Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α - Πραγματικά περιστατικά
1. Στην υπόθεση που σήμερα μας απασχολεί η προσφεύγουσα ζητεί να αναγνωριστεί ότι η καθής παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ με το να μη εκδώσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλες τις αναγκαίες διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980 (1), περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη.
Προκειμένου να κριθεί η εν λόγω προσφυγή, πρέπει να παρατηρηθούν εν συντομία τα εξής:
2. Κατά την προαναφερθείσα οδηγία, τα κράτη μέλη πρέπει να δημιουργήσουν οργανισμούς εγγυήσεως προκειμένου να διασφαλίζονται οι ανεξόφλητες απαιτήσεις των εργαζομένων που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή σχέσεις εργασίας, οι οποίες αφορούν τις αποδοχές για περίοδο πριν από μία ορισμένη ημερομηνία (επέλευση της αφερεγγυότητας του εργοδότη, γνωστοποίηση της απολύσεως λόγω αφερεγγυότητας, παύση της σχέσεως εργασίας λόγω αφερεγγυότητας) (άρθρο 3). Οι οργανισμοί αυτοί πρέπει να τηρούν ορισμένες αρχές που απαριθμούνται στο άρθρο 5 της οδηγίας.
3. Τα κράτη μέλη οφείλουν επίσης - σύμφωνα με το άρθρο 7 - να διασφαλίζουν ότι η μη καταβολή στους ασφαλιστικούς φορείς τους υποχρεωτικών εισφορών οφειλομένων από τον εργοδότη, πριν από την επέλευση της αφερεγγυότητας, στο πλαίσιο των εθνικών συστημάτων υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως, δεν θίγει το δικαίωμα για παροχές του μισθωτού έναντι των εν λόγω ασφαλιστικών φορέων.
4. Εξάλλου, τα κράτη μέλη υποχρεούνται - σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας - να βεβαιώνονται ότι έχουν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των μισθωτών και των προσώπων που έχουν ήδη εγκαταλείψει την επιχείρηση ή την εγκατάσταση του εργοδότη κατά το χρόνο της επελεύσεως της αφερεγγυότητάς του, όσον αφορά τα κεκτημένα δικαιώματά τους ή τα δικαιώματα προσδοκίας για παροχές γήρατος, περιλαμβανομένων και των παροχών επιζώντων, στα πλαίσια των συστημάτων επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής επικουρικής προνοίας.
5. Το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας ορίζει, αφετέρου, ότι τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείσουν από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τις χρηματικές απαιτήσεις ορισμένων κατηγοριών μισθωτών λόγω της ιδιαιτέρας φύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας των μισθωτών ή λόγω του ότι υπάρχουν άλλες μορφές εγγυήσεως που εξασφαλίζουν στους μισθωτούς ισοδύναμη προστασία με εκείνη που προκύπτει από την παρούσα οδηγία. Συναφώς έχει σημασία ο κατάλογος που περιλαμβάνεται στο παράρτημα της οδηγίας και ιδίως στο σημείο της ΙΙ, Γ, όπου αναφέρεται για την καθής: "1. Οι μισθωτοί που καλύπτονται από παροχές προβλεπόμενες από την κειμένη νομοθεσία, που τους εξασφαλίζουν τη συνέχιση της πληρωμής τους, σε περίπτωση οικονομικής κρίσεως της επιχειρήσεως."
6. Τα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο έπρεπε να ληφθούν - δυνάμει του άρθρου 11 - εντός προθεσμίας 36 μηνών από της κοινοποιήσεώς της (δηλαδή πριν από την 23η Οκτωβρίου 1983), τα δε κράτη μέλη είχαν, ομοίως, την υποχρέωση να γνωστοποιήσουν στην προσφεύγουσα το κείμενο των διατάξεων που θεσπίζουν στο διεπόμενο από την οδηγία τομέα.
7. Επειδή το καθού κράτος μέλος δεν προέβη στη γνωστοποίηση αυτή, η προσφεύγουσα απηύθυνε σχετικό αίτημα στην καθής στις 3 Νοεμβρίου 1983. Σε απάντηση προς αυτό της απαριθμήθηκαν τον Μάρτιο του 1984 μερικοί ιταλικοί νόμοι που έχουν σχέση με την οδηγία.
8. Μετά την εξέτασή τους, η προσφεύγουσα απηύθυνε στις 24 Απριλίου 1985 άλλο έγγραφο προς την καθής, στο οποίο της εξηγούσε λεπτομερώς για ποιους λόγους δεν μπορούσε να γίνει λόγος για πλήρη θέση σε εφαρμογή της οδηγίας στο καθού κράτος μέλος και στο οποίο για μια ακόμη φορά ζητούσε τον πλήρη και λεπτομερή κατάλογο όλων των σχετικών με την οδηγία διατάξεων.
9. Επειδή το έγγραφο αυτό έμεινε αναπάντητο, η Επιτροπή διατύπωσε στις 19 Μαρτίου 1986 αιτιολογημένη γνώμη κατά την έννοια του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ιταλίας αντέδρασε σ' αυτό με έγγραφο της 25ης Απριλίου 1986, στο οποίο είχε επισυνάψει υπόμνημα του Υπουργείου Εργασίας του καθού κράτους μέλους, το οποίο περιελάμβανε ανάλυση των σχετικών ιταλικών διατάξεων.
10. Στο τέλος του υπομνήματος αυτού παρατηρείται ότι ορισμένες υποχρεώσεις που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο, το οποίο αποβλέπει στην προστασία όλων των εργαζομένων, δεν είχαν ακόμη εκπληρωθεί και ότι ήταν ακόμη αναγκαίο να βρεθούν οι σχετικές λύσεις. Στο συνοδευτικό έγγραφο της Μόνιμης Αντιπροσωπείας διευκρινιζόταν επίσης ότι έπρεπε ακόμη να επιλυθούν τα προβλήματα προσαρμογής της εθνικής νομοθεσίας προκειμένου να εκπληρωθούν πλήρως οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία και αναφερόταν ότι είχε ανατεθεί σε διυπουργική επιτροπή να διατυπώσει προτάσεις προκειμένου να πληρωθούν τα υφιστάμενα κενά.
