Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Cour de cassation του Παρισιού ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί προδικαστικώς ως προς την ερμηνεία των άρθρων 37, 85, 86 και 90 της Συνθήκης ΕΟΚ, προκειμένου το εν λόγω εθνικό δικαστήριο να μπορέσει, αφενός, να εκτιμήσει κατά πόσον η εθνική νομοθεσία όσον αφορά την παραχώρηση της αποκλειστικότητας των "εξωτερικών υπηρεσιών" κηδειών εκ μέρους των δήμων συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο και, αφετέρου, να προσδιορίσει κατά πόσον η συμπεριφορά ορισμένης υπηρεσίας κηδειών, η οποία απορρέει από την παραχώρηση αυτή, μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.
2. Η γαλλική νομοθεσία όσον αφορά τις δραστηριότητες των γραφείων τελετών, καθώς και η κατάσταση που επικρατεί στη γαλλική αγορά των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών και το ιστορικό της διαφοράς περιγράφονται συνοπτικώς στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση και, ως εκ τούτου, δεν απαιτείται να επαναληφθούν κατωτέρω. Ωστόσο, θα πρέπει να έχουμε τα στοιχεία αυτά συνεχώς υπόψη μας κατά την ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων.
3. Θα πρέπει, εξάλλου, να λεχθεί ότι, για τις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, δεν έχει σημασία το γεγονός ότι με νόμο του 1986 (νόμο αριθ. 86-29 της 9ης Ιανουαρίου 1986, άρθρο 31), μεταγενέστερο των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν την αφορμή της κύριας δίκης, φιλελευθεροποιήθηκε μέχρις ορισμένου σημείου το καθεστώς της αποκλειστικότητας των δήμων στον τομέα των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών, καθόσον επετράπη στους ιδιώτες να επιλέγουν μεταξύ της επιχειρήσεων τελετών του δήμου όπου συνέβη ο θάνατος, του δήμου της κατοικίας του εκλιπόντος και του δήμου όπου ο εκλιπών πρόκειται να ενταφιαστεί.
4. Θεωρώ επίσης ότι δεν απαιτείται να επαναλάβω τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το τμήμα εμπορικών υποθέσεων του Cour de cassation και τα οποία παρατίθενται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
5. Ωστόσο, πριν αναλύσω τα ερωτήματα αυτά, οφείλω να διαλύσω τις αμφιβολίες που εξέφρασε με τις παρατηρήσεις του ένας από τους διαδίκους της κύριας δίκης όσον αφορά την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.
1. Αρμοδιότητα του Δικαστηρίου
6. α) Η ανώνυμη εταιρία Pompes funebres des regions liberees (PFRL), εναγόμενη στην κύρια δίκη, η οποία είναι μέλος του ομίλου εταιριών Pompes funebres generales (PFG) και στην οποία έχει παραχωρηθεί η αποκλειστικότητα των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών στο Δήμο της Charleville-Mezieres, υποστήριξε ότι το Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να αποφανθεί επί των υποβληθέντων από το Cour de cassation ερωτημάτων, στηριζόμενη σχετικώς στην απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Δεκεμβρίου 1981 (υπόθεση 244/80, Foglia κατά Novello, Συλλογή 1981, σ. 3045).
7. Κατά την ΡFRL, σκοπός των ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο είναι να δοθεί μια ακαδημαϊκή απάντηση σε ένα θεωρητικό ερώτημα, η οποία δεν θα έχει καμία πρακτική σημασία για την επίλυση της διαφοράς την οποία καλείται να κρίνει το εθνικό δικαστήριο μεταξύ της ενάγουσας Corinne Bodson, συνεταίρου του Michel Leclerc, και της ΡFRL και της οποίας αφορμή αποτέλεσε το γεγονός ότι η ενάγουσα άρχισε την εκμετάλλευση των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών στη ζώνη για την οποία υπήρχε παραχώρηση υπέρ της εναγομένης.
8. Πράγματι, με την απόφαση Foglia κατά Novello, το Δικαστήριο διατύπωσε ορισμένες αρχές όσον αφορά την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων.
9. Αφού υπενθύμισε τη νομολογία του, κατά την οποία εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να εκτιμά σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως αν χρειάζεται η επίλυση ενός προδικαστικού ερωτήματος (σκέψη 15), το Δικαστήριο προσέθεσε, ωστόσο, με την εν λόγω απόφαση ότι αυτή η εξουσία εκτιμήσεως εντάσσεται στο πλαίσιο της εκπληρώσεως ενός καθήκοντος που έχει ανατεθεί από κοινού στον εθνικό δικαστή και στο Δικαστήριο για τη διασφάλιση της τηρήσεως του δικαίου κατά την εφαρμογή και την ερμηνεία της Συνθήκης (σκέψη 16).
10. Από την άποψη αυτή, τα προβλήματα που δημιουργεί η άσκηση από τον εθνικό δικαστή της εξουσίας εκτιμήσεως υπάγονται αποκλειστικά στους κανόνες του κοινοτικού δικαίου (σκέψη 16). Το κοινοτικό, όμως, δίκαιο αναθέτει στο Δικαστήριο την αποστολή όχι "να διατυπώνει συμβουλευτικές γνώμες επί γενικών ή υποθετικών ζητημάτων", αλλά "να συμβάλλει στην απονομή της δικαιοσύνης εντός των κρατών μελών". Επομένως, το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει ότι δεν είναι αρμόδιο να απαντά "σε ερωτήματα περί ερμηνείας που του υποβάλλονται στο πλαίσιο διαδικασίας που είναι προκατασκευασμένη από τους διαδίκους με σκοπό να αγάγουν το Δικαστήριο να λάβει θέση επί ορισμένων προβλημάτων κοινοτικού δικαίου, τα οποία δεν ανταποκρίνονται σε αντικειμενική ανάγκη που συνδέεται με την επίλυση της διαφοράς" (σκέψη 18).
11. Επομένως, η νομολογία αυτή αποσκοπεί στην αποφυγή της χρησιμοποιήσεως της διαδικασίας του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ για σκοπούς διαφορετικούς από εκείνους που έχει η Συνθήκη (σκέψη 18).
12. Από αυτό έπεται ότι, όπως συνέβη στην περίπτωση της υποθέσεως Foglia κατά Novello, το Δικαστήριο υποχρεούται να αναλύσει τις ιδιαίτερες περιστάσεις που αποτελούν το αντικείμενο της κύριας δίκης, προκειμένου να ερευνήσει τη δική του αρμοδιότητα (σκέψη 21).
13. Είμαι της γνώμης ότι η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά περίπτωση του είδους αυτού. Η δίκη που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ουδόλως αποτελεί τεχνητή διαφορά, προκατασκευασμένη από τους διαδίκους προκειμένου να αχθεί το Δικαστήριο να δώσει ορισμένη απάντηση σε πρόβλημα κοινοτικού δικαίου το οποίο δεν συνδέεται με την επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που παρέσχε το παραπέμπον δικαστήριο, αφορμή για τη δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αποτέλεσε μια πραγματική σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου.
14. Κατόπιν της επικλήσεως, εκ μέρους ενός των διαδίκων, ορισμένων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, το Cour de cassation παρέμεινε εντός των ορίων των εξουσιών και των ευθυνών του ως προς το δίκαιο αυτό ζητώντας την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να τύχει πλήρους εφαρμογής η νομολογία, κατά την οποία, υπό "κανονικές" συνθήκες, εναπόκειται στον εθνικό δικαστή, που είναι ο μόνος ο οποίος έχει άμεση γνώση των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως, καθώς και των επιχειρημάτων που προβάλλουν οι διάδικοι, και ο οποίος θα έχει την ευθύνη της δικαστικής αποφάσεως που θα εκδοθεί, να εκτιμήσει, εν πλήρει γνώσει της καταστάσεως, κατά πόσον έχουν σημασία τα νομικά ζητήματα που ανακύπτουν στο πλαίσιο της διαφοράς που του έχει υποβληθεί και κατά πόσον απαιτείται η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως προκειμένου να μπορέσει να κρίνει επί της διαφοράς" (1).
15. Επομένως, ως προς το θέμα αυτό, δεν αμφισβητείται η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα.
16. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση που υπέχει το Δικαστήριο, όπως θα εκτεθεί αναλυτικότερα κατωτέρω, να λαμβάνει υπόψη του, προκειμένου να απαντήσει στα υποβληθέντα ερωτήματα, το κοινοτικό δίκαιο, στο πλαίσιο του οποίου οφείλει να παραμένει δυνάμει του άρθρου 177.
17. β) Η ενάγουσα της κύριας δίκης επικαλείται ακόμα, προς στήριξη της απόψεώς της ότι ήταν περιττή η υποβολή του προδικαστικού ερωτήματος, το γεγονός ότι το ερώτημα υποβλήθηκε στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα έλυε τη διαφορά ως προς την ουσία. Αναφέρει σχετικά την απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 35 και 36/82 (Morson και Jhanjan, Συλλογή 1982, σ. 3723).
