Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9 και 12 της Συνθήκης ΕΟΚ. Και τούτο, διότι επιτρέπει στις αρχές ορισμένων ομοσπόνδων κρατών να εισπράττουν τέλη για τους ελέγχους που διεργενούνται στις μεταφορές ζώντων ζώων κατά την εισαγωγή τους στη Γερμανία ή τη διαμετακόμισή τους προς άλλους προορισμούς εντός της Κοινότητας.
'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, οι διοικητικές υπηρεσίες των ομοσπόνδων κρατών της Βρέμης, της 'Εσσης, της Κάτω Σαξωνίας, της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας και της Ρηνανίας-Παλατινάτου ζητούν από τους μεταφορείς την καταβολή τελών για τους ελέγχους που διενεργούν όσον αφορά τις συνθήκες μεταφοράς των ζώντων που μεταφέρονται μέσω του εδάφους των κρατών αυτών ή εισάγονται σ' αυτά. Στις 19 Φεβρουαρίου 1985, και βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης, η Επιτροπή επέκρινε την πρακτική της κυβερνήσεως της Βόννης ως αντίθετη προς τους ανωτέρω κοινοτικούς απαγορευτικούς κανόνες και κάλεσε την εν λόγω κυβέρνηση να θέσει τέρμα στην πρακτική αυτή. Επειδή η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίαςαρνήθηκε κατηγορηματικά να λάβει τα απαραίτητα προς τούτο μέτρα, η Επιτροπή προσέφυγε κατ' αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου στις 26 Ιανουαρίου 1987.
2. Μια παρατήρηση όσον αφορά τη σχετική νομοθεσία: στο κοινοτικό επίπεδο, οι διατάξεις περί της προστασίας των ζώων κατά τις διεθνείς μεταφορές περιλαμβάνονται στις οδηγίες 77/489 του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 1977 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/019, σ. 26), και 81/389, της 12ης Μαΐου 1981 (ΕΕ L 150, σ. 1). Τα άρθρα 2 και 3 της τελευταίας αυτής οδηγίας έχουν ιδιαίτερη σημασία: το πρώτο εξουσιοδοτεί τις αρχές των κρατών μελών προορισμού ή διαμετακομίσεως των εμπορευμάτων να ελέγχουν τον τρόπο με τον οποίο οι υπεύθυνοι για τη μεταφορά συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις και τους όρους που καθορίζει η οδηγία 77/489 το δεύτερο ορίζει ότι οι αρχές αυτές θεσπίζουν - και, σε περίπτωση παραβάσεως, εφαρμόζουν - τα μέτρα που επιβάλλονται για την αντιμετώπιση των ενδεχομένως διαπιστουμένων παρατυπιών.
Αντιθέτως, δεν προβλέπεται τίποτα όσον αφορά τη χρηματοδότηση των εν λόγω ελέγχων και, ειδικότερα, τη δυνατότητα των εθνικών αρχών να επιβάλλουν την καταβολή τελών για τη μερική αντιστάθμιση των εξόδων στα οποία υποβάλλονται. Η απόφαση της 29ης Μαρτίου 1983, με την οποία ο ομοσπονδιακός Υπουργός Τροφίμων, Γεωργίας και Δασών κατέστησε εκτελεστή στη Γερμανία την κοινοτική ρύθμιση, επίσης σιωπά επί του θέματος. Μόνο τα πέντε ομόσπονδα κράτη που ανέφερα επέβαλαν τέλη, καθορίζοντας τις λεπτομέρειες εισπράξεως και υπολογισμού του ύψους τους.
3. Η Επιτροπή, όμως, υποστηρίζει ότι, πλήττοντας μόνο τα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο ενδοκοινοτικού εμπορίου, η περί ης ο λόγος επιβάρυνση αποτελεί φορολογική επιβάρυνση αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμό και, κατά συνέπεια, αντίκειται στην απαγόρευση του άρθρου 12 της Συνθήκης. Κατά την Επιτροπή, η εν λόγω επιβάρυνση δεν αποτελεί, στην πραγματικότητα, μέρος ενός γενικού συστήματος φορολογικών επιβαρύνσεων εφαρμοζομένου εξίσου και στα ζώα που μεταφέρονται στο εσωτερικό της Γερμανίας και, εφόσον οι έλεγχοι για τους οποίους επιβάλλεται αποβλέπουν αποκλειστικά στην προστασία των ζώων, δεν παρουσιάζει το χαρακτήρα αντισταθμίσεως για υπηρεσία παρεχόμενη στον ενδιαφερόμενο επιχειρηματία.
Η καθής κυβέρνηση αντικρούει τις αιτιάσεις αυτές, βασίζει δε την άμυνά της στις αρχες που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο με τη γνωστή απόφαση Bauhuis της 25ης Ιανουαρίου 1977 (υπόθεση 46/76, Racc. 1977, σ. 5) και με την πάγια έκτοτε νομολογία του. Πράγματι, όπως συνέβαινε και στην ανωτέρω υπόθεση, τα επίδικα τέλη αποβλέπουν στη χρηματοδότηση ενός συστήματος ομοιομόρφων υγειονομικών ελέγχων, τους οποίους θεσπίζει οδηγία προς το γενικό συμφέρον της Κοινότητας: ήτοι την προστασία των ζώων που μεταφέρονται στο έδαφός της. Επομένως, τα επίδικα τέλη όχι μόνο δεν αποτελούν φορολογική επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος, αλλά συμβάλλουν στην πραγμάτωση των κοινοτικών σκοπών.
