Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Ο Borowitz γεννήθηκε στην Πολωνία το 1910. Μετά τη συμπλήρωση σπουδών σχολικής και ανωτάτης εκπαιδεύσεως στη χώρα αυτή, εργάστηκε ως μισθωτός και κατέβαλε εισφορές στο πολωνικό συνταξιοδοτικό σύστημα επί 28 μήνες κατά τα έτη 1937 μέχρι 1939. Από το 1939 μέχρι το 1945 υπήρξε αιχμάλωτος πολέμου στη Γερμανία.
Από το 1948 μέχρι το 1952 ο Borowitz εργάστηκε στις Κάτω Χώρες, όπου κατέβαλε υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές επί 51 μήνες. Στη συνέχεια, ο Borowitz διέμεινε στη Γερμανία, όπου άρχισε να καταβάλλει υποχρεωτικές ασφαλιστικές εισφορές στο συνταξιοδοτικό σύστημα των ιδιωτικών υπαλλήλων. Το 1961 απέκτησε τη γερμανική ιθαγένεια και συμπλήρωσε συνολικά περίοδο εισφορών 113 μηνών στη Γερμανία πριν φτάσει στην ηλικία συνταξιοδοτήσεως, οπότε και ζήτησε από τον ομοσπονδιακό φορέα ασφαλίσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων ("Bundesversicherungsanstalt fuer Angestellte", στο εξής "ΒFΑ") να του χορηγηθεί σύνταξη γήρατος. Το ζήτημα που ανέκυψε μεταξύ του Borowitz και του ΒFΑ είναι το αν οι περίοδοι φοιτήσεώς του στη σχολική και την ανωτάτη εκπαίδευση (κατά τις οποίες δεν κατέβαλλε υποχρεωτικές ασφαλιστικέςεισφορές) πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό του συνόλου των συνταξιοδοτικών του δικαιωμάτων. Αν πρέπει να ληφθούν υπόψη, τότε η σύνταξη που δικαιούται να λάβει θα είναι υψηλότερη.
Η απάντηση στο ερώτημα αυτό θεωρήθηκε ότι εξαρτάται από την αμοιβαία σχέση μεταξύ του εθνικού γερμανικού δικαίου και του κοινοτικού δικαίου.
'Οσον αφορά το εθνικό γερμανικό δίκαιο, τα άρθρα 35 και 36 του Angestelltenversicherungsgesetz (νόμου περί κοινωνικής ασφαλίσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων) προβλέπουν ότι για να προσδιοριστεί ο αριθμός των ετών ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν για τη χορήγηση συντάξεως γήρατος λαμβάνονται υπόψη οι λεγόμενες περίοδοι διακοπής (που περιλαμβάνουν τα έτη μέσης και ανωτέρας εκπαιδεύσεως σε τεχνική σχολή ή στο πανεπιστήμιο), εφόσον η περίοδος από την υπαγωγή στην ασφάλιση μέχρι την επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως καλύπτεται τουλάχιστον κατά το ήμισυ με εισφορές λόγω απασχολήσεως ή δραστηριότητας που υπόκειται σε υποχρεωτική ασφάλιση συντάξεως. 'Ετσι, μολονότι οι περίοδοι διακοπής (και ορισμένες άλλες περίοδοι) δεν λαμβάνονται υπόψη για να διαπιστωθεί αν το ήμισυ της περιόδου καλύπτεται με εισφορές, οι περίοδοι αυτές επιφέρουν αύξηση της συντάξεως από τη στιγμή που υφίσταται "κατά το ήμισυ κάλυψη". Αντίθετα, αν η "κατά το ήμισυ κάλυψη" δεν έχει επιτευχθεί, οι περίοδοι διακοπής δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού της συντάξεως.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει συνάψει με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Πολωνίας μια σύμβαση περί ασφαλίσεως συντάξεων και ατυχημάτων ("σύμβαση του 1975"), η οποία μεταξύ άλλων ορίζει, στο άρθρο 4, παράγραφος 2, ότι για τον καθορισμόσυντάξεως γήρατος κατά τη γερμανική νομοθεσία οι περίοδοι ασφαλίσεως, οι περίοδοι απασχολήσεως και εξομοιούμενες που συμπληρώθηκαν στην Πολωνία λαμβάνονται υπόψη σαν να είχαν πραγματοποιηθεί στη Γερμανία, αν και η σύμβαση ρητώς ορίζει ότι η εφαρμογή της δεν θίγει "διατάξεις που έχουν θεσπιστεί από διακρατικό οργανισμό, μέλος του οποίου είναι το κράτος" (άρθρο 3).
'Οσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), του οποίου το τελευταίο ενιαίο κείμενο περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2001/83 (ΕΕ 1983, L 230, σ. 6), εφαρμόζεται ως προς τους εργαζομένους που υπάγονται ή υπήχθησαν στη νομοθεσία ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών της Κοινότητας. Κατά το άρθρο 1, στοιχείο ι), ο όρος "' νομοθεσία' προσδιορίζει, για κάθε κράτος μέλος, τους υφιστάμενους ή μελλοντικούς νόμους, τις κανονιστικές πράξεις, κανονισμούς και κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής, που αφορούν τους κλάδους και το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως" που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού.
Το κεφάλαιο 3 του κανονισμού (("Γήρας και θάνατος (συντάξεις)" )) αφορά την εκκαθάριση των παροχών γήρατος όταν ο ενδιαφερόμενος υπάγεται στη νομοθεσία δύο ή περισσοτέρων κρατών μελών. Το άρθρο 44, παράγραφος 2, θέτει τη γενική αρχή ότι κατά τη διαδικασία της εκκαθαρίσεως λαμβάνονται υπόψη όλες οι νομοθεσίες στις οποίες έχει υπαχθεί ο ενδιαφερόμενος. Το άρθρο 45, παράγραφος 1, υποχρεώνει το φορέα που υπολογίζει το δικαίωμα λήψεως παροχών, όταν το δικαίωμα αυτό εξαρτάται από τη συμπλήρωση περιόδων ασφαλίσεως, να λαμβάνει υπόψη, καθόσον απαιτείται, τιςπεριόδους ασφαλίσεως που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία κάθε άλλου κράτους μέλους, σαν να επρόκειτο για περιόδους που πραγματοποιήθηκαν υπό τη νομοθεσία που εφαρμόζει ο φορέας αυτός. Δυνάμει του άρθρου 46, η εκκαθάριση των παροχών, όσον αφορά τις συντάξεις γήρατος (εφόσον συντρέχουν για τον εργαζόμενο οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη γένεση του δικαιώματος παροχών δυνάμει της νομοθεσίας κράτους μέλους στην οποία έχει υπαχθεί), συνεπάγεται τον υπολογισμό όχι μόνο του ποσού των παροχών που αντιστοιχεί στη συνολική διάρκεια των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που πρέπει να ληφθούν υπόψη δυνάμει της νομοθεσίας αυτού του κράτους μέλους, αλλά επίσης και όλων των περιόδων ασφαλίσεως ή κατοικίας που έχουν συμπληρωθεί υπό τις νομοθεσίες των κρατών μελών στις οποίες έχει αυτός υπαχθεί. Το ποσό της παροχής που οφείλεται από το πρώτο κράτος καθορίζεται κατ' αναλογία της διάρκειας των περιόδων που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους σε σχέση με τη συνολική διάρκεια των περιόδων που έχουν συμπληρωθεί. Λαμβάνεται τότε υπόψη το ανώτερο από τα δύο αυτά ποσά - δηλαδή είτε το πραγματικό ποσό που οφείλεται είτε το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή του τύπου ("θεωρητικό ποσό").
Το παράρτημα VΙ, τμήμα Γ, του ενιαίου κειμένου του κανονισμού 1408/71 (προηγουμένως παράρτημα 5, τμήμα Β) ορίζει ότι, για να καθοριστεί αν οι περίοδοι διακοπής πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σαν τέτοιες, οι υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται βάσει της νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους και η υπαγωγή στην ασφάλιση συντάξεων άλλου κράτους μέλους πρέπει να θεωρούνται ως υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται βάσει της γερμανικής νομοθεσίας και ως υπαγωγή στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων.