11. Επειδή η προσφεύγουσα δεν πληροφορήθηκε τίποτε άλλο σχετικά με τη δραστηριότητα της επιτροπής αυτής ούτε με την ενδεχόμενη μεταφορά των προτάσεών της στο θετικό δίκαιο, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 23 Ιανουαρίου 1987 την προσφυγή λόγω παραβάσεως, την οποία εξετάζουμε σήμερα.
12. Η εν λόγω προσφυγή - όπως γνωρίζει το Δικαστήριο - περιέχει τρεις αιτιάσεις:
- το δίκαιο του καθού κράτους μέλους δεν προβλέπει κατά τρόπο επαρκή οργανισμούς εγγυήσεως σαν αυτούς που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 5 της οδηγίας
- η προστασία των δικαιωμάτων προς παροχές των μισθωτών έναντι του συστήματος υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως δεν διασφαλίζεται επαρκώς
- η καθής δεν έλαβε κανένα από τα μέτρα που απαιτεί το άρθρο 8 της οδηγίας.
Β - Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Σχετικά πρέπει να αναφερθούν ειδικότερα τα εξής:
1. Ως προς τα μέτρα που απαιτούνται σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 5 της οδηγίας
13. α) Το σημείο αυτό αφορά καταρχάς, στο καθού κράτος μέλος, το νόμο 297, της 29ης Μαΐου 1982. Με το νόμο αυτό ιδρύθηκε ένα ειδικό ταμείο στο πλαίσιο του Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Προνοίας, το οποίο διασφαλίζει την πληρωμή της προβλεπόμενης από το άρθρο 2120 του "codice civile" (αστικός κώδικας) αποζημιώσεως λόγω τερματισμού της συμβάσεως. Η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι το ταμείο αυτό ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του άρθρου 5 της οδηγίας. Σχολιάζει δυσμενώς - και για το λόγο αυτό το κρίνει ανεπαρκές έναντι της οδηγίας - το ότι πρόκειται μόνο για μια αποζημίωση σε περίπτωση τερματισμού της συμβατικής σχέσεως και όχι για ανεξόφλητες απαιτήσεις των μισθωτών για την περίοδο στην οποία αναφέρεται το άρθρο 3 της οδηγίας. Εξάλλου, αναφέρει ότι η αποζημίωση - ένας μηνιαίος μισθός ανά έτος απασχολήσεως - δεν φθάνει, για τις βραχείες περιόδους απασχολήσεως, το ελάχιστο ποσό που προβλέπεται στο άρθρο 4 της οδηγίας (τρεις μηνιαίοι μισθοί).
14. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί στο παρόν πλαίσιο - η ήδη αναφερθείσα φράση του παραρτήματος της οδηγίας, σημείο ΙΙ, Γ, 1 αναφέρεται σ' αυτό - ότι προβλέπεται, χάρη σε ένα άλλο ταμείο που συστήθηκε στο πλαίσιο του Εθνικού Ιδρύματος Κοινωνικής Προνοίας, το Cassa integrazione guadagni - gestione straordinaria, ότι οι μισθωτοί μπορούν να λαμβάνουν το 80 % του μισθού τους χωρίς χρονικό περιορισμό σε περίπτωση που η επιχείρηση που τους απασχολεί διέρχεται κρίση. Η προσφεύγουσα όμως θεωρεί ότι ούτε αυτό επαρκεί για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία, διότι αυτό αφορά μόνο ορισμένες επιχειρήσεις (κατ' ουσίαν τις μεγάλες και μεσαίες βιομηχανικές επιχειρήσεις και τους μεγάλους εμπορικούς οίκους, αλλ' όχι, αντιθέτως, τις γεωργικές επιχειρήσεις, τις εταιρίες υπηρεσιών και το μικρεμπόριο), διότι ο θεσμός δεν εφαρμόζεται σε όλες τις κατηγορίες μισθωτών (δεν εφαρμόζεται στους διευθύνοντες των επιχειρήσεων, στους μαθητευομένους και στους κατ' οίκον εργαζομένους) και διότι η διυπουργική επιτροπή για το συντονισμό της βιομηχανικής πολιτικής (CΙΡΙ) διαθέτει διακριτική εξουσία για την εφαρμογή της ρυθμίσεως, ώστε - εφόσον η κοινωνική σπουδαιότητα της κρίσεως είναι αυτό που μετράει, δηλαδή το μέγεθος της επιχειρήσεως και η αγορά απασχολήσεως σε μια περιοχή - ως προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τους μισθωτούς τους σπανίως εφαρμόζεται η εν λόγω ρύθμιση.
15. β) Εξετάζοντας, ως προς τις διαπιστώσεις αυτές, τα επιχειρήματα που η καθής προέβαλε προς υπεράσπισή της, πολύ γρήγορα καθίσταται σαφές ότι ασφαλώς δεν είναι τα προσήκοντα όσον αφορά το ειδικό ταμείο που διασφαλίζει την αποζημίωση σε περίπτωση τερματισμού της συμβάσεως, το οποίου πρωτίστως έγινε επίκληση.
16. Θυμάστε ότι προς τούτο προβλήθηκε κυρίως ο ισχυρισμός ότι το εν λόγω σύστημα διασφάλιζε εν γένει μία αποτελεσματικότερη προστασία απ' ό,τι προέβλεπε η οδηγία (διότι η αποζημίωση φθάνει κατά γενικό κανόνα ένα ποσό ανώτερο από την ελάχιστη προστασία, που προβλέπεται από την οδηγία, τριών μηνιαίων μισθών). Εξάλλου, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι οι επιχειρήσεις του κράτους μέλους είχαν ήδη επιβαρυνθεί σημαντικά με την αναφερθείσα αποζημίωση (δεδομένου ότι το Ταμείο Εγγυήσεως τροφοδοτείται από τις εισφορές των εργοδοτών) και ότι επρόκειτο να υποστούν, εάν ελαμβάνοντο συμπληρωματικά μέτρα εν συνεχεία της οδηγίας, ζημία ασυμβίβαστη με την ιδέα της εναρμονίσεως που αποτελεί τη βάση της οδηγίας.