18. Εκείνο, όμως, το οποίο επιβεβαιώνεται με την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου είναι ότι δικαστήριο κράτους μέλους, οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, δεν υποχρεούται να παραπέμψει στο Δικαστήριο ένα ζήτημα ερμηνείας ή κύρους ορισμένης διατάξεως, όταν το ζήτημα αυτό ανακύπτει στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, η δε μέλλουσα να εκδοθεί απόφαση δεν δεσμεύει το δικαστήριο που θα επιληφθεί μεταγενεστέρως της υποθέσεως επί της ουσίας, υπό την προϋπόθεση ότι κάθε διάδικος δικαιούται να κινήσει ή να αξιώσει την κίνηση, έστω και ενώπιον δικαστηρίων διαφορετικής δικαιοδοσίας, μιας διαδικασίας επί της ουσίας κατά την οποία κάθε ζήτημα κοινοτικού δικαίου που επιλύθηκε προσωρινώς κατά τη συνοπτική διαδικασία μπορεί να επανεξεταστεί και να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 177.
19. Από αυτό έπεται ότι αν το Cour de cassation, αποφαινόμενο στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, έκρινε απαραίτητο να υποβάλει ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο, καίτοι δεν είναι υποχρεωμένο να το πράξει εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην ανωτέρω απόφαση, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει το Cour de cassation στην εκτίμηση της ανάγκης ή της σκοπιμότητας μιας τέτοιας παραπομπής, με την αιτιολογία ότι η εν λόγω παραπομπή αποφασίστηκε στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
20. Κατά τα λοιπά, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ανεπιφύλακτα ως παραδεκτά τα ερωτήματα που υποβάλλονται στο πλαίσιο τέτοιων διαδικασιών (2).
21. Από την άλλη πλευρά, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως είναι σύμφωνη με τους κανόνες του εθνικού δικονομικού δικαίου, ούτε να αναλύσει την αίτηση αυτή υπό το φως γενικών θεωρήσεων δικονομικού χαρακτήρα.
22. Κατά συνέπεια, στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να απαντήσει κανονικά στα υποβληθέντα ερωτήματα, εφόσον το παραπέμπον δικαστήριο εμμένει σ' αυτά.
23. γ) Θα αναλύσω, επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Cour de cassation.
2. Πρώτο ερώτημα: το άρθρο 37 της Συνθήκης ΕΟΚ
24. Με το πρώτο ερώτημα, το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 37 της Συνθήκης μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση συνόλου δημοτικών μονοπωλίων που έχουν παραχωρηθεί στην ίδια επιχείρηση ή στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων και καλύπτουν ορισμένο μέρος του εθνικού εδάφους και τα οποία έχουν ως αντικείμενο τις εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών, δραστηριότητα η οποία περιλαμβάνει την παροχή ορισμένων υπηρεσιών και την προμήθεια ορισμένων εμπορευμάτων.
25. Το άρθρο 37, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, προβλέπει ότι τα κρατικά μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα διαρρυθμίζονται προοδευτικά "κατά τρόπο ώστε, μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, να αποκλείεται, ως προς τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών".
26. Εξάλλου, το άρθρο 37, παράγραφος 1, εδάφιο 2, ορίζει ότι οι διατάξεις αυτές "εφαρμόζονται σε κάθε οργανισμό με τον οποίο κράτος μέλος, νομικά ή πραγματικά, ελέγχει, διευθύνει ή επηρεάζει αισθητά, άμεσα ή έμμεσα, τις εισαγωγές ή τις εξαγωγές μεταξύ των κρατών μελών" και ότι τα "κατά παραχώρηση ((κρατικά μονοπώλια))" εμπίπτουν στο ανωτέρω καθοριζόμενο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων.
27. Το Δικαστήριο έχει ήδη δεχτεί ότι το άρθρο 37, παράγραφος 1, της Συνθήκης είχε άμεσο αποτέλεσμα, το οποίο επιτρέπει σε κάθε πολίτη της Κοινότητας να το επικαλεστεί μόλις λήξει η μεταβατική περίοδος (3).
28. Θα πρέπει μήπως να συναχθεί ότι η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε μονοπωλιακές καταστάσεις, όπως αυτές που περιγράφονται στο ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου;
29. Η γαλλική κυβέρνηση και η ΡFRL υποστήριξαν με τις παρατηρήσεις τους ότι οι εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών δεν έχουν ανατεθεί στο κράτος αλλά στους δήμους, οι οποίοι είναι τελείως ελεύθεροι να προβαίνουν σε παραχωρήσεις προς διαφορετικές επιχειρήσεις, να εκμεταλλεύονται απευθείας τις εν λόγω υπηρεσίες ή να μην οργανώσουν τον τομέα αυτό. Από τα ανωτέρω συνάγουν ότι η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως "κρατικό μονοπώλιο" υπό την έννοια του άρθρου 37.
30. Θα πρέπει, επομένως, να διερωτηθούμε αν το άρθρο 37 εφαρμόζεται όχι μόνο στα κρατικά μονοπώλια αλλά και στα περιφερειακά μονοπώλια ή στα μονοπώλια που ασκούνται υπό την ευθύνη των τοπικών αρχών.
31. Κατά τη γνώμη μου, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 37 δεν πρέπει να περιοριστεί στα μονοπώλια που ασκούν ή διαχειρίζονται οι κεντρικές κρατικές αρχές.
32. Πράγματι, θεωρώ ότι η έννοια του "εθνικού" ή "κρατικού" μονοπωλίου (αναλόγως της αποδόσεως του κειμένου της Συνθήκης στις διάφορες γλώσσες) δεν πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικώς. Αντιθέτως, όταν ένα μονοπώλιο που ασκείται υπό την ευθύνη ορισμένου φορέα δημοσίου δικαίου (είτε αυτός ανήκει στην κεντρική διοίκηση ή στις αποκεντρωμένες διοικητικές υπηρεσίες του κράτους, είτε πρόκειται, αντιθέτως, για οργανισμό περιφερειακής ή τοπικής αυτοδιοικήσεως) έχει τα αποτελέσματα που περιγράφει το άρθρο αυτό, η απαγόρευση που θεσπίζει το εν λόγω άρθρο πρέπει να εφαρμόζεται και στο μονοπώλιο αυτό. Λαμβανομένων υπόψη των νομικής φύσεως διαφορών στη διοικητική οργάνωση των κρατών μελών, η συσταλτική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 37 θα είχε ως αποτέλεσμα την εύκολη καταστρατήγηση του κανόνα του άρθρου 37 με τη δημιουργία μεγάλου αριθμού τοπικών μονοπωλίων, πράγμα το οποίο θα αποτελούσε παραβίαση των αρχών της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, του ανταγωνισμού και της απαγορεύσεως των διακρίσεων (4).
33. 'Οπως το Δικαστήριο έχει τονίσει με τη νομολογία του, "η προσφυγή σε διατάξεις της εσωτερικής έννομης τάξης για να περιοριστεί η έκταση εφαρμογής των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου θα είχε ως αποτέλεσμα την προσβολή της ενότητας και της αποτελεσματικότητας του δικαίου αυτού και γι' αυτό το λόγο δεν επιτρέπεται" (5).
34. Κατά τα λοιπά, ακριβώς προβλέποντας τις δυσκολίες που προκύπτουν από τον καθορισμό των καταστάσεων που καλύπτονται από το άρθρο 37, παράγραφος 1, εδάφιο 1, το δεύτερο εδάφιο εκθέτει αναλυτικότερα τις αρχές που περιέχονται στο πρώτο εδάφιο, διευκρινίζοντας ειδικότερα ότι το εν λόγω άρθρο εφαρμόζεται "επί των κατά παραχώρηση κρατικών μονοπωλίων".
35. Είμαι, συνεπώς, της γνώμης ότι τα μονοπώλια δημοτικής προελεύσεως δεν εξαιρούνται αναγκαστικά από το καθεστώς των "εθνικών" μονοπωλίων - υπό την έννοια των "δημοσίων" ή κρατικών εν ευρεία εννοία μονοπωλίων - διότι με αναφορά στα μονοπώλια αυτά καθορίζονται οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην εγκαθίδρυση του εν λόγω καθεστώτος.
36. Προφανώς αυτό θα ισχύει στην περίπτωση κατά την οποία το μονοπώλιο ή το σύνολο των μονοπωλίων είναι οργανωμένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επιτρέπει στις αρχές ενός κράτους μέλους να διευθύνουν ή να κατευθύνουν πράγματι ("νομικά ή πραγματικά") έναν τομέα δραστηριότητας, προκαλώντας έτσι διατάραξη στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
37. Αυτό π.χ. θα συνέβαινε σε περίπτωση που διάφοροι δήμοι έρχονταν σε συνεννόηση μεταξύ τους ή με τις κεντρικές κρατικές αρχές προκειμένου να προσανατολίσουν προς ορισμένη κατεύθυνση ή να συντονίσουν τη διαχείριση ενός συγκεκριμένου τομέα της εθνικής οικονομίας. Αυτό θα ήταν περισσότερο καταφανές αν το σύνολο των τοπικών μονοπωλίων οδηγούσε στην ανάθεση του συνόλου ή του μεγαλύτερου μέρους των παραχωρουμένων δραστηριοτήτων στην ίδια επιχείρηση ή στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων τα ίδια, όμως, αποτελέσματα θα σημειώνονταν και σε περίπτωση πλειόνων παραχωρησιούχων, εφόσον οι συνδεόμενες μεταξύ τους αρχές διατηρούσαν τον έλεγχο επί των δραστηριοτήτων αυτών των παραχωρησιούχων.