'Οταν υπολόγισε για πρώτη φορά το δικαίωμα συντάξεως, το ΒFΑ, μετά τη διόρθωση ενός αρχικού σφάλματος, προσυπολόγισε τις περιόδους υποχρεωτικής ασφαλίσεως στις Κάτω Χώρες στους μήνες για τους οποίους καταβλήθηκαν εισφορές στη Γερμανία. Με αυτή τη βάση, συνήχθη το συμπέρασμα ότι συνέτρεχε ως προς τον Borowitz η προϋπόθεση της κατά το ήμισυ καλύψεως για τις περιόδους υποχρεωτικών εισφορών και, συνεπώς, κατά τον υπολογισμό του συνολικού δικαιώματος συντάξεως ελήφθησαν υπόψη οι "περίοδοι διακοπής" κατά τις οποίες ο Borowitz φοίτησε στη σχολική και την ανωτάτη εκπαίδευση, αφού, όπως φαίνεται, κατά το γερμανικό δίκαιο, δεν έχει σημασία το ότι αυτές οι σπουδές πραγματοποιήθηκαν στην Πολωνία και όχι στη Γερμανία.
Μετά την κύρωση της συμβάσεως του 1975, το ΒFΑ προέβη, στις 9 Ιανουαρίου 1978, σε νέο υπολογισμό της συντάξεως του Borowitz, λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του γερμανικού εθνικού δικαίου, τις διατάξεις της συμβάσεως του 1975 και τις διατάξεις του κανονισμού 1408/71. Στην αρχή, εξακολούθησε να λαμβάνει υπόψη τις περιόδους διακοπής στη συνέχεια ωστόσο, όπως αναφέρεται σε μια απόφαση της 4ης Ιουλίου 1978 περί εκ νέου υπολογισμού της συντάξεως, χαρακτήρισε εσφαλμένο αυτό τον τρόπο υπολογισμού. Προέβη τότε σε δύο χωριστούς υπολογισμούς της συντάξεως. Ο ένας ελάμβανε υπόψη τις πολωνικές και γερμανικές εισφορές, αλλά όχι και τις εισφορές που καταβλήθηκαν στις Κάτω Χώρες ο άλλος ελάμβανε υπόψη τις γερμανικές και ολλανδικές εισφορές, αλλά όχι και τις πολωνικές εισφορές. Σύμφωνα με τη διοικητική του πρακτική, το ΒFΑ κατέβαλε κατόπιν στον Borowitz τη μεγαλύτερη από τις συντάξεις που προέκυψαν από τους δύο αυτούς υπολογισμούς. Πάντως, με βάση είτε τον ένα είτε τον άλλο από τους δύο αυτούς χωριστούς υπολογισμούς, ο Borowitz δεν συγκέντρωνε την κατά το ήμισυ κάλυψη, με συνέπεια να μην μπορούν να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι διακοπής.
Το ΒFΑ επανέλαβε αυτή την προσέγγιση σε μια απόφαση περί εκ νέου καθορισμού, της 29ης Αυγούστου 1979 (που διορθώθηκε με απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 1979), καθορίζοντας το ποσό της συντάξεως του Borowitz σε 1 203,50 γερμανικά μάρκα (DΜ). Ο Borowitz συνέχισε να εισπράττει το προηγούμενο ανώτερο ποσό (δηλαδή το ποσό που προκύπτει όταν λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι διακοπής) για λόγους επιεικείας, του δηλώθηκε όμως ότι η σύνταξή του δεν επρόκειτο να αυξηθεί παρά μόνο αν από τους μελλοντικούς υπολογισμούς σύμφωνα με τη νέα μέθοδο θα προέκυπτε δικαίωμα μεγαλύτερης σύνταξης.