4. Τι μπορεί να λεχθεί επί των ανωτέρω συνοπτικώς εκτιθεμένων επιχειρημάτων; Από την απόφαση Bauhuis προκύπτει ότι η φορολογική επιβάρυνση που πλήττει, επειδή διέρχονται τα σύνορα, τα εμπορεύματα που εισάγονται ή βρίσκονται υπό διαμετακόμιση προς άλλα κράτη μέλη δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απαγορεύσεως του άρθρου 12 αν: α) συνιστά αμοιβή υπηρεσίας που παρέχεται πραγματικά στο μεταφορέα ή τον εισαγωγέα β) υπάγεται σε έναγενικό σύστημα εσωτερικών τελών που επιβάλλονται τόσο στα εγχώρια όσο και στα εισαγόμενα ή εξαγόμενα προϊόντα γ) εισπράττεται για ελέγχους που επιβάλλονται από κοινοτική οδηγία. Προφανώς, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το εισπραττόμενο ποσό δεν πρέπει να υπερβαίνει το πραγματικό κόστος του διενεργουμένου ελέγχου.
Στην υπό κρίση περίπτωση, είναι αναμφισβήτητο ότι οι περιφερειακές γερμανικές αρχές ενεργούν δυνάμει των διατάξεων των οδηγιών 77/489 και 81/389 και για να εξασφαλίζουν, ακριβώς, την τήρηση των διατάξεων αυτών. Πράγματι, οι δύο αυτές πηγές δικαίου αποβλέπουν, ως γνωστόν, στην προστασία των ζώων κατά τις διεθνείς μεταφορές, είναι δε προφανές ότι ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την πρόβλεψη συστήματος ελέγχου προκειμένου να διαπιστώνεται κατά πόσον ο μεταφορέας έχει πιστοποιητικό υγειονομικής εξετάσεως των μεταφερομένων ζώων και τηρεί, σε όλο το διάστημα της μεταφοράς, τους όρους μεταφοράς που επιβάλλει η κοινοτική ρύθμιση.
Από την άλλη πλευρά, οι τρόποι και οι περιστάσεις της μεταφοράς είναι δυνατόν να μεταβληθούν κατά τη διάρκειά της. Επομένως, προκειμένου να μπορεί να διαπιστωθεί η τήρηση των επιβαλλομένων όρων σε κάθε φάση της μεταφοράς, επιβάλλεται οι έλεγχοι αυτοί να μην περιορίζονται μόνο στα κράτη προελεύσεως και προορισμού, αλλά να επεκτείνονται και στα κράτη διαμετακομίσεως. Το ίδιο άρθρο 2 της οδηγίας 81/389 ορίζει, εξάλλου, ότι η εξουσία ελέγχου του συννόμου της μεταφοράς ανήκει στις αρχές των "((κρατών μελών)) διαμετακομίσεως και προορισμού".
Οι ενδιάμεσοι έλεγχοι χρησιμεύουν, τελικά, στην επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος, τους οποίους επιδιώκει η Κοινότητα στον τομέα αυτό. Και δεν μπορεί να θεωρηθεί, όπως ισχυρίζεταιη Επιτροπή, ότι το συμφέρον αυτό συνίσταται απλώς στη διευκόλυνση του ενδοκοινοτικού εμπορίου η οποία πρέπει να επιτευχθεί με την κατάργηση ή τη μείωση των ελέγχων. Το ότι η ανάγκη αυτή υπάρχει είναι αναμφισβήτητο δεν μπορεί, όμως, να εξαλείψει ή ακόμα να υποκαταστήσει την ειδική ανάγκη εξασφαλίσεως της προσήκουσας προστασίας των μεταφερομένων ζώων. Και δεν το μπορεί - προσθέτω - ακόμα και ελλείψει διατάξεων περί εναρμονίσεως των τελών που επιβάλλουν τα κράτη για τους ελέγχους που διενεργούν (προαναφερθείσα απόφαση Bauhuis, σκέψη 36).
5. Υπό το φως των παρατηρήσεων αυτών, η προσφυγή της Επιτροπής δεν φαίνεται βάσιμη. Καίτοι δεν προβλέπονται ευθέως από την κοινοτική ρύθμιση, τα τέλη που επιβάλλουν τα πέντε ομόσπονδα κράτη φαίνεται, πράγματι, να εισπράττονται λόγω των ελέγχων που θεσπίζει η ρύθμιση και, επομένως, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως φορολογικές επιβαρύνσεις αποτελέσματος ισοδυνάμου προς δασμούς.
Θα προσθέσω ότι το ύψος τους δεν υπερβαίνει το πραγματικό κόστος του ελέγχου και ότι οι έλεγχοι αυτοί διενεργούνται μόνον άπαξ στο έδαφος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Το πρώτο αυτό δεδομένο δέχτηκε και η ίδια η Επιτροπή το δεύτερο στοιχείο, το οποίο παρέσχε η γερμανική κυβέρνηση απαντώντας σε ερώτηση του Δικαστηρίου, αναιρεί την υποψία της καταχρηστικής διενέργειας ελέγχων, την οποία διατύπωσε το προσφεύγον όργανο κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
6. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή που ασκήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 1987 από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και να καταδικάσει τον ηττηθέντα διάδικο στα δικαστικά έξοδα.
(*) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Full & Egal Universal Law Academy