38. Αυτό καταλήγει, στην πράξη, στο να εφαρμόζεται, σε καταστάσεις του τύπου αυτού, η ερμηνεία την οποία φαίνεται ότι υιοθέτησε το Δικαστήριο με την απόφαση της 28ης Ιουνίου 1983 στην υπόθεση 271/81 (6), όπου τέθηκε το θέμα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 37 στο εδαφικό μονοπώλιο που υφίσταται στη Γαλλία υπέρ των περιφερειακών κέντρων τεχνητής γονιμοποιήσεως.
39. Φαίνεται ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση η αποκλειστικότητα που είχε παρασχεθεί στα εξουσιοδητημένα από το κράτος περιφερειακά κέντρα κάλυπτε το σύνολο της επικράτειας.
40. Ας σημειωθεί ότι κανένα στοιχείο στην υπό κρίση υπόθεση δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, στην περίπτωση των 5 000 περίπου δήμων που έχουν επιλέξει το σύστημα της παραχωρήσεως των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών σε ιδιωτική επιχείρηση (και που καλύπτουν το 45 % του πληθυσμού της Γαλλίας), υπήρχε κάποια συμφωνία ή κάποια σύμπραξη με στόχο τον έλεγχο αυτού του τομέα (ακόμα και όσον αφορά τους 2 800 περίπου δήμους που έχουν παραχωρήσει τις υπηρεσίες αυτές στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων, ήτοι στον όμιλο ΡFG).
41. Ωστόσο, δεν φαίνεται να ενδείκνυται διαφορετική ερμηνεία όταν πρόκειται για μονοπώλιο που καλύπτει μέρος μόνο της επικρατείας, δεδομένου ότι το άρθρο 37 δεν αναφέρει ορισμένη γεωγραφική διάσταση μεταξύ των προϋποθέσεων εφαρμογής του, οι οποίες, αντιθέτως, καθορίζονται σε σχέση με τις επιπτώσεις του μονοπωλίου στο ενδοκοινοτικό εμπόριο.
42. 'Οπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, από τις διατάξεις του άρθρου 37 και από την οικονομία τους προκύπτει ότι "η υποχρέωση που επιβάλλεται από την παράγραφο 1 επιδιώκει να εξασφαλιστεί η τήρηση του θεμελιώδους κανόνα της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μέσα σε όλη την κοινή αγορά, ιδίως με την κατάργηση των ποσοτικών περιορισμών και μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών" (7), και να διατηρηθούν κανονικές συνθήκες ανταγωνισμού μεταξύ των οικονομιών των κρατών μελών (8).
43. Πάντως, δεν νομίζω ότι τα μονοπώλια θα πρέπει να τυγχάνουν διαφορετικής μεταχειρίσεως αναλόγως του αν οργανώνονται από τις κεντρικές κρατικές αρχές ή από περιφερειακές ή τοπικές αρχές. Σε ακραίες περιπτώσεις, ένα μονοπώλιο που περιορίζεται σε μία περιφέρεια ή σε ένα δήμο μπορεί να έχει τις ίδιες επιπτώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο με ένα κρατικό μονοπώλιο, πόσο μάλλον όταν τίποτε δεν εμποδίζει την ύπαρξη περιφερειακών μονοπωλίων εξαιρετικά ισχυρών και ικανών να ελέγχουν πλήρως, εντός των γεωγραφικών ορίων της σχετικής παραχωρήσεως, τις εισαγωγές ορισμένων εμπορευμάτων από άλλες χώρες.
44. Σε περιπτώσεις όπως αυτή που μας απασχολεί σήμερα - στην οποία, όπως αναλυτικότερα εκτίθεται κατωτέρω, πρόκειται στην ουσία για εδαφικά μονοπώλια υπηρεσιών, τα οποία μόνον έμμεση επίδραση μπορούν να έχουν στις εισαγωγές - θα πρέπει, μάλιστα, να διερωτηθούμε κατά πόσον δικαιολογείται η προσφυγή στο άρθρο 37, προκειμένου να αποκλειστεί κάθε μορφή δυσμενούς διακρίσεως στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, καθώς και μήπως αρκεί να αναλυθεί η υπό κρίση περίπτωση υπό το φως του άρθρου 30 της Συνθήκης, το οποίο αφορά τα μέτρα αποτελέσματος ισοδύναμου προς ποσοτικούς περιορισμούς.
45. Και τούτο για τον πρόσθετο λόγο ότι, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, μόνο τα μονοπώλια εμπορικού χαρακτήρα πρέπει να θεωρούνται απολύτως ασυμβίβαστα με τη Συνθήκη και πρέπει να "καταργηθούν" και όχι απλώς να "προσαρμοστούν", στο μέτρο που συνίστανται στη χορήγηση αποκλειστικού δικαιώματος εισαγωγής βιομηχανοποιημένων προϊόντων, το οποίο αποτελεί, αυτό καθαυτό, έναντι των κοινοτικών εξαγωγέων διάκριση απαγορευόμενη από το άρθρο 37, παράγραφος 1 (9).
46. Στην υπό κρίση, όμως, υπόθεση, δεν φαίνεται να συνάγεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι το μονοπώλιο των εξωτερικών υπηρεσιών συνεπάγεται τη χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων εισαγωγής (ασχέτως του αν πρόκειται για τεφροδόχους, νεκροφόρες ή οποιοδήποτε άλλο υλικό χρησιμοποιείται στις κηδείες).
47. Υπό τις συνθήκες αυτές, για την υλοποίηση του στόχου του άρθρου 37 επιβάλλεται απλώς να είναι το μονοπώλιο διαρρυθμισμένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αποκλείεται, όσον αφορά τους όρους εφοδιασμού και διαθέσεως, οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών (10).
48. Επιπλέον, για την επιβολή αυτής της υποχρεώσεως δυνάμει του άρθρου 37, θα πρέπει να πληρούνται και οι άλλες προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.
49. Το πρώτο ζήτημα που θα πρέπει να εξεταστεί συνδέεται με την ίδια την έννοια του εμπορικού μονοπωλίου και με το "καθ' ύλην" πεδίο εφαρμογής της.
50. Δεν θα πρέπει να λησμονείται, σχετικώς, ότι, με την απόφαση Costa κατά Enel, το Δικαστήριο έδωσε το γενικό ορισμό των μονοπωλίων εμπορικού χαρακτήρα, εντάσσοντας στην έννοια αυτή τα κρατικά μονοπώλια και τους οργανισμούς που, αφενός, έχουν ως αντικείμενο συναλλαγές επί εμπορικού προϊόντος δυνάμενου να καταστεί αντικείμενο ανταγωνισμού και εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών και, αφετέρου, διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στο εμπόριο αυτό (11). Σύμφωνα με το αξίωμα αυτό, το Δικαστήριο κατέληξε, με μεταγενέστερη απόφασή του στην υπόθεση Sacchi, στο συμπέρασμα ότι τα μονοπώλια που έχουν ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών (στην εν λόγω υπόθεση επρόκειτο για την τηλεοπτική μετάδοση εμπορικών διαφημίσεων) εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 37 (12).
51. Συμβαίνει ωστόσο - όπως το Cour de cassation αναφέρει στο πρώτο ερώτημά του και εξήγησε λεπτομερώς στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου - οι εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών να καλύπτουν όχι μόνο την παροχή υπηρεσιών, αλλά και την προμήθεια ορισμένων εμπορευμάτων (ιδίως φερέτρων με την κατάλληλη διακόσμηση), καθώς και τη μίσθωση άλλων εμπορευμάτων (νεκροφόρων οχημάτων και διακοσμήσεως της προσόψεως της οικίας του εκλιπόντος), τα οποία είναι δυνατόν να εισαχθούν από άλλα κράτη μέλη. Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών αλλά, και αν εθεωρείτο ως τοιούτο, θα επρόκειτο για υπηρεσίες που παρέχονται με τη χρησιμοποίηση αγαθών εχόντων σημαντική, ενδεχομένως, εμπορική αξία.
52. Υπενθυμίζεται σχετικώς ότι το Δικαστήριο δέχτηκε, με την ήδη αναφερθείσα απόφαση της 28ης Ιουνίου 1983 στην υπόθεση Cooperative du Bearn (σκέψη 10), ότι ένα μονοπώλιο παροχής υπηρεσιών μπορεί να έχει έμμεση επίδραση στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και ότι μια επιχείρηση ή σύνολο επιχειρήσεων που μονοπωλεί την παροχή ορισμένων υπηρεσιών είναι δυνατό να αντιβαίνει προς την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, κατά το μέτρο που το μονοπώλιο αυτό καταλήγει σε διακρίσεις εις βάρος των εισαγόμενων προϊόντων σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα.
53. Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι το Δικαστήριο έχει ήδη διευκρινίσει, με απόφαση του 1970 (13), ότι "η εφαρμογή του άρθρου 37 δεν περιορίζεται στις εισαγωγές και τις εξαγωγές που αποτελούν άμεσο αντικείμενο μονοπωλίου, αλλά εκτείνεται σε οποιαδήποτε πράξη συνδέεται με την ύπαρξη του μονοπωλίου αυτού και έχει επιπτώσεις στις ανταλλαγές, μεταξύ των κρατών μελών, συγκεκριμένων προϊόντων, είτε αυτά αποτελούν αντικείμενο μονοπωλίου είτε όχι".