Ο Borowitz προσέβαλε τη μέθοδο αυτή με προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Sozialgericht Reutlingen. Υποστήριξε ότι έπρεπε να γίνει ένας μόνο ενιαίος υπολογισμός με βάση τις περιόδους καταβολής εισφορών στη Γερμανία, τις Κάτω Χώρες και την Πολωνία, πράγμα που θα επέτρεπε να επιτευχθεί η κατά το ήμισυ κάλυψη και να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι διακοπής. Το Sozialgericht Reutlingen δικαίωσε τον Borowitz με απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1982. Το ΒFΑ άσκησε έφεση ενώπιον του Landessozialgericht, το οποίο επικύρωσε την απόφαση του κατωτέρου δικαστηρίου με απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1984. Το Bundessozialgericht, που επελήφθη της διαφοράς κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως από το ΒFΑ, ανέστειλε τη διαδικασία στις 25 Νοεμβρίου 1986 και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
"Επιτρέπεται από τον κανονισμό 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και τις οικογένειές τους που διακινούνται εντός της Κοινότητος, να εξομοιώνει ο γερμανικός ασφαλιστικός φορέας, κατά την απόφαση για τον υπολογισμό των περιόδωνδιακοπής (Ausfallzeiten), με τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται βάσει των γερμανικών νομοθετικών διατάξεων και με την υπαγωγή στη γερμανική ασφάλιση όχι μόνο τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται εντός των άλλων κρατών μελών και την υπαγωγή στην ασφάλιση άλλων κρατών μελών, αλλά επίσης και τις υποχρεωτικές εισφορές και την υπαγωγή στην ασφάλιση εντός τρίτου κράτους (εν προκειμένω της Πολωνίας), με το οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει συνάψει σύμβαση για την αμοιβαία εξομοίωση των περιόδων ασφαλίσεως;"
Κατά την έγγραφη διαδικασία, η Επιτροπή εξέφρασε τη γνώμη ότι μια σύμβαση όπως η συναφθείσα μεταξύ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και της Πολωνίας, που έχει εφαρμογή στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, αποτελεί μέρος της νομοθεσίας κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο ι), του κανονισμού και, συνεπώς, οι πολωνικές περίοδοι πρέπει να λογίζονται ως γερμανικές περίοδοι κατά την εφαρμογή του κεφαλαίου 3 του κανονισμού. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστήριξε ότι ο όρος "νομοθεσία" δεν μπορεί να περιλαμβάνει μια τέτοια σύμβαση στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού και ότι κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιβάλει σε άλλα κράτη μέλη υποχρεώσεις στον τομέα της κοινωνικής ασφαλίσεως, συνάπτοντας μια διμερή σύμβαση με ένα άλλο κράτος. Εντούτοις, στην επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή και το Ηνωμένο Βασίλειο υιοθέτησαν στην πραγματικότητα παρόμοια προσέγγιση του θέματος από την οποία συνάγεται καταφατική απάντηση στο ερώτημα όπως έχει πράγματι τεθεί - το οποίο υπενθυμίζω, αφορά το αν ο κανονισμός "επιτρέπει" στις γερμανικές αρχές να λαμβάνουν υπόψη όχι μόνο τις περιόδους υποχρεωτικής ασφαλίσεως βάσει της νομοθεσίας άλλων κρατών μελών, αλλά επίσης και τις περιόδους υποχρεωτικής ασφαλίσεως που πραγματοποιήθηκαν υπό την πολωνική νομοθεσία δυνάμει της συμβάσεως περί αμοιβαίας εξομοιώσεως των περιόδων ασφαλίσεως.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το όλο ζήτημα επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ιδιαίτερη διάταξη της γερμανικής νομοθεσίας που αφορά τις περιόδους διακοπής. Κατά πάσα πιθανότητα δε, η διάταξη αυτή αποτελεί ιδιομορφία του γερμανικού δικαίου. Δεν δέχομαι ότι το ερώτημα είναι τόσο περιορισμένο. Φρονώ ότι το περιεχόμενό του είναι πολύ ευρύτερο.
Κατά τη γνώμη μου, είναι πρόδηλο ότι το κεφάλαιο 3 του κανονισμού επιτάσσει να ληφθούν υπόψη οι περίοδοι εισφορών στις Κάτω Χώρες για τον υπολογισμό της συντάξεως του Borowitz. Μου φαίνεται εξίσου πρόδηλο ότι καμία διάταξη του κανονισμού δεν εμποδίζει να ληφθούν υπόψη οι πολωνικές περίοδοι για τον υπολογισμό ενός δικαιώματος συντάξεως βάσει του γερμανικού εθνικού δικαίου.