17. 'Εναντι αυτού είναι σημαντικό - δεν θα αναφερθώ εδώ στο γεγονός ότι η εν λόγω αποζημίωση οφείλεται καταρχήν μόνο κατά τη λήξη της συμβάσεως - ότι λόγω του τρόπου υπολογισμού που ήδη αναφέρθηκε, το ταμείο αποζημιώσεως δεν καθιστά δυνατή πάντα την επίτευξη - και ακόμη λιγότερο την υπέρβαση - του επιπέδου προστασίας που καθορίζεται από την οδηγία. Αυτό συμβαίνει προδήλως στην περίπτωση σχέσεων εργασίας μικράς διαρκείας, που μπορούν να υφίστανται όσον αφορά νεαρούς μισθωτούς αλλά που μπορούν επίσης να οφείλονται στην κινητικότητα των εργαζομένων, για την οποία ασφαλώς δύσκολα μπορεί να λεχθεί ότι έχει εντελώς δευτερεύουσα και μόνο σημασία στο καθού κράτος μέλος.
18. Το άλλο ουσιώδες σημείο είναι ότι η οδηγία προβλέπει ορισμένη ελαχίστη προστασία και, επομένως, δεν απαιτεί τα μέτρα που προβλέπει να λαμβάνονται πλέον αυτών που υφίστανται ήδη. Αν όμως - και η οδηγία ακριβώς αυτό απαιτεί - προσαρμοστεί το εθνικό δίκαιο προς τις απαιτήσεις της, ώστε να μη υφίσταται πλέον κενό όσον αφορά την προστασία των εργαζομένων, ασφαλώς δεν μπορεί να λεχθεί ότι το γεγονός αυτό συνεπάγεται για τους παραγωγούς του καθού κράτους μέλους υπερβολική και αδικαιολόγητη επιβάρυνση. Η ίδια η καθής ανέφερε ότι οι περιπτώσεις αυτές έχουν περιθωριακή σημασία λαμβανομένου υπόψη του ήδη επιτευχθέντος υψηλού επιπέδου προστασίας επομένως, απ' αυτό δεν μπορεί να προκληθεί μία υπερβολική επιπλέον επιβάρυνση. Στην πραγματικότητα, αυτό έχει ως μόνο αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας καταστάσεως όσο το δυνατό ενιαίας για όλη την Κοινότητα.
19. γ) Εξάλλου, είναι σαφές για μένα ότι τα κενά που υπάρχουν στο σύστημα του Cassa integrazione guadagni-gestione straordinaria δεν επιτρέπουν να γίνει λόγος για επαρκή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας όσον αφορά τα άρθρα της 3 και 5 και ότι, επομένως, οι αιτιάσεις της προσφεύγουσας φαίνονται δικαιολογημένες ως προς το σημείο αυτό.
20. αα) 'Ετσι, πρέπει πράγματι να αναγνωριστεί ότι η ρύθμιση δεν ισχύει για όλες τις επιχειρήσεις, αλλά μόνο γι' αυτές που αναφέρονται στις σελίδες 6 και 7 του υπομνήματος του ιταλικού Υπουργείου Εργασίας επομένως δεν ισχύει ιδίως για τις μικρές και ορισμένες μεσαίες επιχειρήσεις.
21. Είναι επίσης βέβαιο ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της καθής ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας, η διαπίστωση της αφερεγγυότητας εξαρτάται κατ' ουσίαν από την έναρξη μιας τυπικής διαδικασίας, αυτή δε (δηλαδή η πτώχευση) αποκλείεται, σύμφωνα με το βασιλικό διάταγμα 297, της 16ης Μαρτίου 1942, σε συνδυασμό με το άρθρο 2083 του codice civile, για τις μικρές επιχειρήσεις, όπως των γεωργών, βιοτεχνών, μικρεμπόρων και τις οικογενειακές επιχειρήσεις. Ακόμη και αν αυτό αληθεύει και η οδηγία δεν επιβάλλει σχετικά κανένα αναγκαστικό προστατευτικό μέτρο, πρέπει εν πάση περιπτώσει να γίνει δεκτό ότι οι επιχειρήσεις που αποκλείονται από το σύστημα του κράτους μέλους δεν περιορίζονται προδήλως σ' αυτές που μόλις αναφέρθηκαν, αλλά περιλαμβάνουν και άλλες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις για τις οποίες είναι εντελώς δυνατή η διαδικασία διαπιστώσεως της αφερεγγυότητας και στις οποίες συνεπώς εφαρμόζεται η οδηγία.
22. ββ) Εξάλλου, είναι βέβαιο ότι η ρύθμιση που ισχύει για το "Cassa integrazione guadagni-gestione straordinaria" δεν εφαρμόζεται σ' όλους τους μισθωτούς, ιδίως στους διευθύνοντες, μαθητευομένους και εργαζομένους κατ' οίκον και είναι επίσης σαφές ότι ο αποκλεισμός τους ομοίως δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.
23. 'Ετσι δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη - όσον αφορά τους διευθύνοντες - ότι η οδηγία (κατά το άρθρο 2 της οποίας το εθνικό δίκαιο ορίζει, μεταξύ άλλων, την έννοια της λέξεως "εργαζόμενος") δεν εφαρμόζεται σε καμία περίπτωση στους διευθύνοντες της επιχειρήσεως. Πράγματι, η προσφεύγουσα κατέδειξε κατά τρόπο πειστικό ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2095 του codice civile (όπως τροποποιήθηκε με το νόμο 190, της 13ης Μαΐου 1985), οι κανόνες που ισχύουν για τους μισθωτούς - εκτός των συγκεκριμένων εξαιρέσεων - ισχύουν επίσης για τους διευθύνοντες και ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς αυτό, σύμφωνα με τη θεωρία και τη νομολογία του καθού κράτους. Εξάλλου, δικαίως τόνισε ότι, αν πράγματι είχε προβλεφθεί ειδική ρύθμιση γι' αυτή τη σημαντική κατηγορία, θα είχε ρητώς ληφθεί υπόψη στο παράρτημα της οδηγίας.