54. Επομένως, δεν αποκλείεται καταρχήν η εφαρμογή του άρθρου 37 στην περίπτωση μονοπωλίου όπως αυτό των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών.
55. Το άρθρο θα μπορούσε να εφαρμοστεί όσον αφορά τις διατάξεις ή τα μέτρα σχετικά με την προμήθεια των εμπορευμάτων που εμπίπτουν στο μονοπώλιο.
56. Καθώς δεν πρόκειται για καθαυτό μονοπώλιο εισαγωγής εμπορευμάτων, αλλά για μονοπώλιο υπηρεσιών το οποίο περιλαμβάνει και τη διάθεση ορισμένων εμπορευμάτων στην εσωτερική αγορά, η ενδεχόμενη επίδραση στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών θα έχει έμμεσο χαρακτήρα.
57. Ωστόσο, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν φαίνεται να προκύπτει ότι το γαλλικό καθεστώς έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία κάποιας διάκρισης απαγορευόμενης από το άρθρο 37.
58. 'Οσον αφορά τις υπηρεσίες που δεν εμπίπτουν στις εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών (άνθη, δημοσίευση και αγγελτήρια θανάτου, ταφόπετρες), το άρθρο 37 δεν φαίνεται να έχει εφαρμογή στις υπηρεσίες αυτές, δεδομένου ότι για τις εν λόγω παροχές ισχύει το σύστημα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, καθόσον οι οικογένειες είναι ελεύθερες να επιλέξουν τον προμηθευτή τους. Στον τομέα αυτό, τα εμπόδια στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών μπορούν να προέρχονται μόνον από τη συμπεριφορά των ίδιων των επιχειρήσεων και όχι από τον τρόπο οργανώσεως των μονοπωλίου.
59. Δυνάμει του άρθρου 37, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, για να έχει εφαρμογή ο κανόνας του πρώτου εδαφίου, θα πρέπει επιπλέον οι επιπτώσεις του μονοπωλίου στο ενδοκοινοτικό εμπόριο να είναι αισθητές. Ο νομοθέτης θέλησε προφανώς να εξαιρέσει από την εφαρμογή της απαγορεύσεως αυτής τα μονοπώλια που δεν επηρεάζουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών ή έστω το επηρεάζουν σε βαθμό ασήμαντο, αμελητέο ή απλώς ανεπαίσθητο.
60. Πάντως, στον εθνικό δικαστή εναπόκειται να εκτιμήσει τον αισθητό χαρακτήρα αυτής της επιδράσεως ενόψει των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως. Χωρίς να προδικάζεται το πόρισμα της εκτιμήσεως αυτής, θα μπορούσε να σημειωθεί ότι τα στοιχεία της δικογραφίας δεν επιτρέπουν πραγματικά να συναχθεί το συμπέρασμα αυτό: το καθεστώς παραχωρήσεων της αποκλειστικότητας δεν καλύπτει παρά έναν αριθμό δήμων που αντιπροσωπεύει μόνον το 45 % του πληθυσμού ο όμιλος ΡFG καλύπτει την παροχή μόνον ενός μέρους των εν λόγω υπηρεσιών η επίδραση στις συναλλαγές είναι απλώς έμμεση. Τα όσα ανέπτυξε ο εκπρόσωπος της Corinne Bodson - τόσο με τις γραπτές παρατηρήσεις όσο και κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση - σχετικά με τη σημασία του ομίλου ΡFG και τη θέση του στη γαλλική αγορά απλώς μπορούν να δημιουργήσουν πρόσθετα ερωτήματα ως προς τις επιπτώσεις που μπορεί να προκύψουν για το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
61. Προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να δώσει στο πρώτο ερώτημα την απάντηση ότι το άρθρο 37 της Συνθήκης δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στα μονοπώλια υπηρεσιών κηδειών, συμπεριλαμβανομένων των μονοπωλίων προμήθειας ορισμένων αγαθών, τα οποία οργανώνονται από τους δήμους ή από άλλες αποκεντρωμένες αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως, παρά μόνο στο μέτρο που τα εν λόγω μονοπώλια επηρεάζουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, δημιουργώντας διακρίσεις εις βάρος των εισαγόμενων προϊόντων προς όφελος των εγχωρίων προϊόντων.
3. Δεύτερο ερώτημα: το άρθρο 90 της Συνθήκης
62. Το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν το άρθρο 90 της Συνθήκης μπορεί να εφαρμοστεί σε επιχείρηση ή σε όμιλο επιχειρήσεων που απολαύουν της παραχωρήσεως του δημοτικού μονοπωλίου όσον αφορά τις εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών.
63. α) Το άρθρο 90, παράγραφος 1, προβλέπει ότι "τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της παρούσας Συνθήκης, ιδίως προς εκείνους των άρθρων 7 και 85 μέχρι και 94, ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα".
64. Θα πρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι, καίτοι η διάταξη του άρθρου 90, παράγραφος 1, εντάσσεται στο πλαίσιο του τμήματος της Συνθήκης που τιτλοφορείται "Κανόνες (ανταγωνισμού) εφαρμοστέοι επί των επιχειρήσεων", από το ίδιο το κείμενο της εν λόγω διατάξεως προκύπτει ότι η διάταξη αυτή απευθύνεται πρωτίστως στα κράτη μέλη και όχι στις επιχειρήσεις.
65. Σκοπός της εν λόγω διατάξεως είναι να μη χρησιμοποιεί το δημόσιο την ειδική σχέση υπεροχής που το συνδέει με ορισμένους τύπους επιχειρήσεων για να τους επιβάλλει συμπεριφορές απαγορευόμενες από τη Συνθήκη ή για να τους χορηγεί προνόμια ασυμβίβαστα με την κοινή αγορά.
66. Κατά το Δικαστήριο (14), "ο λόγος για τον οποίο ετέθησαν στη Συνθήκη οι διατάξεις του άρθρου 90 είναι ακριβώς η επιρροή που δύναται να ασκήσει το δημόσιο στις αποφάσεις" των εν λόγω επιχειρήσεων "που αφορούν εμπορική δραστηριότητα".
67. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο "το άρθρο 90 δεν αφορά παρά μόνον τις επιχειρήσεις, για τη συμπεριφορά των οποίων τα κράτη οφείλουν να αναλάβουν ιδιαίτερη ευθύνη, λόγω της επιρροής που δύνανται να ασκούν ως προς τη συμπεριφορά αυτή" (15).
68. Θα πρέπει, στην ουσία, να εξασφαλιστεί ότι οι παρεμβάσεις του κράτους (υπό την έννοια του "δημοσίου", όπως έχει ερμηνεύσει την έννοια αυτή το Δικαστήριο) στις εν λόγω επιχειρήσεις δεν έχουν ως στόχο ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού ή τη δημιουργία στρεβλώσεων στις σχέσεις των επιχειρήσεων αυτών με τις ιδιωτικές επιχειρήσεις.
69. 'Οπως συνάγεται από την αναφορά στο άρθρο 7 (απαγόρευση κάθε διακρίσεως λόγω ιθαγενείας) και από τη χρήση της λέξεως "ιδίως", η υπό εξέταση διάταξη έχει γενική εφαρμογή, δεδομένου ότι αφορά κάθε μέτρο αντίθετο προς τους κανόνες της Συνθήκης.
70. Το ενδιαφέρον που εκδηλώνει το παραπέμπον δικαστήριο όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 90, παράγραφος 1, θα πρέπει να οφείλεται στο ότι το εν λόγω δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσον οι επιχειρήσεις προς τις οποίες οι δήμοι έχουν παραχωρήσει τις εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών μπορούν να θεωρηθούν ως επιχειρήσεις οι οποίες απολαύουν "ειδικών ή αποκλειστικών" δικαιωμάτων.
71. Ωστόσο, νομίζω ότι είναι απολύτως προφανές ότι οι επιχειρήσεις αυτές, στις οποίες οι δημόσιες αρχές, στην προκειμένη περίπτωση οι δήμοι, νομίμως είχαν παραχωρήσει το ειδικό δικαίωμα της αποκλειστκής εκμεταλλεύσεως των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών στις οικείες περιφέρειες, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 1.
72. Αναφερόμενη στα κράτη μέλη, η διάταξη αυτή δεν αποκλείει τα ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα που χορηγούνται από τους δήμους, δηλαδή από αποκεντρωμένα κρατικά όργανα τα οποία ενεργούν στο πλαίσιο της ασκήσεως εξουσιών δημοσίου δικαίου. Ομοίως, το εν λόγω άρθρο αφορά τις σχέσεις μεταξύ αυτών των αρχών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των παραχωρησιούχων επιχειρήσεων.
73. Από την άλλη πλευρά, τίποτε στη Συνθήκη δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη, για λόγους δημοσίου συμφέροντος μη οικονομικής φύσεως, να εξαιρέσουν μέρος των υπηρεσιών κηδειών από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, παραχωρώντας το αποκλειστικό δικαίωμα εκμεταλλεύσεως σε ένα ή περισσότερα ιδρύματα ή επιχειρήσεις (16).
74. "Εντούτοις, τα ιδρύματα αυτά (ή οι επιχειρήσεις αυτές), για την εκπλήρωση της αποστολής τους, εξακολουθούν να υπόκεινται στις απαγορεύσεις των διακρίσεων και υπάγονται, κατά το μέτρο που η αποστολή τους αυτή περιλαμβάνει δραστηριότητες οικονομικής φύσεως, στις διατάξεις του άρθρου 90 (17)".