Μολονότι ο κανονισμός 1408/71 ρυθμίζει τον υπολογισμό της συντάξεως όσον αφορά περιόδους που συμπληρώθηκαν υπό τη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως περισσοτέρων από ένα κρατών μελών, δεν καταργεί δικαιώματα που άλλως υφίστανται δυνάμει του εθνικού δικαίου. Κατά το γερμανικό εθνικό δίκαιο, ο Borowitz έχει δικαίωμα να ληφθούν υπόψη οι πολωνικές περίοδοι για τον υπολογισμό της συντάξεώς του. Το γεγονός ότι δυνάμει του κανονισμού 1408/71 έχει επίσης δικαίωμα να ζητήσει να ληφθούν υπόψη και οι ολλανδικές περίοδοι δεν του αφαιρεί τα δικαιώματα που του παρέχει το εθνικό δίκαιο. Αν ο κανονισμός 1408/71 ερμηνευόταν υπό την έννοια ότι εμποδίζει να ληφθούν υπόψη οι πολωνικές περίοδοι, θα προέκυπτε, κατά τη γνώμη μου, αντίφαση προςτη γενική αρχή του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, δυνάμει της οποίας κυρίως θεσπίστηκε (δηλαδή, να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για την εγκαθίδρυση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων), και τούτο διότι αν ο υπήκοος ενός κράτους μέλους γνώριζε ότι φεύγοντας από ένα κράτος μέλος θα χάσει το πλεονέκτημα του συνυπολογισμού των περιόδων εισφορών που πραγματοποίησε σε τρίτο κράτος, και που αναγνωρίζονται στο πρώτο κράτος μέλος, θα αποθαρρυνόταν στη μετακίνησή του.
Το εθνικό δικαστήριο δεν ερωτά αν ο κανονισμός 1408/71 επιτάσσει (σε αντιδιαστολή με το αν επιτρέπει) να ληφθούν υπόψη οι πολωνικές περίοδοι. Αν θα έπρεπε να δοθεί απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα, φρονώ ότι καμιά διάταξη των άρθρων 6, 7 και 8 του κανονισμού δεν μπορεί να επηρεάσει την απάντηση και ότι το μόνο επιχείρημα που προβλήθηκε υπέρ μιας τέτοιας επιταγής είναι ότι το άρθρο 4, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο ι), είναι αρκετά ευρύ για να περιλάβει τις διμερείς συνθήκες που έχουν κυρωθεί βάσει του εθνικού δικαίου ή αποτελούν μέρος του.
Ο ορισμός του άρθρου 1, στοιχείο ι), του κανονισμού είναι σαφώς ευρύς, αφού περιλαμβάνει όχι μόνο τους νόμους, τους κανονισμούς και άλλες διατάξεις, αλλά και "κάθε άλλο μέτρο εφαρμογής ..., υφιστάμενο ή μελλοντικό", που αφορά τους κλάδους κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπονται στο άρθρο 4, παράγραφοι 1 και 2. Στον ορισμό αυτό μπορούν να περιληφθούν οι διατάξεις και τα μέτρα με τα οποία ένα κράτος μέλος θέτει σε ισχύ μια διμερή σύμβαση που έχει συνάψει με τρίτο κράτος. Εξάλλου, προχωρώντας πέρα από τη γραμματική διατύπωση, δεν νομίζω ότι υπήρχε η πρόθεσητο άρθρο αυτό να καλύψει, και δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει, περιόδους που συμπληρώνονται σε τρίτο κράτος και οι οποίες εξομοιώνονται με περιόδους καλυπτόμενες με εισφορές εντός του κράτους μέλους απλώς και μόνο για τον υπολογισμό μιας συντάξεως σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία. Ακόμα και αν οι περίοδοι αυτές που συμπληρώθηκαν σε τρίτο κράτος ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό των εθνικών παροχών, ο συνυπολογισμός τους δεν μπορεί να επηρεάζει τον επιμερισμό και, συνεπώς, τις υποχρεώσεις άλλων κρατών μελών. Το συμπέρασμα αυτό είναι σύμφωνο, νομίζω, με τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις υποθέσεις 16/72 (Allgemeine Ortskrankenkase Hamburg κατά Landversicherungsanstalt Schleswig-Holstein, ECR 1972, σ. 1141) και 75/76 (Kaucic κατά Institut national d' assurances maladie-invalidite, ECR 1977, σ. 495, σκέψεις 8 και 9).