24. Καθόσον όμως η καθής ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η ενδεδειγμένη προστασία των διευθυνόντων διασφαλίζεται με άλλες ρυθμίσεις (ιδίως, πολλές φορές, με συλλογικές συμβάσεις), πρέπει να της αντιταχθεί ότι (σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας) σ' αυτήν εναπέκειτο να το καθιστά σαφές και να το αποδεικνύει σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση και ότι δεν μπορούσε να γίνει λόγος γι' αυτό κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.
25. 'Οσον αφορά εν συνεχεία τους μαθητευομένους, επίσης δεν υπάρχουν αμφιβολίες ότι, σύμφωνα με το δίκαιο του καθού κράτους μέλους, θεωρούνται ως εργαζόμενοι - όπως απέδειξε η προσφεύγουσα, επικαλούμενη το άρθρο 2134 του codice civile, το νόμο 25, της 19ης Ιανουαρίου 1955, και τη σχετική νομολογία - και ότι, συνεπώς, η οδηγία μπορεί επίσης να εφαρμοστεί, καταρχήν, ως προς αυτούς. Στο πλαίσιο αυτό είναι ασφαλώς εσφαλμένη, αφενός, η αναφορά στη διάρκεια αυτών των σχέσεων εργασίας. 'Ετσι, δικαίως αντιτάχθηκε στην καθής ότι στην πραγματικότητα δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατά κανόνα μικρής διάρκειας σχέσεις εργασίας, ενόψει του ανωτάτου ορίου των πέντε ετών που προβλέπεται στο άρθρο 7 του νόμου 25. Εξάλλου, είναι σαφές ότι κατά την οδηγία (η οποία στο άρθρο 4 προβλέπει απλώς μία ελάχιστη προστασία τριών μηνών) αυτό δεν έχει καμία σημασία. Στο πλαίσιο αυτό ασφαλώς εσφαλμένη είναι επίσης η αναφορά στο ήδη αναφερθέν άρθρο 1, παράγραφος 2, (κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να αποκλείσουν τις χρηματικές απαιτήσεις ορισμένων κατηγοριών εργαζομένων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας), καθώς και η δήλωση ότι η καθής - εφόσον οι μαθητευόμενοι εμπίπτουν πράγματι στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας - θα ζητήσει να συμπληρωθεί προσηκόντως το παράρτημα της οδηγίας.
Για την παρούσα διαδικασία αποφασιστική σημασία έχει απλώς ότι οι μαθητευόμενοι δεν αποκλείονται, σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Πέραν αυτού, ως προς αυτό μπορεί να παρατηρηθεί ακόμη ότι είναι πολύ αμφίβολο αν παρόμοια τροποποίηση του παραρτήματος, η οποία δεν μπορεί να επιχειρηθεί μονομερώς από ένα κράτος μέλος αλλά πρέπει να αποφασιστεί από το Συμβούλιο, μπορεί καν να νοηθεί, ενώ προφανώς δεν μπορεί να γίνει λόγος όσον αφορά τους μαθητευομένους για ισοδύναμη προστασία κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 2, της οδηγίας επίσης δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί η άποψη ότι πρόκειται στην περίπτωση αυτή για ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων, για την οποία δεν υφίσταται ανάγκη προστασίας.
26. Περαιτέρω, δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή αμφιβολία ως προς το ότι οι κατ' οίκον εργαζόμενοι πρέπει επίσης να θεωρηθούν ως μισθωτοί και ότι, συνεπώς, εμπίπτουν καταρχήν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Ως προς το σημείο αυτό έχει ενδιαφέρον το ότι θεωρήθηκε αναγκαίος ο ρητός τους αποκλεισμός - στην περίπτωση της Ιρλανδίας - από το παράρτημα. Ως προς αυτό κυρίως έχει, επίσης, σημασία ότι προκύπτει - όπως απέδειξε η προσφεύγουσα - από το δίκαιο του καθού κράτους μέλους, δηλαδή τα άρθρα 2094 και 2128 του codice civile, το νόμο 817, της 18ης Νοεμβρίου 1973, με τον ορισμό του του κατ' οίκον εργαζομένου καθώς και από τη νομολογία και τα αποφασιστικής σημασίας κριτήρια που ανέπτυξε (ακόμη και αν πρέπει να γίνει δεκτό ως προς αυτό ότι σε μεμονωμένες περιπτώσεις μπορούν να προκύψουν προβλήματα καθορισμού, πράγμα που δημιουργεί διαρκώς νέες διαφορές).
27. Καθόσον όμως η καθής επικαλέστηκε προς στήριξη της αποκλίνουσας απόψεώς της το νόμο 433, της 8ης Αυγούστου 1985 (κατά τον οποίο οι κατ' οίκον εργαζόμενοι υπό ορισμένες προϋποθέσεις δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο των βιοτεχνιών), πρέπει κατά τη γνώμη μου να της αντιταχθεί ότι απ' αυτό εξίσου δεν μπορεί να συναχθεί σοβαρό επιχείρημα κατά του αποκλεισμού των κατ' οίκον εργαζομένων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, όπως και από τον απλό ισχυρισμό ότι τα ισχύοντα για τους μισθωτούς συστήματα προστασίας δεν μπορούν να επεκταθούν στους κατ' οίκον εργαζομένους (σελίδα 5 του υπομνήματος ανταπαντήσεως).
28. γγ) Τέλος, δικαίως η προσφεύγουσα άσκησε κριτική κατά της ρυθμίσεως που ισχύει για το Cassa ότι, ακόμη και εντός του πεδίου εφαρμογής της, δεν υφίσταται υποχρέωση πληρωμής άνευ κενών αλλά μία διακριτική εξουσία. Αυτό μπορεί - ως προς το Cassa πρόκειται κυρίως για την κοινωνική σημασία μιας επιχειρήσεως που έχει θιγεί από την κρίση - να έχει πάντα ως αποτέλεσμα ότι ως προς τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις δεν εφαρμόζεται η ρύθμιση.