75. Στον εθνικό δικαστή, επομένως, εναπόκειται να εξετάσει κατά πόσον οι "δραστηριότητες οικονομικής φύσεως", στις οποίες συνίστανται οι εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών (παροχές υπηρεσιών, πώληση φερέτρων ή εκμίσθωση άλλων εμπορευμάτων), έχουν οργανωθεί και ασκούνται σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες της Συνθήκης, και ειδικότερα τα άρθρα 52, 59, 85 και 86.
76. 'Οσον αφορά τις δύο τελευταίες αυτές διατάξεις, αποτελούν το αντικείμενο του τρίτου ερωτήματος και θα επανέλθω σ' αυτές πιο κάτω.
77. 'Οσον αφορά τα άρθρα 52 και 59, τα οποία αναφέρει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, από τα διαθέσιμα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι το ζήτημα σχετικά με τα άρθρα αυτά τέθηκε στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Ούτε τα μνημονεύει ρητώς το παραπέμπον δικαστήριο στο δικαστήριο αυτό, εντούτοις, εναπόκειται να εξετάσει αν, ενόψει της εθνικής νομοθεσίας, η πραγματική κατάσταση ήταν ικανή να οδηγήσει σε παραβίαση των αρχών της ελευθερίας εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
78. Το θέμα, όμως, αυτό δεν εθίγη (η δε γαλλική κυβέρνηση προσπάθησε να αποδείξει ότι η εφαρμοστέα νομοθεσία δεν εισήγαγε διακρίσεις) και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν χρειάζεται να ασχοληθεί ειδικά με το θέμα αυτό στις απαντήσεις που πρόκειται να δώσει, δεδομένου ιδίως ότι οι δίκες ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων φαίνεται να αφορούν μια καθαρά εσωτερική κατάσταση, η οποία δεν θίγει ούτε το δικαίωμα εγκαταστάσεως ούτε την ελευθερία παροχής υπηρεσιών κάποιας επιχειρήσεως άλλου κράτους μέλους.
79. β) Θα εξετάσω τώρα το πρόβλημα της δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφος 2. Η διάταξη αυτή έχει ως εξής:
"Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσας Συνθήκης, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητας."
80. Μπορεί, επομένως, να τεθεί το ερώτημα αν οι επιχειρήσεις προς τις οποίες οι δήμοι έχουν παραχωρήσει τις εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών μπορούν να χαρακτηριστούν ως "επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος".
81. Στον εθνικό δικαστή εναπόκειται πρωτίστως να χαρακτηρίσει, δυνάμει της ισχύουσας σχετικής νομοθεσίας, τις υπηρεσίες που παρέχουν οι επιχειρήσεις αυτές (18).
82. Από τα στοιχεία της δικογραφίας της κύριας δίκης προκύπτει ότι η γαλλική νομοθεσία θεωρεί τις εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών ως υπηρεσίες γενικού συμφέροντος και, ως εκ τούτου, αναθέτει την παροχή των υπηρεσιών αυτών κατ' αποκλειστικότητα στους δήμους, ορισμένοι από τους οποίους εκμεταλλεύονται απευθείας τις υπηρεσίες αυτές, ενώ άλλοι τις παραχωρούν σε ιδιωτικές επιχειρήσεις.
83. Στις περιπτώσεις παραχωρήσεως των υπηρεσιών αυτών, τα στοιχεία της δικογραφίας επιτρέπουν να συναχθεί το συμπέρασμα, αφενός, ότι πρόκειται για παροχή υπηρεσιών και προμήθεια προϊόντων έναντι αντιπαροχής (τέλους ή τιμήματος) στο πλαίσιο μιας δραστηριότητας οικονομικής φύσεως και, αφετέρου, ότι η δραστηριότητα αυτή θεωρείται, για λόγους, όπως υποστηρίζεται, δημόσιας υγείας, υγιεινής και ευπρέπειας, ως δημόσια υπηρεσία, η οποία συνεπάγεται για τις επιχειρήσεις που έχουν την εκμετάλλευσή της διάφορες υποχρεώσεις και βάρη που απορρέουν από το χαρακτηρισμό της ως δημόσιας υπηρεσίας και η οποία υποβάλλει τις εν λόγω επιχειρήσεις στον έλεγχο της δημοτικής αρχής και στη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων για ενδεχόμενες παραλείψεις (βλέπε σύμβαση παραχωρήσεως της ΡFRL, η οποία επισυνάπτεται στις παρατηρήσεις που κατέθεσε η εν λόγω εταιρία).
84. Οι εν λόγω επιβαρύνσεις και έλεγχοι συνδέονται με την "ιδιαίτερη αποστολή που ... έχει ανατεθεί" στις επιχειρήσεις αυτές με πράξη του δημοσίου και, επομένως, οι προϋποθέσεις που, κατά το Δικαστήριο, πρέπει να πληρούνται προκειμένου το άρθρο 90, παράγραφος 2, να εφαρμοστεί σε ιδιωτική επιχείρηση (19), όντως πληρούνται.
85. Επίσης, είναι προφανές ότι οι επιχειρήσεις αυτές υπόκεινται στους κανόνες της Συνθήκης (20), μόνον δε όταν οι κανόνες αυτοί είναι δυνατόν να αποτελέσουν εμπόδιο για την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί μπορεί να θεωρηθεί ότι οι επιχειρήσεις αυτές εξαιρούνται από την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων, και τούτο υπό την επιφύλαξη ότι το ενδοκοινοτικό εμπόδιο δεν θα επηρεάζεται κατά τρόπο αντίθετο προς τα συμφέροντα της Κοινότητας.
86. Επομένως, ακόμα και όταν είναι δικαιολογημένες, οι εξαιρέσεις πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρώς (21) και, όπως ορθώς σημειώνει η Επιτροπή στις παρατηρήσεις της, θα πρέπει να γίνονται δεκτές μόνον όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν διαθέτουν κανένα άλλο τεχνικώς δυνατό και οικονομικώς εφαρμόσιμο μέσο για την εκπλήρωση της αποστολής τους.
87. Από πουθενά δεν συνάγεται ότι η υπό κρίση περίπτωση παρουσιάζει εξαιρετικό χαρακτήρα, ο οποίος να δικαιολογεί εξαίρεση από την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού.
88. Κατά τα λοιπά, δεν είναι νοητή μια οποιαδήποτε εξαίρεση όταν είναι γνωστό ότι πολλοί δήμοι διατηρούν ως προς τις εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών καθεστώς απολύτως ελεύθερου ανταγωνισμού.
89. Συνεπώς, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στο δεύτερο ερώτημα:
"α) Το άρθρο 90, παράγραφος 1, δημιουργεί υποχρεώσεις βαρύνουσες τα κράτη μέλη στις σχέσεις τους με τις δημόσιες επιχειρήσεις ή τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, συμπεριλαμβαμένων των σχέσεων μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων, προς τις οποίες οι δήμοι παραχωρούν, δυνάμει του νόμου, την εκμετάλλευση των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών
β) η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου έχει εφαρμογή στις επιχειρήσεις προς τις οποίες έχουν παραχωρηθεί οι εν λόγω εξωτερικές υπηρεσίες στο μέτρο που οι δραστηριότητές τους οργανώνονται από τα κράτη μέλη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν οι επιχειρήσεις αυτές να θεωρηθούν ως επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο αυτό πρέπει να γίνεται δεκτή μόνον όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν διαθέτουν κανένα άλλο τεχνικώς δυνατό και οικονομικώς εφαρμόσιμο μέσο για την εκπλήρωση της αποστολής τους."
4. Τρίτο ερώτημα: τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης
90. Το εθνικό δικαστήριο υποβάλλει το τρίτο ερώτημα μόνο για την περίπτωση κατά την οποία το άρθρο 90 δεν θα είχε εφαρμογή στην επιχείρηση ή τον όμιλο επιχειρήσεων που αφορά η υπό κρίση υπόθεση.
91. Δεδομένου ότι κατέληξα στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 90 έχει εφαρμογή, δεν είναι εντελώς απαραίτητο να δοθεί ρητή απάντηση στο ερώτημα αυτό: είναι προφανές ότι, όπως προκύπτει από την ανωτέρω ανάλυση του δευτέρου ερωτήματος, τα άρθρα 85 και 86 δεσμεύουν τόσο τα κράτη στις σχέσεις τους με τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, όσο και τις ίδιες τις παραχωρησιούχους επιχειρήσεις (22).
92. Ωστόσο, πρέπει να εξεταστεί ακόμα ένα σημείο προκειμένου να δοθεί απάντηση σε ορισμένα ειδικά ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου.
93. Το εν λόγω δικαστήριο ερωτά, ειδικότερα, αν το άρθρο 85 έχει εφαρμογή επί συμβάσεων παραχωρήσεως αποκλειστικότητας που συνάπτονται στον τομέα αυτό μεταξύ των δήμων και των επιχειρήσεων.