Η υπόθεση 87/76 (Bozzone κατά Office de securite sociale d' outre-mer, ECR 1977, σ. 687), αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ειδική περίπτωση κατά την οποία κρίθηκε ότι το "σύνολο" των διατάξεων ενός αποικιακού διατάγματος της 7ης Αυγούστου 1952, το οποίο κυρώθηκε με ένα βελγικό νόμο της 16ης Ιουνίου 1960 και τροποποιήθηκε αργότερα από τη βελγική εθνική νομοθεσία, αποτελεί εθνική νομοθεσία, δεδομένου ότι ο κανονισμός 1408/71 δεν είχε εφαρμογή αποκλειστικά και μόνο στο μητροπολιτικό έδαφος ενός κράτους μέλους, αλλά μπορούσε επίσης να καλύπτει και τα πρώην αποικιακά του εδάφη.
Μολονότι το εύρος του περιεχομένου του άρθρου 1, στοιχείο ι), τονίστηκε στην υπόθεση Bozzone και επανελήφθη στην απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 1986 επί της υποθέσεως 300/84 (Van Roosmalen κατά Bestuur van Bedrijfsvereniging voor de Gezonheid, Geestelijke en Maatschappelijke Belangen, Συλλογή 1986, σ. 3097), η τελευταία αυτή υπόθεση αφορά, κατάτη γνώμη μου, ένα πρόσωπο που, ως κοινοτικός υπήκοος, συνδεόταν με το σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του δικού του κράτους μέλους πριν φύγει για να εργαστεί στο εξωτερικό. Στις σκέψεις 30 και 31 της αποφάσεώς του το Δικαστήριο δέχεται ότι μια εθνική ρύθμιση περί κοινωνικής ασφαλίσεως που επεκτείνει τα αποτελέσματά της στα πρόσωπα που εργάζονται, εν μέρει ή αποκλειστικά, εκτός της Κοινότητας πρέπει να θεωρηθεί ως "νομοθεσία" κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 1408/71. Ωστόσο, δεν συνάγεται, κατά τη γνώμη μου, από την απόφαση αυτή ότι, για το συνυπολογισμό και τον επιμερισμό, δυνάμει του κανονισμού 1408/71, απαιτείται να λαμβάνονται υπόψη οι περίοδοι που συμπληρώθηκαν σε τρίτο κράτος, προτού ο ενδιαφερόμενος γίνει υπήκοος της Κοινότητας και υπαχθεί στη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφαλίσεως του κράτους μέλους (μολονότι οι περίοδοι αυτές αναγνωρίζονται κατά το εθνικό δίκαιο ως εξομοιούμενες, λόγω της συνάψεως διμερούς συμβάσεως).
Κατά τη γνώμη μου, συνεπώς, στο προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Bundessozialgericht προσήκει η εξής απάντηση:
"Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1408/71 του Συμβουλίου δεν εμποδίζει ένα γερμανικό ασφαλιστικό φορέα, όταν αποφασίζει σχετικά με τον υπολογισμό περιόδων διακοπής, να εξομοιώνει με τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται δυνάμει της γερμανικής νομοθεσίας και με την υπαγωγή στη γερμανική ασφάλιση συντάξεων όχι μόνο τις υποχρεωτικές εισφορές που καταβάλλονται δυνάμει της νομοθεσίας άλλων κρατών μελών και την υπαγωγή στην ασφάλιση συντάξεων άλλων κρατών μελών, αλλά επίσης και τις υποχρεωτικές εισφορές και την υπαγωγή στηνασφάλιση εντός τρίτου κράτους (της Πολωνίας) με το οποίο η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας έχει συνάψει σύμβαση για την αμοιβαία εξομοίωση των περιόδων ασφαλίσεως, με την επιφύλαξη ότι οι τελευταίες αυτές εισφορές και περίοδοι ασφαλίσεως δεν επιβάλλουν σε άλλα κράτη μέλη, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού, βαρύτερες υποχρεώσεις από εκείνες που θα υπείχαν, αν οι τελευταίες αυτές εισφορές και περίοδοι ασφαλίσεως δεν λαμβάνονταν υπόψη".
Εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι της κύριας δίκης. Τα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται.
(*) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Full & Egal Universal Law Academy