώ ότι η αγωγή αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον δεν προηγήθηκε ένσταση.
35. Ακόμη και αν έπρεπε, ωστόσο, να θεωρηθεί παραδεκτή, δεν μπορεί να γίνει δεκτή κατ' ουσία, ελλείψει παράνομης συμπεριφοράς της καθής. Μπορεί μεν να καθυστέρησε η πρώτη προσφορά της καθής προς την προσφεύγουσα το Φεβρουάριο του 1982, αφού η προσφεύγουσα είχε ανακοινώσει αρχικά την επιθυμία της να επανενταχθεί μετά τη λήξη της αδείας της για προσωπικούς λόγους. Πρέπει όμως να γίνει δεκτό σχετικά, ύστερα από τις δηλώσεις του εκπροσώπου της καθής κατά την προφορική διαδικασία, ότι από το 1979 μέχρι το 1981 δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση C 1 στην Ispra. Δεν μπορεί, εξάλλου, να μη ληφθεί υπόψη η συμπεριφορά της ίδιας της προσφεύγουσας. Το Δικαστήριο έκρινε, παραδείγματος χάρη, στις υποθέσεις Sergy και Pizziolo (7) ότι οι υποχρεώσεις της διοικητικής αρχής πρέπει να εκτιμώνται σε συνδυασμό με τη συμπεριφορά του υπαλλήλου. Η ανεύρεση θέσεως δεν φαίνεται να απασχόλησε την προσφεύγουσα επί δύο έτη. Μόνο κατόπιν πρωτοβουλίας της καθής ανακοίνωσε το 1981 ότι ενδιαφερόταν για καθυστερημένη επανένταξη. Ο εκπρόσωπος της προσφεύγουσας παραδέχτηκε επίσης κατά την προφορική διαδικασία ότι μέχρι το 1984 οι διάδικοι ενεργούσαν σε πλήρη συνεννόηση μεταξύ τους. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται, λοιπόν, πράγμα που δεν διαψεύστηκε από την προσφεύγουσα, ότι, επειδή καμιά θέση δεν είχε κενωθεί κατά τη λήξη της άδειας, για προσωπικούς λόγους, η καθυστερημένη προσφορά ήταν απολύτως σύμφωνη προς το συμφέρον της προσφεύγουσας, αφού απέτρεπε την επιδείνωση της καταστάσεώς της με οριστική προσφορά.
36. Η νομιμότητα της μετέπειτα στάσης της καθής εξετάστηκε και επιβεβαιώθηκε ήδη στο πλαίσιο της εξετάσεως της αιτήσεως ακυρώσεως, έτσι ώστε να μπορεί τελικά να θεωρηθεί ότι η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει, επίσης, να απορριφθεί, ελλείψει παραβάσεως εκ μέρους της καθής.
37. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα. Κατά το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας τα κοινοτικά όργανα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα προκειμένου περί υπαλληλικών προσφυγών.
Γ - Συμπέρασμα
Συνεπώς προτείνω:
1) Να απορριφθεί η προσφυγή.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα γερμανικά.
(1) Βλέπε απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986 στην υπόθεση 321/85, Hartmut Schwiering κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1986, σ. 3199, σκέψη 18 επίσης την απόφαση της 28ης Μαΐου 1980 στις υποθέσεις 33 και 75/79, Richard Kuhner κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Rec. 1980, σ. 1677, σκέψη 22, και την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 191/81, Onno Plug κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 4229, σκέψη 21.
(2) Βλέπε την απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980 στην υπόθεση 108/79, Salvatore Belfiore κατά Επιτροπής, Rec. 1980, σ. 1769, σκέψη 15.
(3) Βλέπε την παράγραφο 22, ανωτέρω.
(4) Βλέπε την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 126/75, 34 και 92/76, Robert Giry κατά Επιτροπής, Rec. 1977, σ. 1937.
(5) Βλέπε την απόφαση της 1ης Ιουλίου 1976 στην υπόθεση 58/75, Jacques Henri Sergy κατά Επιτροπής, Rec. 1976, σ. 1139, σκέψεις 31 έως 34.
(6) Βλέπε όπ.π., σ. 1153.
(7) Βλέπε την απόφαση της 5ης Μαΐου 1983 στην υπόθεση 785/79, Adriano Pizziolo κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 1343.
Full & Egal Universal Law Academy