94. Θα πρέπει να διευκρινιστεί, σχετικώς, ότι οι υπό κρίση συμβάσεις δεν εμπίπτουν, ως έχουν, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 85 απλώς και μόνο λόγω του ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι στις συμβάσεις αυτές έχει εφαρμογή το άρθρο 90: πρόκειται για συμβάσεις που συνάπτονται με δημόσια αρχή, ενεργούσα υπό την ιδιότητά της αυτή, ενώ το άρθρο 85 έχει εφαρμογή μόνο σε συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων. Επομένως, οι απαγορεύσεις που προβλέπει το άρθρο 85 δεν αφορούν τις συμβάσεις παραχωρήσεως δημοσίων υπηρεσιών.
95. Αντιθέτως, η διάταξη αυτή έχει προφανώς εφαρμογή στις συμφωνίες που ενδεχομένως συνάπτουν η ΡFG και οι θυγατικές της εταιρίες με οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση και οι οποίες περιορίζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό και είναι ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και σε κάθε άλλη πρακτική που έχει τους ίδιους στόχους ή τα ίδια αποτελέσματα.
96. Το μόνο που μπορεί να λεχθεί είναι ότι οι συμβάσεις παραχωρήσεως, που περιέχουν διατάξεις οι οποίες επιβάλλουν ή ευνοούν συμπεριφορά των παραχωρησιούχων επιχειρήσεων αντίθετη προς το άρθρο 85, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90 (23). Αυτό, όμως, δεν φαίνεται να συμβαίνει στην περίπτωση της συμβάσεως παραχωρήσεως που έχει συνάψει η ΡFRL.
97. 'Οσον αφορά το άρθρο 86, απαγορεύει την "καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους, ακόμα και αν η κατάχρηση αυτή διευκολύνεται από εθνικές νομοθετικές διατάξεις" (24).
98. Κατά την ίδια αυτή διάταξη, η επιβαλλόμενη απαγόρευση εξαρτάται από πολλές προϋποθέσεις: να υφίσταται δεσπόζουσα θέση σε σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς, να υπάρχει κατάχρηση αυτής της δεσπόζουσας θέσης από την επίμαχη επιχείρηση ή τις επίμαχες επιχειρήσεις και να βλάπτεται το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
99. Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (25), "η δεσπόζουσα θέση που αναφέρει το άρθρο αυτό αφορά τη θέση οικονομικής ισχύος που κατέχει μια επιχείρηση, πράγμα που της επιτρέπει να εμποδίζει τη διατήρηση αποτελεσματικού ανταγωνισμού στη σχετική αγορά και της προσφέρει, σε σημαντικό βαθμό, τη δυνατότητα ανεξάρτητης, έναντι των ανταγωνιστών της, των πελατών της και τελικά των καταναλωτών, συμπεριφοράς".
100. 'Οπως επίσης έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο (26), μια δεσπόζουσα θέση, "αντίθετα από μία μονοπωλιακή ή οιονεί μονοπωλιακή κατάσταση, δεν αποκλείει την ύπαρξη ενός κάποιου ανταγωνισμού, παρέχει όμως στην επιχείρηση που την κατέχει τη δυνατότητα, αν όχι να αποφασίζει, τουλάχιστον να επηρεάζει σημαντικά τους όρους υπό τους οποίους ο ανταγωνισμός αυτός θα αναπτυχθεί και, εν πάση περιπτώσει, να συμπεριφέρεται σε μεγάλο βαθμό χωρίς να υποχρεώνεται να λαμβάνει υπόψη τον ανταγωνισμό αυτό και χωρίς, ωστόσο, η στάση της αυτή να της προκαλεί ζημία".
101. Είναι γνωστό ότι η παραχωρησιούχος επιχείρηση διαθέτει την αποκλειστικότητα στο έδαφος κάθε δήμου όσον αφορά την παροχή των εξωτερικών υπηρεσιών και ότι ο όμιλος ΡFG αναπτύσσει δραστηριότητα στα δύο τρίτα περίπου του συνόλου των δήμων που κάνουν χρήση του συστήματος των παραχωρήσεων. Στους λοιπούς δήμους, είτε οι δημοτικές διοικητικές αρχές εκμεταλλεύονται απευθείας τις εν λόγω υπηρεσίες είτε οι υπηρεσίες αυτές έχουν παραχωρηθεί σε άλλες επιχειρήσεις, είτε τέλος ισχύει καθεστώς ελεύθερου ανταγωνισμού.
102. Σε μια τέτοια κατάσταση, ανακύπτει προφανώς το πρόβλημα του καθορισμού της αγοράς που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί κατά πόσον υφίσταται δεσπόζουσα θέση.
103. 'Οπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο (27), "οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 86 σε μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση συνεπάγονται τη σαφή οριοθέτηση του σημαντικού τμήματος της κοινής αγοράς εντός του οποίου η εν λόγω επιχείρηση είναι σε θέση να κάνει χρήση, ενδεχομένως, καταχρηστικής πρακτικής που να εμποδίζει τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό και το οποίο τμήμα αποτελεί ζώνη εντός της οποίας οι αντικειμενικοί όροι του ανταγωνισμού επί του εν λόγω προϊόντος πρέπει να είναι οι ίδιοι για όλους τους επιχειρηματίες".
104. Ως προς το σημείο αυτό, μπορεί να ληφθεί υπόψη τόσο το έδαφος καθενός δήμου μεμονωμένα όσο και η θέση του ομίλου ΡFG σε σχέση με το σύνολο των δήμων ή μόνο των δήμων που εφαρμόζουν το σύστημα των παραχωρήσεων. Απομένει ακόμα να εξεταστεί αν πρέπει να ληφθούν υπόψη αποκλειστικά και μόνο οι "εξωτερικές υπηρεσίες" ή αν πρέπει να ληφθεί επίσης υπόψη το σύνολο των παροχών που περιλαμβάνονται στο καθεστώς των ελευθέρων υπηρεσιών.
105. Η ανάλυση προϋποθέτει, σε κάθε μία από τις περιπτώσεις αυτές, πλήρη γνώση μιας περίπλοκης πραγματικής κατάστασης, την οποία μόνο ο εθνικός δικαστής μπορεί να έχει στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως.
106. 'Οπως έχει παρατηρήσει το Δικαστήριο (28), η ύπαρξη δεσπόζουσας θέσης προκύπτει γενικώς από τη συνδρομή πολλών παραγόντων, οι οποίοι, λαμβανόμενοι μεμονωμένα, δεν είναι κατ' ανάγκη καθοριστικοί.
107. Από την άποψη αυτή, τόσο η εσωτερική δομή της επιχειρήσεως όσο και η ανταγωνιστική θέση της στην αγορά έχουν σημασία.
108. Η κατοχή σημαντικού τμήματος της αγοράς συνιστά σημαίνουσα ένδειξη της ύπαρξης δεσπόζουσας θέσης (29), δεν αποτελεί όμως παράγοντα καθοριστικό, ούτε αμετάβλητο, η δε σημασία του ποικίλλει από αγορά σε αγορά (30).
109. Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει, ιδίως, ότι ένα τμήμα που αντιπροσωπεύει μεταξύ 40 και 45 % της αγοράς δεν επιτρέπει να συναχθεί αναγκαστικά το συμπέρασμα ότι υφίσταται αυτομάτως έλεγχος της αγοράς, το τμήμα δε αυτό της αγοράς θα πρέπει να αξιολογείται ενόψει της ισχύος και του αριθμού των ανταγωνιστών (31).
110. Εξάλλου, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σχέση μεταξύ των τμημάτων της αγοράς τα οποία κατέχει η εξεταζόμενη επιχείρηση και οι ανταγωνιστές της, η ενδεχόμενη τεχνολογική υπεροχή της επιχειρήσεως έναντι των ανταγωνιστών της, η ύπαρξη τελειοποιημένου εμπορικού δικτύου και η απουσία δυνητικού ανταγωνισμού (32).
111. Εν πάση περιπτώσει, η δεσπόζουσα θέση θα πρέπει να καλύπτει σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς. Ως προς το θέμα αυτό, η Επιτροπή διερωτήθηκε κατά πόσον η αγορά για την οποία έχει παραχωρηθεί αποκλειστικότητα στην ΡFG και τις θυγατρικές της εταιρίες αποτελεί σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς: η αγορά αυτή καλύπτει μόνο το 9 % του συνόλου των παραχωρήσεων στις οποίες έχουν προβεί οι δήμοι που έχουν υιοθετήσει αυτό το σύστημα διαχειρίσεως, ήτοι το 14 % των δήμων της Γαλλίας. Η Επιτροπή δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, πεπεισμένη ότι το 9 ή το 14 % των δήμων μπορεί να αποτελέσει "σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς".
112. Ο εκπρόσωπος της Bodson αμφισβητεί φυσικά την ορθότητα του συμπεράσματος αυτού και υποστηρίζει ότι ο όμιλος ΡFG ελέγχει περίπου το 50 % του συνόλου της γαλλικής αγοράς και, συγχρόνως, είναι παραχωρησιούχος στο 85 % των συμβάσεων παραχωρήσεως της αποκλειστικότητας στις πόλεις με πληθυσμό άνω των 2 000 κατοίκων.
113. Πρόκειται προφανώς για ένα πραγματικό ζήτημα, για την εκτίμηση του οποίου αρμόδιο είναι το εθνικό δικαστήριο.