29. Σ' αυτό η καθής αντέταξε - ανεπιτυχώς - μία απόφαση της διυπουργικής επιτροπής για το συντονισμό της βιομηχανικής πολιτικής της 12ης Ιουνίου 1984. Πράγματι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο νόμος που αποτελεί τη βάση της (ο οποίος, όπως ελέχθη, στηρίζεται κυρίως στην κοινωνική σπουδαιότητα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων) φυσικά υπερισχύει, είναι αναμφισβήτητο ότι, σύμφωνα με ολόκληρο το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής, δεν πρόκειται για υποχρέωση αυτόματης πληρωμής κατά πάσα περίπτωση (παραπέμπω σχετικά ιδίως στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη, όπου γίνεται λόγος για την "eccezionale rilevanza della situazione occupazionale" και στο διατακτικό, όπου πρόκειται για την "eccezionale rilevenza dei provvedimenti, da desumersi in rapporto all' organico aziendale, alla localizzazione d' impresa e al settore di attivita in cui operavano i lavoratori sospesi").
30. Ομοίως, η κριτική δεν μπορεί να αντικρουσθεί με την απάντηση ότι, κατά το άρθρο 1 της οδηγίας, θα μπορούσαν να αποκλειστούν κατηγορίες εργαζομένων από το πεδίο εφαρμογής της και ότι, σύμφωνα με αυτό, προβλέπεται στο παράρτημα σχετικά με το καθού κράτος μέλος η αφηρημένη κατηγορία των εργαζομένων, ως προς τους οποίους εφαρμόζεται ακριβώς η ρύθμιση του Cassa. Η διάταξη που εισάγει την εν λόγω εξαίρεση πρέπει μάλλον - όπως είπε η προσφεύγουσα - να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο ολοκλήρου του συστήματος, αυτό σημαίνει δε ότι αυτή προϋποθέτει ότι η οδηγία καταρχήν τηρήθηκε με αποτέλεσμα την πλήρη προστασία των εργαζομένων, η οποία εφαρμόζεται οσάκις δεν παρεμβάλλονται διατάξεις εισάγουσες εξαιρέσεις. Προπάντων, κατά την έννοια της ρυθμίσεως του άρθρου 1 - αποφυγή σωρευτικής προστασίας, όταν διασφαλίζεται ισοδύναμη προστασία - είναι επίσης σαφές ότι σημασία έχουν τα συγκεκριμένα αποτελέσματα μιας ρυθμίσεως που εισάγει εξαίρεση, σ' αυτό δε ανταποκρίνεται επίσης η διατύπωση του τμήματος του παραρτήματος που αφορά το καθού κράτος μέλος, στο οποίο γίνεται λόγος για "μισθωτούς, που καλύπτονται από παροχές προβλεπόμενες από την κειμένη νομοθεσία, που τους εξασφαλίζουν τη συνέχιση της πληρωμής τους, σε περίπτωση οικονομικής κρίσεως της επιχειρήσεως", επομένως όχι γι' αυτούς που "μπορούν να καλυφθούν". Επομένως, η διάταξη που εισάγει την εξαίρεση καλύπτει στην πραγματικότητα μόνο τις καταστάσεις στις οποίες η ρύθμιση του Cassa εφαρμόζεται στην πράξη, και για το λόγο αυτόν η προσφεύγουσα δικαίως τόνισε τη σημασία που έχει σχετικά η διακριτική εξουσία.
31. δ) Εντέλει, και η γενική προσπάθεια δικαιολογήσεως εκ μέρους της καθής των κενών του ιταλικού δικαίου όσον αφορά τα άρθρα 3 και 5 της οδηγίας, που αναμφισβήτητα μπορούν να αποδειχθούν, κατά την οποία άλλες αποτελεσματικές εγγυήσεις διασφαλίζουν την αποτελεσματική προστασία, δεν μπορεί να έχει επιτυχία.
32. Αυτό ισχύει ασφαλώς για το επιχείρημα ότι οι απαιτήσεις των εργαζομένων κατατάσσονται προνομιακώς στην πτώχευση. Πράγματι, είναι εντελώς προφανές ότι με τον τρόπο αυτό δεν υπάρχει στην περίπτωση αφερεγγυότητας η ασφάλεια, η οποία πρέπει να δημιουργηθεί με τη βοήθεια των οργανισμών εγγυήσεως που προβλέπονται από το άρθρο 3 και 5 της οδηγίας για τις απαιτήσεις μισθών.
33. Αυτό ισχύει επίσης για την αναφορά στις συλλογικές συμβάσεις, όπως αυτές που θα υπάρχουν στον τομέα του εμπορίου και του τουρισμού. Σχετικά δεν αναφέρθηκε στην πραγματικότητα τίποτε πιο συγκεκριμένο και, κυρίως, δεν αποδείχθηκε ότι με τον τρόπο αυτόν θα επιτευχθεί πλήρης και επαρκής κάλυψη όλων των κενών, για τα οποία έγινε λόγος μέχρι τώρα.
2. Επί των μέτρων που πρέπει να ληφθούν δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας
34. Στο πλαίσιο αυτό σημαντικό είναι το άρθρο 2116 του ιταλικού codice civile, κατά το οποίο οι παροχές της υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως πρέπει να αποκτώνται ακόμη και αν ο εργοδότης δεν κατέβαλε κανονικώς τις εισφορές. Κατά τη γνώμη της προσφεύγουσας όμως, είναι σημαντικό ότι στη διάταξη αυτή υπάρχει επιφύλαξη για τις αποκλίνουσες διατάξεις που περιέχονται σε ειδικούς νόμους και ότι η επιφύλαξη αυτή υπεισέρχεται όσον αφορά την ασφάλεια γήρατος, αναπηρίας και επιζώντων που προβλέπεται στο νόμο 485, της 11ης Αυγούστου 1972. Εδώ (στο άρθρο 23β) αναφέρεται μεν ότι η υποχρέωση καταβολής εισφορών θεωρείται ως εκπληρωθείσα, ακόμη και αν στην πραγματικότητα δεν καταβλήθηκαν οι εισφορές απαιτείται όμως να μην έχει παρέλθει ακόμη η προθεσμία παραγραφής (δέκα έτη). 'Οταν επέρχεται η παραγραφή, μπορεί επομένως - και αυτό προσάπτει η προσφεύγουσα - ο εργαζόμενος να απολέσει τα δικαιώματά του, σε αντιστάθμισμα δε αυτής της απώλειας μπορεί μόνο να στραφεί κατά του υπερήμερου εργοδότη δυνάμει του άρθρου 2116, παράγραφος 2, του codice civile, δηλαδή ασκώντας αγωγή αποζημιώσεως. Εντούτοις, το ένδικο αυτό μέσο είναι προφανώς εντελώς ακατάλληλο κατά την έννοια της οδηγίας, διότι είναι χρονοβόρο και δαπανηρό και, επιπλέον, παρέχει ελάχιστες προσδοκίες στις προβλεπόμενες από την οδηγία περιπτώσεις (αφερεγγυότητα μιας επιχειρήσεως), επειδή το πολύ-πολύ να καταστήσει δυνατή την ικανοποίηση μιας χρηματικής απαιτήσεως επί της πτωχευτικής περιουσίας.
35. α) 'Οσον αφορά τον προβληματισμό αυτό, δεν μπορώ ασφαλώς να συμφωνήσω με την καθής, καθόσον επικαλείται προς υπεράσπισή της το άρθρο 6 της οδηγίας, κατά το οποίο τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι τα άρθρα 3, 4 και 5 δεν εφαρμόζονται για τις εισφορές των εργαζομένων που οφείλονται σύμφωνα με τα εθνικά συστήματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφαλίσεως.
36. Πράγματι, είναι δύσκολο να γίνει δεκτό ότι η διάταξη αυτή (εισαχθείσα προδήλως μόνον από το Συμβούλιο) έχει ως σκοπό να επιτρέψει απλώς τις παρεκκλίσεις από τα άρθρα 7 και 8. Στην πραγματικότητα αυτό θα ισοδυναμούσε - παρά το σαφές γράμμα των δύο αυτών άρθρων - με τον υποβιβασμό των διατάξεων των εν λόγω άρθρων 7 και 8, οι οποίες είναι σημαντικές για την προστασία των μισθωτών, σε απλές συστάσεις αυτό θα σήμαινε ότι ένα σοβαρό κενό θα παρέμενε στο σύστημα προστασίας των εργαζομένων που απειλούνται από την αφερεγγυότητα του εργοδότη τους. Τείνω μάλλον προς την άποψη, σύμφωνα με την οικονομία της οδηγίας και ιδίως το γράμμα του άρθρου 6, ότι εδώ πρόκειται μόνο για το πρόβλημα των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως που δεν κατέβαλε ο εργοδότης και όχι για περιορισμό της προστασίας του δικαιώματος προς καταβολή των παροχών κοινωνικής ασφαλίσεως. Επομένως, αν στο άρθρο 6 γίνονται δεκτές ως προς τις εισφορές (και μόνο ως προς αυτές) παρεκκλίσεις από τα άρθρα 3 μέχρι 5, αυτό σημαίνει μόνο ότι μέχρι του σημείου αυτού δεν απαιτείται η δημιουργία οργανισμών εγγυήσεως σύμφωνα με το αναφερθέν άρθρο. Ως προς το σημείο αυτό μπορεί μάλλον να ληφθεί πρόνοια και κατ' άλλο τρόπο, για παράδειγμα - όπως μάλιστα καταρχήν συνέβη στο καθού κράτος μέλος - αναθέτοντας τον κίνδυνο της μη καταβολής των εισφορών στους οργανισμούς κοινωνικής ασφαλίσεως.
37. β) Περαιτέρω, δεν θεωρώ πειστική την απάντηση της καθής ότι το μειονέκτημα του ιταλικού συστήματος που κατέδειξε η προσφεύγουσα μπορεί να αποφευχθεί με τη βοήθεια του συστήματος ελέγχου που υφίσταται στην κοινωνική ασφάλιση (στο πλαίσιο του οποίου η κοινωνική ασφάλιση αποστέλλει ετησίως στους εργαζομένους αντίγραφα κινήσεως λογαριασμού που καθιστούν δυνατό τον έλεγχο της τηρήσεως της υποχρεώσεως καταβολής των εισφορών, κατόπιν δε αυτού η συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής μπορεί να αποκλειστεί αν ασκηθεί αγωγή κατά του εργοδότη για μη εκτέλεση των υποχρεώσεών του). Θεωρώ επίσης ότι δεν ευσταθεί η παρατήρηση ότι η αμφισβητούμενη από την προσφεύγουσα ρύθμιση έχει ως προς τα πρακτικά της αποτελέσματα εντελώς περιθωριακή σημασία.
38. Από το γράμμα του άρθρου 7 προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο λειτουργεί προστατευτικά σε ευρεία έκταση. Εφόσον προβλέπει ότι η μη καταβολή εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως δεν πρέπει να έχει επιζήμιο αποτέλεσμα στο δικαίωμα παροχών των μισθωτών εργαζομένων (γεγονός που συνεπάγεται την καθιέρωση της αρχής της αυτόματης παροχής χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η καταβολή εισφορών), δεν μπορεί να συμβιβάζεται με σύστημα που επιβάλλει στους ενδιαφερομένους μισθωτούς εργαζομένους να φέρουν σημαντική ευθύνη και, επίσης, προδήλως δεν λειτουργεί κατά τρόπο ικανοποιητικό - όπως αποδεικνύεται από τη νομολογία που παρέθεσε η προσφεύγουσα ως προς το άρθρο 2116, παράγραφος 2, του codice civile - (χωρίς να είναι εξάλλου δυνατό να καταστεί σαφές αν αυτό οφείλεται μόνο στην αμέλεια των εργαζομένων ή επίσης στο ότι κατά τις ετήσιες ανακοινώσεις της κοινωνικής ασφαλίσεως διαπράττονται λάθη).