114. Από την πλευρά μου, θα αρκεστώ να υπενθυμίσω τη νομολογία του Δικαστηρίου, κατά την οποία, "για να διαπιστωθεί αν μια συγκεκριμένη περιοχή έχει τόση σημασία ώστε να αποτελεί σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, πρέπει να ληφθεί υπόψη κυρίως η δομή και ο όγκος της παραγωγής και της καταναλώσεως του εν λόγω προϊόντος, καθώς και οι συνήθειες και οι οικονομικές δυνατότητες των πωλητών και των αγοραστών" (33), πράγμα το οποίο το Δικαστήριο προφανώς δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει στο πλαίσιο του μηχανισμού του άρθρου 177 της Συνθήκης.
115. Αν το εθνικό δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζεται συμπληρωματικά στοιχεία ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου προκειμένου να εκδώσει την απόφασή του, μπορεί, ενδεχομένως, να υποβάλει νέα ερωτήματα στο Δικαστήριο (34).
116. 'Οσον αφορά την προϋπόθεση της κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης, η Επιτροπή παραπέμπει στις διάφορες καταγγελίες που της είχαν υποβληθεί κατά των επιχειρήσεων του ομίλου ΡFG. Σύμφωνα με τις καταγγελίες αυτές, ο εν λόγω όμιλος εφαρμόζει υπερβολικές τιμές και επιχειρεί να ενισχύσει τη θέση του με την απόκτηση μεριδίων σε πολλές ανταγωνίστριες επιχειρήσεις.
117. Στην υπό κρίση, όμως, υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας υποβλήθηκαν τα προδικαστικά ερωτήματα, οι τιμές που εφάρμοζε η θυγατρική εταιρία της ΡFG αναφέρονταν στην ίδια τη συγγραφή υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, αν οι τιμές ήταν δυσανάλογες προς την οικονομική αξία της παροχής (35), η σχετική ευθύνη δύσκολα θα μπορούσε να καταλογιστεί αποκλειστικά και μόνο στην ΡFG (36). Πάντως, στην περίπτωση αυτή, δεν αποκλείεται να υπάρχει παράβαση του άρθρου 90 εκ μέρους του εμπλεκόμενου κράτους μέλους.
118. Αντιθέτως, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι υφίσταται κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης, και μάλιστα "συμπεριφορά περιορίζουσα τον ανταγωνισμό" (37), δεν αρκεί οποιαδήποτε απόκτηση μεριδίων επιχειρήσεων.
119. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν απομένει παρά να υπενθυμιστεί η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά τη γενική έννοια της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της δεσπόζουσας θέσης. Κατά το Δικαστήριο, πρόκειται για "αντικειμενική έννοια που αναφέρεται στη συμπεριφορά των κατεχουσών δεσπόζουσα θέση επιχειρήσεων, η οποία είναι ικανή να επηρεάσει τη δομή μιας αγοράς όπου, ακριβώς λόγω της παρουσίας των επιχειρήσεων αυτών, ο ανταγωνισμός έχει ήδη εξασθενίσει και η οποία έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, με την προσφυγή σε μέσα διαφορετικά από εκείνα που χρησιμοποιούνται υπό συνθήκες κανονικού ανταγωνισμού των προϊόντων ή των υπηρεσιών βάσει των παροχών των επιχειρηματιών, της διατηρήσεως του υφισταμένου βαθμού ανταγωνισμού στην αγορά και της αναπτύξεως του ανταγωνισμού αυτού" (38).
120. Και εδώ επίσης, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει την ύπαρξη καταχρήσεως και στην Επιτροπή να τη θεραπεύσει μέσα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της (Sacchi, σκέψη 18).
121. Τέλος, όσον αφορά τη διατάραξη του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών, που αποτελεί την τρίτη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 86, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (39), "για να εξεταστεί αν το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών είναι δυνατόν να επηρεαστεί από την κατάχρηση μιας δεσπόζουσας θέσης στη σχετική αγορά, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες για τη δομή του πράγματι ασκούμενου ανταγωνισμού στην κοινή αγορά". 'Οσον αφορά τις υπηρεσίες, η ίδια απόφαση υπογραμμίζει ότι το ενδοκονοτικό εμπόριο είναι δυνατόν να επηρεαστεί αν οι δραστηριότητες της επιχειρήσεως "διαμορφώνονται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να επιφέρουν κατανομή της κοινής αγοράς και κατ' αυτό τον τρόπο παρεμπόδιση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η οποία αποτελεί έναν από τους στόχους της Συνθήκης" (40).
122. Στις περιπτώσεις των δημοτικών μονοπωλίων των υπηρεσιών κηδειών, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει τα αποτελέσματα. Θα πρέπει, όμως, να γίνει δεκτό ότι, εκ πρώτης όψεως, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω υπηρεσίες μπορούν να επηρεάσουν αισθητά το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
123. Πιστεύω, επομένως, ότι το Δικαστήριο μπορεί να απαντήσει στο ερώτημα που του υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο ότι το άρθρο 85 της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή στις συμβάσεις παραχωρήσεως που συνάπτονται μεταξύ των δήμων και των επιχειρήσεων στις οποίες παραχωρούνται οι εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών, αλλά ότι το άρθρο 90 απαγορεύει να περιληφθούν στις εν λόγω συμβάσεις διατάξεις επιβάλλουσες ή ευνοούσες συμπεριφορές των επιχειρήσεων αυτών αντιβαίνουσες στο άρθρο 85. Εξάλλου, θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί ακόμα να αναφέρει ότι εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να διαπιστώσει ενδεχομένως την ύπαρξη κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης υπό την έννοια του άρθρου 86.
5. Τέταρτο ερώτημα
124. Με το τελευταίο ερώτημά του, το εθνικό δικαστήριο ερωτά αν τα προηγούμενα ερωτήματα επιδέχονται διαφορετική απάντηση όσον αφορά τη συμπεριφορά των επίμαχων επιχειρήσεων στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών και προμήθειας εμπορευμάτων που εμπίπτουν στις ελεύθερες υπηρεσίες των γραφείων τελετών.
125. 'Οπως ήδη ελέχθη, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις αυτές, ο παραχωρησιούχος των εξωτερικών υπηρεσιών μπορεί να προβαίνει σ' αυτές τις παροχές υπηρεσιών και προμήθειες εμπορευμάτων υπό συνθήκες ανταγωνισμού με άλλες επιχειρήσεις. Επομένως, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, στον τομέα αυτό, τα άρθρα 37 και 90 δεν έχουν εφαρμογή.
126. Κατά τα λοιπά, όσον αφορά το πρώτο από τα άρθρα αυτά, το Δικαστήριο έχει τονίσει (41) ότι οι κανόνες που διατυπώνει αφορούν μόνο τις δραστηριότητες που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την άσκηση των ειδικών καθηκόντων που συνεπάγεται το μονοπώλιο - ήτοι των δικαιωμάτων αποκλειστικότητας που παρέχει το μονοπώλιο - και δεν επηρεάζουν την εφαρμογή των εθνικών διατάξεων οι οποίες είναι ξένες προς την άσκηση αυτών των καθηκόντων και εφαρμόζονται γενικώς στην παραγωγή και τη διάθεση ορισμένων προϊόντων στο εμπόριο, ασχέτως αν τα προϊόντα αυτά αποτελούν ή όχι αντικείμενο μονοπωλίου.
127. Ωστόσο, η δυνατότητα εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 εξαρτάται από εκτιμήσεις της πραγματικής καταστάσεως, στις οποίες αρμόδιο να προβεί είναι το εθνικό δικαστήριο (42).
6. Συμπέρασμα
128. Υπό το φως των ανωτέρω αναπτυχθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις εξής απαντήσεις στα ερωτήματα που υπέβαλε το Cour de cassation του Παρισιού:
"1) Το άρθρο 37 της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται στα μονοπώλια παροχής υπηρεσιών κηδειών, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας ορισμένων αγαθών, τα οποία οργανώνονται από τους δήμους ή από άλλες αποκεντρωμένες αρχές τοπικής αυτοδιοικήσεως, παρά μόνο στο μέτρο που τα εν λόγω μονοπώλια επηρεάζουν αισθητά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, δημιουργώντας διακρίσεις εις βάρος των εισαγόμενων προϊόντων και προς όφελος των εγχώριων προϊόντων.
2) α) Το άρθρο 90, παράγραφος 1, δημιουργεί υποχρεώσεις βαρύνουσες τα κράτη μέλη στις σχέσεις τους με τις δημόσιες επιχειρήσεις ή τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων μεταξύ των εν λόγω επιχειρήσεων, προς τις οποίες οι δήμοι παραχωρούν, δυνάμει του νόμου, την εκμετάλλευση των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών.
β) Η παράγραφος 2 του προαναφερθέντος άρθρου έχει εφαρμογή στις επιχειρήσεις προς τις οποίες έχει παραχωρηθεί η εκμετάλλευση των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών με πράξη της δημοτικής αρχής. Η εξαίρεση που συνεπάγεται η διάταξη αυτή πρέπει να γίνεται δεκτή μόνον όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν διαθέτουν κανένα άλλο τεχνικώς δυνατό και οικονομικώς εφαρμόσιμο μέσο για την εκπλήρωση της αποστολής τους.
3) α) Το άρθρο 85 της Συνθήκης δεν έχει εφαρμογή στις συμβάσεις παραχωρήσεως που συνάπτονται μεταξύ των δήμων και των επιχειρήσεων στις οποίες παραχωρούνται οι εξωτερικές υπηρεσίες κηδειών το άρθρο 90, όμως, απαγορεύει να περιληφθούν στις εν λόγω συμβάσεις διατάξεις επιβάλλουσες ή ευνοούσες συμπεριφορές των επιχειρήσεων αυτών αντιβαίνουσες στο άρθρο 85.
β) Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται να διαπιστώσει ενδεχομένως την ύπαρξη κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης υπό την έννοια του άρθρου 86.
4) Εκτός του τομέα που αφορά η παραχώρηση της αποκλειστικότητας των εξωτερικών υπηρεσιών κηδειών, οι παραχωρησιούχοι επιχειρήσεις υπόκεινται στους κανόνες της Συνθήκης, και ειδικότερα στα άρθρα 85 και 86. Οι απαντήσεις στα προηγούμενα ερωτήματα δεν διαφέρουν στην περίπτωση που οι δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων αφορούν επίσης παροχές υπηρεσιών και προμήθειες αγαθών που δεν αποτελούν αντικείμενο μονοπωλίου."
(*) Μετάφραση από τα πορτογαλικά.
(1) Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1980 στην υπόθεση 53/79, ΟΝΡΤS κατά Damiani, Rec. 1980, σ. 273, σκέψη 5, βλέπε απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 1985 στην υπόθεση 166/84, Thomasduenger κατά Oberfinanzdirektion, Συλλογή 1985, σ. 3001, ιδίως σ. 3009, σκέψη 11.
(2) Αποφάσεις της 12ης Νοεμβρίου 1969 στην υπόθεση 29/69, Stauber, Rec. 1969, σ. 419, και της 8ης Ιουνίου 1971 στην υπόθεση 78/70, Deutsche Grammophon, Rec. 1971, σ. 487.
(3) Απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 45/75, Rewe, Rec. 1976, σ. 181, ιδίως σ. 198, σκέψη 24.
(4) Με το αυτό πνεύμα βλέπε προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Karl Roemer στην υπόθεση 82/71, Sail, Rec. 1972, σ. 119, ιδίως σ. 141.
(5) Απόφαση της 16ης Ιουνίου 1987 στην υπόθεση 118/85, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1987, σ. 2599, σκέψη 11.
(6) Societe cooperative d' amelioration de l' elevage du Bearn, Συλλογή 1983, σ. 2057, ιδίως σ. 2072, σκέψεις 6, 7 και 9.
(7) Απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 1976 στην υπόθεση 59/75, Manghera, Rec. 1976, σ. 91, ιδίως σ. 100, σκέψη 9.
(8) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 91/78, Hansen, Rec. 1979, σ. 935, σκέψη 19.
(9) Προαναφερθείσα απόφαση Manghera, σκέψη 12.
(10) Απόφαση της 7ης Ιουνίου 1983 στην υπόθεση 78/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1983, σ. 1955, ιδίως σ. 1967, σκέψη 11.
(11) Απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964 στην υπόθεση 6/64, Costa κατά Enel, Rec. 1964, σ. 1165.
(12) Απόφαση της 30ής Απριλίου 1974 στην υπόθεση 155/73, Sacchi, Rec. 1974, σ. 427, σκέψη 10.
(13) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1970 στην υπόθεση 13/70, Cinzano, Rec. 1970, σ. 1089, ιδίως σ. 1096, σκέψη 5.
(14) Απόφαση της 6ης Ιουλίου 1982 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 188 έως 190/80, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 2545, ιδίως σ. 2579, σκέψη 26.
(15) Προαναφερθείσα απόφαση, σκέψη 12.
(16) Sacchi, σκέψη 14, σ. 430.
(17) 'Οπ.π.
(18) Απόφαση της 21ης Μαρτίου 1974 στην υπόθεση 127/73, ΒRΤ κατά Sabam και Fonior, Rec. 1974, σ. 313, ιδίως σ. 318, σκέψη 22.
(19) Προαναφερθείσα απόφαση ΒRΤ, σ. 318, σκέψεις 20, 21 και 23 απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981 στην υπόθεση 172/80, Zuechner, Συλλογή 1981, σ. 2021, ιδίως σ. 2030, σκέψη 7 απόφαση της 2ας Μαρτίου 1983 στην υπόθεση 7/82, GVL κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 483, ιδίως σ. 504, σκέψεις 31 και 32.
(20) Απόφαση της 6ης Ιουλίου 1982, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, σκέψη 12.
(21) Βλέπε απόφαση ΒRΤ, σκέψη 19.
(22) Βλέπε απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1985 στην υπόθεση 311/84, CΒΕΜ κατά CLΤ και ΙΡΒ, Συλλογή 1985, σ. 3261, ιδίως σ. 3275, σκέψη 17.
(23) Σχετικώς, θα πρέπει να σημειωθεί ο παραλληλισμός με την απόφαση της 30ής Απριλίου 1986 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 209 έως 213/84, Αεροπορικοί ναύλοι, Συλλογή 1986, σ. 1425, σκέψεις 70 και 71.
(24) Αποφάσεις της 16ης Νοεμβρίου 1977 στην υπόθεση 13/77, Ιnno κατά ΑΤΑΒ, Rec. 1977, σ. 2115, ιδίως σ. 2145, και της 20ής Μαρτίου 1985 στην υπόθεση 41/83, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 873, ιδίως σ. 880.
(25) Απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1978 στην υπόθεση 27/76, United Brands, Rec. 1978, σ. 207, ιδίως σ. 281, σκέψη 65 απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 85/76, Hoffmann-La Roche, Rec. 1979, σ. 461, ιδίως σ. 520, σκέψη 38 απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1980 στην υπόθεση 31/80, L' Oreal κατά De nieuwe AMCK, Rec. 1980, σ. 3775, ιδίως σ. 3793 απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983 στην υπόθεση 322/81, Michelin, Συλλογή 1983, σ. 3461 απόφαση CΒΕΜ, σ. 3275, σκέψη 16.
(26) Hoffmann-La Roche, προαναφερθείσα, σ. 520, σκέψη 39.
(27) Απόφαση United Brands, προαναφερθείσα, σ. 278, σκέψη 44.
(28) Αποφάσεις United Brands, προαναφερθείσα, σ. 281, σκέψη 66, και Hoffmann-La Roche, σ. 520, σκέψη 39.
(29) Hoffmann-La Roche, προαναφερθείσα, σ. 521, σκέψη 41.
(30) Hoffmann-La Roche, προαναφερθείσα, σ. 520, σκέψη 41.
(31) United Brands, προαναφερθείσα, σ. 286 και επ., σκέψεις 109 και 110.
(32) Hoffmann-La Roche, σ. 524, σκέψη 48.
(33) Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1975 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 40 έως 48, 50, 54 έως 56, 111, 113 και 114/73, Suiker Unie και λοιποί, Rec. 1975, σ. 1163, ιδίως σ. 1978, σκέψη 371.
(34) Απόφαση CΒΕΜ, προαναφερθείσα, σ. 3274, σκέψη 10.
(35) Βλέπε απόφαση United Brands, προαναφερθείσα, σ. 306, σκέψη 250.
(36) Βλέπε απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1975 στην υπόθεση 26/75, General Motors κατά Επιτροπής, Rec. 1975, σ. 1367, ιδίως σ. 1379, σκέψεις 8 και 9, από τις οποίες προκύπτει ότι παρέλκει η υπόθεση περί υπάρξεως δεσπόζουσας θέσης όταν η εκ του νόμου αποκλειστικότητα συνοδεύεται από διατάξεις περί καθορισμού ή περιορισμού του τέλους το οποίο εισπράττεται ως αντιπαροχή για την παρεχόμενη υπηρεσία.
(37) Απόφαση της 17ης Νοεμβρίου 1987 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 142 και 156/87, British American Tobacco, Συλλογή 1987, σ. 4487, σκέψη 37.
(38) Απόφαση Hoffmann-La Roche, προαναφερθείσα, σ. 541, σκέψη 91.
(39) Απόφαση GVL, προαναφερθείσα, σ. 505, σκέψη 37 βλέπε επίσης απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1979 στην υπόθεση 22/79, Greenwich Film Production, Rec. 1979, σ. 3275, ιδίως σ. 3288 επίσης, όσον αφορά τις κτήσεις μεριδίων εταιρίας, απόφαση της 6ης Μαρτίου 1974 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 6 και 7/73, Commercial Solvents, Rec. 1974, σ. 223, σκέψη 33.
(40) 'Οσον αφορά το άρθρο 85 της Συνθήκης, βλέπε επίσης απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1967 στην υπόθεση 23/67, Brasserie de Haecht, Rec. 1967, σ. 525, ιδίως σ. 537.
(41) Απόφαση της 13ης Μαρτίου 1979 στην υπόθεση 119/78, Peureux, Rec. 1979, σ. 975, ιδίως σ. 986, σκέψη 28 βλέπε επίσης απόφαση της 20ής Φεβρουαρίου 1979 στην υπόθεση 120/78, Rewe, Rec. 1979, σ. 649, ιδίως σ. 662, σκέψη 7.
(42) Σχετικώς, υπενθυμίζεται μόνον η απόφαση CΒΕΜ, προαναφερθείσα, σσ. 3276 έως 3278, όσον αφορά την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης σε σχέση με τις βοηθητικές δραστηριότητες που θα μπορούσαν να ασκηθούν από άλλη επιχείρηση.
Full & Egal Universal Law Academy