39. 'Οσον αφορά εξάλλου τα πρακτικά αποτελέσματα της αμφισβητούμενης ρυθμίσεως και τη φερόμενη ως περιθωριακή σημασία τους, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η οδηγία επιβάλλει στον τομέα του άρθρου 7 πλήρη και χωρίς κενά προστασία. Επομένως, η αιτίαση που στηρίζεται στην εσφαλμένη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο είναι δικαιολογημένη - εφόσον η αρχή de minimis non curat praetor δεν εφαρμόζεται στη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ - ακόμη και όταν το εθνικό δίκαιο έχει διαμορφωθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο σκοπός της οδηγίας σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις να μην επιτυγχάνεται. Για το λόγο αυτόν δεν χρειάζεται επίσης να εξεταστεί περαιτέρω αν η νομολογία την οποία επικαλείται η Επιτροπή είναι πράγματι εντελώς λυσιτελής. Αρκεί ότι έχει αποδειχθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, έχουν ασκηθεί αγωγές αποζημιώσεως σε πολλές περιπτώσεις δυνάμει του άρθρου 2116, παράγραφος 2, λόγω μη καταβολής εισφορών από τους εργοδότες και της συμπληρώσεως της δεκαετούς παραγραφής.
40. γ) 'Οσον αφορά εξάλλου την υποχρέωση που επιβάλλεται από το άρθρο 7 της οδηγίας, η καθής ανέφερε μεν τη δυνατότητα βελτιώσεως διά του νόμου 1338, της 12ης Αυγούστου 1962 (σύμφωνα με τον οποίο, παρόλο ότι ο εργοδότης δεν κατέβαλε τις εισφορές και έχει επέλθει η παραγραφή, το δικαίωμα για παροχές μπορεί να βασιστεί στην εκ των υστέρων καταβολή εισφορών από τον εργοδότη ή τον εργαζόμενο), είναι όμως προφανές ότι ούτε κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να αποκρουσθεί η αιτίαση που οφείλεται στην ατελή μεταφορά του άρθρου 7 στο εσωτερικό δίκαιο.
41. Δεν χρειάζεται να αναφερθεί σχετικώς η τελευταία αναφερθείσα περίπτωση (εκ των υστέρων πληρωμή εκ μέρους του εργαζομένου), η οποία ασφαλώς πρέπει να θεωρηθεί ως ζημία κατά την έννοια του άρθρου 7. 'Οσον αφορά τη δυνατότητα της εκ των υστέρων πληρωμής εκ μέρους του εργοδότη, αυτή προϋποθέτει προφανώς ότι αυτός είναι φερέγγυος (πράγμα που, ακριβώς, δεν συμβαίνει στις περιπτώσεις για τις οποίες έχει θεσπιστεί η οδηγία). Εξάλλου, αποφασιστική σημασία έχει - η νομολογία που παρέθεσε η προσφεύγουσα το καθιστά σαφές - το ότι καμία υποχρέωση δεν βαρύνει τον εργοδότη και ότι συνεπώς, αν δεν καταφύγει στο μέσον αυτό, ο μισθωτός εργαζόμενος διαθέτει έναντι του εργοδότη μόνο την αγωγή αποζημιώσεως που πρέπει να θεωρηθεί ως ανεπαρκής.
42. δ) Επομένως, απομένει πράγματι να συναχθεί ότι ορθώς η προσφεύγουσα συμπεριέλαβε το άρθρο 7 της οδηγίας στον κατάλογο των διατάξεων, ως προς τις οποίες η έννομη τάξη του καθού κράτους μέλους δεν έχει ακόμη ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της οδηγίας.
3. Σχετικά με τα μέτρα που προβλέπονται από το άρθρο 8 της οδηγίας
43. Στην έννομη τάξη του καθού κράτους μέλους - σύμφωνα με τις μη αμφισβητούμενες δηλώσεις της προσφεύγουσας - στο σημείο αυτό αναφέρεται μόνο το άρθρο 2117 του codice civile, κατά το οποίο τα ειδικά κεφάλαια επικουρικής πρόνοιας που έχουν συσταθεί από τον εργοδότη δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για σκοπούς διαφορετικούς από αυτούς για τους οποίους προορίζονται και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αναγκαστικής εκτελέσεως υπέρ των δανειστών του εργοδότη ή του εργαζομένου. Αυτό - όπως έχει λεχθεί - έχει ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση πτωχεύσεως, να μην υπόκεινται στην περί ανακλήσεως αγωγή οι καταβολές στις οποίες προέβη ο εργοδότης προς το εν λόγω ταμείο κατά τη διάρκεια του προηγουμένου της ενάρξεως της πτωχευτικής διαδικασίας έτους.
44. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι ούτε αυτό ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας αντιθέτως, κρίνει αναγκαία τη λήψη μέτρων για την περίπτωση κατά την οποία ο εργοδότης αμελεί να καταβάλει τα αναγκαία ποσά σ' αυτό το ταμείο.
45. α) Ως προς το σημείο αυτό, η καθής περιορίστηκε κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας να επικαλεστεί προς υπεράσπισή της το ήδη αναφερθέν άρθρο 6 της οδηγίας και το γεγονός ότι παρόμοια συστήματα είναι ελάχιστα γνωστά στην Ιταλία (π.χ. μόνο μεταξύ των διευθυνόντων και των υπαλλήλων τραπέζης) μόλις τα τελευταία χρόνια παρατηρήθηκε αξιόλογη ανάπτυξη στον τομέα αυτό.
46. Εντούτοις, ήταν πολύ σαφές ότι με τον τρόπο αυτό δεν μπορεί να υπάρξει κάποιο αποτέλεσμα. Πράγματι, αποδείχθηκε ήδη ότι η καθής βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 6 της οδηγίας, το οποίο στην πραγματικότητα προσφέρει μόνο τη δυνατότητα μη καταβολής, όσον αφορά τις εισφορές των συστημάτων επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής επικουρικής προνοίας, στους οργανισμούς εγγυήσεως που ορίζονται στα άρθρα 3 και 5. 'Ομως δεν υπάρχει επίσης αμφιβολία ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι παράβαση, ως προς την εφαρμογή της οδηγίας, υπάρχει μόνο όταν διαπιστώνονται επιπτώσεις σε σημαντική ομάδα του εργαζόμενου πληθυσμού. Για το λόγο αυτόν αρκεί, στο παρόν πλαίσιο, η καθής να δεχθεί ότι στο εν λόγω κράτος μέλος υφίστανται συστήματα επικουρικής προνοίας, όπως αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 8 της οδηγίας και ότι ουδόλως χρειάζεται να εξεταστεί το ερώτημα αν, όπως η προσφεύγουσα το έχει διαπιστώσει, πράγματι υφίστανται ήδη στην Ιταλία διακόσια συστήματα επικουρικής προνοίας αυτού του είδους που αφορούν περισσότερο από ένα εκατομμύριο εργαζομένων - κατά τις πληροφορίες άρθρου εφημερίδας σχετικά με συνέδριο ασφαλιστικών επιχειρήσεων - ούτε αν η καθής ορθώς δηλώνει ότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ταμεία εντελώς διαφορετικής φύσεως που δεν έχουν καμία σχέση με την πρόνοια κατά την έννοια του άρθρου 8 της οδηγίας.
47. β) Κατά την προφορική διαδικασία, η καθής τροποποίησε εντελώς απροσδόκητα την άμυνά της (απροσδόκητα, κυρίως, γιατί κατά τη διάρκεια της έγγραφης διαδικασίας είχε αναφέρει, ως προς το άρθρο 8 της οδηγίας, ότι ετοιμαζόταν νόμος με σκοπό την διασφάλιση της φερεγγυότητας των εν λόγω επικουρικών ταμείων, δημιουργώντας, για παράδειγμα, ένα κεντρικό ταμείο εγγυήσεως). Είναι γνωστό ότι η καθής υποστηρίζει τώρα την άποψη ότι οι προβλεπόμενες στο άρθρο 2117 του codice civile διατάξεις αποτελούν επαρκή ρύθμιση κατά το άρθρο 8 της οδηγίας το άρθρο 8 δεν προβλέπει στην πραγματικότητα κανένα από τα μέτρα για τη μη θέσπιση των οποίων παραπονείται η προσφεύγουσα και, επομένως, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να λεχθεί ότι δεν τηρήθηκε επαρκώς.
48. Εντούτοις, και αυτό δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό. Κατά τη γνώμη μου, σημασία έχει κυρίως ότι το άρθρο 8 σαφώς απαιτεί μέτρα για την προστασία των κεκτημένων δικαιωμάτων ή δικαιωμάτων προσδοκίας στο πλαίσιο των συστημάτων επικουρικής προνοίας. Δεδομένου ότι τα δικαιώματα αυτά αποτελούν εν γένει συνάρτηση της διάρκειας της απασχολήσεως στην επιχείρηση, είναι εμφανές ότι προστασία περιοριζόμενη στο ακατάσχετο των πράγματι συσταθέντων κεφαλαίων των ταμείων και μεριμνώσα ώστε τα ταμεία να τροφοδοτούνται επαρκώς δεν είναι ικανοποιητική.
49. Ως προς αυτό δεν αρκεί σύγκριση του άρθρου 8 με το άρθρο 7 όπως αυτή στην οποία προέβη η καθής, επισημαίνοντας ότι το άρθρο 7 αναφέρει ρητώς, αντίθετα προς το άρθρο 8, τη μη καταβολή εισφορών. Πράγματι, πρέπει πρώτον να παρατηρηθεί σχετικά ότι η μη αναφορά της καταβολής εισφορών οφείλεται καταρχάς στο ότι τα συστήματα επικουρικής προνοίας μπορούν να τροφοδοτούνται με άλλους τρόπους, για παράδειγμα με τα εσωτερικά αποθεματικά της επιχειρήσεως. Σχετικώς μπορεί ακόμη να γίνει επίκληση, κυρίως, του ήδη αναφερθέντος άρθρου 6, στο οποίο στην πραγματικότητα αναφέρονται οι εισφορές προς τα συστήματα επικουρικής πρόνοιας. Το γεγονός - μπορεί να λεχθεί - ότι προβλέφθηκε ρητώς η δυνατότητα να μη λαμβάνονται εν προκειμένω υπόψη οι οργανισμοί εγγυήσεως των άρθρων 3 έως 5 (και μόνον αυτοί) συνηγορεί υπέρ του ότι οι συντάκτες της οδηγίας θέλησαν οπωσδήποτε να συμπεριλάβουν και το πρόβλημα της τροφοδοτήσεως των ταμείων σε συνάρτηση επίσης με το άρθρο 8.
50. Τέλος, θεωρώ ότι η εισαγωγική διατύπωση του άρθρου 8 που επέλεξε το Συμβούλιο - αποκλίνουσα από την πρόταση της προσφεύγουσας - "τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ..." (αντί: "τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ...") συνηγορεί επίσης υπέρ της ερμηνείας που υποστηρίζει η προσφεύγουσα. Η έννοιά της δεν είναι να δείξει ότι μετριάζεται ο επιτακτικός χαρακτήρας της διατάξεως: εξηγείται στην πραγματικότητα από το γεγονός ότι τα κρατικά μέτρα (όπως το άρθρο 2117 του codice civile) δεν επαρκούν στο πλαίσιο αυτό και ότι την κεντρική θέση έπρεπε αντιθέτως να καταλαμβάνουν τα μέτρα των επιχειρήσεων και των οργανώσεών τους, για τη θέσπιση των οποίων τα κράτη μέλη οφείλουν μόνο να ενεργούν.
51. γ) Επομένως, και η αιτίαση για την ανεπαρκή μεταφορά του άρθρου 8 της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο ορθώς προβλήθηκε από την προσφεύγουσα.
Γ - Πρόταση
52. Κατόπιν αυτού, δεν μπορώ παρά να προτείνω να γίνει δεκτή η προσφυγή της προσφεύγουσας και να αναγνωριστεί ότι η καθής παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη. Εξάλλου, η Ιταλική Δημοκρατία πρέπει, σύμφωνα με την προσφυγή, να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/004, σ. 35.
Full & Egal Universal Law Academy